Αφιερωμένο σε όσους μιλούν τη όμορφη γλώσσα του Ομήρου.
Ο άνθρωπος πάνω στο λόφο.
Κεφάλαιο 12.
Είναι πρωινό ηλιόλουστο το επόμενο που η βασίλισσα ξυπνά. Απ' το αψιδωτό παράθυρο της μικρής κάμαρας το βλέμμα της πλανάται μέχρι πέρα στον ορίζοντα. Στο βαθύ μπλε της θάλασσας, μέχρι εκεί που αυτό ενώνεται σε ένα και το αυτό με το γαλανό του απέραντου ουρανού, σχηματίζοντας ένα τεράστιο θόλο. Μερικά άσπρα σχισμένα κουρέλια συννέφων στολίζουν το θόλο εδώ κι εκεί, παραβγαίνοντας στην λευκάδα με τους αφρούς των κυμάτων που σπάζουν ως τα ριζά των βράχων του κάστρου. Ο ολόλαμπρος ήλιος έχει από ώρα προβάλει κι όλα γύρω της είναι φως, που έρχεται σε αντίθεση με τη σκούρα πέτρα. Στην εξωτερική αυλή του μυστικού κάστρου, την προσοχή της κλέβει η κόκκινη αντανάκλαση απ' τις φολίδες του Δράκου, που σελωμένος κι έτοιμος περιμένει … Ο καβαλάρης του δεν φαίνεται πουθενά. Ο Θόρν, απορροφημένος να θαυμάζει τα λευκά απαστράπτοντα καρφιά της ουράς του δεν θα της δώσει την παραμικρή σημασία.
Η βασίλισσα γελά ευτυχισμένη, καθώς νίβει τα χέρια και το πρόσωπο στη λεκάνη με το νερό που βρίσκει πλάι της, ακουμπημένο στο κομό. Η ματαιοδοξία των Δράκων είναι ως φαίνεται παροιμιώδης. Κατόπιν, η αναζωογονημένη Κυρά της Αλαγαισίας, βγαίνει στο μεγαλύτερο δωμάτιο. Το τζάκι είναι σβηστό, μα πάνω στο τραπέζι την περιμένει ένα γεμάτο πιάτο με ψημένα κρέατα, τα υπολείμματα του χθεσινού τους δείπνου, να φάει, να δυναμώσει για το μακρύ ταξίδι που έχει μπροστά της.
Με όρεξη η Ναζουάντα γεύεται το κρύο πιάτο και το δροσερό νερό και έχει σχεδόν τελειώσει, όταν ακούει πίσω της τη φωνή του.
'Έτοιμη;'
Η Κυρά της Αλαγαισίας σκουπίζει τα δάκτυλα και τα χείλη στο μαντήλι της και σηκώνεται χαμογελαστή.
'Έτοιμη!'
Στην εξωτερική αυλή, ο Θόρν καλωσορίζει τον καβαλάρη του σκουντώντας με το μουσούδι τον ώμο του άντρα την ώρα που προσδένει τα πόδια της βασίλισσας στη σέλα. Ανταμοιβή του είναι ένα απαλό ξύσιμο από εκείνον στις μαλακιές φολίδες, κάτω απ' το λαιμό του. Κατόπιν, η φωνή του μεγάλου Δράκου εισχωρεί ευγενικά στο μυαλό της Κυράς, γεμίζοντάς το με εκπληκτικά μελωδικές αντηχήσεις.
'Καλώς ήλθες Ναζουάντα, βασίλισσα της Αλαγαισίας. Τα φτερά μου, σ' αυτό το ταξίδι, είναι δικά σου!'
Η βασίλισσα, χαμογελαστή σκύβει μπροστά και προσέχοντας να μη πληγωθεί απ' τα λευκά κέρατα, ακουμπά και τα δύο τις χέρια στα σκληρά πλαϊνά του λαιμού του.
'Είναι τιμή για μένα, ω μεγάλε Δράκε!'
Μόλις ο Δρακοκαβαλάρης πάρει θέση πίσω της, ο Θόρν πλησιάζει το κενό του βράχου και με άλμα μεγάλο και δυνατό πηδά στον αέρα πάνω απ' τις επάλξεις, ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα τα τεράστια φτερά του. Το ταξίδι της επιστροφής έχει αρχίσει.
~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~
Άυπνοι όλη νύχτα, ο Τζόρμανταρ, οι φρουροί και οι στρατιώτες, στιγμή δε στάθηκαν ψάχνοντας για εκείνη. Όσο κι αν κουράσθηκαν τ' άλογα, όσο κι αν κουτσάθηκαν πληγώνοντας τα πόδια τους στις κοφτερές τις πέτρες. Κάποιες ομάδες συναντήθηκαν με άλλες σαν φώτισε και οι άντρες ένωσαν τις δυνάμεις τους για τη μάταιη τούτη έρευνα. Όμως ακόμα κι όταν ο ήλιος σηκώθηκε ψηλά, ούτε ίχνος δεν βρήκαν της βασίλισσας και του άρπαγα, κόκκινου Δράκου.
Η μέρα πάνωθέ τους ήταν καθαρή, ανοιξιάτικη. Που και που έβλεπε κανείς άσπρα, πουπουλένια κομμάτια, να στολίζουν τον καταγάλανο θόλο, αποσπασμένα από τις κορυφές των απάτητων βουνών της Ραχοκοκαλιάς, που τράβαγαν γύρω τους τα σύννεφα σα μαγνήτες. Ολόλαμπρος ο ήλιος φώτιζε την παγωμένη γη που ξύπναγε απ' τα νυχτερινά ονείρατα κι απλωνόταν νωχελικά κάτω απ' τη ζεστή αγκαλιά του, σα μητέρα με νιογέννητο παιδί στα χέρια. Και το καθάριο φως απ' τις ακτίνες του εισχωρούσε ως την παραμικρή λόχμη, ως και τη μικρότερη ρωγμή του εδάφους, ευεργετώντας φυτά και ζώα.
Μονάχα οι καρδιές των ανθρώπων της βασίλισσας παραμένουν βαριές και παγωμένες και τα βλέμματά τους σκοτεινά, οι στεναγμοί τους γεμάτοι απόγνωση και παράπονο για το μεγάλο άδικο.
Κι εκεί που επίπονα συνεχίζουν, με σκυμμένο από την κούραση το κεφάλι, θριαμβική κραυγή σχίζει τους αιθέρες. Κι όλων τα μάτια στέφουν ψηλά για να δουν τον κόκκινο Δράκο να εμφανίζεται μέσα απ' τα σύννεφα, γύρω απ' την ψηλότερη κορυφή.
'… Να 'τος! …'
'… Ο άρπαγας! …'
'… Το τέρας! …'
'… Ο προδότης! …'
'… Καταραμένε! … Τη βασίλισσά μας! …'
Φωνές και υψωμένες γροθιές, καθώς άλλοι κραδαίνουν απειλητικά τα σπαθιά τους και τις λόγχες στον αέρα κι άλλοι εκσφενδονίζουν μάταιες κατάρες. Αδιάφορος στην κατακραυγή τους, ο κόκκινος Δράκος κατεβαίνει χαμηλότερα και προσγειώνεται στην κορυφή ενός υψώματος, σε αρκετή απόσταση μπροστά τους, διπλώνοντας τα γιγάντια φτερά του. Απ' αυτή την απόσταση όλοι μπορούν να δουν τη βασίλισσά τους καθισμένη στην πλάτη του και τον Δρακοκαβαλάρη πίσω της. Οι Νυχτογέρακες βιάζουν τ' άλογα να τρέξουν κι εκείνα ξεφυσώντας, με τις τελευταίες τους δυνάμεις, προσπαθούν ν' ανταποκριθούν στην προτροπή. Όλοι με λαχτάρα κι ο Τζόρμανταρ πιότερο απ' όλους ορμούν προς τη βασίλισσά τους, όμως η φωνή της Ναζουάντα, ενισχυμένη με μαγεία, ηχεί στ' αυτιά όλων και κόβει την ορμή τους.
'Πιστέ μου σύμβουλε, Τζόρμανταρ! Γενναίοι μου άντρες! Είμαι γερή! Θεραπευμένη! Ο Δρακοκαβαλάρης Μέρταγκ γιάτρεψε το κακό που εδώ και τόσο χρόνο με είχε καταβάλει.'
Η βασίλισσα απλώνει προς τη μεριά τους τα χέρια χαμογελώντας και περιμένει να δει την αντίδραση στα λόγια της. Τα άλογα κόβουν ταχύτητα συγκρατημένα από τα ινία των ιππέων, οι Νυχτογέρακες κοιτάζουν καχύποπτα ο ένας τον άλλο. Ναι, η Κυρά τους φαίνεται γερή και δυναμική, σαν και πάντα, αλλά μήπως αυτός ο προδότης την κρατά αιχμάλωτη; Μήπως την εξαναγκάζει σε κάτι; Βγαίνουν τα λόγια αυθόρμητα απ' τα χείλη της, ή …
Ο ξέφρενος καλπασμός των αλόγων μετατρέπεται σε απλό τροχασμό. Ο Τζόρμανταρ και οι φρουροί πλησιάζουν με αυξημένη την προσοχή τους … να δουν … να εξετάσουν ... Η βασίλισσα δεν πρέπει να κινδυνεύσει.
'Κυρά μου, Ναζουάντα!' Η φωνή του πιστού συμβούλου ακούγεται γεμάτη χαρά που τη βλέπει ξανά, γερή, δυνατή, όπως και πρώτα. Και πλησιάζει με ελπίδα να τη διεκδικήσει. 'Γύρνα ξανά ανάμεσά μας, στους πιστούς φρουρούς σου. Κι εμείς μπορούμε να σε προστατεύσουμε.'
'Όλοι μαζί γυρίζουμε' δηλώνει σθεναρά η βασίλισσα. 'Εσείς με τ' άλογα κι εμείς πάνω σας, πετώντας. Το κακό βρίσκεται ακόμα ανάμεσά μας, στο παλάτι κι ο Δρακοκαβαλάρης πρέπει να ερευνήσει.'
Οι Νυχτογέρακες ακόμα κοιτάζονται καχύποπτα. Ποιο είναι το κακό που έχει ξεφύγει απ' τους γενναίους άντρες; Απ' τους πιστούς της μάγους και υπηρέτες; Απ' τον ίδιο το Δρακοκαβαλάρη Έραγκον και το γενναίο Δράκο του Σαφίρα; Και είναι ο γιος του Μόρζαν ο πιο κατάλληλος να ερευνήσει; Ποιος θα 'θελε το δεξί χέρι του παλιού βασιλιά μέσα στα πόδια του; Ποιος τον προδοτικό του Δράκο; Έτσι μιλάνε μερικά απ' τα βλέμματα. Όμως υπάρχουν κι άλλα. Η βασίλισσα όντως αρρώστησε, λένε. Και κανείς δεν στάθηκε ικανός να την προστατέψει, ούτε οι γενναίοι φρουροί της, ούτε οι πιστοί οι μάγοι κι οι υπηρέτες. Κι ο Δρακοκαβαλάρης Έραγκον βρίσκεται μακριά τους – ποιος ξέρει πού – μαζί με το Δράκο του Σαφίρα. Ποιος άλλος μένει τόσο ισχυρός, τόσο κατάλληλος να ερευνήσει; Κι είναι αλήθεια, ότι έχει ακουστεί, πως ο γιος του Μόρζαν στράφηκε ενάντια στο βασιλιά στο τέλος, βοήθησε τον αδελφό του και παραστάθηκε στην Κυρά τους. Κι είχε κυκλοφορήσει από παλιά μια φήμη, πως άθελά του υποτάχτηκε στο κακό. Και μερικοί ακόμα τον θυμούνται απ' το Φάρδεν Ντουρ, στη μάχη που πολέμησε μαζί τους.
Μερικά μάτια καρφώνονται καχύποπτα πάνω στον κόκκινο Δράκο και τον καβαλάρη του. Άλλα κοιτάζουν με κατανόηση και τα περισσότερα με προσδοκία ανάμεικτη μ' επιφυλακτικότητα. Αν γιάτρευε τόσο καιρό τον κόσμο χωρίς ιδιοτέλεια, πάει να πει, δεν θα 'ναι και τόσο κακός όσο λέγαν.
'Διάταξε, Κυρά μου Ναζουάντα!' Η φωνή του Τζόρμανταρ ακούγεται σταθερότερη τώρα. Πάντα του τυφλά την πίστευε – όπως και τον πατέρα της κάποτε – πάντα την υπάκουε και ποτέ της δεν τον έχει απογοητεύσει. Το ένστικτό του, του λέει να την ακούσει και τώρα και να δώσει πίστη στο Δρακοκαβαλάρη.
'Πίσω στην Ιλίρια όλοι!' Φωνάζει η βασίλισσα. 'Ακολουθήστε όλοι το πέταγμα του Δράκου, γυρνάμε στην πρωτεύουσα! Αρκετό καιρό έμεινε το κράτος ακυβέρνητο.'
Ο Θόρν ξεδιπλώνει τα τεράστια φτερά του κι απογειώνεται και πάλι, ενώ φωνές δέους ηχούν ανάμεσα στους άντρες. Πετά δύο, τρεις κύκλους πάνω τους και παίρνει την κατεύθυνση προς Νότο. Οι καβαλάρηδες ξαμολούν τα άλογα κι ακολουθούν τρεχάλα, ενώ οι πεζοί συντάσσονται και στέλνουν αγγελιαφόρους προς όλες τις ομάδες και προς τους ευγενείς και όλους όσους έμειναν στην πόλη. Η βασίλισσα είναι γερή και διατάζει. Πίσω στην Ιλίρια πάλι!
~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~
Είναι χρυσαφένιο απομεσήμερο η ώρα που ο μεγάλος Δράκος πετά πάνω απ' τα τείχη, ενώ η ομάδα οι Νυχτογέρακες περνούν καλπάζοντας τις πύλες, με τ' άλογά τους ιδρωμένα, να βγάζουνε αφρούς από το στόμα. Προορισμός τους το παλάτι της βασίλισσας· κι ενώ ο λαός παραμερίζει γρήγορα μπροστά στην απότομη ορμή τους, τα μάτια όλων κοιτάζουνε ψηλά, το Δράκο που ίπταται πάνω απ' την αγορά με το πολύτιμο φορτίο του στις πλάτες. Κι όλων οι καρδιές γεμίζουν δέος.
Στο πλακόστρωτο της αυλής του παλατιού ο Θόρν προσγειώνεται και την ίδια στιγμή οι Νυχτογέρακες σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω του περιμένοντας τη βασίλισσα. Όλοι οι στρατιώτες, οι υπηρέτες, οι ευγενείς έχουν ήδη ειδοποιηθεί με τη βοήθεια των μάγων στους ενδιάμεσους σταθμούς του δρόμου, είναι όλοι έτοιμοι στα πόστα τους και περιμένουν. Ο Δρακοκαβαλάρης βοηθάει τη βασίλισσα να κατέβει κι ενώ ο Τζόρμανταρ την οδηγεί στον μπροστινό εξώστη με μερικούς φρουρούς να έπονται, ο Θόρν πετά προς το Δρακοστάσιο, να περιμένει.
Ο Δρακοκαβαλάρης στέκει μονάχος στη μέση της αυλής – της ίδιας αυτής αυλής που από παιδί ασκήθηκε, που ξέρει κάθε γωνιά, κάθε χαραματιά πάνω στα μάρμαρα … Να, μια φορά εδώ, σ' αυτή εδώ την πλάκα, είχε για πρώτη του φορά ρίξει τον Τόρνακ κάτω – και τείνει τις αισθήσεις του ολόγυρα μ' εγρήγορση. Οι λοιποί Νυχτογέρακες έχουν σχηματίσει ένα ημικύκλιο γύρω του κι αναμένουν μ' επιφύλαξη τις διαταγές του.
'Θα ερχόμουν κι εγώ να βοηθήσω, μα είναι πολύ στενά τα μονοπάτια του κήπου και πυκνά τα φυλλώματα' δηλώνει ο Θόρν τεμπέλικα, καθώς χασμουριέται, έτοιμος να πάρει έναν υπνάκο.
Το χιλιόχρονο Δρακοστάσιο, η παλιά η φωλιά του, δεν του φαίνονται και τόσο αφιλόξενα τώρα πια. Δροσερό νερό τον περιμένει και φρέσκα κομμάτια κρέας όπως … τότε, μα είναι πιο γλυκιά η τροφή της ελευθερίας! Καθώς διπλώνει τα φτερά του και βολεύεται στα μαλακά τα άχυρα, καθώς τα μάτια του κλείνουν νυσταγμένα από την κούραση, δεν μπορεί παρά να σκέφτεται: μακάρι να έμενε εδώ για πάντα.
Τα στενά πλακόστρωτα του κήπου γεμίζουν θόρυβο από μπότες, κλαγγή από σπιρούνια που τρίβονται πάνω στις πέτρες. Μπροστά ο Δρακοκαβαλάρης με τις αισθήσεις τεταμένες και πίσω οι Νυχτογέρακες κατευθύνονται προς τους ροδώνες. Όμως όχι, το κακό δεν βρίσκεται εκεί … αλλά … κάπου εκεί κοντά. Ο Μέρταγκ κλείνει τα μάτια κι ακολουθεί την αίσθηση … σκέτη κακία … μίσος … φθόνος … εκδικητικότης … ο χαμός … ο θάνατος ο ίδιος … Πίσω απ' τη μικρή, την ξύλινη καλύβα …
Κι αίφνης τη βλέπει! Την τριανταφυλλιά του ονείρου του … εκείνου του εφιάλτη … Στέκει εκεί παράμερα, μονάχη, ολάνθιστη, πανέμορφη και στολισμένη με τα κατακόκκινα παιδιά της …
… κόκκινα σαν το χυμένο αίμα …
Τα όμορφα μυρωδάτα ρόδα, μοιάζουν στα μάτια του σαν έχιδνες ιοβόλες, έτοιμες να εκτοξεύσουν το φαρμάκι. Πίσω απ' τη φαινομενική ομορφιά του θάμνου καραδοκεί η ασχήμια, η μαύρη μαγεία του βασιλιά που σκότωνε πρώτα την ψυχή και μετά το σώμα.
Ο Δρακοκαβαλάρης νεύει στους φρουρούς να μείνουν πάρα πίσω και μόνος προχωρά κατά το θάμνο. Τεντώνει την παλάμη, την σημαδεμένη από το άγγιγμα του Δράκου και αρχινά να ψέλνει τα μαγικά τα λόγια. Μαύρος καπνός αρχίζει να εμφανίζεται απ' τα όμορφα λουλούδια, καθώς το όνομα όλων των ονομάτων φέρνει στην επιφάνεια κάθε ανθού την κρυμμένη δόλια μαγεία. Κι εκείνη τη στιγμή, η ξύλινη πόρτα της καλύβας τεντώνει κι ένα μικρό 'αγόρι' με ρούχα και καπέλο κηπουρού πετάγεται μπροστά τους.
'Όχι! Το θάμνο μου … όχι! Την τριανταφυλλιά μου …'
Οι Νυχτογέρακες αρπάζουν το 'αγόρι' στα δυνατά τους χέρια, το συγκρατούν ενώ αυτό φωνάζει, ωρύεται και χτυπιέται να ξεφύγει. Το ψάθινο καπέλο πέφτει κι αποκαλύπτει πλούσια, κόκκινα μαλλιά που σαν χείμαρρος ξεφεύγουν και σκεπάζουν τους ώμους και το αγριεμένο πρόσωπο. Η κόρη του κηπουρού ουρλιάζει, καταριέται τους δεσμοφύλακές της, το μάγο που με μια ρουμπινένια δέσμη φωτιάς κατακαίει την μόνη πηγή χαράς που της έχει απομείνει. Το μόνο μέσο της εκδίκησης.
Τα μάτια του κοριτσιού γεμάτα τρέλα αντανακλούν τις φλόγες που καίνε γοργά τα τελευταία τριαντάφυλλα … το δώρο εκείνου …
'… Άρχοντά μου! … Βασιλιά μου! …' φωνάζει με απόγνωση η κόρη. '… Πάρε με κι εμένα κοντά σου … μη με αφήνεις άλλο εδώ! …'
Οι φλόγες έκαψαν ήδη τα φύλλα … τα κλαδιά ένα-ένα .. φτάνουν στη ρίζα …
Ο Δρακοκαβαλάρης στρέφει να απαλλάξει το κορίτσι απ' τη μαύρη κατάρα που τη δένει με το θάμνο, με τα αποτρόπαια μάγια του παλιού βασιλιά. Τα χείλη του έχουν ήδη αρχίσει να ψιθυρίζουν το 'όνομα', μα ως ν' αγγίξει το χέρι του στο φλογισμένο μέτωπο είναι πια αργά, πολύ αργά για 'κείνη, όπως με λύπη διαπιστώνει. Τη στιγμή που ο θάμνος καταστρέφεται τελείως, η ζωή έχει εγκαταλείψει το λεπτό της πονεμένο σώμα. Κι ο καβαλάρης δαγκώνει τα χείλη πικραμένος. Όλα γίνηκαν τόσο γρήγορα … δεν πρόλαβε …
Οι Νυχτογέρακες θ' αφήσουν το άψυχο σώμα του κοριτσιού να πέσει πάνω στη γη, πλάι στις στάχτες. Παραδίπλα απ' την καλύβα που έκρυψε τόσο καιρό τους μάταιους πόθους της άτυχης αγάπης της.
'Πού 'ναι ο γέρος;' Φωνάζει κάποιος.
'Ας έλθουν οι υπηρέτες, να σηκώσουνε το σώμα …'
Η νεκρή κόρη δεν είναι δική τους αρμοδιότητα. Εκείνοι βιάζονται να προσπεράσουν, να γυρίσουν πίσω στον εξώστη που περιμένει η Κυρά τους, αυτή να φυλάξουν. Οι ματιές τους επιφυλακτικές στρέφονται προς τον Δρακοκαβαλάρη.
'Είναι … τελειωμένο;΄ ρωτά ο αρχηγός τους. 'Όλα εντάξει τώρα πια για τη βασίλισσα;'
Μερικοί απ' αυτούς θα 'θελαν να τον δουν να καβαλά τον κόκκινο Δράκο του και να φεύγει μια ώρα αρχύτερα. Άλλοι πάλι θα προτιμούσαν να έμενε αυτός για λίγο. Πού ξέρει κανείς αν υπάρχει στον κήπο κρυμμένο και τίποτε άλλο επικίνδυνο για την Κυρά τους; Αυτή η μικρή η μέγαιρα, η μεταμφιεσμένη σε αγόρι τα είχε σκαρώσει όλα κι η βασίλισσά τους κόντεψε να χαθεί για πάντα. Κι όλα αυτά κάτω απ' τη μύτη τους. Μερικά μάτια ψάχνουνε καχύποπτα τον κήπο. Πού να 'ναι ο γέρος κηπουρός; … έχει κι αυτός να δώσει λόγο …
Οι φρουροί απομακρύνονται απ' τη σκηνή μερικά βήματα. Πρέπει να ερευνήσουν, να συνοδέψουν τον καβαλάρη πίσω, να λάβουν εντολές απ' την Κυρά τους … βιάζονται.
'Άρχοντα Δρακοκαβαλάρη …' τολμά ο ένας τους, όμως εκείνος του γνέφει απότομα για να σωπάσει, καθώς στέκει ακόμα ορθός μπροστά στο νεκρό σώμα, με τα μάτια χαμηλωμένα στη γη και γερτούς τους ώμους.
Και θα 'ναι μόνος αυτός που θα σηκώσει το άψυχο κορμί του κοριτσιού, θα το τοποθετήσει μέσ' στην μέση της μικρής καλύβας κι αφού κλείσει τα πονεμένα μάτια και σταυρώσει τα λεπτά χέρια πάνω στο στήθος, θα το σκεπάσει με το μανδύα του πριν απομακρυνθεί μαζί με τους φρουρούς προς το παλάτι. Ίσως κάτι έχει θυμηθεί ο Δρακοκαβαλάρης, ίσως κάτι έχει καταλάβει. Άλλο ένα θύμα – μακάρι το τελευταίο – του εγωκεντρισμού εκείνου …
Καθώς αμίλητος, βαρύς βαδίζει ανάμεσα στους άλλους, δεν μπορεί παρά να σκέφτεται … για τρία χρόνια γιάτρευε … για τρία χρόνια έσωζε ζωές, μα αυτή την έχει χάσει …
Μόλις οι πλάτες των φρουρών εξαφανίζονται στο βάθος της αυλής, ο κυρτή φιγούρα του γέροντα κηπουρού προβάλλει ανάμεσα απ' τις φυλλωσιές και κρύβεται γοργά μέσ' στην καλύβα. Γονατίζει μπροστά στην νεκρή κόρη και με την τραχιά παλάμη του χαϊδεύει το τρυφερό, χλωμό μάγουλο. Τα μάτια του είναι στεγνά, τα δάκρυα εδώ και πολύ καιρό έχουν στερέψει κι έχει σχεδόν σβήσει το γεροντικό βλέμμα. Γιατί ο κηπουρός το ξέρει πως το κορίτσι ήταν χαμένο, σα νεκρό κι ίσως ο θάνατος να έφερε τη λύτρωση.
Θα βγάλει τα τραχιά, μισοτριμμένα ρούχα και θα ντύσει το λεπτό κορμί με κίτρινο, μεταξωτό φόρεμα, στολισμένο με χρυσές δαντέλες και διαμάντια – δώρο βασιλικό, φτωχό δώρο για το μεγάλο τίμημα που πλήρωσε η κόρη, που εδώ και χρόνια έχει χάσει το μυαλό και την ψυχή της – και θα χτενίσει απαλά, τα πλούσια, τα μακριά μαλλιά με κοραλλένιο χτένι. Κι όταν οι φρουροί κι οι υπηρέτες γυρίσουν, θα είναι μόνος αυτός που θα κλάψει τη χαμένη ζωή του παιδιού του.
~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~
Η ώρα του σούρουπου πλησιάζει. Πλάγιες οι χρυσαφιές ακτίδες του ήλιου πέφτουν πάνω στο δάπεδο του εξώστη. Ήδη τα σύννεφα στο βάθος του ορίζοντα άρχισαν να κοκκινίζουν. Η Ναζουάντα, η βασίλισσα της Αλαγαισίας τείνει το χέρι στο Δρακοκαβαλάρη. Εκείνος στέκει αντίκρυ της κοιτώντας την στα μάτια.
'Κυρά μου και βασίλισσά μου! Η ώρα ήρθε …'
Το χέρι της βασίλισσας αγγίζει απαλά το δικό του. Τα μάτια της αργοπορούν στο πρόσωπό του. Το ίδιο της είχε πει και τότε … Η φωνή της όλη γίνεται ένας ψίθυρος, μα πιο πολύ μιλούν τα μάτια παρά τα χείλη.
'Μείνε …'
Η καρδιά του πηγαίνει να σπάσει. Η φωνή του έχει χαθεί στα βάθη του λαιμού του και δεν φτάνει ως τα χείλη. Τότε τον στήριζε ο θυμός και η οργή, μα απ' αυτά, τώρα τι μένει;
'Μέρταγκ, το θέλεις και το θέλω.' Ο τόνος της βασίλισσας ηχεί σταθερότερος στ' αυτιά του. 'Τι είναι αυτό που θα σταθεί να μας χωρίσει πια;'
Τι αλήθεια; Εκείνη είναι η βασίλισσα με όλη την εξουσία στα χέρια της κι οι κοντινοί άνθρωποί της τον έχουν ήδη αποδεχτεί … μερικοί τουλάχιστον απ' αυτούς … με τον καιρό κι άλλοι … ίσως όλοι … ίσως ποτέ … Κι αυτός είναι Δρακοκαβαλάρης, με δύναμη και μαγεία στα χέρια του. Τι είναι αυτό που μπορεί να τους κρατήσει χώρια;
'Ο χρόνος.' Η ματιά του πέφτει στον κόκκινο Δράκο, που σελωμένος περιμένει στην αυλή. Ο χρόνος! Απ' τη μέρα που νεοσσό τον πρωτοάγγιξε κι ενώθηκε μαζί του, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Αυτά που έχουν γίνει δεν ξεγίνονται. 'Είμαι Δρακοκαβαλάρης … κι εσύ θνητή …' Τα ατσάλινα τα μάτια αντανακλούν τις ακτίνες του κόκκινου ήλιου που γέρνει προς τη δύση. 'Θα είναι σκληρό και για τους δύο … καθώς τα χρόνια θα περνούν … Και κάποια μέρα …'
Η βασίλισσα ακουμπά τ' ακροδάκτυλα πάνω στα χείλη του, εμποδίζοντάς τον να πει τη συνέχεια. Ναι, τα ξέρει όλα αυτά η Κυρά της Αλαγαισίας, τα έχει σκεφτεί, τα έχει φανταστεί να συμβαίνουν όλα μπροστά της. Αλλά υπάρχουν κι άλλες στιγμές που έχουν περάσει απ' το νου της. Όμορφες στιγμές, μεγαλειώδεις, γεμάτες συναίσθημα, ζωή κι ελπίδα. Και σ' αυτές τις στιγμές θέλει τώρα να εστιάζει τη σκέψη. Δεν θα αφήσει την βεβαιότητα του τέλους να εμποδίσει μια ολόκληρη ζωή χαράς κι ευτυχίας.
Το χέρι της βασίλισσας χαϊδεύει τρυφερά τα σκασμένα απ' τον κρύο άνεμο χείλη. Η ζεστή της παλάμη σέρνεται πάνω στο μάγουλο και βρίσκει αποκούμπι στα ανακατεμένα μαλλιά του Δρακοκαβαλάρη, πίσω απ' το αυτί με την ελάχιστα μυτερή του άκρη.
'Πάντα μου άρεσε να ρισκάρω Μέρταγκ!' Η βασίλισσα χαμογελά. 'Κι εσύ είσαι ένας άντρας που δεν αρνήθηκε ποτέ τον κίνδυνο.'
Οι σκέψεις και τα όνειρά της για ένα κοινό μέλλον απλώνονται μπροστά του σαν τραπέζι καλυμμένο με πολύτιμα δώρα. Η προσφορά της στη ζωή του είναι παραπάνω απ' όσο είχε ποτέ ελπίσει, απ' όσο αφήνει τον εαυτό του να πιστέψει. Μια ζωή γεμάτη ελπίδα, πόθο, κατανόηση, αγάπη. Ακόμα και το αβέβαιο, τους πιθανούς πόνους, τις σίγουρες δυσκολίες, οι δωρισμένες της σκέψεις τις κάνουν να φαίνονται ευκολοδιάβατες, όσο θα βρίσκεται ο ένας πλάι στον άλλο, με τα χέρια τους ενωμένα.
Τα χείλη του πλησιάζουν περισσότερο τα δικά της με μια παρόρμηση να σφραγίσει το χαμόγελό της. Τα σκούρα, αμυγδαλωτά μάτια της βασίλισσας τραβούν την ψυχή του μέσα τους. Κι είναι μια πηγή η καρδιά της να πιει το πολύτιμο, το δροσερό νερό να ξεδιψάσει.
'Πρέπει να φύγω' ψιθυρίζει ξέπνοα, επηρεασμένος απ' το λεπτό άρωμα που αναδύει το σώμα της και τον έλκει σα μαγνήτης. 'Αλλά δεν θα είναι για καιρό.'
Η διαβεβαίωση δίνεται με πιο σίγουρο, πιο αποφασιστικό τόνο. Ο Δρακοκαβαλάρης βρίσκει τη δύναμη να ανασάνει, καθώς αποτραβιέται λίγο. Το χαμόγελο της βασίλισσας χάνεται για μια στιγμή καθώς η παλάμη της πέφτει απ' τα μαλλιά του. Αλλά πριν χαθεί τελείως η επαφή, εκείνος προλαβαίνει να κρατήσει το χέρι της ανάμεσα στα δικά του.
'Έχουμε υποσχεθεί στον Έραγκον και τη Σαφίρα πως θα πάμε κοντά τους' δηλώνει εκείνος. 'Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν θα λείψουμε για καιρό.' Η ματιά του, κοφτερή κι αποφασισμένη καρφώνεται μέσα στην τρυφερή δική της. 'Θα γυρίσουμε σύντομα κοντά σου. Κι εδώ θα μείνουμε για όσο χρόνο μας δοθεί να είμαστε μαζί.'
Φέρνει το χέρι της στα χείλη του και σφραγίζει το λόγο του μ' ένα απαλό φιλί στο εσωτερικό μέρος της παλάμης. Κατόπιν τα χείλη του τολμούν και σέρνονται πάνω στη σημαδεμένη της ωλένη, την πασιφανή απόδειξη της τόλμης και της αποφασιστικότητάς της. Στη μεγάλη πρόκληση ζωής που του απευθύνει η κυρά της Αλαγαισίας, δεν θα βρεθεί κατώτερος.
'Το υπόσχομαι!'
Τα τελευταία λόγια, τελείως αυθόρμητα, έχουν ειπωθεί στην αρχαία γλώσσα, τη γλώσσα της αλήθειας. Όμως η βασίλισσα ξέρει πως ακόμα κι αν τα είχε ακούσει στην κοινή τη γλώσσα, θα ήταν αληθινά. Η καρδιά του για λίγο έχει ανοιχτεί μπροστά της και μέσα στον ελάχιστο χρόνο που πρόλαβε να κοιτάξει μέσα της, η Ναζουάντα, η Κυρά της Αλαγαισίας έχει προλάβει να δει όσα της είναι αρκετά.
Καθώς ο μεγάλος Δράκος απογειώνεται απ' το πλακόστρωτο της βασιλικής αυλής, προξενώντας ερυθρές αντανακλάσεις πάνω στα γυαλισμένα από χιλιάδες πόδια που ασκήθηκαν ποτέ εκεί μάρμαρα, η βασίλισσα αποχαιρετά χαμογελώντας. Μένει εκεί έξω να τους κοιτάζει καθώς απομακρύνονται, μέχρι που μετατρέπονται σε μία κόκκινη κουκίδα στον ορίζοντα και κατόπιν χάνονται πίσω από τα χρυσοκόκκινα σύννεφα. Καθώς η Κυρά της Αλαγαισίας επιστρέφει στην αίθουσα του θρόνου, δεν μπορεί παρά να αναρωτιέται. Έχει άραγε αρκετό χρόνο να ετοιμάσει τους πάντες και τα πάντα μέχρι την επιστροφή τους;
Σας ευχαριστώ που διαβάσατε αυτή την ιστορία.
