ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑ

Έχουμε ανέβει στο χιονοδρομικό κέντρο στο βουνό. Η Ρόουζ με τα παιδιά κάνουν σλάλομ στις πλαγιές και εγώ έχω μείνει στα πιο πεδινά με τους αρχάριους. Βρήκαμε μία εκπαιδεύτρια που ανέλαβε να με διδάξει. Είναι ένας συνδυασμός του Χάνγκριντ και της ΜακΓκόναγκαλ και όχι ιδιαίτερα πετυχημένος. Νομίζω αν δεν υπακούσω με στρατιωτική υποταγή σε αυτά που λέει, μπορεί άνετα να με στραγγαλίσει με τα ίδια της τα χέρια. Τι αμαρτίες πληρώνω, Μέρλιν;

Η ομάδα μου αποτελείται κυρίως από εντεκάχρονα και δωδεκάχρονα, αγόρια και κορίτσια. Έχουμε παραταχθεί σε σειρά και μιμούμαστε τις κινήσεις της Χαγκόναγκαλ. Μου την λέει συνέχεια. Φυσικό είναι. Είμαι η μόνη που ξεχωρίζω σε ύψος από τα υπόλοιπα νανάκια και τα λάθη μου κάνουν μπαμ. Ευτυχώς πιάνω εύκολα τις οδηγίες. Στο κάτω-κάτω παίζω εδώ και τέσσερα χρόνια Κουίντιτς για την ομάδα του σχολείου και έχω μάθει να πετάω από τα έξι.

Αφού περνάει μία ώρα έτσι, μετά μας πηγαίνει σε μία ανηφοριά, όχι μεγαλύτερη από δέκα μέτρα. Καθόμαστε σε γραμμή και προχωράμε ο ένας πίσω από τον άλλο εξασκώντας όσα γελοία μάθαμε προηγουμένως. Είμαι στο τέλος-τέλος και περιμένω. Ξαφνικά αισθάνομαι ένα τσίμπημα στον κώλο. Γυρίζω και τι να δω; Ένα από τα μπασμένα του γκρουπ.

«Συγνώμη, μόλις με χούφτωσες;» ρωτάω έκπληκτη.

Κάνει ότι δεν με καταλαβαίνει και κοιτάζει δεξιά και αριστερά αδιάφορα. Ηλίθιο Γαλλάκι! Στρίβω πάλι μπροστά μου και τσακ! Να το πάλι το τσίμπημα! Αποφασίζω να μην δώσω περαιτέρω σημασία στο γεγονός ότι δέχομαι σεξουαλική παρενόχληση από ένα παιδί του δημοτικού! Έτσι κάνουν αυτά, αν δεν τους δώσεις προσοχή σταματάνε. Αυτό όμως φαίνεται ιδιαίτερα επίμονο, ώστε μέχρι που φτάνω να γλιστρήσω στην κατηφοριά είμαι σίγουρη ότι οι γλουτοί μου είναι γεμάτοι μελανιές από τα τσιμπήματα.

Ξανανεβαίνω τον λόφο προσπαθώντας να αποφύγω τον μελλοντικό βιαστή, εκείνος ωστόσο με έχει βάλει στόχο της ζωής του και με παίρνει από πίσω συνεχώς. Κάνω ελιγμούς για να του ξεφύγω, αλλά κουβαλάω και αυτά τα τεράστια παγοπέδιλα και δεν είναι εύκολο να κινηθώ. Καμία-δυο φορές χτυπάω και κάτι ανυποψίαστους περαστικούς. Ζητάω συγνώμη στα Γαλλικά και αυτοί με βρίζουν, επίσης στα Γαλλικά.

Τρέχω μπροστά για να με χάσει, αλλά φαίνεται να ξέρει πολύ καλά το δρόμο του. Ανεβαίνω και άλλο ψηλά. Ανεβαίνει και αυτός. Ανεβαίνω ψηλότερα. Ανεβαίνει και αυτός. Είμαι στο χείλος ενός λόφου. Δεν φαίνεται πολύ επικίνδυνος και άλλωστε μετά τα μαθήματα της Χαγκόναγκαλ μπορώ να πάω και για μετάλλιο.

Ρίχνω μία τελευταία ματιά πίσω μου. Ο γιος του Βόλντεμορτ βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής. Έχει ήδη σηκώσει το χέρι του και ετοιμάζεται να μου τσιμπήσει ξανά τον κώλο. Δεν το σκέφτομαι δεύτερη φορά. Βάζω τα πέδιλα μου γρήγορα, κρατάω σταθερά τα μπαστούνια, λυγίζω τα γόνατα μου, παίρνω μία μεγάλη ανάσα …. Και πηδάω.

Χα! Το παλιόπαιδο φαίνεται να μην με ακολούθησε. Εμ, φυσικά. Θα φοβήθηκε το νιάνιαρο. Η αλήθεια είναι πως αυτή η πλαγιά μοιάζει να έχει τον ατελείωτο. Δεν διακρίνω καν το τέλος της. Αντί αυτού παρατηρώ κάτι δέντρα να πλησιάζουν. Πώς στρίβουν ρε γαμώτο; Φτου! Αυτό ήταν το επόμενο που θα μαθαίναμε!

Λοιπόν, συγκέντρωση, Λίλι! Πόσο δύσκολο να είναι; Να θα κάνεις αριστερά τα πόδια σου και θα είσαι μία χαρά. Οκέι, τέλεια! Τα κατάφερα. Βέβαια, βγήκα πολύ αριστερά σε σημείο να πηγαίνω σχεδόν οριζόντια. Λίγο πιο δεξιά τώρα. Εντάξει, ήρθαμε πάλι στα ίσια μας. Ω-ω! Και άλλο δέντρο! Την τύχη μου. Έλα πάμε, δεξιά. Το έχεις πάρει πια το κολάι.

Και άλλο; Χελένα μου! Αριστερά, δεξιά, αριστερά, δεξιά. Τα δέντρα όσο πάνε και πληθύνονται και η διαδρομή δεν λέει να τελειώσει. Κάτι σκιέρ αχνοφαίνονται μπροστά μου. Πάλι καλά! Προς στιγμήν τρόμαξα πως ήμουν σε κάποια απομονωμένη περιοχή του βουνού, όπου απαγορεύεται η κατάβαση. Αχ, κοίτα τι ωραία που γλιστράνε αυτοί! Είμαι σίγουρη πως σε σύγκριση μαζί τους, έχω τόση χάρη όση και η μαντάμ Τρελώνυ – απολύτως καμία!

Προσπαθώ να τους ακολουθήσω, καθότι πρέπει να ξέρουν πού πηγαίνουν. Τα πόδια μου και τα χέρια μου έχουν αρχίσει να πονάνε από την πίεση που τους ασκώ. Είμαι γυμνασμένη, δεν λέω, αλλά εδώ πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου. Πάω με χίλια χιλιόμετρα την ώρα και αν δεν στρίβω συνέχεια θα καρφωθώ στο πρώτο κωνοφόρο που θα βρεθεί στο δρόμο μου.

Φιου! Επιτέλους είδα το τέλος! Οι σκιέρ σταμάτησαν κάπου διακόσια μέτρα μακριά μου. Δηλαδή έλεος! Πρέπει να κατεβαίνω καλά πέντε λεπτά τώρα! Τους έχω βάλει σημάδι και πηγαίνω κατευθείαν καταπάνω τους, ώστε να μην πετύχω κανένα άλλο εμπόδιο. Σε λίγο θα τους έχω φτάσει. Το μόνο που μένει είναι να φρενάρω.

Πώς φρενάρουν όμως; Μα τίποτα το σημαντικό δεν μας έμαθε αυτή η γυναίκα! Λοιπόν, δεν μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό από το πατινάζ. Θα ρίξω το βάρος μου μπροστά. Γαμώτο! Πάω με διπλάσια ταχύτητα! Όχι, όχι, δεν είναι αυτό. Γκόντρικ, βοήθεια! Οι σκιέρ είναι σε τρομακτικά κοντινή απόσταση. Δεν μοιάζουν απασχολημένοι από την παρουσία μου. Προφανώς θα νομίζουν οι αθώοι Γάλλοι ότι έχω ιδέα τι κάνω! Πού να ήξεραν!

Συζητάνε ανέμελα. Διακρίνω ότι είναι τρεις, αλλά ακόμα οι φιγούρες τους είναι θολές. Θα τους δω καθαρά, αφού θα τους έχω πλέον ακρωτηριάσει. Πενήντα μέτρα και ακόμα να καταφέρω να σταματήσω. Σκέψου, Λίλι, σκέψου! Τι κάνεις όταν είσαι πάνω στην σκούπα σου; Μα εννοείται! Αυτό είναι! Στραβώνω τα πόδια μου προς τα πίσω!

Εδώ δεν μπορώ να τα στραβώσω προς τα πίσω, αλλά αν τα κλείσω αρκετά θα μειώσω σίγουρα την ταχύτητα μου. Πώπω! Θέλει πάρα πολύ δύναμη! Θα έχω κάνει προσαγωγούς πέτρα. Έλα, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα! Πιέσου, Λίλι! Ουφ! Ωραία! Πάω καλύτερα. Έχω ήδη αρχίσει να επιβραδύνω. Προσοχή, προσοχή. Μην τα κλείσεις πολύ και βρεθείς με τα μούτρα στο χιόνι.

Σηκώνω το κεφάλι μου για να δω πού βρίσκομαι. Γκαλπ! Ήμουν τόσο απορροφημένη στην προσπάθεια μου που δεν πρόσεξα ότι έχω πλησιάσει απειλητικά τους τρεις σκιέρ. Ειδικά τον έναν! Ειδικά τον αριστερό! Κλείστε ποδαράκια μου, κλείστε! Μέρλιν, κάνε το θαύμα σου! Χέσε τον Μέρλιν!

«Άκρη, άκρη!»

Φωνάζω δυνατά. Επιτέλους με αντιλαμβάνονται και μου ρίχνουν ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια. Είναι το τελευταίο πράγμα που προλαβαίνουν να κάνουν. Ειδικά ο αριστερός. Επειδή το αμέσως επόμενο λεπτό, τον έχω πάρει αγκαλιά και κατρακυλάμε μαζί για καμιά πενηνταριά μέτρα ακόμα. Σκι και μπαστούνια πετάγονται στον αέρα. Το κεφάλι μου, τα χέρια και τα πόδια μου έχουν χτυπήσει σε χίλιες μεριές, αλλά τουλάχιστον προσγειώνομαι ζωντανή. Ω, παντοδύναμε Ντάμπλντορ!

Έχω γίνει ένα κουβάρι με το καημένο γαλλικό θύμα μου. Νομίζω η μούρη μου έχει σφηνώσει πάνω στον καβάλο του. Αποπειρώμαι να στηριχτώ για να σηκωθώ και τον ακούω να βγάζει ένα βογγητό οδύνης. Ναι, σίγουρα έχω σφηνώσει στον καβάλο του. Ξαφνικά κάποια μπράτσα τυλίγονται γύρω από την μέση μου και με τραβάνε προς τα πίσω μονοκόμματα. Καταφέρνουν να με απεγκλωβίσουν και με ακουμπάνε προσεκτικά στο μαλακό χιόνι.

Ο διασώστης μου είναι ένας κύριος στην ηλικία του μπαμπά μου. Με ρωτάει κάτι στα Γαλλικά που το μεταφράζω πρόχειρα σε «πονάς πουθενά;». Κουνάω αρνητικά το κεφάλι μου, επειδή πονάω παντού αλλά όχι περισσότερο από το αν είχε σκάσει μία μπάλα μπλάτζερ στο στομάχι μου. Μάλλον πρέπει να μου έβγαλε και τα πέδιλα κάποια στιγμή πριν με σηκώσει, επειδή δεν τα φοράω πια και αν το φορούσα θα ήταν αδύνατον να είμαι καθιστή.

Κοιτάω δειλά πίσω του και διαπιστώνω με ανακούφιση ότι και ο άλλος ατυχήσας είναι καλά και όρθιος. Μία κυρία, η τρίτη της παρέας, του μιλάει στα Γαλλικά, αλλά τόσο γρήγορα που δεν πιάνω λέξη. Παρόλα αυτά μπορώ να καταλάβω ότι είναι ιδιαίτερα εκνευρισμένος. Το βλέμμα του έτσι όπως πέφτει πάνω μου δεν αφήνει περιθώρια λάθους. Πρόκειται για έναν νεαρό. Δεν είναι όμορφος, αλλά τα μάτια του είναι ηλεκτροφόρα.

Με πλησιάζει με μεγάλα βήματα και βρυχάται από πάνω μου. Είμαι ακόμα πολύ σοκαρισμένη για να αποσαφηνίσω τι γίνεται. Ο κύριος και η κυρία προσπαθούν να τον συγκρατήσουν, αλλά εκείνος με δείχνει και συνεχίζει να μιλάει πολύ δυνατά. Πιάνω σκόρπια πράγματα. Σκοτώσει, ηλίθια, άσχετη, βλαμμένη και πολλές άλλες βρισιές. Οκέι! Το γράπωσα το νόημα.

Διστακτικά, διστακτικά κάνω να σηκωθώ και να εξαφανιστώ όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Όταν όμως είμαι πια όρθια, νιώθω μία απίστευτη ζαλάδα και τρεκλίζω. Ευτυχώς πέφτω στα χέρια του καλού κυρίου που με βάζει να ξανακάτσω κάτω. Η κυρία μου δίνει να πιο λίγο νερό από ένα παγουρίνο. Για καλή μου τύχη δεν περνάνε μερικά δευτερόλεπτα και έχω συνέλθει τελείως.

«Συγνώμη για την αναστάτωση.» ψελλίζω με όσα καλύτερα Γαλλικά διαθέτω.

Με καθησυχάζουν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, εφόσον κανείς δεν χτύπησε. Τολμώ να κοιτάξω ξανά τον νεαρό. Μοιάζει να έχει καλμάρει κάπως. Του ζητάω και εκείνου συγνώμη και του εξηγώ ότι είναι η πρώτη μου φορά που κάνω σκι. Όλοι μένουν έκπληκτοι. Λένε ότι είχα Άγιο που κατέβηκαν την πιο δύσκολη πλαγιά της Μεριμπέλ και δεν έπαθα ούτε γρατζουνιά.

«Με προσοχή άλλη φορά όμως, d'accord;» με νουθετεί πατρικά ο κύριος.

Επιτέλους σηκώνομαι όρθια και τώρα δεν ζαλίζομαι καθόλου. Τους συστήνομαι ευγενικά. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω μετά από τόση βοήθεια που μου προσέφεραν. Μαθαίνω ότι είναι γονείς και γιος. Ο Ζαν-Πιερ Ντυσάν, η Ζωρζέτ Ντυσάν και ο Λουκ Ντυσάν. Είναι από το Βέλγιο, την Λιέγη. Α, για αυτό δεν καταλαβαίνω καλά την προφορά τους! Καλά, όχι ότι αν ήταν και μέσα από το Παρίσι θα την έπιανα στον αέρα, αλλά λέμε τώρα!

Ανταλλάσσω μία χειραψία με τον Λουκ που όταν δεν είναι νευριασμένος είναι πολύ πιο συμπαθητικός. Μου προτείνουν να με συνοδεύσουν ως πάνω στο χιονοδρομικό κέντρο και δέχομαι, καθότι δεν θυμάμαι να γυρίσω μόνη μου και πρέπει να επιστρέψω όσο πιο σύντομα γίνεται, μιας και η Ρόουζ μπορεί να με ψάχνει και να έχει ανησυχήσει. Φτάνουμε στα τελεφερίκ και παίρνουμε ένα και οι τέσσερις. Με ρωτάνε αν είμαι για διακοπές και τους εξιστορώ το ταξίδι μας από το Λονδίνο και ότι ένας φίλος μου έχει σπίτι εκεί. Με ακούν με ενδιαφέρον. Περίεργο. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσα να έχω σοβαρή συζήτηση με Γάλλους ή γαλλόφωνους εν πάση περιπτώσει.

Με το που βγαίνουμε από το λιφτ, δεν προλαβαίνω να κάνω μερικά βήματα και η Ρόουζ έχει πέσει ολάκερη πάνω μου. Ναι, μάλλον ανησύχησε. Με μαλώνει που έφυγα έτσι από την πίστα εκπαίδευσης. Της εξηγώ στα γρήγορα τι συνέβη παραλείποντας το παιδί-βιαστής και μετριάζοντας το πώς παραλίγο να αφήσω τους Ντυσάν χωρίς κληρονόμο. Αντί αυτού της γνωρίζω τους σωτήρες και καινούργιους μου φίλους.

Πάνω στην ώρα έρχονται και οι άλλοι. Όλοι μοιάζουν να τρόμαξαν με την εξαφάνιση μου, ακόμα και ο Άλμπους που συνήθως το μόνο που θέλει είναι να μην βρίσκομαι μέσα στα πόδια του. Νιώθω αμήχανα με όλη αυτήν την προσοχή για αυτό την στρέφω προς την οικογένεια των Βέλγων. Η Ρόουζ τους ευχαριστεί που με βρήκαν και με περιμάζεψαν.

Προτείνει να πάμε μαζί για φαγητό στην πόλη. Ο Ζαν-Πιερ και η Ζωρζέτ αρνούνται επειδή είναι κουρασμένοι, αλλά συστήνουν στον Λουκ να έρθει αν θέλει. Με κοιτάζει με τα μεγάλα ηλεκτροφόρα του μάτια. Έχουν ένα περίεργο χρώμα, μαβί, και σε τραβάνε σαν μαγνήτης. Χωρίς να ξέρω γιατί του χαμογελάω.

«Οκ.» λέει τελικά.

Μόλις τότε προσέχω, πως ο Άλεξ έχει πάρει μία περίεργα δυσάρεστη έκφραση.


Και οι περιπέτειες της μικρής Πότερ συνεχίζονται! Πώς σας φαίνονται περιμένω να μου πείτε, αλλά πού εσείς; Επειδή όμως εγώ είμαι καλή ανεξαρτήτως, σας ετοίμασα μία εκπληξούλα. Έφτιαξα έναν λογαριασμό στο tumblr με φωτογραφίες και τραγούδια που συνοδεύουν την ιστορία μας. Μπορείτε να βρείτε τον σύνδεσμο στο προφίλ μου. Πηγαίνετε τσεκάρετε το να μου πείτε πώς σας φαίνεται. Ανυπομονώ για την γνώμη σας. Μετράει πολύ για εμένα!

ΧΧΧ