Ένα κεφάλαιο έκπληξη, για μετά το τέλος του Πιο Άσχετη Πεθαίνεις. Εννοείται προδίδει την πλοκή, επομένως αν δεν έχετε διαβάσει την διλογία της Λίλι τι κάθεστε; Τρεχάτε και μετά επιστρέψτε!

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΣΤΕΡΙ

Δεν θα έπρεπε να τον πειράζει. Όχι μόνο τον πείραζε, του έστριβε τα σωθικά με ατσάλινο μαχαίρι. Είχε ανέβει στον Πύργο της Αστρονομίας και δήθεν κοιτούσε προς τον ουρανό, μα συνεχώς το βλέμμα του κατρακυλούσε προς τα κάτω. Σάρωνε με τα μάτια τον προαύλιο χώρο μήπως την εντοπίσει με επιμονή που προσιδίαζε σε μαζοχισμό. Όταν την είχε δει να ακολουθεί τον Γουντ προς το γήπεδο του Κουίντιτς, το αίμα του έγινε σκοτάδι. Ήξετε τι θα της ζητούσε. Όταν τα συναισθήματα που τροφοδοτούσαν την μαγεία του ήταν τόσο έντονα, είχε την δυνατότητα αν συγκεντρωνόταν πολύ να τα αποκρυπτογραφήσει. Δεν μπορούσε να ξέρει ακριβώς πώς θα εκφράζονταν, δεν ήταν σκεπτομάντης για να διαβάζει τις σκέψεις, όμως αν ερμήνευε σωστά τα σημάδια μπορούσε από την αιτία να υπολογίσει το αποτέλεσμα.

Κάποιοι άνθρωποι ήταν πιο εύκολοι, τους διάβαζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Ή πολλές φορές εξαρτιόταν από την περίσταση. Όσο σε μεγαλύτερη συναισθηματική ταραχή βρισκόταν κάποιος, τόσο πιο εύκολο του ήταν να μαντέψει τις ενέργειες του. Ο Γουντ δεν ήταν τίποτα το δύσκολο. Από την ημέρα που τον είχε συναντήσει στο πάρτι του σχολείου για το Χάλλογουιν είχε αντιληφθεί, ότι κάτι έκρυβε. Τότε που είχε μπει σκαστός για να την δει φορώντας αυτήν την γελοία στολή. Είχαν μαλώσει τότε. Δεν το είχε προκαλέσει εκείνος, αλλά δεν είχε διστάσει να χρησιμοποιήσει τον εκνευρισμό του Γουντ, για να διεισδύσει πιο βαθιά μέσα του, να ξεγυμνώσει τα πέπλα που τύλιγαν τον ψυχισμό του ένα-ένα και να φτάσει στην αλήθεια του. Ύστερα είχε περιμένει υπομονετικά να αποκαλύψει όσα ήξερε την κατάλληλη στιγμή.

Θα έπρεπε να είναι ικανοποιημένος. Το σχέδιο του είχε πετύχει στην εντέλεια. Μπορεί η εικόνα που της είχε δείξει να ήταν κατασκευασμένη από το μυαλό του, μία δραματοποιημένη σκηνή που πιθανότατα δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα, ωστόσο το περιεχόμενο παρέμενε το ίδιο. Όπως και η απήχηση που είχε επάνω της. Η μικρή του… Αν υπήρχε ένας άνθρωπος που φορούσε την καρδιά του στο μανίκι του, όπως πήγαινε η έκφραση, αυτή ήταν εκείνη. Ήταν τόσο αυθόρμητη και παρορμητική που της ήταν αδύνατο να μην προδώσει τις σκέψεις της. Ήταν ικανός να την ψυχολογήσει πριν καν πραγματωθούν οι δυνάμεις του και ο μόνος λόγος που είχε καταφέρει να τον παίξει στο πέμπτο έτος ήταν επειδή ήταν τόσο ξετρελαμένος μαζί της, ώστε να εθελοτυφλεί. Δεν επρόκειτο να ξανασυμβεί.

Τότε γιατί αντί να αισθάνεται δικαιωμένος ένιωθε λες και η ζωή του θα τελείωνε από λεπτό σε λεπτό; Αυτό ήταν ένα από τα αρνητικά του να χειραγωγείς τα συναισθήματα. Δεν μπορούσες ποτέ να κρυφτείς από τα δικά σου. Δεν γινόταν να υποκριθεί, ότι τα μέσα του δεν έλιωναν σταγόνα-σταγόνα, όπως ο ήλιος που κατρακυλούσε στον ορίζοντα. Θα περίμενε μέχρι την δύση. Δεν ήξερε γιατί. Δεν υπήρχε λόγος. Δεν θα άλλαζε κάτι. Την είχε ο ίδιος σπρώξει μακριά του με πάσα επιτυχία. Ήταν ό,τι πιο δύσκολο είχε καταφέρει ως εκείνη την στιγμή. Προεόρτιο για αυτό που θα επακολουθούσε, μόλις συγκέντρωνε την απαραίτητη ενέργεια για να εξαφανιστεί μια και καλή από αυτόν τον κόσμο. Ήταν πολύ κοντά. Ήταν σίγουρος για αυτό.

Για ποιο γαμημένο λόγο κωλυσιεργούσε; Τι μπορούσε να περιμένει; Ήξερε ότι το πιο φονικό συναίσθημα ήταν η ελπίδα. Αυτοκαταστροφικό, σκέτο δηλητήριο. Την ένιωθε τώρα μέσα του σαν ιό από τον οποίο δεν κατόρθωνε να απαλλαγεί. Δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Θα έπρεπε να την είχε εξαφανίσει. Η λογική του και η αποφασιστικότητα του έφταναν να την εκμηδενίσουν. Έφταιγε εκείνη, η επιμονή της και τα λυσιμελή της λόγια. Η αγάπη που παλλόταν στα μάτια της. Είχε δημιουργηθεί αναπάντεχα. Μπορεί να ήταν ο ίδιος που είχε φροντίσει να σπείρει τους καρπούς, μα το αποτέλεσμα τον ξεπερνούσε. Στόχος του ήταν κάτι το ταχύκαυστο, εντυπωσιακό και τραγικό μα συνάμα εγωιστικό και επιπόλαιο. Για αυτό την είχε ικανή. Αυτό που εν τέλει εξελίχθηκε ήταν απρόσμενο, πιο μεγάλο και βαθύ από ότι είχε σχεδιάσει, πιο εσωτερικό. Ήταν μία αγάπη που δεν είχε προβλέψει.

Η αγάπη, όμως, δεν αρκούσε. Όπως είχε μάθει πολύ καλά, τα συναισθήματα, ακόμα και τόσο δυνατά, δεν ήταν ζωή. Ήταν νομίσματα που κάποιος έπρεπε να θέλει να ξοδέψει. Να ξοδέψει άρα τον εαυτό του. Η αγάπη είχε απαίτηση σε ενέργεια. Όσο πιο πύρινη, τόσο πιο πολυέξοδη. Παλαιότερα πίστευε ότι αν εσύ αγαπούσες κάποιον, έφτανε και για τους δύο. Ότι δεν είχε σημασία, αν ο άλλος δεν έδινε αρκετά. Ότι δεν πείραζε που η μητέρα του τον είχε παραπεταμένο, τα αδέρφια του τον έβλεπαν ως υποχρέωση, για εκείνη συνιστούσε διασκέδαση. Έδινε περισσότερα ο ίδιος και το ισοζύγιο εξισορροπούταν. Όχι πια. Δεν είχε απόθεμα, είχε ενηλικιωθεί, χρειαζόταν να οχυρώσει τις δυνάμεις του, να τις περιφρουρήσει. Μόνο αυτές είχε. Αν τις έχανε, θα χανόταν και αυτός. Για κανέναν δεν άξιζε να θυσιάσει τον εαυτό του. Τουλάχιστον, όχι προτού λάβει αποδείξεις για το αντίθετο. Αυτό το παιχνίδι θα το έπαιζαν δύο. Εναλλακτικά υπήρχε πάντα η μοναξιά.

Είχε αρχίσει να παραδίδεται στην αναλγησία της, όταν βήματα ακούστηκαν στις σκάλες πίσω του. Ήταν βιαστικά, ταραχώδη, με έναν επιτακτικό απόηχο που είχε μάθει να ξεχωρίζει. Περίμενε μέχρι να σκαρφαλώσει στο τελευταίο πάτωμα, πριν στραφεί προς το μέρος της. Η ελπίδα μέσα του άνθισε φτερά. Είχε επιστρέψει. Παρόλα όσα της είχε κάνει, εκείνη είχε επιστρέψει. Με το ζόρι κρατήθηκε όρθιος. Έπρεπε να αντισταθεί ακόμα λίγο. Δεν είχε κερδηθεί η μάχη. Το αποτέλεσμα δεν είχε κριθεί. Χρειαζόταν και άλλες αποδείξεις. Χρειαζόταν την υπέρτατη επιβεβαίωση. Τόσο μεγάλη όσο ο έρωτας του για εκείνη που τον έκαιγε ολόκληρο. Όσο και αν είχε παλέψει να τον ξεριζώσει.

«Να ευχηθώ βίον ανθόσπαρτον;»

Η ειρωνεία ήταν το ύστατο του όπλο.

Εκείνη χαμογέλασε, εκπλήσσοντας τον. Τα μάτια της έλαμπαν σαν καλοκαιρινό απομεσήμερο. Ξεκίνησε να μιλάει, να του λέει. Την άκουγε με δυσκολία πίσω από τους γδούπους της καρδιάς του. Συνέχισε να υποκρίνεται την αδιαφορία του, μέχρι τέλους, μέχρι τελευταία στιγμή, παρότι ο έλεγχος τού γλιστρούσε από τα χέρια κάθε λεπτό αντίστασης της. Ώσπου έφτασε ο θρίαμβος της και επόμενα η ήττα του. Δεν την ένιωθε για ήττα. Ένα τεράστιο βάρος ανασηκώθηκε από τους ώμους του και μπόρεσε να αναπνεύσει ξανά κανονικά έπειτα από καιρό που είχε ξεχάσει. Ξαφνικά όλα του έμοιαζαν τόσο εύκολα, απλά, ο ίδιος αχρείαστα δολοπλόκος και μηχανορράφος. Όλα εξαιτίας της, επειδή εκείνη είχε κερδίσει και για τους δύο.

«Και ξέρουμε και οι δύο ποιος είναι αυτός ο λόγος, έτσι δεν είναι;»

Τα μάτια του μειδίασαν πριν από τα χείλη του.

«Έλα εδώ.»

Παραδόξως η φωνή του δεν έτρεμε. Έφτασε σε εκείνη σίγουρη και προσκλητήρια. Το φυλλοκάρδι του ριγούσε από φόβο μήπως του αντισταθεί. Μήπως τώρα που πήρε αυτό που ήθελε από εκείνον, τον εγκατέλειπε όπως πριν. Η ανασφάλεια του δεν είχε σιωπήσει. Θα σιωπούσε άραγε ποτέ όσον αφορούσε σε εκείνη; Ηρέμησε κάπως, όταν την είδε να διασχίζει τα βήματα που τους χώριζαν και να έρχεται κοντά του. Ήθελε να την αγκαλιάσει, να την πιέσει επάνω του μέχρι να γίνει ένα με το δέρμα του, όλη η επιφάνεια της επιδερμίδας του να γεμίσει κρίνους. Να μην του φύγει ποτέ πια. Σταμάτησε μπροστά του και τα ακροδάχτυλα του τρεμόπαιξαν από την προσμονή της επαφής της.

Τότε εκείνη τον τσίμπησε. Δυνατά.

«Άουτς!»

«Αυτό για όλα τα βασανιστήρια που μου έκανες. Γιατί ήσουν τόσο κόπανος, μου λες;»

Δεν περίμενε απάντηση του. Πριν καν ακόμα περάσει το τσούξιμο από το σημείο της επίθεσης της, τον τράβηξε στο ύψος της. Την σταμάτησε λίγο πριν τα χείλη τους ενωθούν.

«Λιλς,» μουρμούρισε συγκρατούμενος με δυσκολία. «Δεν υπάρχει γυρισμός μετά από αυτό.»

Χούφτωσε το πρόσωπο του με τις παλάμες της χαϊδεύοντας τρυφερά τις παραυτίδες του.

«Έτσι και μου ξαναφύγεις, θα σε σκοτώσω,» του αποκρίθηκε γεμάτη αγάπη αλάστορα, αλλόκοτη, που αν δεν κατέκλυζε και τον ίδιο δεν θα μπορούσε να την συλλάβει.

Την έπιασε από την μέση και επιτέλους ένωσε το κορμί της με το δικό του. Ύστερα την φίλησε. Σιγά και βαθιά, απολαμβάνοντας όλες τις γεύσεις και τις υφές της. Την φίλησε για τον έρωτα, τον πόνο, την συγχώρεση, την συντροφιά, την φιλία. Την φίλησε ακόμα. Για την επιθυμία, την ταραχή και την λύσσα.

«Σε περιμένουν οι δικοί σου;» ψέλλισε επάνω στα χείλη της.

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και τον φίλησε ξανά, μην αντέχοντας την απόσταση μεταξύ τους. Ήταν η τρέλα της που τον τρέλαινε. Με τυφλές κινήσεις ιχνηλάτησε τον τοίχο στα δεξιά του και κατρακύλησε εγκάρσια του παρασέρνοντας την μαζί του. Βρέθηκαν εκείνος να κάθεται στο κρύο δάπεδο με την πλάτη του στερεωμένη στις άσπρες πλάκες και εκείνη ιππαστί στις λαγόνες του. Η Λίλι γέλασε με την απότομη αλλαγή της θέσης τους, τουλάχιστον μέχρι που σφράγισε το στόμα της με το δικό του. Τώρα το φιλί τους πήρε άλλη μορφή. Δεν ήταν πια για το φιλί, ήταν για κάτι παραπάνω. Οι γλώσσες τους μάλαζαν η μία την άλλη και τα δάχτυλα τους πήραν να εξερευνούν, να θωπεύουν, να γδύνουν.

«Δύο στις δύο φουστάνια. Θα με κακομάθεις.»

Ανασήκωσε την άκρια από το αραχνοΰφαντο φόρεμα της και γλίστρησε τα χέρια του από κάτω. Η επιδερμίδα της ήταν μαλακή και ζεστή. Δεν λίγωνε να την αγγίζει. Ήθελε να την ιχνογραφήσει ολόκληρη, κάθε σπιθαμή και εσοχή της. Η Λίλι ξεκίνησε να τρίβεται επάνω του αυξάνοντας την ένταση και των δύο.

«Ίαν,» μινύρισε παρακλητικά το όνομα του.

Το σώμα του ανταποκρίθηκε στην βραχνάδα της σαν μαγεμένο. Η νόηση του υποτάχθηκε στην αισθαντικότητα και οι χειραγωγήσεις του πυρακτώθηκαν. Δεν άργησε να σπρώξει στην άκρη το σλιπάκι της. Ήταν υγρή και έκαιγε. Μόνο η σκέψη, ότι εκείνος της το είχε προκαλέσει αυτό, ήταν ικανή να τον πετάξει στο κενό.

«Λες να μας πιάσει κανένας;»

Δεν φάνηκε να την αποθαρρύνει αυτή της η ανησυχία. Ειδικά που με γρήγορες κινήσεις άνοιξε το κούμπωμα του παντελονιού του. Ο Ίαν ανασηκώθηκε ελαφρά ίσα για να την βοηθήσει να το κατεβάσει, μαζί με το εσώρουχο.

«Φοβάσαι μήπως μας αποβάλουν;»

Δεν απάντησε στον σαρκασμό του. Τον χούφτωσε στην παλάμη της με ένα θριαμβευτικό βλέμμα. Υποταγμένος, έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω ασθμαίνοντας βαριά.

«Το παράξενο δεν είναι ότι μου βγάζεις τον κακό μου εαυτό.»

Τον έπαιξε επιδέξια στα χέρια της. Του ξέφυγε ένας αναθεματισμός.

«Το παράξενο είναι ότι το λατρεύω.»

Φίλησε το ανοιχτό του στόμα συνεχίζοντας να τον κρατάει στην κόψη του ξυραφιού, έρμαιο στα επιτήδεια της δάχτυλα.

«Και τι θα κάνεις για αυτό;» κατόρθωσε να αρθρώσει μέσα στην παραζάλη του.

Δεν χρειαζόταν τα λόγια της. Του άρεσε αυτό το λεκτικό παιχνίδι, εξίταρε ακόμα περισσότερο, αν αυτό ήταν δυνατόν, την έξαψη του. Όταν, όμως, στηρίχτηκε στους ώμους του και τον πήρε μέσα της, όλα τα άλλα ακυρώθηκαν. Ένα ακατάληπτο βογγητό βγήκε από μέσα του και την έσφιξε επάνω του με όλη την ανθρώπινη και μαγική δύναμη του. Ήταν η ύβρις και η νέμεσις του και πλέον της είχε παραδοθεί ανεπιστρεπτί. Η ένωση τους αυτήν την φορά ήταν απαλλαγμένη από την ενοχή της ένδοσης και την βιάση του ολισθηρού ελέγχου. Ήταν πούρα, ζωώδης, απόλυτη και απερίφραστη. Με κάθε παλινδρομικό απάντημα φώλιαζε όλο και πιο πολύ μέσα του. Την αισθανόταν στα νύχια του, στις φλέβες του, στα πνευμόνια του, στους βολβούς των ματιών του, σε όλα τα κύτταρα του. Τον γέμιζε ολοένα και περισσότερο και περισσότερο, ώσπου τα όρια τους εξανεμίστηκαν και είχε μετατραπεί όλος εκείνη.

Λύγισε τα γόνατα του και το κορμί της γλίστρησε πιο πολύ επάνω του. Η ηδονή είχε σκεπάσει τα βλέφαρα της και είχε καλύψει το πρόσωπο της σε σκιές. Επιτάχυνε τον ρυθμό της και ο Ίαν την ακολούθησε όσο του επέτρεπε η εξαντλούμενη ενέργεια του. Δεν είχε άλλο χώρο μέσα του. Ώθηση τη ώθηση έφτανε στον κορεσμό. Κρύφτηκε στον λαιμό της δαγκώνοντας την απαλή της σάρκα. Το ερέθισμα πρέπει να την έσπρωξε εκτός ορίων, επειδή σφίχτηκε γύρω του σαν μέγγενη και σταμάτησε να αναπνέει για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα η ανάσα της βγήκε με μία μικρή κραυγή, το σώμα της κουνιόταν ανεξέλεγκτα στην αγκαλιά του. Το ξέσπασμα της οδήγησε και το δικό του. Απελευθερώθηκε μέσα της τρέμοντας ολόκορμος.

Επέστρεψαν μαζί στις αισθήσεις τους, σφιχταγκαλιασμένοι. Φιλήθηκαν ξανά, αχνοπατητά. Τώρα το φιλί τους είχε προσλάβει ιδιότητες ιάματος και βάλσαμου. Η γεύση της είχε γίνει η δική του γεύση και η θέρμη της ήταν και αυτή δική του. Τους είχε τυλίξει και τους δύο σαν άχλη. Οι σκιές είχαν απομακρυνθεί από τα ματόκλαδα της και είχαν αντικατασταθεί από γαλήνη και λάμψη. Ο ήλιος είχε δύσει πλέον και τα πρώτα αστέρια είχαν εμφανιστεί στον καθαρό ουρανό. Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά και εκείνος το βρήκε ευκαιρία να την φιλήσει πίσω από το αυτί. Δεν θα την χόρταινε ποτέ, ποτέ.

«Κοίτα, ο Αυγερινός,» του έδειξε τεντώνοντας το χέρι της.

Ακολούθησε το βλέμμα της. Ήθελε να της πει κάτι, μα οι λέξεις του διέφευγαν. Αρκέστηκε να ακουμπήσει το κεφάλι του στο δικό της και να μείνει να παρατηρεί το φωτεινό σώμα μαζί της. Ήξερε, ότι όταν θα κατάφερνε να συγκεντρώσει τα λόγια του, εκείνη θα ήταν εκεί για να τα ακούσει.


Ελπίζω να σας άρεσε όσο και σε εμένα! Μου είχαν λείψει τα ατιμούτσικα. Αφήστε μου σχολιάκια με τις εντυπώσεις σας!

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ