Α/Ν : Η πλοκή αυτής της ιστορίας ανήκει στον kumar LaVoixDuSud. Δική μου είναι μόνο η μετάφραση.
Ο Πολεμιστής και ο Δράκος
(Μέρος Πρώτο)
Η ώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα, αλλά ο άρχοντας της Ντρας-Λεόνα, ο λόρδος Μάρκους Ταμπόρ δεν είχε ακόμα αποσυρθεί στα δωμάτιά του, όπως το συνήθιζε. Μέσα στα δύο μεγάλα τζάκια της μακριάς κεντρικής αίθουσας του κάστρου τα ξύλα είχαν από ώρα μετατραπεί σε κάρβουνα. Ο δυνατός άνεμος που φυσούσε από την ενδοχώρα χτύπαγε τα κλειστά εξώφυλλα των παραθύρων κάνοντάς τα να τρίζουν. Οι λοιποί συνδαιτυμόνες του αρχοντικού τραπεζιού είχαν ήδη αποχωρήσει, όμως ο λόρδος της πόλης παρέμενε ακόμα καθισμένος στην ηγεμονική πολυθρόνα του, το σημάδι της εξουσίας του στην πλούσια πόλη της Ντράς-Λεόνα. Μοναδική συντροφιά του οι σκέψεις και οι ανησυχίες του, οι αμφιβολίες και οι ενδοιασμοί του, καθώς κι ένα ποτήρι δυνατό κρασί απ' το κελάρι, το οποίο είχε γεμίσει ο ίδιος πολλές φορές από την ασημένια κανάτα, και κατόπιν αδειάσει μέσα στο άδειο από φαγητό στομάχι του. Ο λόρδος έπινε· έπινε για να καταπνίξει το βαρύ συναίσθημα της επικείμενης καταστροφής που πιθανόν κρεμόταν ήδη πάνω απ' το κεφάλι του· έπινε για να γεμίσει το κενό που είχε τόσο απρόσμενα δημιουργηθεί μέσα στα σωθικά του· έπινε και για να καταπνίξει το φόβο που παρέλυε τα μέλη του. Σε λίγες μέρες ο βασιλιάς Γκαλμπατόριξ θα επισκεπτόταν την πόλη της Ντράς-Λεόνα, γεγονός από μόνο του αξιοπερίεργο μιας και η μεγαλειότητά του είχε χρόνους και καιρούς να τους τιμήσει με μία επίσκεψη. Ήδη αυτοί οι δύο σκοτεινοί και αποκρουστικοί υπηρέτες του, οι Ρά'ζακ, τριγύριζαν εδώ και μέρες στην πόλη εξετάζοντας τους πάντες και τα πάντα και προετοιμάζοντας την άφιξη της Μεγαλειότητάς του.
Ο λόρδος Ταμπόρ άδειασε το ποτήρι του κρασιού για πολλοστή φορά και άφησε το κρύσταλλο μέσα στον ασημένιο δίσκο αναστενάζοντας. Σε τι σκόπευε τώρα ο Γκαλμπατόριξ με την εδώ παρουσία του; Τι ήθελε τώρα ο γερο-δρακοβασιλιάς να εγκαταλείψει το εκατόχρονο λημέρι του; Από όσο θυμόταν ο λόρδος Ταμπόρ στην σαραντάχρονη ζωή του, αυτό δεν είχε ξανασυμβεί τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια. Ο βασιλιάς δεν είχε βγει απ' το παλάτι του για πολύ σοβαρότερους λόγους· όχι για ένα απλό, οικονομικό έλεγχο. Από πολύ έμπιστο πληροφοριοδότη, που ο Ταμπόρ δωροδοκούσε στην Ουρουμπαίην, γνώριζε ότι ο μαύρος δράκος ήταν συνήθως αντιδραστικός στη σχέση του με το βασιλιά και στο να υπακούσει τη θέληση του, αλλά στο τέλος, ποιος ήξερε να πει ποια ήταν ακριβώς η σχέση αυτών των δύο; Παρ' όλα αυτά, ο βασιλιάς τώρα θα ερχόταν και ο λόρδος Ταμπόρ ένιωθε σαν να καθόταν ο ίδιος επάνω στα αναμμένα κάρβουνα του τζακιού του.
Εδώ και πολλούς χρόνους ο Ταμπόρ φρόντιζε να καλύπτει καλά τις υπεξαιρέσεις δημοσίου χρήματος. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι η αφεντιά του το είχε παρακάνει τώρα τελευταία. Οι φόροι που έπρεπε να αποδίδει στη Μεγαλειότητά του είχαν πέσει κάτω από το ήμισυ. Κάθε φορά που οι φοροεισπράκτορες του βασιλιά επισκέπτονταν την πόλη, η κασέλα τους έφευγε ολοένα και ελαφρύτερη από χρυσάφι με προορισμό το βασιλικό θησαυροφυλάκιο, μέχρι σημείου να υπεισέλθει στην αντίληψη του ίδιου του Γκαλμπατόριξ, ώστε να αποφασίσει αυτόν τον οικονομικό έλεγχο. Ήταν άραγε μάταιο το ότι ο Ταμπόρ προσπαθούσε να συμπληρώσει το λειψό βάρος των χρημάτων προσθέτοντας σκλάβους και όμορφα αντικείμενα; Καμία από αυτές τις προσφορές δεν μετρούσε σαν συμψηφισμός της υπεξαίρεσης του κρατικού χρήματος;
Ο λόρδος στέναξε για μία ακόμη φορά με την καρδιά του γεμάτη απογοήτευση. Έφταιγε ο ίδιος που του άρεσε η χλιδή τόσο πολύ; Ήταν τόσο κακό που συνήθιζε να στέλνει τους πράκτορες και τους υπηρέτες του καθημερινά στην αγορά, για να του φέρνουν ό,τι τραβούσε η ψυχή του; Ο Ταμπόρ λάτρευε τις ημέρες εκείνες, όπου έμποροι από τα πιο απομακρυσμένα μέρη της αυτοκρατορίας κατέφθαναν στο παλάτι του κουβαλώντας τα πιο εκλεκτά κρασιά που παράγονταν στις μακρινές τους πατρίδες· τα σπανιότερα ποτά και εδέσματα, για να χορτάσουν την ακόρεστη όρεξή του. Θεωρούσε απαραίτητο να προσθέτει στη συλλογή του ανεκτίμητης αξίας χρυσαφικά και λαμπερά μαργαριτάρια, βαρύτιμα βελούδα και πολύτιμα υφαντά, έργα τέχνης θαυμαστά σμιλεμένα από επιδέξια χέρια, όπλα στολισμένα με αψεγάδιαστα πετράδια μεγάλα σαν αυγά. Του άρεσε να υποδέχεται τις όμορφες κοπέλες – ανέγγιχτες ακόμα από άλλα αντρικά μάτια – κοπέλες με λευκό δέρμα, αφίλητο από το μαύρισμα του ήλιου. Ή ακόμα και εξωτικά λουλούδια των περιφερόμενων φυλών· κορίτσια με επιδερμίδα πολλούς τόνους σκουρότερη, μαυρισμένη από τις δυνατές ακτίνες της ερήμου. Και δεν έδιωχνε κανέναν τους ο λόρδος Ταμπόρ, παρά λαχταρούσε να περνά τα πρωινά του ξεδιαλέγοντας ο ίδιος την πραμάτεια και αγοράζοντας για τον εαυτό του τα καλύτερα. Είχε πολύ ακριβά γούστα ο λόρδος, ακριβότερα ακόμα και από την μικρή κλίκα που τον περιέβαλε.
Μια πόλη σαν την Ντρας-Λεόνα, πόλη μεγάλη και διάσημη για τη λατρεία του σκότους, στο κέντρο της οποίας υπήρχαν πολλά πλούσια νοικοκυριά, καθώς και έμποροι που κέρδιζαν από τους προσκυνητές οσάκις έφταναν κατά δεκάδες από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας, είχε να αποδώσει πολλά κέρδη. Έπαιρνε λοιπόν ο Μεγαλειότατος τους μισούς περίπου φόρους από όσους του αναλογούσαν, και τα υπόλοιπα τα καταχράτο ο ίδιος ο λόρδος μαζί με μ' αυτή την μικρή κλίκα των επιτηδείων, πρόσωπα απαραίτητα για την κατάχρησή του.
Για να μην αναφέρουμε και το ιερατείο. Ο ναός με τον πρωθιερέα ήταν ο κυριότερος σύμμαχος του λόρδου Ταμπόρ στην υπεξαίρεση, μοιράζοντας μαζί του τη μερίδα του λέοντος και αποδίδοντας στη Μεγαλειότητά του τα ψίχουλα. Άσε πια το σκλαβοπάζαρο, που κάποιο μερίδιο από την κάθε αγοροπωλησία έφτανε και ως τις δικές του κάσσες. Τώρα όμως είχε έρθει η ώρα του ελέγχου και ο λόρδος Ταμπόρ ένοιωθε μυρμήγκια να περπατούν στην σπονδυλική του στήλη. Παρ' όλα αυτά ήλπιζε ότι, αν διοργάνωνε μία μεγαλόπρεπη βασιλική δεξίωση για την υποδοχή του βασιλιά, η κατάσταση θα εξομαλυνόταν κατά τον καλύτερο τρόπο.
Μπορεί μεν να παρουσίαζε ο λόρδος στο βασιλιά τους πλούσιους ευγενείς κι εμπόρους, μια πόλη μεγάλη όμως, όπως η Ντρας-Λεόνα, είχε και τους φτωχούς της· όλους αυτούς που ζούσαν στον περίγυρο, μέσα από τα τείχη και κατοικούσαν σε λασποκαλύβες. Ο λόρδος Ταμπόρ σημασία δεν έδινε ποτέ στους κοινούς ζητιάνους και τις άθλιες συνθήκες της ζωής τους. Όλοι αυτοί μάλιστα οι χαμένοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν και το μεγάλο ατού του, το οποίο σκόπευε να χρησιμοποιήσει για δικαιολογία στο βασιλιά. Αν ο μεγαλειότατος αποφάσιζε να τους επισκεφτεί χρησιμοποιώντας τη βασιλική του άμαξα, η πρώτη εντύπωση που θα αποκόμιζε από τη Ντρας-Λεόνα θα ήταν αυτές ακριβώς οι λασποκαλύβες των φτωχών στην περίμετρο της πόλης. Ο λόρδος θεωρούσε ότι αυτή η πρώτη εντύπωση θα ήτανε υπέρ του. "Μεγαλειότατε," είχε σκοπό να του πει σε κατάλληλο χρόνο, όταν η συζήτηση γι' αυτόν θα δυσκόλευε "είδατε σε τι εξαθλίωση έχει πέσει η πόλη. Δυσκολεύομαι να μαζέψω ακόμα και τους λίγους φόρους που σας αποδίδω." Ο Ταμπόρ δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ότι αυτό το κόλπο του θα έπιανε, ιδίως αν ο βασιλιάς αποφάσιζε να έρθει πετώντας πάνω σε κείνο το μαύρο τέρας του, το δράκο.
Το παραπόρτι της μεγάλης αίθουσας, κρυμμένο πίσω από σκουρόχρωμο, βελούδινο παραπέτασμα, άνοιξε τρίζοντας ελαφρά και ένας μελαχρινός άντρας ντυμένος με ρούχα που έμοιαζαν με αυτά ενός υπηρέτη, αλλά χωρίς την πολυτέλεια μιας λιβρέας, πλησίασε το τραπέζι του λόρδου Ταμπόρ με το ελαφρά κουτσό αλλά γοργό βήμα του. Το αξύριστο πρόσωπό του άντρα κρυβόταν ανάμεσα στις σκιές, καθώς και ένα ελαφρό αλληθώρισμα που έδινε την εντύπωση πως κοιτούσε πάντα τον συνομιλητή του λίγο λοξά. Το ανεπαίσθητο ανασήκωμα του ενός ώμου – μία φυσική δυσμορφία, που ο άντρας μάταια προσπαθούσε να κρύψει – πρόδιδε έναν καμπούρη μάλλον, παρά έναν ξιφομάχο. Παρ' όλα αυτά, ένα μακρύ ξίφος, μήκους ενός και μισού βραχίονα, κρεμόταν από το πλευρό του άντρα και όποιος είχε την τύχη ή την ατυχία να τον γνωρίζει καλά, θα ορκιζόταν ότι ήξερε να το χρησιμοποιεί και μάλιστα με τον πιο θανατηφόρο τρόπο.
"Α, Ράλφγκναρ, ήρθες." Ο λόρδος Ταμπόρ ανασηκώθηκε στο κάθισμά του αναμένοντας το ραπόρτο με το ενδιαφέρον του ανανεωμένο.
Ο άντρας στάθηκε μπροστά στο κάθισμα του λόρδου και υποκλίθηκε ταπεινά. Έμεινε σκυφτός ακόμα και όταν ο αφέντης του τού έγνεψε ότι μπορούσε να μιλήσει. Είχε γυρίσει στην πόλη για ώρες ατελείωτες, και τώρα μετέφερε τα νέα που είχε συλλέξει.
"Εκείνοι οι δύο, που έστειλε ο βασιλιάς … πολύ ύποπτα καθάρματα, μα την αλήθεια, ύποπτα με ύποπτη συμπεριφορά. Γύρισαν την πόλη ολόκληρη ψάχνοντας και ερευνώντας. Ερεύνησαν όλες τις ταβέρνες και τα χάνια, ειδικά όσα βρίσκονται στις ταπεινότερες περιοχές. Ύποπτο αυτό, αφέντη, πολύ ύποπτο ... Δεν άφησαν πέτρα στην πέτρα να μη την ψάξουν." Ο Ράλφγκναρ χάρισε στο λόρδο Ταμπόρ ένα ύπουλο χαμόγελο. "Παράξενο αυτό, πολύ παράξενο. Άκουσα επίσης, να μιλούν μεταξύ τους με τρόπους που κανείς δεν τους κατάλαβε. Να, κάτι σαν χιχίρισμα και κροτάλισμα… ποιος ξέρει τι να ήθελαν να πουν ο ένας στον άλλο μ' αυτά και μ' ετούτα."
Ο λόρδος Ταμπόρ σηκώθηκε βαδίζοντας αργά και με κόπο προς το ένα τζάκι. Το απότομο ρεύμα που δημιούργησαν οι ρόμπας του, έκανε το φως από τα κάρβουνα να τρεμοπαίξει. Ύστερα από τόσες ώρες ακινησίας, τα πόδια του τα ένιωθε μουδιασμένα και αδύναμα να σηκώσουν το βαρύ κορμί του· τόσο βαρύ, που δεν ήξερε αν θα ήταν σε θέση να υποκλιθεί μπροστά στο βασιλιά του όταν εκείνος θα ερχόταν. Θα έπρεπε, ίσως, να αρχίσει να εξασκείται από τώρα.
"Παράξενο όντως, πολύ παράξενο" επανέλαβε τα λόγια του πληροφοριοδότη του ακουμπώντας το παχύ του μπράτσο στην κουπαστή του τζακιού.
Οι δύο Ρά'ζακ που είχαν εμφανιστεί ξαφνικά μέσα στην πόλη ίσως έψαχναν για πιθανούς κρυμμένους κινδύνους από τους εχθρούς του βασιλιά. Ίσως όμως και όχι… Για ότι πάντως και να έψαχναν, ήταν οπωσδήποτε για λογαριασμό του Γκαλμπατόριξ. Ο Μάρκους Ταμπόρ έβγαλε το μαντήλι του και σκούπισε με αυτό το ιδρωμένο του μέτωπο μορφάζοντας. Απόψε είχε καταναλώσει υπερβολική ποσότητα κρασιού με άδειο στομάχι. Η αγωνία δεν τον είχε αφήσει να απολαύσει ούτε την καλοψημένη χήνα που κολυμπούσε στη σάλτσα, ούτε το ψητό αγριογούρουνο με τα μήλα που τον περίμενε μέσα στην ασημένια πιατέλα γεμάτη από λίπος· ούτε καν τα υπέροχα κέικ με σταφίδα που η κρέμα τους έσταζε στο πιάτο. Τώρα ένιωθε στα σωθικά του πόνο.
"Οι Ρά'ζακ!" Ο λόρδος πλατάγισε τα παχιά του χείλη με σημασία. Τελικά όλος αυτός ο αναπάντεχος λογιστικός έλεγχος για τους φόρους, αυτή η επίσημη δικαιολογία της βασιλικής επίσκεψης, ίσως να ήταν αυτό μονάχα· μία δικαιολογία και τίποτε περισσότερο. Το πιο πιθανό, ο γερο-δρακοβασιλιάς να είχε ένα πιο σημαντικό λόγο να επισκεφτεί την πόλη από μερικά χρυσά ψωρονομίσματα, που θα μπορούσε να στείλει τον καθένα να τα εισπράξει. Για να εγκαταλείψει αυτός το λημέρι του, στο οποίο ένιωθε πάντα εξασφαλισμένος πίσω από τα μαγεμένα του τείχη, κάτι άλλο ήταν αυτό που ήθελε. Ο λόρδος Ταμπόρ πλατάγισε για μία ακόμη φορά τα χείλη. Μία μικρή σκέψη άρχιζε να διαμορφώνεται στο νου του. Ίσως… ίσως να υπήρχε ακόμα ελπίδα ώστε να γλιτώσει τη βασιλική δυσμένεια. Ο θώκος του άρχοντα της Ντρας-Λεόνα του ήταν πολύ αρεστός. Δεν θα μπορούσε μήπως να βρει τι ήταν αυτό που επιθυμούσε ο βασιλιάς, ώστε να φροντίσει να του το προσφέρει αυτός ο ίδιος;
"Ράλφγκναρ…"
"Στις διαταγές σου, λόρδε μου." Ο πληροφοριοδότης υποκλίθηκε ακόμα πιο βαθιά μπροστά στον άρχοντά του, πάντα έτοιμος να υπηρετήσει τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του, όποιες κι αν ήταν.
"Έχεις δικούς σου ανθρώπους, πιστεύω, εκεί έξω…"
Ο κουτσός κατάλαβε. Ένα πονηρό χαμόγελο άνθισε στα στενά του χείλη.
"Έχω, άρχοντά μου, στις υπηρεσίες σου."
Ο λόρδος Ταμπόρ έξυσε για λίγο το φαλακρό του μέτωπο.
"Εξαπόλυσέ τους λοιπόν παντού, στην αγορά, στο παζάρι των σκλάβων, στους δρόμους της πόλης, στο ναό. Ακόμα και ανάμεσα στις λασποκαλύβες των φτωχών στα περίχωρα. Τίποτα δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας, Ράλφγκναρ. Τι μου στοιχίζετε τόσο χρυσάφι αν δεν μπορώ να ξέρω τι αναζητούν εκείνοι οι δύο μέσα στην ίδια μου την πόλη;"
Ο υπηρέτης υποκλίθηκε ταπεινά ακόμα βαθύτερα από πριν.
"Λόρδε μου, όλοι γνωρίζουν πόσο γενναιόδωρος είστε."
Η ελάχιστα ειρωνική χροιά της φωνής του δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι ο άνθρωπος ήταν ενήμερος και με το παραπάνω για τις υπεξαιρέσεις του αφέντη του. Όμως ο λόρδος Ταμπόρ, αφοσιωμένος καθώς ήταν στις αισιόδοξες σκέψεις του για την πιθανή βασιλική εύνοια, δεν κατάλαβε το διφορούμενο νόημα.
Η αυγή κόντευε να χαράξει όταν ο πληροφοριοδότης εγκατέλειπε το παλάτι από την ίδια μικρή είσοδο που είχε εισέλθει ώρα πριν. Κοίταξε γύρω του βιαστικά κι εξαφανίστηκε προς τον κεντρικό δρόμο της αγοράς που σε λίγο θα ξυπνούσε. Υπήρχε δουλειά που έπρεπε να γίνει.
o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o
Ο Μέρταγκ ταξίδευε γοργά με κατεύθυνση την πόλη της Ντρας Λεόνα. Το γκρίζο, πολεμικό του άλογο έτρεχε με σταθερό καλπασμό καταμεσής στον πατημένο δημόσιο δρόμο. Πάνω τους τα σύννεφα σχίστηκαν επιτρέποντας στις χλωμές ακτίνες ενός μισού φεγγαριού να βρουν το δρόμο τους, φωτίζοντας την έρημη δημοσιά. Εδώ και μέρες ο ταξιδιώτης είχε επιμελώς αποφύγει να εκτεθεί στο φως της ημέρας ταξιδεύοντας μονάχα τις νύχτες. Μόλις το πρώτο φως της χαραυγής έσκαζε στον ορίζοντα φρόντιζε να αποτραβιούνται από το δημόσιο δρόμο και τις πιθανές συναντήσεις που εκεί θα είχαν, αναζητώντας τη μοναξιά των ερημότοπων και την κάλυψη των δασωμένων εκτάσεων. Άλλες φορές κρύβονταν μαζί με το άλογο σε κάποια έρημη καλύβα, που χρησίμευε στους γεωργούς σαν χώρος αποθήκευσης των εργαλείων τους, μέσα στα παγωμένα χωράφια περιμένοντας να πέσει το σκοτάδι, που τέτοια εποχή ερχόταν νωρίς.
Κάποιες άλλες κοιμόταν στη ύπαιθρο ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση, ή σκαρφάλωνε στο ψηλό κλαδί κάποιου δέντρου αφήνοντας τον σύντροφό του να βοσκήσει τους πράσινους βλαστούς των θάμνων. Ο φόβος μήπως αναγνωριστεί δεν ήταν η μόνη αιτία που ο Μέρταγκ απέφευγε να έρθει σε επαφή με άλλους ανθρώπους. Πιο πολύ απ' αυτό, η βαριά καρδιά του αποζητούσε την μοναξιά, έπειτα από τη μεγάλη απώλειά του. Ο Τόρνακ… ο μοναδικός του φίλος, ήταν νεκρός. Είχε σκοτωθεί από τους αυτοκρατορικούς στρατιώτες κι εκείνος, ο Μέρταγκ, τίποτε δεν μπορούσε να κάνει για να εκδικηθεί τον άδικο χαμό του.
Ο φυγάς ενθάρρυνε το γκρίζο, πολεμικό του άλογο να τρέξει γρηγορότερα. Το άτι ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του καβαλάρη του. Οι δυνατές οπλές του έσκαψαν το χώμα με περισσή δύναμη και η ταχύτητα αυξήθηκε. Ο Μέρταγκ ένιωσε τους μύες στα δυνατά πλευρά του αλόγου να σκληραίνουν, τα νεύρα να τεντώνονται απ' την προσπάθεια και έγειρε πάνω στη σέλα κρύβοντας το πρόσωπο στην πυκνή του χαίτη. Από δω και στο εξής, αυτό το άλογο – αυτός ο πολύτιμος, μοναδικός του σύντροφος – θα ονομαζόταν Τόρνακ, παίρνοντας το όνομα του γενναίου του φίλου και Οπλοδιδάσκαλου, που ήταν ο πιο περήφανος άντρας που ο Μέρταγκ είχε γνωρίσει στη ζωή του ως τώρα.
"Τόρνακ!"
Γαντζώθηκε σταθερά από τη σέλα επιτρέποντας στον εαυτό του μερικές ευχάριστες αναμνήσεις. Κάποια από τα πρώτα μαθήματα του Οπλοδιδασκάλου πέρασαν στιγμιαία από το νου του. Ήταν μικρό παιδί ακόμα όταν ο υπηρέτης τον είχε παραδώσει στα χέρια του, με τις προσδοκίες του βασιλιά ότι θα τον προγυμνάσει, για να γίνει ένας από τους καλύτερους πολεμιστές που είχαν περάσει ποτέ απ' το κάστρο της Ουρου'μπαίην. Και ο Τόρνακ είχε ανταποκριθεί με ζέση στις διαταγές του.
Ο Μέρταγκ στράβωσε τα χείλη με δυσφορία. Η εικόνα του βασιλιά ήρθε να παρεισδύσει στις αναμνήσεις του. Ήταν νέος και άπειρος ακόμα όταν είχε ακούσει τα ψεύτικα λόγια του για πρώτη φορά. Στα τελευταία του γενέθλια, όταν είχε γίνει δεκαοκτώ χρονών, ο βασιλιάς τον είχε προσκαλέσει στα διαμερίσματά του, για ένα ιδιωτικό γεύμα. Αφού πρώτα είχαν φάει σιωπηλά, ο βασιλιάς άρχισε τελικά να μιλά. Είχε υφάνει μπροστά του ένα όραμα, σαν την αυτοκρατορία που αυτός φανταζόταν. Θα υπήρχαν όμορφες πόλεις χτισμένες σε όλη τη χώρα, γεμάτες με τους μεγαλύτερους πολεμιστές, φιλοσόφους, καλλιτέχνες. Οι εχθροί του τελικά θα εξαλείφονταν και η αυτοκρατορία θα εξαπλωνόταν προς όλες τις κατευθύνσεις της Αλαγαισίας. Η ειρήνη και η ευημερία θα ανθούσαν. Και το πιο θαυμαστό; Οι Δρακοκαβαλάρηδες θα επέστρεφαν, για να κυβερνούν με ευγένεια πάνω απ' την επικράτεια του Γκαλμπατόριξ.
Επηρεασμένος από τις περιγραφές του ο Μέρταγκ τον είχε ακούσει. Τον είχε θαυμάσει για τις γνώσεις και το γάργαρο λόγο του. Ο Γκαλμπατόριξ είχε ξεδιπλώσει μπροστά του ένα όνειρο δίνοντας σκοπό στην ίδια την ύπαρξή του. Ο Μέρταγκ είχε προετοιμαστεί με ζέση να τον βοηθήσει στο έργο του. Με μεγάλη του χαρά θα τον είχε υπηρετήσει και θα ήταν από τους πρώτους που θα είχαν τρέξει να τιμωρήσουν τους εχθρούς του. Όχι όμως και να δολοφονήσει αθώους. Ποτέ αυτό! Ήταν κάτι που δεν θα μπορούσε να το κάνει. Η πρόσφατη σκληρή και άδικη διαταγή του βασιλιά είχε καταστρέψει όλη την πίστη που έτρεφε στο πρόσωπό του. Είχε γυρίσει τον εσωτερικό κόσμο του νέου άντρα άνω-κάτω. Είχε συντελέσει ώστε το βαρύ φορτίο που ήδη έφερε στους ώμους του – σαν ο γιος του σφαγέα – να γίνει ακόμα βαρύτερο. Τα προηγούμενα, μελίρρυτα λόγια του βασιλιά, έμοιαζαν τώρα με επιχρυσωμένα ψέματα. Ο ίδιος δεν ήταν άλλο από ένας στυγνός τύραννος, ικανός μονάχα να επιβάλλεται και να δυναστεύει τους υπηκόους του διαμέσου της ωμής κτηνωδίας. Μέσα στη σκέψη του νέου ένας σωστός βασιλιάς δεν μπορούσε ποτέ να είναι εκείνος που του έλειπε το ελάχιστο έλεος που πρέπει να έχει ένας ηγέτης για να κατανοήσει τους υπηκόους του. Ό Μέρταγκ όχι μόνο είχε πράξει ορθά με το να μην υπακούσει σ' αυτήν την τρομερή διαταγή, αλλά όφειλε να φύγει όσο μακρύτερα από τον Γκαλμπατόριξ μπορούσε. Μονάχα που αυτή η φυγή του είχε στοιχίσει πολύ ακριβά… Είχε στοιχίσει τη ζωή σ' έναν άνθρωπο που εκτιμούσε βαθύτατα… που σεβόταν απόλυτα… που αγαπούσε…
"Ω, Τόρνακ…"
Ακούγοντας το νέο του όνομα, το πολεμικό άτι τίναξε το κεφάλι χλιμιντρίζοντας και μετά σηκώθηκε στα πίσω του πόδια κλωτσώντας τον αέρα με τις οπλές του. Ο Μέρταγκ το καθησύχασε μ' ένα απαλό χάδι στο πλάι του λαιμού του. Ο Τόρνακ χρεμέτισε ξανά κόβοντας λίγο από την πρότερη γοργή ταχύτητά του. Ο Μέρταγκ ένοιωσε σαν ένα σκληρό χέρι με γαμψά νύχια ν' αναδεύεται στο στήθος του. Το ίδιο χέρι, που εδώ και μέρες βασάνιζε την καρδιά του, σφίγγοντας, ματώνοντας τα σωθικά του. Απ' τη στιγμή που ο Τόρνακ είχε χαθεί, απ' την μοιραία εκείνη ώρα, που ο ίδιος επέλεξε να καλπάσει φεύγοντας μακριά του – αλήθεια, δεν θα ήταν τιμιότερο γι' αυτόν, τον Μέρταγκ, αν είχε γυρίσει πίσω… αν είχε προσπαθήσει να εκδικηθεί το θάνατο εκείνου… αν είχε τολμήσει να διεκδικήσει το νεκρό κορμί του; – ένιωθε μέσα του να αλλάζει. Τύψεις για ότι είχε ή δεν είχε κάνει, φόβοι για τις ευθύνες που έφερε σαν γιος του πατέρα του, αγωνία για τη ζωή του και το μέλλον του είχαν αρχίσει να καλύπτονται από ένα πέπλο σκληρότητας. Μπορεί ο Μέρταγκ να μην είχε ξεχάσει την υπόσχεση που κάποτε έδωσε στη μνήμη του αδικοχαμένου του φίλου, του Άλντον του φίλου της νιότης του. Είχε ορκιστεί, ότι θα υπερασπίζεται τις ζωές των αδυνάτων, ότι θα γίνει χρήσιμος στο σύνολο των ανθρώπων, ότι θα εξιλεωθεί ο ίδιος για τα εγκλήματα του Μόρζαν και τον όρκο σκόπευε να τον τηρήσει. Όμως τώρα πια, τα φάσματα των νεκρών του Κάντος, βασάνιζαν το νου του. Η αγωνία του και η ανάγκη να προστατέψει τον εαυτό του από τη βία του Γκαλμπατόριξ ερχόταν πρώτη. Πολλές φορές ο Οπλοδιδάσκαλος Τόρνακ είχε επιμείνει, ότι η ζωή κάποιου – μαζί με τις ζωές αυτών που αγαπά – είναι τα πολυτιμότερα και σημαντικότερα από τα αγαθά του. Δεν του είχε τονίσει εγκαταλείποντας την Ουρου'μπαίην ότι αυτό που όφειλε πιότερο να κάνει ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του με κάθε τρόπο; Του είχε ακόμα πει, ότι ο ίδιος ο Τόρνακ θεωρούσε σημαντικότερο όλων τη ζωή και σωτηρία του Μέρταγκ. Του είχε ζητήσει να τρέξει. Αυτό και είχε κάνει.
Ο νέος άντρας είχε φέρει όλες αυτές τις σκέψεις και αμφιβολίες στο νου του ξανά και ξανά όσο ταξίδευε. Είχε σφοδρή επιθυμία να μιλήσει σε κάποιον για αυτά που τον στοίχειωναν, αλλά ο Τόρνακ πια δεν υπήρχε. Ο Μέρταγκ δεν θα ξανακατέβαινε κάποιο πρωινό στο πεδίο της εξάσκησης να ασκηθεί μαζί του· ούτε και θα είχε την ευκαιρία να του ανοίξει την καρδιά του, να του κάνει γνωστά τα αισθήματα και τις σκέψεις του μετά από τις προσπάθειες μιας κοπιώδους μέρας. Ο Τόρνακ είχε για πάντα χαθεί!
Όμως και τον καιρό που ζούσε οι συζητήσεις τους επικεντρώνονταν περισσότερο σε χρήσιμα θέματα. Ο Τόρνακ ήταν πρακτικός άνθρωπος. Συνήθως μιλούσαν για την καθημερινότητα, για πράξεις που θα του επέτρεπαν να επιβιώσει στην αυλή του Γκαλμπατόριξ όσο περισσότερο ανώδυνα γινόταν. Σχεδόν πάντα οι εσώτερες σκέψεις του Μέρταγκ έμεναν ανείπωτες, χωρίς να φτάνουν ως τα χείλη· χωρίς να δέχεται γι' αυτές τις έμπειρες συμβουλές του Τόρνακ. Ακολουθώντας όμως τις υπόλοιπες συμβουλές του, είχε επιβιώσει μέχρι τώρα. Το ίδιο θα έκανε από εδώ κι εμπρός! Αν υπήρχαν αδυναμίες έπρεπε να καλυφθούν, ώστε να μην γίνονται ορατές από κανέναν. Όφειλε να δείχνει στους πάντες αλύγιστος και αδίστακτος· στους εχθρούς του αμείλικτος. Αλλιώς δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει.
Επάνω σ' αυτές του τις σκέψεις πρόσεξε το χρώμα του ουρανού προς τα μέρη της ανατολής ν' αλλάζει. Το χάραμα πλησίαζε γοργά και είχε έρθει η ώρα να εγκαταλείψει και πάλι το δημόσιο δρόμο για τις ερημιές. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του πλησίαζε τη Ντρας-Λεόνα. Η πόλη δεν θα πρέπει να ήταν μακρύτερα από μιας ημέρας δρόμο. Αυτό σήμαινε, ότι θα άρχιζε να συναντά περισσότερους ταξιδιώτες, που θα όδευαν προς την ίδια μ' αυτόν κατεύθυνση. Αφού σκόπευε να πλησιάσει νύχτα την πόλη, η ώρα να αποτραβηχτεί μέσα στο δάσος είχε φτάσει. Έτσι και έκανε.
Ώρες αργότερα φάνηκαν μπροστά του σε απόσταση τα τείχη της Ντρας-Λεόνα· σκουρόχρωμη πέτρα που σκίαζε το νυχτερινό ορίζοντα κάτω από ένα συννεφιασμένο ουρανό. Τέτοια ώρα, μέσα στα βαθιά σκοτάδια, κανένας δεν πλησίαζε τις κλειστές πύλες. Όσοι έμποροι, προσκυνητές και ταξιδιώτες σκόπευαν να μπουν στη Ντρας-Λεόνα και δεν είχαν ήδη φροντίσει να έχουν περάσει τις πύλες πριν το σούρουπο, θα είχαν σίγουρα καταυλιστεί στις σκηνές τους – ή ίσως στα χάνια, που συναντούσε κανείς δεξιά και αριστερά του δρόμου – για να περάσουν την κρύα νύχτα.
Ο Μέρταγκ έκοψε την ταχύτητα του αλόγου του πλησιάζοντας κοντά στο ένα άκρο του χωμάτινου δρόμου. Από τη νότια πλευρά της πόλης και σε αρκετή απόσταση πυργωνόταν ο ορεινός όγκος του Χελγκράιντ. Πίσω του και προς τα βάθη της ανατολής απλώνονταν ατέλειωτα, παγωμένα χωράφια. Από το βορρά πυκνό δάσος έγλυφε σχεδόν τα πέτρινα τείχη. Τα νερά της λίμνης δεν διακρίνονταν καν από το σημείο που βρισκόταν, καλυμμένα προφανώς από τα ογκώδη τείχη. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας δύο σκούροι όγκοι ξέκοψαν από τα τείχη της Ντρας-Λεόνα υψούμενοι κάθετα στον ουρανό, κατευθυνόμενοι προς το σκοτεινό όγκο του Χελγκράιντ. Οι Ρά'ζακ πάνω στα τρομερά υποζύγιά τους!
"Δολοφόνοι… Καταραμένοι…"
Ο καβαλάρης τράβηξε αποφασιστικά τα ινία του αλόγου οδηγώντας το προς τους θαμνότοπους και τη βλάστηση που προηγείτο του δάσος. Θα πλησίαζε την πόλη από βορά, εκμεταλλευόμενος τα σκοτάδια της νύχτας και χρησιμοποιώντας για προκάλυμμα τη βλάστηση.
o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o
(συνεχίζεται)
Α/Ν : Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
