Α/Ν : Η πλοκή αυτής της ιστορίας ανήκει στον kumar LaVoixDuSud. Δική μου είναι μόνο η μετάφραση.


Ο Πολεμιστής και ο Δράκος

(Μέρος Τρίτο)

Οδήγησε πεζός το άλογο έξω από το δάσος και με σύνεση δεν καβαλίκεψε, παρά μονάχα όταν είχε φτάσει σε αρκετή απόσταση από τα τείχη της πόλης. Ο δρόμος προς το νότο διέσχιζε την άγονη, πλατιά πεδιάδα του Χελγκράιντ. Στο βάθος μπορούσε να ξεχωρίσει τον μυτερό κώνο της κορυφής μισοκρυμμένο ανάμεσα σε πυκνά, μολυβένια σύννεφα. Το τοπίο γύρω του άλλαζε δραματικά, από τα πυκνά δάση και τα ακαλλιέργητα χωράφια που είχε συναντήσει μέχρι εδώ, σ' εκείνο ενός ξερότοπου γεμάτου κοντούς, συστρεμμένους θάμνους και βράχους. Εδώ έξω στο ανοιχτό πεδίο ο αέρας ήταν δυνατός. Φυσούσε από τα μέρη της ανατολής σηκώνοντας από τη γη το ξεραμένο χώμα, δημιουργώντας κατά τόπους πυκνούς στροβίλους. Ο Μέρταγκ αναγκάστηκε να καλύψει με το μαντήλι του το στόμα και τη μύτη και να σκεπάσει το κεφάλι με την κουκούλα της κάπας του ως τα μάτια. Όσο ο δρόμος οδηγούσε στ' ανοικτά της πεδιάδας, οι δυνατότερες ριπές του ανέμου έκαναν το άλογο να δυσανασχετήσει. Ο καβαλάρης το ηρέμησε με χάδια και γλυκόλογα οδηγώντας το προς την δεξιά μεριά, εκεί όπου μια υποψία υγρασίας προερχόμενη από το μέρος της λίμνης αιωρείτο ακόμα πίσω από τους βράχους.

Όσο κρατούσε το σκοτάδι άφηνε το άλογο να τριποδίζει ελεύθερα με τον δικό του τον ρυθμό, μη θέλοντας να το κουράσει περισσότερο. Μόλις όμως φάνηκε το πρώτο φως της αυγής, ξεκαβαλίκεψε και, κατά το συνήθειό του, απομακρύνθηκε από τον δημόσιο δρόμο. Μέσα στην άδεια πεδιάδα δεν υπήρχε τόπος να κρυφτεί. Οι πέτρινοι βράχοι και οι χαμηλοί θάμνοι, λίγη προστασία μπορούσαν να παρέχουν από τα μάτια άλλων ταξιδιωτών, που πιθανώς όδευαν προς την ίδια μ' αυτόν κατεύθυνση. Οι καλαμιώνες, που φύονταν πλούσιοι κοντά στις έρημες όχθες της λίμνης, φάνηκαν στα μάτια του ο καλύτερος κρυψώνας. Έτσι οδήγησε προς τα εκεί το άλογό του. Θα φρόντιζε να κινείται με προσοχή ανάμεσά τους και θα επέστρεφε κοντά στο δρόμο λιγάκι πριν το σούρουπο.

Βάδισε με προσοχή οδηγώντας πάντα το άλογο από τα γκέμια, προσπερνώντας πολλές φορές επικίνδυνα εδάφη. Η πορεία του ανάμεσα από πυκνές συστάδες καλαμιών, τύφες και σκίρπους ως τρία μέτρα ψηλούς, ήταν αργή αλλά σίγουρη. Με μικρά διαλείμματα ξεκούρασης – πιο πολύ για το άλογο παρά τον ίδιο – κάλυψε κάποια απόσταση ασφαλείας απ' την πόλη. Το σούρουπο έπεσε νωρίς και μαζί μ' αυτό ο αέρας δυνάμωσε. Τα σύννεφα του ουρανού παρασύρθηκαν προς δυτικότερη κατεύθυνση και η λάμψη των μακρινών άστρων άρχισε ν' αχνοφαίνεται στο στερέωμα. Ο Μέρταγκ οδήγησε το άλογο μακριά απ' τη λίμνη και πιο κοντά στο δρόμο. Ο νέος άντρας ήταν εξουθενωμένος από την κούραση και την αϋπνία. Πέρα από το να απομακρυνθεί από την Ντρας-Λεόνα και να στοχεύσει, αν γινόταν, τους Ρά'ζακ δεν είχε καταστρώσει άλλα σχέδια, για το προς τα πού έπρεπε να κατευθυνθεί. Θα ήταν μήπως προς την Μπελατόνα; Τη Σούρντα ίσως; Ή πιο σίγουρο γι' αυτόν θα ήταν, να γυρίσει προς τα πίσω, προς τις βόρειες, απομονωμένες περιοχές της αυτοκρατορίας; Το μυαλό του ωστόσο ήταν τόσο κουρασμένο, που του ήταν αδύνατον να σκεφτεί την ώρα εκείνη. Χρειαζόταν επειγόντως ύπνο, φαγητό και το άλογο ξεκούραση.

Ο Μέρταγκ οδήγησε τον Τόρνακ πίσω από έναν μεγάλο ογκόλιθο, στερέωσε τα χάμουρα στον χοντρό κορμό ενός θάμνου και πέρασε γύρω απ' το κεφάλι του ζώου τη σακούλα ταΐσματος με κάμποσο κριθάρι, αφήνοντάς το να φάει όσο ήθελε. Κατόπιν ξεδίπλωσε τις κουβέρτες του και ξάπλωσε, επιτρέποντας στον εαυτό του λίγο ύπνο. Δύο με τρεις ώρες θα ήταν αρκετό. Θα κέρδιζε λίγες δυνάμεις προτού πλησιάσει αργότερα τη βάση του Χελγκράιντ. Ξεκούραστος θα μπορούσε να μηχανευτεί κάποιον τρόπο, να εξουδετερώσει τους αποτρόπαιους Ρά'ζακ.

Το κρύο της νύχτας ήταν τσουχτερό, αλλά τουλάχιστον ο άνεμος έκοβε κάπως πίσω απ' τον βράχο. Φωτιά δεν υπήρχε περίπτωση ν' ανάψει, όχι μονάχα γιατί δεν ήθελε να ρισκάρει να τον δουν οι εχθροί του, αλλά και γιατί η ζεστασιά της θα του χάριζε παραπανίσιο ύπνο κλέβοντας από τον πολύτιμό του χρόνο. Σκεπάστηκε όσο καλύτερα μπορούσε και με αγκαλιά τα όπλα του άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω στον έναστρο ουρανό. Από την ώρα που σκοτείνιασε για τα καλά, το φως των άστρων είχε δυναμώσει. Μικρές πηγές φωτός τρεμόπαιζαν στα βάθη του ουρανού άλλες κοντύτερα κι άλλες μακρύτερα κι αντίπερα, πάνω απ' τα μακρινά νερά της λίμνης επικρεμόταν το θαμπόφεγγο λεύκασμα του γαλαξία.

Τα μάτια του ήταν έτοιμα να κλείσουν κι ο Μέρταγκ βρισκόταν σε κατάσταση ύπνου-ξύπνιου, όταν μια μαύρη σκιά πέρασε πάνω του σκεπάζοντας ένα κομμάτι ουρανού, καλύπτοντας το φως των άστρων. Για μια στιγμή, μέσα στη χαύνωση του ύπνου που ερχόταν, ο νέος άντρας νόμισε ότι είχε κοιμηθεί και η σκιά δεν ήταν άλλο, παρά ένα παιχνίδι του ονείρου. Ήδη άρχιζε να βολεύεται στο ένα πλευρό, όταν το παράξενο φαινόμενο επαναλήφτηκε. Αυτή η δεύτερη σκιά που πέρασε από πάνω του, ήταν πολύ για να συνεχίσει να πιστεύει στο παιχνίδισμα του ύπνου και του ονείρου. Ο αέρας γύρω άλλαξε απότομα και χώμα στροβιλίστηκε κάπου κοντά του. Η ξερή, γήινη μυρωδιά του χτύπησε τα ρουθούνια του κι άκουσε το άλογο να χρεμετίζει ανάλαφρα παραδίπλα κτυπώντας με το καρφοπέταλο το χώμα. Ο Μέρταγκ τινάχτηκε καθιστός σε πλήρη εγρήγορση, τόξο και βέλη στα χέρια.

Ήτανε δύο οι σκιές, από κάποιους που είχαν λόγους να πετούν σιωπηλοί κι αυτοί, σε πτήση χαμηλή από πάνω του.

…Οι Ρά'ζακ!...

Γιατί τίποτε άλλο και κανένας, εκτός απ' αυτούς, δεν θα μπορούσε να είναι. Αφήνοντας το άλογο και τα πράγματά του όπως είχαν ζώστηκε το σπαθί, πέρασε τη φαρέτρα χιαστί στο στήθος και με το τόξο έτοιμο και ένα βέλος περασμένο στη χορδή αφουγκράστηκε. Αυτή ήταν η ευκαιρία του. Οι δόλιοι Ρά'ζακ σίγουρα δεν τον είχαν δει κι αφού πετούσαν τόσο χαμηλά, αυτό ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει. Επρόκειτο, για κάποιο λόγο, να αφιππεύσουν σύντομα τα κτήνη που καβαλούσαν. Αν ο Μέρταγκ κατόρθωνε να τους πετύχει μόνους, χωρίς αυτά τα κτήνη, τόσο το χειρότερο γι' αυτούς κι ακόμα καλύτερα για τον ίδιο. Μέσα στα σκοτάδια και μ' άνεμο αντίθετο προς τη μεριά τους ήταν μοναδική η ευκαιρία να τους πλησιάσει. Ο νέος άντρας έσφιξε τη λαβή του χεριού του πάνω στα όπλα του. Το τόξο και τα βέλη του είχαν πολλή δουλειά να κάνουν. Είχαν να λαβαίνουν την εκδίκηση για όλες τις προσβολές και το φρικτό χαμό όσων χάθηκαν στο Κάντος. Μπροστά στα πτώματα των νεκρών ο Μέρταγκ είχε ορκιστεί εκδίκηση στο ίδιο του το αίμα. Τώρα είχε φτάσει η ώρα.

Από απόσταση είδε τις δύο ογκώδεις μορφές των Λεδρμπλάκα, πρώτα να χαμηλώνουν προς τη γη κι έπειτα να σηκώνονται και πάλι στα ουράνια, πετώντας με κατεύθυνση τον κώνο του Χελγκράιντ. Ήταν σωστές οι πρότερές του σκέψεις. Οι Ρά'ζακ είχαν αφιππεύσει και τα τρομερά τους κτήνη έφευγαν μακριά. Ποιος ήξερε τι είδους δουλειές είχαν οι φθονεροί μέσα στη νύχτα στη μέση της πεδιάδας. Αθόρυβος σαν αίλουρος κινήθηκε μέσα στο σκοτάδι, προσέχοντας να πλησιάσει το μέρος που τους είχε δει να προσγειώνονται κάνοντας κίνηση κυκλοτερή, φροντίζοντας να κινείται αντίθετα με τον άνεμο. Παρακολούθησε για λίγο από απόσταση τις καμπουριαστές φιγούρες τους να περπατούν αθόρυβα αλλά προσεκτικά, σαν δυο αρπακτικά που είχαν βάλει κάποιο ανυποψίαστο θύμα στόχο μέσα στη νύχτα. Θα έπρεπε να περιμένει σε αρκετή απόσταση και να προσέξει πολύ, αν δεν ήθελε να γίνει αυτός ο ίδιος το θύμα τους.

Οι Ρά'ζακ κινήθηκαν κάπου κοντά στο δημόσιο δρόμο, προς το μέρος δύο ογκόλιθων που ο σκοτεινός τους όγκος ξεχώριζε καθαρά κάτω απ' τη λάμψη των άστρων στην άδεια πεδιάδα. Ο Μέρταγκ περίμενε. Ότι και να ήταν αυτό που σκόπευαν να κάνουν – σίγουρα όχι πράξεις αγαθές – καλύτερα να μην βιαζόταν να πλησιάσει. Αργότερα, δραστήριοι οι Ρά'ζακ με το θύμα απ' το κυνήγι τους, ίσως τους εύρισκε απασχολημένους και πιο ευάλωτους. Τσιρίγματα και χιχιρίσματα ακούστηκαν απ' τη μεριά των δύο ογκόλιθων, καθώς κι ένα άγριο μούγκρισμα που του έκοψε την ανάσα. Ένα δυνατό φως φώτισε όλο το μέρος και τα απόκοσμα τσιρίγματα και κροταλίσματα επαναλήφθηκαν. Μετά τίποτε άλλο. Ο Μέρταγκ μέτρησε μέσα του αργά ως το πενήντα, μετά βάλθηκε να πλησιάσει με προσοχή και όλες τις αισθήσεις τεταμένες. Το μεγαλοπρεπές θέαμα που τον περίμενε ήταν κάτι, που κανείς άνθρωπος δεν είχε αντικρίσει τα τελευταία εκατό περίπου χρόνια πάνω στη γη της Αλαγαισίας.

Το δυνατό φως μιας λάμπας λαδιού αντανακλάτο πάνω στις εντυπωσιακές φολίδες ενός γαλάζιου δράκου, σκορπώντας γύρω μυριάδες αποχρώσεις του βαθυκύανου. Ο δράκος κειτόταν δεμένος στην άκρη μιας κατασκήνωσης και τα πελώρια φτερά του ήταν διπλωμένα κολλητά στα πλευρά, στερεωμένα πάνω στο σώμα με μια μαύρη, χοντρή αλυσίδα. Τη μουσούδα με τα τρομερά του δόντια εμπόδιζε να κινηθεί ένα δερμάτινο φίμωτρο περασμένο ανάμεσα στα θανατηφόρα κέρατα του κεφαλιού. Τα πόδια με τα γαμψά νύχια ήταν στέρεα πεδικλωμένα. Ένας νέος άντρας βρισκόταν μπρούμυτα πεσμένος πάνω στη γη, τα χέρια του δεμένα πίσω απ' τις πλάτες. Οι Ρά'ζακ κρατούσαν στο κέντρο της κατασκήνωσης γονατισμένο το γέρο σύντροφό του. Κι ο ένας απ' αυτούς, ο πιο μικρόσωμος, ετοιμαζόταν να του κόψει το λαιμό μ' ένα στιλέτο.

Με τις μνήμες της σφαγής του Κάντος ακόμα νωπές στο νου του, ο Μέρταγκ θυμωμένος εξαπέλυσε γοργά το βέλος, που εδώ και ώρα είχε περασμένο κι έτοιμο στο τόξο του. Η ευκαιρία ήταν μοναδική και ο Ρά'ζακ τέλειος στόχος, καθώς στεκόταν σε σημείο καλά φωτισμένο. Μια απότομη κίνηση όμως του τέρατος, είχε σαν αποτέλεσμα το βέλος να αστοχήσει την καρδιά του και να καρφωθεί βαθιά μέσα στον ώμο. Ο Μέρταγκ άφησε να του ξεφύγει μια βλαστήμια για τη χαμένη ευκαιρία, ενώ ετοίμασε γοργά ένα δεύτερο βέλος. Ο πληγωμένος Ρά'ζακ ούρλιαζε πονεμένα, ενώ ο σύντροφός του απέφυγε τελευταία στιγμή το θάνατο πέφτοντας στο έδαφος με φόρα. Το δεύτερο βέλος του Μέρταγκ πέρασε ξυστά από πάνω του. Θυμωμένος ο νέος άντρας εξαπέλυσε με ορμή περισσότερα βέλη καταπάνω τους, καθώς και οι δύο σέρνονταν πάνω στη γη συρίζοντας, αναζητώντας πρόσκαιρο καταφύγιο πίσω από κάποιους χαμηλούς βράχους. Ο Μέρταγκ έτρεξε γοργά προς την αντίθετη μεριά της κατασκήνωσης. Αυτή η ευκαιρία, να κατατροπώσει τα δύο τέρατα, ήταν μοναδικά δοσμένη. Δεν σκόπευε με τίποτε να την αφήσει να πάει χαμένη. Άφησε κι άλλα βέλη να πετάξουν στοχεύοντας τους Ρά'ζακ, αιφνιδιάζοντάς τους. Απ' το καλό σημείο που βρισκόταν ήτανε σίγουρος πως κάποια από τα βέλη του θα είχαν βρει τους στόχους. Καθώς τα τέρατα κινήθηκαν γοργά, πρόλαβε να δει τους μαύρους μανδύες που κάλυπταν τις καμπουριαστές μορφές τους, να είναι κατατρυπημένοι. Διέκρινε το στέλεχος ενός σπασμένου βέλους με την αιχμή βαθιά χωμένη μέσα στον βραχίονα του ενός.

Με μια άγρια κραυγή θυμού και πόνου ο μικρόσωμος Ρά'ζακ ξέφυγε γοργά προς το μέρος του δημόσιου δρόμου. Ο σύντροφός του σήκωσε το στιλέτο από τη γη και για ελάχιστες στιγμές αμφιταλαντεύτηκε, αν θα 'πρεπε γοργά να τον ακολουθήσει, ή αν προλάβαινε πιο πριν ν' αποτελειώσει τα θύματά του. Ένα ακόμα βέλος που ο Μέρταγκ έριξε καταπάνω του, τον έκανε ν' αποφασίσει. Με δυο πηδήματα βρέθηκε στο άλλο άκρο της κατασκήνωσης, πριν όμως τον καταπιούνε τα σκοτάδια, γύρισε απότομα και πέταξε το μαχαίρι στοχεύοντας τον πεσμένο άντρα.

Ο Μέρταγκ είδε τον γέροντα σύντροφό του, να πέφτει τρικλίζοντας προς τη μεριά του, βάζοντας τον εαυτό του ασπίδα ανάμεσα στον νέο και το στιλέτο. Ο Μέρταγκ καταράστηκε. Ήτανε σίγουρος ότι αυτό το τελευταίο βέλος που εξαπέλυσε, θα έπρεπε να είχε βρει κατάστηθα το τέρας. Αντί γι' αυτό εξοστρακίστηκε κι οι Ρά'ζακ είχαν καταφέρει να το σκάσουν. Βγήκε απ' την κρυψώνα του και με βήμα γοργό έφτασε τα δύο θύματα των Ρά'ζακ. Ο νεότερος ήταν σίγουρα αναίσθητος, μπορεί και πληγωμένος, παρ' όλα αυτά τα ρούχα του δεν φαίνονταν λεκιασμένα με αίμα. Ο γέρος όμως είχε δεχθεί το φαρμακερό στιλέτο στο πλευρό του.

Θέλοντας και μη, η προσοχή του Μέρταγκ στράφηκε στο άλλο μέλος της μοναδικής αυτής παρέας, στον γαλάζιο δράκο, που από την αντίθετη πλευρά της κατασκήνωσης τον κοίταζε –καίτοι δεμένος και φιμωμένος – με μάτια γεμάτα εκδικητική αγριάδα. Ο Μέρταγκ στάθηκε σε απόσταση ασφαλείας και το μυαλό του δούλεψε γοργά. Ήταν πασίδηλο, ότι ο δράκος αυτός πρέπει να ήταν ο πρωταρχικός στόχος των Ρά'ζακ, που αν και πληγωμένοι ίσως ξανάρχονταν σε λίγο, να εκδικηθούνε τον διώκτη τους. Ο Μέρταγκ όφειλε να δράσει γρήγορα. Με μια ευγενική υπόκλιση προς τη μεριά του δράκου απάγγειλε τα λόγια που φάνηκαν τα πλέον κατάλληλα για την περίσταση.

"Σε χαιρετώ, μεγάλε δράκε, και βεβαιώνω ότι είμαι φίλος σου. Οι Ρά'ζακ είναι και δικοί μου εχθροί και ίσως σύντομα επιστρέψουν, να βλάψουν πάλι εσένα και τους συντρόφους σου." Περίμενε κάποιες στιγμές, να δει τι εντύπωση είχαν κάνει τα λόγια του στον δράκο. Το αγριεμένο βλέμμα διόλου δεν γαλήνεψε και ένα συννεφάκι καπνού βγήκε απ' τα ρουθούνια του συνοδευόμενο από ένα πνιγμένο μουγκρητό όλο αγανάκτηση. Ο Μέρταγκ καταλάβαινε ότι έπρεπε να ελευθερώσει τον δράκο απ' τα δεσμά του. Αφού όμως δεν ήταν σίγουρος για τις διαθέσεις του, φοβόταν να τον πλησιάσει. "Αν οι δύο Ρά'ζακ επιστρέψουν, είμαστε όλοι εκτεθειμένοι στις ορέξεις τους" δήλωσε με φωνή γεμάτη σιγουριά, χωρίς ν' αφήσει να διαφαίνεται ο ενδόμυχος φόβος του γι' αυτόν.

Το κεφάλι του γαλάζιου δράκου τινάχτηκε πέρα-δώθε. Ο λαιμός του τεντώθηκε όσο επέτρεπε το φίμωτρο και τα ζαφειρένια μάτια καρφώθηκαν πάνω του. Ταυτόχρονα ένιωσε στις άκρες του μυαλού του ένα ρυθμικό παλμό, σαν κέντρισμα ελαφρύ, που του προξένησε δυσφορία, τον έκανε να θορυβηθεί κι απότομα να υψώσει τα φράγματα του νου του. Γοργά όμως κατάλαβε, ότι με τον τρόπο αυτόν ο δράκος προσπαθούσε να επικοινωνήσει, έτσι υπαναχώρησε.

"Ελευθέρωσέ με!" απαίτησε με δριμεία φωνή ο δράκος κι ο Μέρταγκ βιάστηκε να πειθαρχήσει.

Με χέρια που έτρεμαν απ' τη συγκίνηση απελευθέρωσε πρώτα τα φτερά, μετά τα πόδια κι έβγαλε τελευταίο το φίμωτρο απ' το μεγαλόπρεπο κεφάλι. Όλες οι φήμες, που είχαν συζητηθεί κάποια βραδιά βδομάδες πριν στο σαλονάκι της λαίδης Μέλκερ, φήμες που είχε φέρει ο γιος της απ' την πρωτεύουσα, επαληθεύονταν εδώ μπροστά του. Άλλος δράκος, εκτός απ' τον Σρούικαν τον δεμένο με μαγεία με τον Γκαλμπατόριξ, είχε χρόνους να φανεί στα χώματα της Αλαγαισίας. Απ' ότι ο Μέρταγκ γνώριζε, ο Σρούικαν ήταν ο τελευταίος ζωντανός του είδους. Να όμως, που ένα αυγό είχε εκκολαφθεί, για να γεννηθεί ξανά ένα ακόμα απ' αυτά τα τρομερά αλλά μεγαλειώδη πλάσματα. Ο νεαρός άντρας, ο πεσμένος μπρούμυτα πάνω στο χώμα, ήταν προφανώς ο καβαλάρης του.

Μόλις ο δράκος απελευθερώθηκε όρμησε καταπάνω στον δεμένο, αναίσθητο νέο. Έσπρωξε στην άκρη το σώμα του πληγωμένου γέροντα και σκέπασε με το φτερό τον άλλον. Ο Μέρταγκ πλησίασε φέρνοντας τη λάμπα του λαδιού κοντά τους.

"Μεγάλε δράκε, αν είναι ο καβαλάρης σου, τότε ίσως έχει πληγωθεί. Επέτρεψέ μου να τον λύσω, να τον φροντίσω." Απ' τη στιγμή που ελευθερώθηκε ο δράκος μέσα του η αγωνία καταλάγιασε λιγάκι. Αν αποφάσιζαν οι Ρά'ζακ να επανέλθουν, ο δράκος θα ειδοποιούσε. Η όλη συγκίνησή του για την παρουσία του μεγαλόπρεπου αυτού πλάσματος, δεν άφησε το νου του να προβληματιστεί, γιατί άραγε ο δράκος δεν είχε αντιληφθεί νωρίτερα τους Ρά'ζακ, να ειδοποιήσει τους δικούς του.

Ο δράκος βρυχήθηκε εναντίων του, τυλίχτηκε ακόμα πιο σφιχτά γύρω απ' το σώμα του καβαλάρη κι άφησε να γίνει ηλίου φαεινότερο, ότι δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να τον αγγίσει. Ψήγματα απογοήτευσης γεννήθηκαν μέσα στην καρδιά του Μέρταγκ. Ήταν αυτός που έδιωξε τους Ρά'ζακ και είχε ελευθερώσει τον δράκο απ' τα δεσμά του. Όμως η μόνη ευγνωμοσύνη που ένιωθε γι' αυτόν το πλάσμα, εκφραζόταν μ' ένα δυνατό μουγκρητό και περισσή αγριάδα.

Μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, ο Μέρταγκ έστρεψε την προσοχή του προς τον γέροντα σύντροφο του δρακοκαβαλάρη. Ακούμπησε στη γη τη λάμπα των Ρά'ζακ και γύρισε με προσοχή ανάσκελα το πεσμένο σώμα. Αυτή τη φορά ο δράκος δεν φάνηκε αρνητικός μ' αυτή την επαφή, έτσι ο Μέρταγκ συνέχισε να τον φροντίζει. Άνοιξε τον μανδύα του γέρου κι έσχισε το ρούχο του, για να διαπιστώσει ότι το στιλέτο είχε καρφωθεί ανάμεσα σε δύο πλευρά του. Το τραύμα φαινότανε βαθύ και το αίμα που είχε τρέξει λέκιαζε το χώμα. Μόλις η λεπίδα θα τραβιόταν από την πληγή, η αιμορραγία θα συνέχιζε ακάθεκτη. Ο Μέρταγκ ετοίμασε επιδέσμους σχίζοντας με το μαχαίρι του λουρίδες από τον μανδύα του άντρα. Έδεσε όσο σφιχτότερα μπορούσε την πληγή αποτρέποντας το αίμα να τρέχει. Κατόπιν γύρισε και πάλι προς τη μεριά δράκου και καβαλάρη.

"Τίποτε περισσότερο δεν μπορώ να κάνω για τον σύντροφό σας. Το τραύμα του είναι βαθύ κι έχασε ήδη πολύ αίμα." Ο δράκος μούγκρισε με θυμό, αλλά δεν κινήθηκε. Ο Μέρταγκ τον κοίταξε με μεγάλη προσοχή. "Εδώ κοντά έχω το άλογο και τα πράγματά μου. Θα πάω τώρα να τα φέρω. Όταν ο καβαλάρης σου συνέλθει θα χρειαστεί σίγουρα βοήθεια. Ο σύντροφός του δεν είναι σε θέση να τον βοηθήσει πια."

Ο δράκος τίναξε πάνω-κάτω το κεφάλι, αλλά παρέμεινε σιωπηλός. Τα μάτια του κοίταζαν το ίδιο άγρια και εχθρικά με πριν και, εκτός από 'κείνες τις δύο πρώτες λέξεις, δεν δοκίμασε να επικοινωνήσει ξανά απ' ευθείας με το μυαλό του Μέρταγκ.

Με τεταμένη προσοχή και τα όπλα έτοιμα, ο Μέρταγκ βυθίστηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας προς το μέρος που είχε εγκαταλείψει δεμένο το άλογό του. Η καρδιά του ήταν ανάστατη. Μπορεί να μην είχε κατορθώσει να εξουδετερώσει τους Ρά'ζακ – γιατί αλήθεια κανένα από τα βέλη του δεν είχαν προκαλέσει μεγάλη ζημιά, μόνο ελαφρές πληγές στα τέρατα; – αλλά είχε τουλάχιστον συναντηθεί με κάποιους, που η μοίρα τους θα ήταν σίγουρα δεμένη με το πεπρωμένο της Αλαγαισίας. Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά τον κρύο νυχτερινό αέρα. Δεν ήξερε να πει, τι είχε μεσολαβήσει απ' τη στιγμή που οι σκοτεινοί όγκοι των υποζυγίων των Ρά'ζακ τον είχαν αφυπνίσει από τον ύπνο του μέχρι που έφτασε στην κατασκήνωση των θυμάτων. Το θέαμα όμως ενός δρακοκαβαλάρη χτυπημένου και δεμένου πάνω στο χώμα και του δράκου του αλυσοδεμένου, φάνταζε αληθινά παράξενο, έως γελοίο.

Ο Τόρνακ παρέμενε ήσυχος στο σημείο που τον είχε αφήσει. Ο Μέρταγκ μάζεψε τα πράγματά του, πήρε το άλογο και γύρισε στην κατασκήνωση. Ο δρακοκαβαλάρης δεν είχε ακόμα συνέλθει κι ο σύντροφός του δεν είχε κινηθεί απ' τη θέση που τον άφησε. Ο δράκος φαινόταν το ίδιο αγριεμένος όπως και πριν, μουγκρίζοντας και δείχνοντας στιγμές-στιγμές τα δόντια του. Ο Μέρταγκ, παρά τον θαυμασμό του για το πλάσμα, δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί με πικρία, ότι η αγριάδα όλη του δράκου εξαντλείτο πάνω σ' αυτόν που είχε βοηθήσει, ενώ πρωτύτερα είχε υποταχτεί στις διαθέσεις των Ρά'ζακ.

Στερέωσε το άλογό του πλάι σ' αυτά των δύο συντρόφων και βάλθηκε να μαζέψει ξερά κλαδιά των θάμνων. Η νύχτα ήταν παγωμένη, ο ίδιος κουρασμένος και πεινασμένος, οι δύο σύντροφοι πληγωμένοι κι οι Ρά'ζακ είχαν φύγει και μάλλον δεν θα γύριζαν. Με έναν τόσο προστατευτικό δράκο κοντά τους, δεν είχε πια νόημα να αποφεύγουν τη φωτιά. Σε λίγο η γλυκιά ζέστη απλώθηκε τριγύρω στην κατασκήνωση.

Δεν πέρασε ώρα πολλή κι ο νεαρός δρακοκαβαλάρης έδειξε σημάδια ότι συνερχόταν. Ο Μέρταγκ, καθισμένος στην αντίθετη μεριά της φωτιάς, πρόσεξε τον δράκο να μαζεύει το φτερό του. Μήπως τώρα, που θα συνερχόταν ο καβαλάρης του, γινόταν πραγματικά επικίνδυνος για τον ίδιο; Ο νέος άντρας στιγμή δεν είχε αφήσει το τόξο απ' τα χέρια του, ενώ το σπαθί του βρισκόταν όλη αυτή την ώρα στο πλευρό του. Είδε τα μάτια του νεαρού δρακοκαβαλάρη να στρέφουν όλο υποψία πάνω του.

"Ποιος είσαι συ;" Τον ρώτησε παίρνοντας μια κοφτή ανάσα.

Τα χέρια του Μέρταγκ σφίχτηκαν ασυναίσθητα πάνω στο τόξο του. Ένιωσε τις παλάμες του ιδρωμένες. "Μέρταγκ" απάντησε κοφτά με προσεκτικά ελεγχόμενη φωνή.

Ο νέος, με μεγάλη προσπάθεια, ανακάθισε και πέρασε τα χέρια κάτω από τα πόδια του, φέρνοντάς τα μπροστά στο πρόσωπό του. "Γιατί μας βοήθησες;"

"Δεν είστε οι μόνοι εχθροί που έχουν οι Ρά'ζακ. Παρακολουθούσα τα ίχνη τους εδώ και καιρό" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ.

"Γνωρίζεις ποιοι είναι;"

"Ναι!"

Ο δρακοκαβαλάρης ψιθύρισε μια λέξη άγνωστη κι αμέσως τα δεσμά του λύθηκαν.

…Μαγεία!...

Ο Μέρταγκ κράτησε αναστατωμένος την ανάσα. Μπορεί ο νέος αυτός να κάτεχε κάποιες μαγείες, η ιδιότητά του όμως αυτή διόλου δεν τον είχε βοηθήσει. Απ' ότι ο Μέρταγκ είχε διαβάσει, οι Ρά'ζακ ήταν παντελώς απρόσβλητοι απ' αυτήν. Δεν ήταν λοιπόν παράξενο που είχαν κατορθώσει να τον καταβάλουν. Ο νεαρός προσπάθησε να σταθεί, αλλά τα πόδια του τρέμισαν και λύγισαν. Σωριάστηκε ανήμπορος στο έδαφος και πάλι. Ο Μέρταγκ προσπάθησε να πλησιάσει, να τον βοηθήσει, αλλά ο δράκος ξανά τον σταμάτησε μ' ένα άγριο μούγκρισμα. Τα σκληρά του νύχια χτύπησαν τη γη με φόρα και κομμάτια από χώμα πετάχτηκαν προς το μέρος της φωτιάς.

"Θα σε είχα βοηθήσει νωρίτερα," είπε ο Μέρταγκ "αλλά ο δράκος σου δεν μ' άφηνε να έρθω κοντά σου."

"Το όνομά της είναι Σαφίρα" είπε ο δρακοκαβαλάρης ανασαίνοντας με δυσκολία. Μετά απ' αυτό η δράκαινα μούγκρισε ξανά με δυσαρέσκεια, παρ' όλα αυτά δίπλωσε τα φτερά της και κινήθηκε λίγο πιο πίσω επιτρέποντάς του να πλησιάσει.

Ο Μέρταγκ, κοιτάζοντάς την προσεκτικά, έπιασε το μπράτσο του δρακοκαβαλάρη και τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός στις κινήσεις του, αν δεν ήθελε να γίνει το εξιλαστήριο θύμα της δράκαινας. Ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί, ότι με την παραμικρή αδιαθεσία του καβαλάρη, ο δράκος δεν θα επιτίθετο στον ίδιο; Ο νεαρός δρακοκαβαλάρης βόγκησε και θα είχε πέσει ξανά στη γη χωρίς βοήθεια. Ο Μέρταγκ τον οδήγησε πλάι στη φωτιά, όπου ο σύντροφός του ήταν ανάσκελα ξαπλωμένος.

"Πώς είναι;" Ρώτησε δείχνοντας τον γέρο ο δρακοκαβαλάρης.

"Άσχημα" αποκρίθηκε κοφτά ο Μέρταγκ. "Το στιλέτο τον βρήκε ακριβώς ανάμεσα στα πλευρά. Μπορείς να τον φροντίσεις σε λίγο, αλλά πρωτύτερα καλύτερα να δούμε τη ζημιά που οι Ρά'ζακ έκαναν σ' εσένα." Βοήθησε τον νεαρό να βγάλει το πουκάμισό του. Αμέσως μετά η ανάσα του βγήκε σφυρίζοντας βαριά από το στόμα, δηλώνοντας την αποστροφή του για την πληγή που αντίκριζε. "Άουτς!"

Ένας εκτεταμένος μώλωπας επεκτεινόταν προς τα κάτω σε όλη τη αριστερή πλευρά του νεαρού. Το κόκκινο πρησμένο δέρμα του ήταν σκασμένο σε αρκετά σημεία. Θα πρέπει να είχε σίγουρα κάποια πλευρά σπασμένα. Έπρεπε μάλιστα να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό, που μέχρι ώρας δεν έβηχε αίμα.

"Άουτς!" συμφώνησε με τον Μέρταγκ κι ο δρακοκαβαλάρης εξετάζοντας την πληγή του με βλέμμα θλιμμένο.

~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o

Ο βασιλιάς στεκόταν μπροστά σ' ένα απ' τα μεγάλα παράθυρα της σάλας του μεγάρου του λόρδου Ταμπόρ κι από εκεί ατένιζε την πόλη της Ντρας-Λεόνα. Κάτω από τις ακτίνες ενός ήλιου, που ήδη έγερνε προς τη δύση του, οι οροφές των σπιτιών, οι δρόμοι και οι πλατείες ξετυλίγονταν μπροστά του και πέρα στο βάθος λαμπύριζαν τα νερά της λίμνης. Για να φτάσει από την Ουρου'μπαίην ως εδώ του είχε πάρει περισσότερο χρόνο απ' όσο είχε υπολογίσει· περισσότερο απ' όσο είχε αρχικά επιθυμήσει. Ο δράκος δεν είχε σταθεί συνεργάσιμος, να τον δεχτεί στις πλάτες του για να πετάξουν μαζί και ο βασιλιάς – παρ' ότι θα μπορούσε να τον έχει εξαναγκάσει – δεν θέλησε να ρισκάρει τις όποιες πιθανές εις βάρος του συνέπειες αυτή η μη συνεργασία θα μπορούσε να έχει. Έτσι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τη βασιλική του άμαξα για να φτάσει οδικώς στην Ντρας-Λεόνα, πράξη που του είχε κοστίσει μεγάλη καθυστέρηση.

Πριν ξεκινήσει το ταξίδι απ' την πρωτεύουσα ως εδώ, ο αστρολόγος του τον είχε ενημερώσει. Οι δύο φλόγες, που εμφανίζονταν πάνω στον αρχαίο ξωτικίσιο χάρτη, επρόκειτο να ενωθούν και μάλιστα σύντομα. Ο γέροντας είχε τολμήσει να συμβουλεύσει τον βασιλιά του, να προσπαθήσει να αποτρέψει το συμβάν. Ο αστρολόγος είχε αφήσει υπονοούμενα για δυσάρεστες καταστάσεις που αφορούσαν το μέλλον του Γκαλμπατόριξ, αν η συνάντηση αυτή επιτελείτο. Ο βασιλιάς όμως είχε διασκεδάσει με τις ανησυχίες του αστρολόγου. Αν ήταν να εντοπίσει αυτόν τον νέο δρακοκαβαλάρη και τον δράκο του, ίσως ο γιος του Μόρζαν αποδεικνυόταν τελικά σε κάτι χρήσιμος.

Η σκέψη του Μέρταγκ προκάλεσε και πάλι την οργή του Γκαλμπατόριξ κι ένιωσε το αίμα ν' ανεβαίνει στο κεφάλι του. Το άτιμο παλιόπαιδο, που τόσα του είχε προσφέρει, από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι του στο κάστρο… Δεν φτάνει που τον είχε απογοητεύσει με το να μην υπακούσει στις διαταγές του, είχε συμπαρασύρει στο φευγιό του και έναν χρήσιμο υπηρέτη του παλατιού του, τον Τόρνακ τον οπλοδιδάσκαλο. Ήταν αναμενόμενο να μην κατορθώσουν οι φρουροί του να τους σταματήσουν τη νύχτα εκείνη που ενέδρευαν γι' αυτούς. Ο Τόρνακ ήταν ο πιο άξιος ξιφομάχος που είχε ποτέ περάσει απ' τους στρατώνες του κάστρου της Ουρου'μπαίην. Ο συνδυασμός του μαζί με τον Μέρταγκ τους έχριζε ακατανίκητους μαχητές. Όμως οι στρατιώτες της φρουράς ήσαν πολλοί κι ο οπλοδιδάσκαλος είχε προτιμήσει τον θάνατο, παρά να τους παραδοθεί. Είχε καλύψει τον αποστάτη θυσιάζοντας τη ζωή του, για να ανοίξει δρόμο προς την φυγή εκείνου. Αν ο Γκαλμπατόριξ είχε αντιληφθεί νωρίτερα τη βαθιά στοργική σχέση που ένωνε αυτούς τους δύο, θα είχε φροντίσει έγκαιρα να τους χωρίσει. Ότι όμως είχε γίνει, είχε γίνει και πια δεν άλλαζε. Κανένας άλλωστε δεν ήταν αναντικατάστατος.

Ο βασιλιάς ανάσανε βαθιά τον κρύο αέρα του απογεύματος. Είχε για κάποιες μέρες καλά και σίγουρα στριμώξει τον άπιστο γιο του Μόρζαν στο σπίτι του νεαρού λόρδου Μέλκερ, ο Μέρταγκ όμως αποδείχτηκε για άλλη μια φορά απρόβλεπτος. Κάποια στιγμή, που θα έπεφτε ξανά στα χέρια του – γιατί αυτή η ώρα θα ερχόταν σίγουρα – ο Γκαλμπατόριξ δεν σκόπευε να δείξει την παραμικρή επιείκεια. Η παλιά φιλία που τον είχε δέσει με τον Μόρζαν και είχε επηρεάσει ως τώρα την κρίση του για τον γιο του, καθόλου δεν θα τον εμπόδιζε να πάρει πάνω του την εκδίκηση που του χρωστούσε. Πριν τερματίσει ο βασιλιάς την άχρηστη ζωή του, θα φρόντιζε να τον κάνει παράδειγμα σε όλους. Έτσι κανένας και ποτέ δεν θα τολμούσε να αψηφήσει διαταγή του πάλι.

Όπως και να 'χε όμως, αυτός ο άτιμος λιποτάκτης μπορούσε, μέσα στην απροθυμία του να συνεργαστεί, να του φανεί λιγάκι χρήσιμος. Αν αλήθευαν οι προβλέψεις του αστρολόγου, θα μπορούσε να είναι ο Μέρταγκ αυτός που θα τον οδηγούσε στον νέο δρακοκαβαλάρη και τον δράκο του. Μέχρι στιγμής οι Ρά'ζακ είχαν αποδειχθεί ανίκανοι να φέρουν αποτέλεσμα. Οι πράξεις τους το μόνο που είχαν κατορθώσει ήταν να πέσει ο πολύτιμος, διπλός θησαυρός στα νύχια του χειρότερου εχθρού του, του Μπρομ. Όχι μονάχα είχε κατορθώσει ο Μπρομ να επηρεάσει τον νέο καβαλάρη και τον δράκο του, είχε φροντίσει και να τους εξαφανίσει προς άγνωστη κατεύθυνση. Όχι όμως για πολύ! Χάρη στις χρήσιμες πληροφορίες του αστρολόγου, ο Γκαλμπατόριξ είχε ενημερωθεί για το πού έπρεπε να τους αναζητήσει.

Ο βασιλιάς στράφηκε προς το μέσον του μεγάλου δωματίου. Πάνω σε βάθρο πέτρινο βρισκόταν η ασημένια λεκάνη, που λίγο πριν είχε χρησιμοποιήσει για να παρακολουθήσει τον γιο του Μόρζαν. Η επιφάνεια του υγρού είχε ήδη δείξει τον Μέρταγκ να συναντάται με κάποιον άγνωστο, που ο βασιλιάς δεν είχε κατορθώσει να 'δει' ποιος είναι. Ήταν φυσικό να μην μπορεί να παρακολουθήσει με την κρυσταλλοσκοπία κάποιον άγνωστο, που δεν είχε δει ποτέ του. Ήταν επίσης πιθανό, ο άγνωστος αυτός να μην ήταν άλλος, παρά ο αναζητούμενος δρακοκαβαλάρης. Οι Ρά'ζακ όμως τον ήξεραν! Είχανε δει τον νέο δρακοκαβαλάρη και τον δράκο του. Ο βασιλιάς τους είχε ήδη καλέσει στη Ντρας-Λεόνα, στο μέγαρο του λόρδου Ταμπόρ για μια συνάντηση μαζί του, με σκοπό να εξετάσει το νου τους. Αλλά μέχρι στιγμής και οι δύο είχαν αποφύγει να παρουσιαστούν μπροστά του. Ο Γκαλμπατόριξ όμως τους χρειαζόταν επειγόντως. Επιθυμούσε, μέσα από τις δικές τους μνήμες, να γνωρίσει τον νέο που επρόκειτο να γίνει υπηρέτης του και τον 'θησαυρό' που κουβαλούσε μαζί του.

Πάνω που ο θυμός μέσα του αναδευόταν και ήταν έτοιμος να επαναλάβει τη διανοητική του πρόσκληση στους Ρά'ζακ, μετ' επιτάσεως τούτη τη φορά, οι πόρτες της σάλας άνοιξαν και ο ίδιος ο λόρδος Ταμπόρ εμφανίστηκε στο άνοιγμά τους.

"Μεγαλειότατε!" Ο λόρδος πλησίαζε σκυμμένος σε μια σειρά συνεχών υποκλίσεων, με τις φαρδιές του ρόμπες να διπλώνουν πάνω στα στρώματα απ' το παχύ του στομάχι. "Οι πιστοί υπηρέτες σου, οι Ρά'ζακ, βρίσκονται εδώ κι αιτούνται μία συνάντηση με τη χάρη σου, αν ευαρεστηθεί να δεχτεί την ταπεινότητά τους." Απ' τη στιγμή που είχε έρθει ο βασιλιάς, ο ίδιος ο λόρδος είχε φροντίσει να εκτελεί χρέη υπηρέτη. Αντί να στείλει τώρα τον λακέ ή έναν φρουρό του, είχε αναλάβει ο ίδιος να ενημερώσει την μεγαλειότητά του για την παρουσία των Ρά'ζακ. Ό,τι χρειαζόταν θα το έκανε ο λόρδος Ταμπόρ, φτάνει να γλίτωνε απ' την βασιλική οργή για την υπεξαίρεση των χρημάτων και να απέφευγε μια πιθανή του τιμωρία.

Τα μάτια του βασιλιά στράφηκαν πάνω του με απέχθεια. Η παρουσία του λόρδου έκανε τον θυμό του να μεταστρέφεται γοργά σε αηδία για τη δουλική συμπεριφορά τούτου του υποτακτικού του. Το βλέμμα του άστραψε με κακία. Θα τέλειωνε πρώτα με τις σημαντικές του υποθέσεις, του νέου καβαλάρη και του δράκου του, κατόπιν θ' ασχολείτο και μαζί του. Ο βασιλιάς ανέβηκε στο βάθρο της ηγεμονικής πολυθρόνας που χρησιμοποιούσε ο λόρδος της Ντρας-Λεόνα και κάθισε πάνω στις γούνες και τα άνετα βελουδένια μαξιλάρια. Από το ύψος αυτό ατένισε την είσοδο της σάλας με βλέμμα αυστηρό.

"Να περάσουν!"

Ο λόρδος Ταμπόρ τραβήχτηκε στην άκρη σκύβοντας με ταπεινότητα – μακάρι να μπορούσε να γίνει αόρατος μπροστά στη μεγαλειότητά του – ταυτόχρονα στην είσοδο της σάλας εμφανίστηκαν οι δύο σκοτεινοί υπηρέτες του Γκαλμπατόριξ, οι Ρά'ζακ. Ο βασιλιάς τους κοίταζε μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο ν' ανθίζει πάνω στα χείλη του, καθώς προχωρούσαν προς τη μεριά του με βήμα αργό. Ο προηγούμενος θυμός, που η θύμηση του γιου του Μόρζαν είχε ξεσηκώσει στον εσωτερικό του κόσμο, δεν είχε ακόμα καταλαγιάσει. Οι Ρά'ζακ έφτασαν μπροστά του και στάθηκαν σε αρκετή απόσταση από το βάθρο. Τα σκούρα μάτια του Γκαλμπατόριξ καρφώθηκαν απάνω τους. Πρόσεξε ότι ο πιο μικρόσωμος έδειχνε εξουθενωμένος. Πράγμα παράξενο, γιατί ήταν αυτός πάντοτε ο πιο φαρμακερά δραστήριος και αιμοβόρος. Ίσως το τέρας είχε καιρό να ταϊστεί. Μπορεί, σαν θα τελείωνε την κουβέντα του μαζί τους, να επέτρεπε σε τούτον εδώ τον δόλιο να κορέσει μέρος απ' την πείνα του πάνω στις πλούσιες σάρκες του λόρδου. Έτσι όπως ο Ταμπόρ στεκόταν παράμερα, ακόμα διπλωμένος σε μια μόνιμη υπόκλιση, με τον ιδρώτα να γυαλίζει στο φαλακρό του μέτωπο, ο Γκαλμπατόριξ σκέφτηκε πως ήταν σκέτη πρόκληση. Φαντάστηκε τον Ρά'ζακ να ραμφίζει πρώτα αυτό το γυμνό κεφάλι, κατόπιν να τσιμπολογά τα γουρουνίσια μάτια του λόρδου με τα πρησμένα βλέφαρα. Μετά ίσως του ξερίζωνε τη γλώσσα, που μόνο άχρηστες κολακείες για ίδιον όφελος ήξερε να επαναλαμβάνει.

Μία σειρά από αποτρόπαια τσιρίγματα και φρικιαστικά κροταλίσματα ξανάφερε την προσοχή του Γκαλμπατόριξ στο θέμα δράκου και καβαλάρη. Είχε στείλει τους Ρά'ζακ να τους συλλάβουν χωρίς αποτέλεσμα. Καλά θα έκαναν τώρα να βρουν σωστή δικαιολογία για την αποτυχία τους.

"Μιλήστε!" Η ανυπομονησία στη φωνή του ήταν προφανής, παρά το μεγαλόπρεπο ύφος του πάνω στο βάθρο.

Με συνεχόμενα τσιρίγματα και κροταλίσματα του ράμφους, ο μεγαλόσωμος Ρά'ζακ ανέλαβε να περιγράψει στον βασιλιά τα όσα είχαν συμβεί την νύχτα της συνάντησής τους με τον νέο δρακοκαβαλάρη. Ο αιμοβόρος μικρόσωμος – ο Γκαλμπατόριξ γνώριζε, ότι επρόκειτο για το θηλυκό του ζεύγους – παρέμενε παράξενα σιωπηλός και μαζεμένος. Δεν ήταν ότι απέτυχαν στην αποστολή τους, εξήγησε ο Ρά'ζακ, αλλά πάνω που είχαν συλλάβει δράκο και καβαλάρη, τους επετέθησαν πλήθος εχθροί με βέλη. Ο Ρά'ζακ έπρεπε να προστατεύσει το πληγωμένο θηλυκό του. Κάτω από τον καταιγισμό των εχθρικών βελών, του ήταν αδύνατον το να ρισκάρει τη ζωή της πολύτιμης συντρόφου. Ευκαιρίες να συλλάβουν τον δρακοκαβαλάρη θα υπήρχαν κι άλλες.

Αυτά ισχυρίστηκε ο Ρά'ζακ ανάμεσα σε τσιρίγματα και κροταλίσματα, ο βασιλιάς όμως, πάντα καχύποπτος, δεν πείστηκε. Από τη φύση τους τα πλάσματα αυτά δεν επηρεάζονταν απ' τη μαγεία, ο Γκαλμπατόριξ όμως γνώριζε μαύρες μεθόδους, που θα μπορούσαν να τους υποτάξουν στις διαθέσεις του. Εδώ και πολύ καιρό είχε ανακαλύψει τα αληθινά ονόματα των Ρά'ζακ, κάτι που τους καθιστούσε σκλάβους του. Αυτά τα ονόματα χρησιμοποίησε και τώρα. Απαγγέλλοντας λέξεις σκοτεινές ο βασιλιάς υπέταξε τα πλάσματα στην θέλησή του. Ανάγκασε και τους δύο ν' ανοίξουν τα εξώκοσμα, εχθρικά μυαλά τους, διείσδυσε στις αναμνήσεις τους και τότε 'είδε'!

Είδε μέσα από τα μάτια τα δικά τους και τις αισθήσεις την ομορφιά του γαλανού δράκου και θαύμασε την αγριότητα και πίστη του στον δρακοκαβαλάρη. Είδε τον νεαρό άντρα, παιδί σχεδόν, που είχε ενωθεί μαζί του. Είδε και τον παλιό εχθρό, τον Μπρομ, γέροντα πια κι εξουδετερωμένο από το στιλέτο. Κατάλαβε ακόμα και την πραγματική πρόθεση του Ρά'ζακ, όταν έβαζε με το ίδιο αυτό στιλέτο τον δρακοκαβαλάρη στόχο. Κι ο βασιλιάς οργίστηκε. Η διαταγή που ρητά είχε δώσει, ήταν να συλλάβουν δράκο και καβαλάρη και άμεσα να τους παραδώσουν. Δεν ήταν να εξολοθρεύσουν τον έναν από το ζευγάρι διακινδυνεύοντας έτσι την ύπαρξη του άλλου.

Με μια θυμωμένη κίνηση του χεριού του ο Γκαλμπατόριξ τίναξε τα δύο ανυπάκουα τέρατα στην άλλη άκρη της αίθουσας. Λόγοι φρικτοί κι ανήκουστοι ξέφυγαν απ' το στόμα του κι οι δύο Ρά'ζακ άρχισαν να συστρέφονται στο δάπεδο τσιρίζοντας κι ουρλιάζοντας εκκωφαντικά από τον πόνο και τον τρόμο. Ο βασανιστής και τιμωρός τους σηκώθηκε ολόρθος, πλησίασε και στάθηκε από πάνω τους με μάτια γουρλωμένα απ' την οργή. Με απότομες κινήσεις των χεριών του επέτεινε την αγωνία και το μαρτύριό τους, μέχρι που τα ράμφη τους σταμάτησαν ν' ανοιγοκλείνουν και να κροταλίζουν με αγωνία, τα τσιρίγματα έπαψαν κι απόμειναν δυο όγκοι ακίνητοι, κουλουριασμένοι πάνω στις πέτρινες πλάκες του δαπέδου.

Τα χέρια του βασιλιά κρεμάστηκαν στα πλευρά του κι οι λόγοι της μαύρης μαγείας έσβησαν στα χείλη του. Στάθηκε ακίνητος, με τη μανία να τιμωρήσει ικανοποιημένη μέσα του. Ο ταραγμένος νου του ήταν χαμένος, ποιος ξέρει σε ποια μονοπάτια της κόλασης που είχε εξαπολύσει, τα σκοτεινά του μάτια στραμμένα σε εικόνες των εσώτερων επιθυμιών του.

"Θέλω τον δράκο ζωντανό!" είπε με φωνή ελεγχόμενη, αλλά εχθρική. "Το ίδιο και τον καβαλάρη! Σας το είχα κάνει σαφές νομίζω." Ο Γκαλμπατόριξ γύρισε στο βάθρο και κάθισε ξανά στην πολυθρόνα του άρχοντα. Το σκούρο βλέμμα του καρφώθηκε πάνω στους Ρά'ζακ, χωρίς όμως να τους βλέπει. Η εικόνα του γαλάζιου δράκου γέμιζε ακόμα με λαχτάρα το οπτικό του πεδίο. "Γυρίστε τώρα εσείς οι δύο στη φωλιά σας, στο Χελγκράιντ, μέχρι ξανά να σας καλέσω. Να ευχαριστείτε την επιείκειά μου, που σώζει τις ζωές σας και μην ξεχνάτε, ότι η άδεια να κυνηγάτε την αγαπημένη σας τροφή προέρχεται από μένα. Δεν ξέρω σε τι καλοπιάσματα σας έχουν συνηθίσει οι ιερείς της πόλης, θεούς όμως μην θεωρείτε εσείς τους εαυτούς σας. Κανείς δεν βρίσκεται σε ιεραρχία πάνω από μένα, ούτε έχει δικαίωμα να παρακούει τις εντολές μου. Αυτός ο δράκος θα γίνει δικός μου, το ίδιο και ο καβαλάρης του. Τώρα πηγαίνετε!"

Ο μεγαλόσωμος Ρά'ζακ κινήθηκε πονεμένος πάνω στο πάτωμα, ξεκουλουριάστηκε αργά και γονατίζοντας αγκάλιασε προστατευτικά το θηλυκό του. Βοηθώντας το ταίρι του αποτραβήχτηκαν και οι δύο πονεμένοι προς την έξοδο της αίθουσας του μεγάρου. Λίγο πριν βγουν ο πιο μικρόσωμος στράφηκε προς τη μεριά του Γκαλμπατόριξ και μ' ένα αμυδρό και πονεμένο χούνιασμα εξέφρασε την οδύνη του και το μίσος. Ο σύντροφός της καταλάβαινε την αποστροφή της. Ο βασιλιάς είχε σκλαβώσει και τους δύο μαθαίνοντας τα αληθινά ονόματά τους. Τους είχε πάρει τα παιδιά τους, για να τα κρύψει σε μέρος άγνωστο σ' αυτούς. Τους χρησιμοποιούσε για τις πιο δύσκολες υποθέσεις του, διατάζοντάς τους σαν να ήταν σκλάβοι· γιατί σκλάβοι του πραγματικοί είχαν γίνει, ενάντια στις διαθέσεις τους. Ο δρακοκαβαλάρης βασιλιάς ήταν εχθρός τους κι εχθρός του είδους τους. Βαθιά μεσ' στην καρδιά τους και οι δύο Ρά'ζακ έτρεφαν μίσος ασίγαστο γι' αυτόν και για τον δράκο του. Το ίδιο μίσος είχαν νοιώσει και για τον νεαρό, καινούριο καβαλάρη του γαλάζιου δράκου. Μήπως δεν θα γινόταν αυτός ο νέος διάδοχος του τυραννικού Γκαλμπατόριξ; Μήπως δεν θα έκανε στους ίδιους και τα παιδιά τους, ότι ο προκάτοχός του; Ο Ρά'ζακ δεν του χρεωστούσε καλό, ούτε και σκόπευε να ανταλλάξει τον έναν αφέντη με έναν άλλο. Αυτός ήταν και ο λόγος, που του είχε πετάξει το στιλέτο. Είχε επιχειρήσει να τον σκοτώσει, να τερματίσει από νωρίς την επικίνδυνη γι' αυτούς ζωή του.

Μόλις οι δύο Ρά'ζακ εξαφανίστηκαν τρεκλίζοντας προς την έξοδο του μεγάρου, ο λόρδος Ταμπόρ σύρθηκε μπροστά στα πόδια του βασιλιά στα τέσσερα. Όλη την ώρα που κράτησε η τιμωρία των Ρά'ζακ ο ανθρωπάκος ήταν παρών και είχε δει την οργή και τη μανία του Γκαλμπατόριξ. Κυλιόταν τώρα σκούζοντας μπροστά του, εκλιπαρώντας για το έλεός του. Επαναλάμβανε τους όρκους, που κάποτε έδωσε, πως πάντα θα φροντίζει να διαφυλάττει το συμφέρον του βασιλιά του και ποτέ ξανά δεν θα τολμήσει να διανοηθεί να παρανομήσει. Ο βασιλιάς όμως δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία. Ήταν πολύ απασχολημένος με την εικόνα του γαλάζιου δράκου, με τις σκέψεις και τα σχέδιά του για το μέλλον, για να ασχοληθεί την ώρα εκείνη μ' αυτόν τον δούλο.

~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~

Στον πιο ψηλό πύργο της ακρόπολης στην Ουρου'μπαίην ο αστρολόγος και πάλι ξενυχτούσε γέρνοντας πάνω απ' τον αρχαίο του χάρτη. Το μόνο φως που φώτιζε το μικρό δωμάτιο ήταν οι μαγικά γεννημένες φλόγες, που πια είχαν ενωθεί σε μία. Σαν ένας φεγγοβόλος πυρσός σκορπούσαν το φως τους ένα γύρω κι είχαν θεριέψει σε ένταση, λαμπρότητα και μέγεθος.

Ο γέροντας κούνησε το κεφάλι με έκδηλη απογοήτευση. Ένα σκοτεινό συναίσθημα ματαιότητας γέμιζε την καρδιά του. Μέσα στην γιγαντωμένη αυτή διπλή φωτιά, που λαμποκοπούσε κι έκαιγε ολόφωτη, ο αστρολόγος έβλεπε καθαρά την καταδίκη του βασιλιά του. Η αρχή του τέλους της βασιλείας του Γκαλμπατόριξ, μπορεί ακόμα και της ίδιας της ζωής του, είχε αρχίσει μ' αυτή την ένωση.

"Είναι αργά για σένα, βασιλιά μου" μουρμούρισε ο γέροντας. "Ο πολεμιστής συνάντησε το δράκο… Οι δύο φλόγες έχουν ήδη γίνει μία! Μαζί θα κάψουν…"

Μία ακόμη ματιά πάνω στον χάρτη τον έπεισε για την ορθότητα αυτής της πρόβλεψης. Η απεικόνιση του πολεμιστή πάνω στο άλογό του λαμπύριζε στην μια γωνιά του σύμπαντος, το τεντωμένο βέλος στο τόξο του άντρα έτοιμο να εξαπολύσει μια απόκοσμη φωτιά. Τα μάτια του αλόγου φλέγονταν απ' την ορμή κι στο αντίκρυ του σημείο, το ολάνοιχτο στόμα του δράκοντα ξερνούσε φλόγες. Ο λέοντας στο κέντρο βρυχιόταν όπως πάντα, με την περήφανη χαίτη ν' ανεμίζει και τα θανατηφόρα νύχια πανέτοιμα να χτυπήσουν. Κάτι όμως απ' την πρωτύτερη αίγλη του είχε χαθεί. Ο βρυχηθμός του έμοιαζε πιότερο με κραυγή αγωνίας και η κίνηση του ανασηκωμένου, νυχάτου ποδιού με απελπισμένη άμυνα για αυτοπροστασία. Μπορεί ο Γκαλμπατόριξ να ήταν ακόμα ο κραταιός άρχοντας της Αλαγαισίας, μπορεί η βασιλεία του να διαρκούσε για αρκετούς χρόνους. Το τέλος της εξουσίας του όμως είχε ήδη αρχίσει. Η καταδίκη του είχε αποφασιστεί στα άστρα.

~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~

(συνεχίζεται)


Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.