ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
«Δεν έχει περάσει ούτε μήνας και δεν μπορείς να κάνεις μακριά μου;»
Το βλέμμα του Άλμπους είναι σκωπτικό.
«Ναι, σε επιθύμησα τρελά. Λέγε τώρα, θα έρθεις;»
«Δεν ξέρω. Μου το έφερες λίγο απότομα. Χρειάζομαι να το σκεφτώ.»
Πρωί-πρωί και με παίρνει στον καθρέφτη να μου πει να πάω να τον βρω στην Αμερική. Γνωρίζοντας τον Άλμπους, αυτό ήταν κάτι που πραγματικά δεν περίμενα.
«Τι να σκεφτείς; Δεν σου είπα να μετακομίσεις, να έρθεις να με δεις λίγες ημέρες είπα. Άλλωστε και εκεί που κάθεσαι τι κάνεις;»
Προσπαθώ να μην τρελαθώ.
«Δουλεύω, ξέρεις.»
«Σιγά τα ωά! Οι θείοι μπορούν να βρουν αντικαταστάτρια σου στο λεπτό. Δεν θα συμβεί τίποτα να λείψεις μία εβδομάδα. Έλα, θα περάσουμε ωραία. Θα σου αρέσει η Νέα Ορλεάνη. Άλλος κόσμος.»
Τον παρατηρώ καλύτερα. Ο τρόπος του έχει κάτι το πιεστικό, μία υποψία απόγνωσης που αντιλαμβάνομαι πίσω από τις λέξεις του. Κάτι συμβαίνει και με θέλει εκεί πέρα.
«Την Λέιλα την βρήκες;»
Η έκφραση του αλλάζει κάπως, αλλά παραμένει καλός στο να κρύβει τα συναισθήματα του και δεν μπορώ να την αποκωδικοποιήσω πλήρως.
«Αν την έχω βρει, θα είναι κίνητρο να έρθεις;»
«Την βρήκες; Πες μου.»
«Μπορεί.»
Παίζω τα μάτια μου με πάρεση.
«Άλμπους, αν δεν μου πεις τον αληθινό λόγο που με θέλεις εκεί πέρα, δεν πρόκειται να έρθω.»
Αρκετά χατίρια χωρίς εξήγηση έχω κάνει. Νισάφι!
Φαίνεται να συνειδητοποιεί, ότι το εννοώ. Σφίγγει τα χείλη του.
«Κοίτα, δεν μπορώ να σου το πω από εδώ, αλλά όντως συμβαίνει κάτι. Θέλω την βοήθεια σου. Ορίστε, στο είπα, ευχαριστημένη; Θα έρθεις τώρα;»
«Την βοήθεια μου σε τι;»
«Οοοοο! Ξέχνα, ότι στο είπα, οκέι.»
«Εντάξει, εντάξει, μην αρπάζεσαι, ζοχάδα, ε, ζοχάδα! Θα έρθω.»
«Άντε, με έσκασες.»
Αυτό είναι το ευχαριστώ του.
«Λοιπόν, σε περιμένω αύριο.»
«Αύριο; Δεν έχω δει καν πότε έχει πύλη!»
«Έχει πολλές κάθε ημέρα για Αμερική. Σίγουρα θα βρεις θέση.»
«Ναι, αλλά τα πράγματα μου; Πρέπει να μιλήσω και με την Έμιλι.»
«Έχεις μία ολόκληρη ημέρα. Για αυτό σε πήρα νωρίς.»
«Τόσο πολύ καίγεται ο κώλος σου;»
Η ματιά του είναι δολοφονική.
«Καλά-καλά. Αν προλάβω, θα έρθω αύριο. Αλλιώς το πολύ μεθαύριο.»
«Αύριο.»
Σιχτιρίζω το πείσμα του.
«Εγώ είμαι η πιο μικρή, εγώ θα έπρεπε να είμαι η κακομαθημένη της οικογένειας.»
«Μην ανησυχείς και δεν έχεις ανταγωνισμό για την θέση. Λοιπόν, μάθε για την πύλη και στείλε να μου πεις ώρα και μέρος που φτάνεις, για να έρθω να σε πάρω.»
«Να ξέρεις μου χρωστάς.»
«Από όταν γεννήθηκες.»
Το κλείνουμε.
Καμία όρεξη δεν έχω να τρέχω στην Αμερική, αλλά για να ζητάει την βοήθεια μου ο Άλμπους, ο πιο ψωροπερήφανος άνθρωπος του κόσμου, πάει να πει πως όντως κάτι τον προβληματίζει. Η αλήθεια είναι, ότι οι θείοι μου δεν έχουν αντίρρηση να μου δώσουν άδεια. Ούτως ή άλλως χαριστικά με έχουν εκεί πέρα. Για εκείνη που ανησυχώ είναι η Έμιλι. Δεν θέλω να την αφήσω μόνη.
«Θα είμαι μία χαρά,» με διαβεβαιώνει.
«Σίγουρα;»
«Ναι, ρε, μην κολλάς. Θα πάω ίσως το σουκού στους γονείς μου να τους δω λίγο. Έχω και τον δίσκο να δουλεύω. Θα είμαι απασχολημένη. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αγχώνεσαι για εμένα. Πήγαινε, θα σου κάνει καλό να ξεφύγεις.»
Δεν της λέω, ότι από αυτό που χρειάζεται να ξεφύγω είναι από το μυαλό μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς μου συμβαίνει. Τι ακριβώς μου συνέβη εκείνη την ημέρα με τον Φραντσέσκο. Αν ήταν το μέλλον αυτό που είδα ή η απεικόνιση της δικής του επιθυμίας. Ο Ίαν δεν μου είχε αναφέρει να έχει τέτοια οράματα. Τον κατηγορώ που έφυγε και με άφησε ολομόναχη να αντιμάχομαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Μόνο εκείνον έχω, μόνο σε εκείνον μπορώ να στραφώ. Χωρίς εκείνον πλέω σε μαύρα μεσάνυχτα.
Το βράδυ δεν κοιμάμαι καλά. Διάφορες σκέψεις με κρατάνε ξύπνια. Πού να είναι; Πού να βρίσκεται; Τι να κάνει; Πότε θα γυρίσει; Με αγαπάει ακόμα;
Την επόμενη ημέρα με συνοδεύει η Έμιλι μέχρι το Υπουργείο, από όπου θα χρησιμοποιήσω την πύλη, για να περάσω Αμερική. Με αγκαλιάζει σφιχτά.
«Να περάσεις τέλεια.»
Την αποχαιρετώ και παίρνω την σειρά μου μπροστά από τον τοίχο που ενώνει τις δύο χώρες. Με ένα βήμα βρίσκομαι στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, συγκεκριμένα στο Μουσείο Μαγείας της Νέας Ορλεάνης. Ο Άλμπους είναι εκεί και με περιμένει. Φοράει την υπηρεσιακή στολή των Χρυσούχων της Αμερικής˙ σκούρο μπλε χιτώνα με χάλκινα σιρίτια στα μανίκια και τον ποδόγυρο. Υποδηλώνουν την χαμηλότερη βαθμίδα. Αν ο Τέντι φορούσε κάτι ανάλογο, τα δικά του σιρίτια θα ήταν ασημένια. Του πατέρα μου χρυσά.
«Ήρθες κατευθείαν από την δουλειά;»
«Ναι, είχα την βραδινή βάρδια.»
Παίρνει την μικρή μου βαλίτσα και με οδηγεί έξω από το κτήριο. Είναι η δεύτερη φορά που έρχομαι στην Αμερική. Την πρώτη ήμουν πολύ μικρή, με την οικογένεια μου, και δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Τώρα, αυτό που παρατηρώ είναι πόσο πιο μεγάλη είναι από την Αγγλία. Από όλη την Ευρώπη βασικά. Η αίσθηση της απεραντοσύνης του χώρου σε υποβάλει. Οι δικές μας οι πόλεις είναι στενές, περίπλοκες, δαιδαλώδεις. Λίγα είναι τα ανοιχτά σημεία, οι άπλες. Εδώ, κάθε οικοδομικό τετράγωνο ισοδυναμεί με πέντε δικά μας και αποτελείται από ένα μόνο κτίσμα. Λίγοι άνθρωποι περπατάνε στα πεζοδρόμια. Αντίθετα, οι δρόμοι είναι γεμάτοι αυτοκίνητα. Μπροστά σε ένα παρκαρισμένο σταματάει ο Άλμπους.
«Από πότε έχεις αμάξι;»
Έχει δίπλωμα οδήγησης από την Αγγλία, για κάποιον ακατανόητο για εμένα λόγο. Ως μάγος τού είναι πρακτικά άχρηστο. Μόνο για μόστρα κάνει.
«Εδώ οι κανόνες είναι διαφορετικοί από το σπίτι,» μου εξηγεί ανοίγοντας την πόρτα των επιβατών και χώνοντας την αποσκευή μου στο πίσω κάθισμα.
«Δηλαδή;»
Περιμένει να μπούμε μέσα στο αυτοκίνητο, για να μου απαντήσει.
«Η Αμερική έχει πολύ πιο αυστηρά οργανωμένο σύστημα μαγείας. Εδώ η αντιπαράθεση με τους μαγκλ ήταν πολύ πιο έντονη. Στην Αγγλία η μαγεία υπήρχε πάντα, είναι μέρος της ιστορίας, του κοινωνικού μύθου, οι άνθρωποι αποδέχονται πολύ πιο εύκολα την διατάραξη του φυσιολογικού, για αυτό και το Υπουργείο είναι πολύ πιο ελαστικό.»
Βάζει μπρος και ξεκινάμε. Τουλάχιστον, πρόκειται για μαγικό όχημα, όσο και αν φαινομενικά μοιάζει ίδιο με οποιοδήποτε μαγκλ. Δεν τα εμπιστεύομαι καθόλου τα ανθρώπινα μέσα μεταφοράς.
«Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν όλα αυτά.»
«Δεν μπορείς να διακτινιστείς παντού. Ούτε στην Αγγλία, βέβαια, μόνο που εδώ τα σημεία που επιτρέπεται είναι πολύ λιγότερα και πολύ πιο μακριά το ένα από το άλλο. Για αυτό τα τελευταία χρόνια οι περισσότεροι μάγοι χρησιμοποιούν αυτοκίνητα. Το ίδιο και το Σώμα Χρυσούχων.»
«Αυτό είναι υπηρεσιακό;»
«Και ναι και όχι. Μου το προμήθευσε το Τμήμα, αλλά και για ιδιωτική χρήση, όσο θα βρίσκομαι Αμερική. Εντάξει, ξέρω, φαίνεται περίεργο σε εμάς, αλλά η Αμερική είναι τεράστια. Αν δεν υπήρχαν τόσο αυστηροί περιορισμοί, θα μπορούσε πραγματικά ο καθένας να κάνει ό,τι του γουστάρει. Δεν θα υπήρχε κράτος, όλα θα ήταν αναρχία.»
«Και εσύ την σιχαίνεσαι την αναρχία.»
Χαμογελάει στραβά.
«Πεινάς;»
«Ναι, δεν έφαγα πρωινό.»
«Ωραία, θα πάμε σε ένα καφέ κοντά στο σπίτι μου.»
Τα αμερικανικά καφέ είναι ίσως το μόνο πράγμα που θα ήθελα να υιοθετήσουμε στην Ευρώπη. Τα βλέπω σε ταινίες και ενθουσιάζομαι. Καρό τραπεζομάντηλα, κόκκινα καθίσματα από βινύλιο, σερβιτόρες με ροζ στολή και άσπρη ποδιά βγαλμένες από κομμωτήρια των 80ς, στοίβες από πάνκεικς, αυγά και μπέικον να στάζουν λίπος, παγωτό με σαντιγί και ανάγλυφες πατάτες γκριλ. Το φαντάζομαι και μου τρέχουν ήδη τα σάλια. Απογοητεύομαι, όταν φτάνουμε εν τέλει στον προορισμό μας. Δεν πρόκειται για κλασικό αμερικανό καφέ, τουλάχιστον έτσι όπως το έχω στο μυαλό μου. Είναι πολύ πιο Ευρωπαϊκό. Μικρούλι, ζεστό, θαλπωρικό, με ξύλινη διακόσμηση, αμέτρητους πίνακες αρ νουβό στους τοίχους και μουσική τζαζ να ηχεί μελωδικά από τα μεγάφωνα. Είναι ήσυχο, λιγοστοί θαμώνες κάθονται διάσπαρτα σε μεταλλικά τραπέζια και καρέκλες. Καταλαμβάνουμε μία εσοχή δίπλα από το παράθυρο που βλέπει έξω στον πλακόστρωτο δρόμο.
«Έχουν τρομερά σάντουιτς εδώ πέρα,» με πληροφορεί ο Άλμπους. «Να δοκιμάσεις αυτό με τα τηγανιτά θαλασσινά.»
«Νομίζω θα προτιμήσω το απλό πρωινιάτικα.»
«Εσύ χάνεις.»
Παραγγέλνουμε φαγητό και καφέδες. Είναι δεδομένο, ότι κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Μπορώ να το καταλάβω από την μικρότερη κίνηση του. Πώς κουνάει νευρικά το πόδι του κάτω από το τραπέζι, πώς παίζει τα δάχτυλα του στα γόνατα του, πώς δαγκώνει συνεχώς τα χείλη του. Παρόλα αυτά μένει σιωπηλός για το επίμαχο θέμα. Με ρωτάει πώς πάνε γενικά τα πράγματα στο σπίτι, τι κάνει όλο μας το σόι, η Έμιλι, μέχρι και η φίλη μου η Εμμανουέλλα Νοτ, παρότι έχει να την δει μήνες.
«Αλ…»
«Και αυτή η άλλη, πώς την έλεγαν να δεις, ήσασταν μαζί στο ίδιο έτος, νομίζω ήταν από κάπου εξωτικά, Τυνησία, Λίβανο...»
«Αλ!»
«Όχι, το θυμήθηκα από το Μαρόκο ήταν! Πώς την λένε;»
«Μαγδαλένα και είναι από την Αλγερία.»
«Α, να, γεια σου. Τι κάνει;»
«Καλά είναι σε χαιρετάει. Αλ, θα μου πεις επιτέλους τι σκατά συμβαίνει; Γιατί με έφερες εδώ πέρα άρον-άρον;»
Είναι τυχερός και την γλιτώνει, επειδή εκείνη την στιγμή έρχεται στο τραπέζι μας μία κυρία μεγάλη σε ηλικία με στολή του μαγαζιού. Είναι κυριολεκτικά τεράστια. Πανύψηλη και ογκώδης. Φανταστείτε, ο Άλμπους που σηκώνεται να την χαιρετίσει μοιάζει δίπλα της τζιτζιφιόγκος.
«Τι κάνεις, ομορφόπαιδο; Έφερες και παρέα βλέπω.»
«Ρεγγίνα, να σου γνωρίσω την αδερφή μου. Λίλι, η ιδιοκτήτρια της Μαύρης Σαύρας.»
Έτσι το λένε το καφέ που καθόμαστε; Ήξερα, ότι η Νέα Ορλεάνη φημίζεται για τον λυρισμό της, αλλά δεν περίμενα τόσο.
«Είναι πολύ ωραίο το μαγαζί σας. Και το φαγητό απίστευτο.»
Αυτό το εννοώ.
«Γλυκιά μου, σε ευχαριστώ.»
Με χαϊδεύει στο μάγουλο με μία παλάμη ίση με κουπί.
«Να ξέρεις τον αδερφό σου τον περιποιούμαστε δεόντως εδώ πέρα. Τέτοιο παλικάρι δεν γίνεται να μην το έχουμε στα όπα-όπα. Μαίρη-Λουίζ, έλα εδώ, μωρή, να πεις μία καλημέρα στα παιδιά!»
Μία κοπέλα εμφανίζεται πίσω από την γιγαντογυναίκα. Είναι και αυτή μαύρη με μακριά, σγουρά μαλλιά και από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της φαίνεται να είναι κόρη της Ρεγγίνας, παρότι εκείνη είναι σε πολύ πιο διαχειρίσιμες διαστάσεις. Είναι ζουμπουρλούδικη, με πλούσιο στήθος που δυσανασχετεί μέσα στην στολή της κουμπωμένη όπως την έχει μέχρι τον λαιμό και τροφαντά οπίσθια, στο ύψος όμως είναι περίπου σαν και εμένα.
«Καλημέρα,» μουρμουρίζει κοιτώντας μας κάτω από τις πυκνές της βλεφαρίδες.
«Από τον πατέρα της πήρε,» με ενημερώνει η Ρεγγίνα συνωμοτικά.
Έπειτα στρέφεται στην κόρη της.
«Μαίρη-Λουίζ, πήγαινε να βάλεις μπανανογλυκό να τρατάρουμε τους ανθρώπους.»
Η Μαίρη-Λουίζ ρίχνει μία ντροπαλή ματιά προς τον αδερφό μου και ύστερα χάνεται στην κουζίνα.
«Δεν χρειάζεται,» ξεκινώ να λέω.
«Ε, πως! Πρώτη φορά στα μέρη μας να μην φας την σπεσιαλιτέ μας; Ο Άλμπους την λατρεύει. Ε, αγόρι μου; Για αυτό δεν έρχεσαι κάθε μέρα;»
«Και για την καλή παρέα,» απαντά εκείνος.
Φεύγουμε από το καφέ με τον λογαριασμό κερασμένο και δύο κουτιά γλυκά.
«Η Ρεγγίνα σου πασάρει την κόρη της,» σχολιάζω το πασιφανές.
«Το ξέρω.»
«Σου πασάρει την κόρη της για νύφη.»
«Ε, αφού είμαι λεβεντόπαιδο.»
«Λεβεντόπαιδο, Αρίστο, μπες στο μαγαζί και κλείσε το.»
«Δεν αντιλαμβάνομαι την ειρωνεία σου.»
«Μωρέ, κανόνισε να κάνεις καμία βλακεία με την κόρη και η μάνα θα κάνει βουντού την πέτσα σου.»
«Φτάσαμε,» αποκρίνεται αντί για αυτού.
Μπαίνουμε σε ένα δίπατο κτήριο, αντιπροσωπευτικό δείγμα αρχιτεκτονικής της περιοχής. Στην είσοδο μία πόρτα στα δεξιά πρέπει να οδηγεί στο διαμέρισμα του ισογείου, μα ο Άλμπους ανεβαίνει την σκάλα για τον δεύτερο όροφο. Ξεκλειδώνει μαγικά και μου ανοίγει. Το σπίτι του είναι όμορφα διακοσμημένο και επιπλωμένο. Του το προσέφεραν από το Τμήμα Χρυσούχων ως μέρος του προγράμματος ανταλλαγής. Έχει ένα σαλόνι, ξεχωριστή κουζίνα με τραπέζι για φαγητό, μπάνιο και δύο κρεβατοκάμαρες. Η μία ανήκει στον Άλμπους. Από την άλλη βγαίνει ένας άγνωστος μου τύπος. Φοράει και αυτός υπηρεσιακό χιτώνα με χάλκινα σιρίτια. Είναι μετρίου αναστήματος, μελαχρινός και μελαμψός με σοκολατένια μάτια τόσο φωτεινά που μοιάζουν χρυσά.
«Λιλς, αυτός είναι ο συγκάτοικος μου. Κάρλος, η αδερφή μου.»
Ο Κάρλος με χαιρετάει με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
«Δεν μου είπες πως έχεις συγκάτοικο,» μουρμουρίζω κατηγορητικά στον Άλμπους.
Ο Κάρλος έρχεται κοντά και μου απλώνει το χέρι του. Φοβάμαι να του δώσω το δικό μου. Από την σκηνή με τον Ζαμπίνι και μετά η οποιαδήποτε ανθρώπινη επαφή με τρομάζει, πόσω μάλλον με άτομα που δεν γνωρίζω. Δεν θέλω, όμως, να καταλάβει τίποτα ο Άλμπους ή ο οποιοσδήποτε, για αυτό σφίγγω τα χείλη μου και ανταποδίδω την χειραψία. Ανασαίνω με βαθιά ανακούφιση, όταν δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα.
«Χαίρω πολύ. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάτσω να γνωριστούμε. Πρέπει να πάω στην δουλειά. Μπορούμε να κανονίσουμε να βγούμε το βράδυ, αν θέλετε.»
«Ναι, οκέι, το βλέπουμε,» συμφωνεί ο Άλμπους.
Ο Κάρλος μάς αποχαιρετά και φεύγει. Στρέφομαι με απαίτηση στον αδερφό μου.
«Σόρυ, αμέλησα να στο αναφέρω. Ήρθε προχθές. Είναι από το Πουέρτο Ρίκο, καλό παιδί. Ούτε που θα σε ενοχλήσει. Το σπίτι ανήκει στο Υπουργείο, δεν μπορούσα να πω τίποτα.»
Επιλέγει εκείνη την στιγμή να μου αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό του, προφανώς, για να ξεγλιστρήσει από την δύσκολη θέση.
«Κάτσε, θέλω να σου πω.»
Καθόμαστε στον καναπέ.
«Λίγο μετά που ήρθα έκανα μία μίνι έρευνα για την Λέιλα. Να δω πού μένει και λοιπά, όχι κάτι φοβερό.»
Με το ραβδί του εμφανίζει έναν φάκελο. Τον ανοίγει και μου δείχνει κάτι χαρτιά.
«Βρήκα κάτι περίεργο.»
«Τι;»
Το δάχτυλο του μού υποδεικνύει μία συγκεκριμένη πληροφορία. Χρειάζεται να διαβάσω δύο φορές, για να συνειδητοποιήσω τι σημαίνει.
«Η Λέιλα έχει γιο;»
Γεια σας, παρεάκι της Πέμπτης! Πώς περάσατε στις γιορτές; Πείτε μου τα νέα σας! Εδώ, μάθαμε τόσο μεγάλο νέο για την Λέιλα, αν και πολλές το είχατε υποψιαστεί! Ποιος λέτε να είναι ο πατέρας, οέο;
Προς Μαριλένα: Χαχαχα, στείλε κουκουβάγια, πολύ γέλασα!
Προς Νέλι: Σε ευχαριστώ για το σχόλιο σου, σημαίνει πάρα πολλά για εμένα!
Προς Νατάσσα: Πήγε Αμερική τελικά! Πώς σου φάνηκαν οι καινούργιοι χαρακτήρες;
Μέχρι την επόμενη φορά,
ΧΧΧ
Υ.Γ. Πολύ σύντομα θα ανανεώσω και το tumblr.
