Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στην Τζόαν Ρόουλινγκ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14: ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΕΡΑ

«Μου κάνεις πλάκα έτσι!»

Η νεανική ανδρική φωνή αντήχησε αγριεμένη στους διαδρόμους του Τμήματος Ασφάλειας και Προστασίας του Υπουργείου Μαγείας. Έξω από το γραφείο του Διευθυντή, η γραμματέας Σουλπηκία Στριγκάνοφ ανασήκωσε τους ώμους της κρύβοντας φοβισμένη το κεφάλι της στο λαιμό της. Μέσα στο γραφείο του Διευθυντή, ο δευτερότοκος γιος του Χάρυ Πότερ κοιτούσε με λύσσα τον πατέρα του, οι αρτηρίες στα μηλίγγια του να συσπώνται νευρικά.

«Άλμπους, σε παρακαλώ ηρέμησε», προσπάθησε να τον εξευμενίσει εκείνος με απαλή φωνή.

«Πες μου ότι μου κάνεις πλάκα! Πες μου ότι είναι ένα κακόγουστο αστείο!», ούρλιαξε έξαλλος ο μικρός Πότερ.

Είχε πεταχτεί από την καρέκλα του τη στιγμή που έφυγαν από τα χείλη του πατέρα του τα φαρμακερά λόγια. Τώρα στεκόταν όρθιος με τις γροθιές του σφιγμένες δίπλα στο τρεμάμενο κορμί του, τα χείλη του μία άσπρη γραμμή, οι κόρες των ματιών του διεσταλμένες.

«Άλμπους, παραφέρεσαι!», αντέκρουσε με μεγαλύτερη αυταρχικότητα ο Χάρυ Πότερ. «Λυπάμαι αν δε σου αρέσει, αλλά δε μπορεί να γίνει τίποτα για αυτό. Είσαι στην υπηρεσία του Υπουργείου και οφείλεις να υπακούς διαταγές! Είστε οι καλύτεροι Χρυσούχοι και είναι απαραίτητο να συνεργαστείτε για αυτήν την υπόθεση», εξήγησε ψύχραιμα ο μεσήλικος μάγος.

«Τις δικές σου διαταγές θες να πεις!», ξεφώνισε σχιζοφρενώς ο γιος του προτείνοντας απειλητικά το δάχτυλο του. «Τις δικές σου και του θείου Ρον. Τι νομίζετε πως θα καταφέρετε, αν μας στριμώξετε μαζί, ε; Ότι θα γυρίσουμε από την αποστολή αγαπημένοι και μονιασμένοι; Ότι θα γλιτώσετε από τον πονοκέφαλο του Άλμπους και θα είμαστε πάλι μία ευτυχισμένη οικογένεια; Δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ αυτό! Τον μισώ και θα τον μισώ για πάντα και ό,τι γαλιφιές κάνει για να σας πάρει με το μέρος του σε εμένα δεν περνάνε! Είναι ένα φίδι και θα έπρεπε να τον λιώσουμε στο κεφάλι σαν φίδι!»

Ο Χάρυ Πότερ έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένος από τη μοχθηρία στο πρόσωπο του αγαπημένου του τέκνου. Είχε αντιμετωπίσει πολλούς μάγους που είχαν χάσει το μέτρο του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, αλλά το να το συναντά μέσα στους κόλπους του σπιτιού του, στο ίδιο του το σπλάχνο, αυτό ήταν κάτι καταστροφικό. Κατάφερε ωστόσο να βρει σύντομα την αυτοκυριαρχία του και να υψώσει το ανάστημα του απέναντι στο μοσχαναθρεμμένο του.

«Το θέμα είναι λήξαν. Θα πας στη Σκωτία με το Σκόρπιους είτε το θέλεις είτε όχι. Αν δε δεχτείς, περιμένω την παραίτηση σου και την κατάθεση της άδειας σου», είπε σοβαρά ο Διευθυντής Χρυσούχος κοιτώντας αυστηρά τα πρασινογάλαζα μάτια του νεαρού μάγου μπροστά του, ίδια ακριβώς με τα δικά του.

Ο Άλμπους έμεινε λίγη ώρα να βολιδοσκοπεί με κακία τον πατέρα του, τα βλέφαρα του μισόκλειστα σαν αιλουροειδούς. Όταν κατάλαβε πως η απόφαση ήταν ειρημένη και δε θα άλλαζε, σηκώθηκε και έφυγε από το γραφείο κλείνοντας δυνατά την πόρτα πίσω του. Τον είχαν βολέψει μία χαρά ο πατέρας και ο θείος του! Οι δικοί του άνθρωποι! Για αυτή τη νυφίτσα το Μάλφοϋ! Αλλά όχι, δε θα του έδινε τη χαρά να παραιτηθεί εξαιτίας του! Όχι, θα πήγαιναν μαζί στη Σκωτία και μέχρι να γυρίσουν, αυτός ο τρωγλοδύτης θα ευχόταν να μην είχε γεννηθεί ποτέ!


Δεν είχε περάσει ούτε μήνας από όταν μπήκαν στο καινούργιο τους σπίτι και της έφευγε ήδη. Αύριο το πρωί, τα χαράματα, θα έπρεπε να βρίσκεται στο παράρτημα του Υπουργείου στη Σκωτία, για να επιλύσει μία υπόθεση σειράς δολοφονιών που πιστευόταν είχαν διαπραχθεί από νεοπουριστές σε προσπάθεια αναβίωσης της Σκοτεινής Μαγείας. Η Ρόουζ δεν ήξερε περισσότερα, καθότι διατηρούταν άκρα μυστικότητα γύρω από το θέμα.

Δεν την πείραζε αυτό, ούτε φοβόταν ιδιαίτερα· ήξερε πόσο καλός μάγος ήταν ο άντρας της. Είχε φέρει εις πέρας πλείστες άλλες δύσκολες αποστολές στην Ινδία. Αυτή τη φορά ωστόσο της φαινόταν πιο οδυνηρό να μείνει μακριά της για τουλάχιστον μία εβδομάδα, σίγουρα πολύ περισσότερο, μέχρι να διαλευκανθεί το μυστήριο και να συλληφθούν οι ένοχοι. Ίσως ευθυνόταν η εγκυμοσύνη, αλλά είχε γίνει πιο συναισθηματική.

Άλλωστε ήταν και το άλλο, αυτό το άλλο που τριγυρνούσε το μυαλό της συνέχεια και δεν την άφηνε να ησυχάσει. Η συνεργασία του με τον Άλμπους. Ήξερε πως ο ξάδερφος της απεχθανόταν τον αγαπημένο της, όμως αυτό που δεν ήξερε και έτρεμε ήταν σε ποιο βαθμό έφτανε αυτή η απέχθεια. Γνώριζε ότι στη δουλειά του Χρυσούχου το σημαντικότερο είναι να εμπιστεύεσαι τους συνεργάτες σου, καθώς ο ένας καλύπτει τα νώτα του άλλου. Για αυτό δεν είχε συμφωνήσει με την ιδέα του νονού της και του πατέρα της να τους εξαναγκάσουν να εργαστούν μαζί, μπας και επιλύσουν τις διαφορές τους. Εκείνοι εν τούτοις επέμεναν ότι είναι ο μόνος τρόπος και ο Σκόρπιους είχε δεχτεί. Δε γινόταν να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση.

«Βλέπω πόσο σε στενοχωρεί και αν μπορώ να κάνω κάτι, για να του αλλάξω μυαλά, θα το κάνω. Για σένα», της είχε πει όταν το συζητούσαν για να πάρουν μία απόφαση.

Ενδεχομένως βαθιά μέσα της να ήλπιζε και εκείνη σε ένα τέτοιο θαύμα, για αυτό και εν τέλει δεν έφερε άλλες αντιρρήσεις. Όσο και αν αρνιόταν το Σκόρπιους, ο Άλμπους δεν ήταν δολοφόνος, δε θα άφηνε έναν άλλον άνθρωπο εκτεθειμένο σε κίνδυνο. Οι γονείς του και η εκπαίδευση του είχαν φροντίσει για αυτό. Παρότι ο θείος Χάρυ είχε μονολογήσει μία φορά Νόμιζα του είχα μάθει καλύτερα κουνώντας απελπισμένος το κεφάλι του, η Ρόουζ δεν είχε εγκαταλείψει ακόμα την πίστη της στον ξάδερφο της. Μπορεί τελικά να εξαγόταν κάτι καλό από όλη αυτήν την περιπέτεια.

Ο Σκόρπιους βγήκε από το μπάνιο φορώντας τα ρούχα του ύπνου· μία φαρδιά φόρμα που κρεμόταν ερεθιστικά στις λαγόνες του αφήνοντας σε κοινή θέα τους σμιλεμένους στο χέρι κοιλιακούς του. Της χαμογέλασε τρυφερά και όπως κάθε φορά, η Ρόουζ αισθάνθηκε ότι όλα είναι δυνατά σε αυτόν τον κόσμο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα της και ήρθε όσο πιο κοντά της μπορούσε, μόνο εμπόδιο ανάμεσα τους η κοιλιά της.

«Τι κάνουν οι δυο μου αγάπες;», ρώτησε γλυκά παίρνοντας τα χέρια της στα δικά του, οι βέρες τους να λάμπουν χρυσές κάτω από το χαμηλό φως των πορτατίφ.

«Καλά είναι», απάντησε χαμογελαστά εκείνη.

Η αλήθεια ήταν πως κοντά στον έβδομο μήνα, η νεαρή εγκυμονούσα είχε βαρύνει αρκετά. Πλέον όλες οι κινήσεις ήταν πιο δύσκολες και χρειαζόταν να χρησιμοποιεί τη μαγική της σκέψη για διευκόλυνση και στα πιο απλά πράγματα. Ο Βιμάλ τις τελευταίες ημέρες ήταν πιο ανήσυχος από ποτέ, κλωτσώντας και στριφογυρίζοντας συνεχώς, σαν να συμμεριζόταν και εκείνος τη δυσθυμία της. Ο σύντροφος της πρόσεξε το σκοτείνιασμα του μπλε των ματιών της και έφερε τα δάχτυλα της στο στόμα του φιλώντας τα ένα προς ένα.

«Θα πάνε όλα καλά, θα δεις», της είπε καθησυχαστικά.

Η Ρόουζ δεν ήθελε να τον επιβαρύνει και με τη δική της έγνοια, οπότε γέλασε κατευναστικά.

«Το ξέρω», είπε με αυτοπεποίθηση. «Ο μόνος μου φόβος είναι ότι μέχρι να γυρίσεις θα έχω φουσκώσει τόσο που δε θα με αναγνωρίσεις», δικαιολόγησε τάχα την αναστάτωση της.

Ο Σκόρπιους χαμογέλασε φωτεινά συνεχίζοντας να φιλάει τα χέρια της. Δεν ήταν σίγουρη, αν κατάλαβε την προσπάθεια της να κρύψει τις πραγματικές της φοβίες, αλλά αν το κατάλαβε, δεν το έδειξε. Μοιράστηκαν ένα απαλό φιλί για καληνύχτα και ύστερα κουκουλώθηκαν κάτω από τα σκεπάσματα αγκαλιασμένοι, ποιος ξέρει μέχρι πότε ξανά;


30 Οκτωβρίου. Ήρθε όπως όλες οι προηγούμενες ημέρες μακριά του. Η Ρόουζ ξύπνησε πρωί. Έφτιαξε το γεύμα της, ζεστό πόριτζ και φρουτοσαλάτα με ξηρούς καρπούς και μέλι, ετοίμασε το τσάι της και κάθισε στη χουχουλιαστή της πολυθρόνα στο σαλόνι διαβάζοντας τις σημερινές εφημερίδες.

Κατά το μεσημέρι είχε την καθημερινή της επίσκεψη από τη μητέρα και την πεθερά της. Είχε καλό καιρό και της πρότειναν να πάνε μία βόλτα στο κέντρο της πόλης και να χαζέψουν στα μαγαζιά. Εννοείται η Ρόουζ δεν αντιστάθηκε να μην αγοράσει ένα τέλειο ζευγάρι μπλε παπουτσάκια με αρκουδάκια. Της άρεσαν τόσο πολύ που πέρασε από το Υπουργείο να τα δείξει στον πατέρα της, αν και στην ουσία ήλπιζε να εκμαιεύσει τίποτα πληροφορίες για την πορεία της αποστολής.

Μιλούσε συχνά με το Σκόρπιους, την έπαιρνε συνήθως κάθε βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί, ωστόσο κρατούσε την κουβέντα μακριά από την υπόθεση. Το μόνο που της έλεγε είναι ότι πηγαίνει καλά και σύντομα θα γυρίσει κοντά της· πριν γεννήσει, ήταν βέβαιο. Την ίδια μυστικότητα κρατούσε και ο πατέρας της και ο θείος της. Της Ρόουζ δεν της άρεσε να χώνει τη μύτη της σε κρατικά ζητήματα, αλλά θα πέθαινε να μάθει θετικά πότε θα τελείωνε όλη αυτή η ιστορία, για να γυρίσει πάλι πίσω ο καλός της. Εν τούτοις, είτε επειδή δεν ήξεραν είτε επειδή δεν ήθελαν, δεν της έλεγαν το παραμικρό.

Επέστρεψε στο σπίτι της φορτισμένη. Οι τρελαμένες ορμόνες της δε βοηθούσαν ιδιαίτερα την ανυπομονησία της, ενώ το γεγονός πως είχε φτάσει δέκα η ώρα το βράδυ και ο Σκόρπιους δεν έλεγε να φανεί, ενέτεινε και άλλο τα νεύρα και την αγωνία της. Έκανε ένα ζεστό μπάνιο μπας και χαλαρώσει και ξάπλωσε στενοχωρημένη στο κρεβάτι προσπαθώντας να διασκεδάσει τις ερίνυες σκέψεις της με ένα λογοτεχνικό βιβλίο.


Ξύπνησε με έναν τρομερό πόνο στον καρπό, στο σημείο του τατουάζ της. Ήταν σαν κάποιος να είχε πάρει ένα καυτό σίδερο και να της το είχε κολλήσει κατάσαρκα. Άνοιξε τα μάτια της κοιτώντας παραξενεμένη γύρω της, προσλαμβάνοντας σιγά-σιγά το χώρο στον οποίο βρισκόταν. Είχε αποκοιμηθεί διαβάζοντας. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι με κόπο πιάνοντας το χέρι της και προσευχόμενη να μετριαστεί η οδύνη. Προτού περάσουν μερικά λεπτά, παρατήρησε πως στο κομοδίνο δίπλα της ο μαγικός της καθρέφτης ανέδιδε ένα αχνό φως· σημάδι ότι την καλούσε εκείνος. Είχαν κρατήσει τους ίδιους από όταν ήταν δεκαεπτά χρονών, τότε στην αρχή της σχέσης τους. Η Ρόουζ έριξε μία ματιά στο ρολόι, πριν απαντήσει. Δώδεκα και μισή.

«Αγάπη μου;», είπε καλύπτοντας όσο μπορούσε την υποφορά από τη φωνή και την έκφραση της.

Δεν ήθελε να καταλάβει ότι δεν ήταν καλά και να ανησυχήσει.

«Ρόουζ;»

Προς μεγάλη της έκπληξη στη γυαλιστερή επιφάνεια του κατόπτρου δεν εμφανίστηκε το όμορφο πρόσωπο του Σκόρπιους, αλλά το όμορφο πρόσωπο του ξεγραμμένου ξάδερφου της.

«Άλμπους;», συνοφρυώθηκε.

Η κατάπληξη της ήταν τέτοια, ώστε ξέχασε μονομιάς τον πόνο στο χέρι της και όλη η προσοχή της συγκεντρώθηκε στη δυσθυμία στο ύφος του.

«Τι συμβαίνει;», η αγωνία της άρχισε να αυξάνεται με γεωμετρικούς ρυθμούς.

Ο νεαρός Πότερ τράβηξε λίγο το βλέμμα του από την εικόνα της, πριν την καρφώσει ξανά με τα γαλάζια του μάτια.

«Ο Σκόρπιους», κόμπιασε. «Είχε ένα ατύχημα. Είμαστε στο νοσοκομείου Σαίντ Άντριου»

«Έρχομαι αμέσως», ήταν η απάντηση της Ρόουζ, πριν τερματίσει την κλήση.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι, ντύθηκε με ένα πρόχειρο μανδύα και αφού έγραψε γρήγορα δύο μηνύματα στέλνοντας τα με την κουκουβάγια τους στους γονείς της και στα πεθερικά της, τηλεμεταφέρθηκε δίχως να χάσει άλλο καιρό στο μαγικό νοσοκομείο της Σκωτίας.

Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν σε αυτό το μέρος. Ήταν πιο μικρό και πιο παλιό από το Σαίντ Μάνγκους και χειροτέρεψε το τρεμούλιασμα στην καρδιά της. Ρώτησε στη γραμματεία το δωμάτιο του κυρίου Μάλφοϋ και της υπέδειξαν το δεύτερο υπόγειο, πρώτη πόρτα. Ήταν τέτοια η σύγχυση της που δεν αναρωτήθηκε, γιατί είχαν έναν άρρωστο στο υπόγειο.

Μέσα στη ζάλη της δεν σκέφτηκε καν να πάρει το ασανσέρ, κατέβηκε τους δύο ορόφους από τις σκάλες. Έφτασε λαχανιασμένη και κατάκοπη και άνοιξε τη μεγάλη δίφυλλη πόρτα μην προσέχοντας καθόλου το χώρο γύρω της. Το μόνο που παρατήρησε ήταν ότι βρέθηκε σε ένα μεγάλο δωμάτιο, πολύ παγωμένο, με ένα κρεβάτι σαν χειρουργικό τραπέζι στο κέντρο. Πάνω στο οποίο κειτόταν ένα καλυμμένο με άσπρο σεντόνι σώμα.

Προχώρησε προς τα μέσα κοιτάζοντας πλέον παραξενεμένη. Τα αυτιά της βούιζαν, οι σφυγμοί της βαρούσαν μέσα στο κρανίο της σαν σφυριά, η ανάσα της έβγαινε δύσκολη από το στήθος της. Το βλέμμα της ήταν τόσο εστιασμένο στο ασπροτυλιγμένο κορμί, που δεν είδε τον Άλμπους, παρά μόνο όταν την έπιασε από τα χέρια ακινητοποιώντας την.

«Ρόουζ, Ρόουζ, κοίτα με!», την διέταξε, αλλά έπρεπε να την τραντάξει ελαφρά, για να κερδίσει τη ματιά της.

Και πάλι όμως, δεν ήταν η Ρόουζ αυτή που έβλεπε μπροστά του. Το όμορφο πρόσωπο της είχε αντικατασταθεί από μία μάσκα παρανοϊκής οδύνης. Έστρεφε το κεφάλι της μία στο μάγο που την κρατούσε στην αγκαλιά του και μία στο τραπέζι στο κέντρο της αίθουσας. Άνοιξε μερικές φορές το στόμα της να μιλήσει, αλλά δεν κατάφερε να βγει φωνή. Τα μάτια του ξάδερφου της ήταν κόκκινα και υγρά.

«Λυπάμαι τόσο πολύ, Ρόουζ. Εγώ φταίω, μόνο εγώ. Κυνηγούσαμε δύο νεκροφάγους και χωριστήκαμε. Εγώ έμεινα μαζί του και ήμουν τόσο εκνευρισμένος από την παρουσία του, ώστε δεν σκεφτόμουν λογικά. Έτρεξα ανόητα να τους αντιμετωπίσω μόνος μου και σαν πρωτάρης δεν είδα το ξόρκι που έστειλαν προς το μέρος μου. Ο Σκόρπιους πήδηξε μπροστά μου και χτύπησε εκείνον. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, Ρόουζ, τόσο ξαφνικά! Λυπάμαι, λυπάμαι τόσο πολύ!»

Ο νεαρός Πότερ σήκωσε το πηγούνι του ψηλά και έσφιξε τα χείλη του αποπειρώμενος να καταπνίξει τους λυγμούς που ξεχείλιζαν από μέσα του. Η Ρόουζ όμως δεν το είδε αυτό. Πλέον δεν μπορούσε να δει τίποτα άλλο, εκτός από το σκεπασμένο κορμί κάτω από το σεντόνι. Το κορμί που είχε αγαπήσει περισσότερο από τη ζωή της, που κρατούσε όλη τη δύναμη της ύπαρξης της. Ο βωμός της ήβης της, της ενηλικίωσης της, της μητρότητας της, του έρωτα της, της λατρείας της, ο βωμός τον πάντων, του τώρα και του ποτέ, του τώρα και του πάντα, του πάντα μαζί.

Απαγκιστρώθηκε με σίγουρες, μηχανικές κινήσεις από τον εναγκαλισμό του Άλμπους και έφτασε στο ατσάλινο τραπέζι. Με χέρια που όριζε κάποιος άλλος, όχι η ίδια πια, τράβηξε όλο το παραπέτασμα μακριά, πετώντας το κάτω. Η θεϊκή ομορφιά του αποκαλύφθηκε, παντοτινά γραμμένη στα νεανικά του χαρακτηριστικά, όλα πιο τονισμένα με αυτή την απόκοσμη χλομάδα του θανάτου, κάτω από τα αμείλικτα άσπρα φώτα του νοσοκομείου.

Νεκροτομείου, Ρόουζ, γιατί δεν το λες όπως είναι; Είναι νεκρός. Νεκρός. Άψυχος, άχρονος, άμωμος. Ένας άγγελος που δεν ανήκει πια σε εσένα, ανήκει στον παράδεισο από όπου έπεσε εξ αρχής για χάρη σου. Ο άγγελος σου που επιστρέφει στον κόσμο του, στον κόσμο που εσύ δε χωράς. Εσύ πρέπει να μείνεις εδώ, εδώ καταραμένη και ανήμπορη, εδώ εγκαταλελειμμένη και σημαδεμένη. Σημαδεμένη από τη βεβαιότητα του και κατεστραμμένη δια παντός.

«Φύγε»

Η φωνή σου άγνωστη, ψυχρή, όπως όλα από εδώ και πέρα. Εκείνος διστάζει, δεν ξέρει τι είναι το καλύτερο. Δεν ξέρει ότι δεν υπάρχει καλύτερο πια. Υπάρχει μόνο χειρότερο και χείριστο.

«Φύγε», ξαναδιατάζεις και ο απολυταρχισμός της απελπισίας σου είναι τόσο μεγάλος, που δεν τολμά να τον αμφισβητήσει.

Έχεις απομείνει πια μόνη μαζί του. Με τρεμάμενα χέρια περνάς τα ακροδάχτυλα σου από όλη την επιφάνεια του παγωμένου του κορμιού, ζεστό μόνο από τις θύμησες σου. Το στόμα του. Η πρώτη φορά που σε φίλησε. Τόσο γλυκά, τόσο απαλά, τόσο μοναδικά. Το γέλιο του, την πρώτη φορά που του είπες σε αγαπώ. Τα μάτια του, που μέσα τους έκρυβαν όλες τις απαντήσεις. Η ανάσα του, που σου γαργαλούσε το λαιμό ξυπνώντας σε τα βράδια και σε έκανε να θέλεις να ξαναχαράξεις τα σύνορα. Τα δόντια του, όταν δάγκωνε απαλά την επιδερμίδα σου και εσύ του φώναζες, ότι θα σου αφήσει σημάδια. Πόσο δίκιο είχες. Σημάδια ανεξίτηλα στο χρόνο, όπως η αίσθηση των χεριών του γύρω σου.

Ό,τι και αν έκανες, το αγαπούσες, γιατί ήταν συνδεδεμένο μαζί του. Κάθε αντικείμενο, κάθε δάκρυ, κάθε χαμόγελο. Ήταν ο δημιουργός σου και εσύ τώρα έμεινες ορφανή από θεούς. Γιατί; Αμέτρητα γιατί που ψάχνουν, μα δε βρίσκουν απάντηση. Η νύχτα είναι τόσο βουβή και στεγνή. Η νύχτα που οι νεκροί ξυπνούν ψάχνοντας ξανά τη θέση τους στον κόσμο. Η νύχτα των πνευμάτων.

Δε σκέφτεσαι παρά πάνω από ένα λεπτό· μία ματιά στο πρόσωπο που πήρε μαζί την ευτυχία σου αρκεί. Ταξιδεύεις την παλάμη σου στο στέρνο του, στο μελανόχρωμο σημάδι της ένωσης σας, στο σημείο που την τελευταία φορά που είχες αγγίξει χτυπούσε ακόμα η καρδιά του. Το άλλο σου χέρι ακουμπά στην κοιλιά σου, στο μικρό σου πλασματάκι που αποτελεί κομμάτι του εαυτού σου, το πιο λατρεμένο σου κομμάτι.

«Συγχώρεσε με», ψιθυρίζεις πριν σφαλίσεις αμετάκλητα τα βλέφαρα.


Δυνατό φως. Αυτή είναι η πρώτη σκέψη. Δυνατό φως. Από το απόλυτο σκοτάδι πίσω στο απόλυτο φως. Τα μάτια του πάνε να ανοίξουν, αλλά ξανακλείνουν πονεμένα, αδύναμα. Άλλη μία προσπάθεια, λίγο καλύτερα. Στην τρίτη όλα είναι καθαρά και ολοκαίνουργια, όλα τα χρώματα, όλες οι αισθήσεις, όλοι οι ήχοι, όλες οι μυρωδιές. Σαν να πέθανε και να ξαναγεννήθηκε.

Αναγνωρίζει σιγά-σιγά το περιβάλλον. Ένας θάλαμος νοσοκομείου. Πώς βρέθηκε εδώ; Πότε; Γιατί; Το τελευταίο που θυμάται είναι η αποστολή στη Σκωτία, η αναπάντεχη πληροφορία για το κρησφύγετο των κακούργων, η περικύκλωση τους. Κάποιοι ξέφυγαν και τους πήρανε το κατόπι. Ξαφνικά βρέθηκε μόνος μαζί με τον Πότερ. Είχαν στριμωχτεί σε μία γωνιά με δύο νεκροφάγους απέναντι έτοιμους για επίθεση. Ο βλαμμένος έκανε τον καμπόσο και πετάχτηκε από την κρυψώνα. Ναι! Τώρα του ξανάρχονται όλα! Ο σκοτεινός μάγος ήταν πιο γρήγορος. Έτεινε το ραβδί του ξεστομίζοντας την τρομερή εντολή. Ο Σκόρπιους μπήκε μπροστά και δέχτηκε αυτός το χτύπημα. Μα αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι νεκρός!

«Αγόρι μου;»

Στράφηκε παραξενεμένος στην κλαμένη φωνή και αντίκρισε τη μητέρα του.

«Μαμά;», απόρησε.

Η δική του ήταν βραχνή και ξερή, σαν να είχε να καταπιεί πολλές ώρες. Η μεσόκοπη γυναίκα έπεσε μονομιάς πάνω του ξεχύνοντας λυγμούς και αναφιλητά. Ο νεαρός μάγος έφερε αδύναμα τα χέρια του στην πλάτη της προσπαθώντας αμήχανα να την παρηγορήσει μην ξέροντας για ποιο λόγο. Τι συνέβαινε; Ζούσε ακόμα; Είχε αστοχήσει το ξόρκι;

«Αστόρια, σε παρακαλώ! Μόλις συνήλθε!»

Από την άλλη πλευρά του κρεβατιού στεκόταν ο πατέρας του, φανερά ταραγμένος και ο ίδιος, αν και πιο συγκρατημένος. Η ψυχραιμία του φάνηκε να ηρεμεί και τη σύζυγο του, η οποία απομακρύνθηκε ελαφρά από το γιο της καθήμενη στο κρεβάτι δίπλα του κρατώντας ακόμα τα χέρια του στα δικά της.

«Τι έχει γίνει;», τους κοίταξε και τους δύο ερωτηματικά.

Οι γονείς του αντάλλαξαν μία βιαστική ματιά. Ύστερα μίλησε ο Ντράκο Μάλφοϋ.

«Σε χτύπησε το ξόρκι της Αβάντα Κεντάβρα», είπε με σταθερό βιμπράτο.

«Ναι, το θυμάμαι αυτό. Όμως δεν πέθανα», παραξενεύτηκε ο Χρυσούχος.

Θα περνούσε για τρελός, το δίχως άλλο. Άλλη μία συνδηλωτική ματιά. Μετά μερικά λεπτά σιωπής. Ξανά η απάντηση από τον πατέρα του.

«Πέθανες. Αλλά, αλλά», δυσκολευόταν να εκφραστεί, «αλλά επανήλθες στη ζωή»

Ο Σκόρπιους σούφρωσε άναυδος τα φρύδια του.

«Μα πώς … »

Αυτή τη φορά η απάντηση ήρθε πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση.

«Vindicativa Renascentia»

«Δικαιωτική αναγέννηση», μουρμούρισε σκεφτικός ο νεαρός Μάλφοϋ. «Δε, δε γίνεται», ψέλλισε μονολογώντας. «Χρειάζεται να είναι η νύχτα των πνευμάτων και επίσης χρειάζεται να θυσιαστεί ένα ζωντανός στη θέση του νεκρού και άλλωστε το ξόρκι θεωρείται ακατόρθωτο. Η τελευταία αναφορά χρονολογείται στην Ιταλία στον πέμπτο αιώνα από τον Άγιο Μαουρίλιους. Θα πρέπει να πρόκειται για έναν πάρα πολύ ισχυρό μάγο, τόσο ισχυρό που να … »

Τα λόγια του εξέπνευσαν σε αμυδρό ψίθυρο, μην τολμώντας να ξεστομίσει τα υπόλοιπα. Τόσο ισχυρό που να μπορεί να επιτελεί μαγικά μόνο με τη δύναμη της σκέψης του. Σήκωσε φρενιασμένα το βλέμμα του στους γονείς του.

«Ρόουζ … », ψέλλισε.


Το μυαλό του πήγαινε να σπάσει. Εκατό σκέψεις το λεπτό, χίλιες εικόνες το δευτερόλεπτο. Η κραυγή της τη στιγμή του θρήνου, το πρόσωπο της τη στιγμή της συνειδητοποίησης, το αίμα ανάμεσα στα πόδια της, το αναίσθητο κορμί της. Είσαι ερωτευμένος μαζί της. Η άρνηση, το μίσος, το μένος, το τυφλό πείσμα, οι ενοχές, οι τύψεις, ο αλύτρωτος κλαυθμός, ο ανείπωτος οδυρμός.

Έφερε τα χέρια του στο κεφάλι του πιέζοντας το με όλη τη δύναμη του, αν μπορούσε να το σπάσει. Τα μάτια του ανεστίαστα, να χορεύουν τρελά μέσα στις κόγχες τους, το στόμα του μισάνοιχτο να παίρνει βαθύκοπες ανάσες. Το πλάκωμα στο στέρνο του αμετακίνητο, ίδια ταφόπλακα. Ο χρόνος εχθρός, να τον κοιτάζει ειρωνικά. Δε μπορείς να με γυρίσεις πίσω, ό,τι και αν κάνεις.

Ήθελε να ουρλιάξει, να ξεσκίσει τα ρούχα του και να γδάρει το πετσί του με τα νύχια του. Να ξεριζώσει τα μαλλιά του και τα μάτια του, να κόψει τους όρχεις και τη γλώσσα του. Ήθελε να εξωτερικεύσει αυτόν τον αβάσταχτο πόνο που του έτρωγε τα σωθικά από μέσα, πιο αδυσώπητος και αλύπητος από οτιδήποτε άλλο είχε νιώσει ποτέ. Πόσο φταίχτης, πόσο ανίδεος, πόσο ατέρμονα κουτός!

Έκλεισε τα βλέφαρα του και ακούμπησε τις παλάμες του πάνω τους σπρώχνοντας τα προς τα μέσα σαν να αποζητούσε την αυτοτύφλωση του. Άρχισε να κουνιέται αυτιστικά στο κάθισμα του. Ίσως γιατροί και νοσοκόμες που περνούσαν από μπροστά του να τον θεωρούσαν για τρελό, αλλά δεν τον ένοιαζε. Προτιμούσε να είναι τρελός, να έχει χάσει τη φρόνηση και τη νόηση του, να αποτινάξει από πάνω του το βάρος της ευθύνης.

Μα τα θυμόταν όλα, τα καταλάβαινε όλα, τα ήξερε όλα. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό. Και αυτό τον καθιστούσε ακόμα πιο αδύναμο. Και αυτόν τον εξόργιζε ακόμα περισσότερο. Στεκόταν εδώ, σε αυτήν την πλαστική πορτοκαλί καρέκλα, ίδια με τόσες άλλες, και στο δωμάτιο μπροστά του ο πιο αγαπημένος του άνθρωπος στον κόσμο δεχόταν με αξιοπρέπεια το πιο δυστυχές χτύπημα της μοίρας. Μίας μοίρας που εκείνος είχε ορίσει, άθελα του ή όχι και τόσο.

Δεν άντεχε πια ούτε τον ίδιο του τον εαυτό. Κυρίως δεν άντεχε το βλέμμα των δικών του. Κανείς δεν τον είχε κατηγορήσει, πρώτη από όλους εκείνη, αλλά το ένιωθε, το ένιωθε από μέσα του. Τον οίκτο και το άδικο και την οργή και το φαρμάκι. Και την ευχή να ήταν ένας άλλος, ένας που δε θα είχε φερθεί έτσι, ένας για τον οποίο δε θα ντρέπονταν.

Σηκώθηκε με βία. Αν έμενε λίγο ακόμα εκεί, θα έσκαγε. Άρχισε να τρέχει προς την έξοδο, μη γνωρίζοντας πού πήγαινε. Βγήκε στην καθαρή ατμόσφαιρα. Ξημέρωμα τώρα. Δεν ήταν σίγουρος τι οδήγησε τα βήματα του. Μάλλον ο ήχος της καμπάνας που σήμαινε τον όρθρο. Συνειδητοποίησε που βρισκόταν, όταν πια είχε μπει στο γοτθικό ναό.

Είχε παραβρεθεί μερικές φορές σε χριστιανικές εκκλησίες, για γάμους και βαφτίσεις. Ο ίδιος δεν ορκιζόταν σε κανένα θεό, αλλά ίσως εδώ σήμερα να έβρισκε αυτό που ζητούσε. Το κύριο κλίτος ήταν άδειο, κανένας πιστός τέτοια ώρα της ημέρας. Οι σόλες των παπουτσιών του αντηχούσαν στον αψιδωτό θόλο, καθώς βημάτιζε στο ημίφως μέχρι το εξομολογητήριο. Κάθισε στο άβολο ξύλινο κάθισμα και περίμενε. Ύστερα από λίγο εμφανίστηκε ένας ιερέας.

«Δεν πιστεύω στο θεό σου», είπε απότομα, αλλά ο άνδρας πίσω από το χώρισμα δε μίλησε. «Δεν πιστεύω σε κανένα θεό. Πιστεύω … πιστεύω σε εκείνη», έτριψε σχιζοφρενώς το μέτωπο του, σαν να ήθελε να συγκεντρώσει τους συλλογισμούς του ή να βρει τη δύναμη να τους ξεστομίσει.

»Είμαι ερωτευμένος μαζί της. Ο Μάλφοϋ είχε δίκιο. Στην αρχή είχα φρικάρει με την ιδέα. Μου το είπε ένα βράδυ, λίγες ημέρες πριν. Έβλεπε πώς τον κοιτούσα κάθε φορά που της μιλούσε, γεμάτος φθόνο. Η φωνή της γλυκιά και τρυφερή, για εκείνον, μόνο για εκείνον. Πόσο ανησυχούσε για το αν είναι καλά!», έπλεξε σφιχτά τα δάχτυλα του, σαν προσευχή, το πόδι του να κουνιέται ασταμάτητα πάνω-κάτω.

»Είσαι ερωτευμένος μαζί της, μου είχε πει. Τα έχεις τελείως χαμένα, είχα απαντήσει. Είναι πρώτη ξαδέρφη μου! Πιο πολύ, είναι σαν αδερφή μου, έχουμε μεγαλώσει μαζί! Με κοίταξε εξονυχιστικά. Και όμως!, είχε αντικρούσει. Είσαι ερωτευμένος μαζί της. Είσαι ερωτευμένος με την ιδέα της. Για αυτό δε μπορείς να αντέξεις ότι είμαστε μαζί. Είναι σαν να ανακάλυψες ότι η φαντασία σου δεν είναι τίποτα περισσότερο από λάσπη και κόκκαλα. Εγώ όμως την αγαπάω έτσι όπως είναι.

»Είχε δίκιο. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά είχε δίκιο. Είμαι ερωτευμένος μαζί της, για αυτό είμαι τόσο θυμωμένος που ερωτεύτηκε έναν άλλον άνδρα. Η ιδανική γυναίκα δεν επιτρέπεται να ερωτεύεται, έτσι δεν είναι; Δεν επιτρέπεται να είναι γήινη, να έχει πάθη. Η Παναγία δεν παρουσιάζεται ποτέ ερωτευμένη. Μόνο μητέρα, ποτέ γυναίκα. Την είχα τόσο ψηλά! Και αισθάνθηκα σαν να απαρνήθηκε το βάθρο που της είχα στήσει για να την προσκυνώ αφήνοντας με παντέρημο.

»Η αγάπη μου έγινε μίσος. Ήθελα να τα χάσει όλα. Να χάσει το παιδί, να αποβάλει. Να χάσει το Σκόρπιους, τον έρωτα της, το φύλο της, τις ορμές της· ήθελα να ξαναγίνει η άσπιλη μου Ρόουζ. Και τα κατάφερα!», ξεφώνισε με δάκρυα να νοτίζουν τις παρωτίδες του. «Τα κατάφερα! Αυτό που ήθελα το κατάφερα», σκέπασε το πρόσωπο του με τα χέρια του με το κλάμα του ανεξέλεγκτο, οι ώμοι το να τραντάζονται από την ένταση.

»Λυπάμαι τόσο πολύ! Τόσο πολύ! Ο Σκόρπιους σκοτώθηκε εξαιτίας μου και ύστερα εκείνη έπρεπε να θυσιάσει το μωρό της για να τον ξαναφέρει στη ζωή. Έμεινε δύο ώρες μέσα στο νεκροτομείο κάνοντας το ξόρκι. Περίμενα απέξω. Είχα καταλάβει τι προσπαθούσε να κάνει και απλά ευχόμουν να μην πετύχει. Όχι, γιατί σιχαινόμουν το Σκόρπιους, όχι πλέον για αυτό. Για εκείνη, γιατί ήξερα τι σημαίνει να χάσει το Βιμάλ. Αυτό όμως που δεν είχα καταλάβει, ήταν τι σήμαινε να χάσει το Σκόρπιους.

»Μπήκα ξανά μέσα όταν άκουσα ένα γδούπο. Είχε λιποθυμήσει μέσα σε μία λίμνη αίματος, το δικό της αίμα, το δικό της και του Βιμάλ. Ήταν τόσο δυνατή. Το είχε πετύχει. Η καρδιά του Σκόρπιους χτυπούσε πάλι κανονικά. Φώναξα τους γιατρούς. Την πήραν αμέσως. Ήταν όμως τόσο αργά. Ο Βιμάλ ήταν νεκρός και η εσωτερική της αιμορραγία τόσο μεγάλη που έπρεπε να τα αφαιρέσουν όλα για να την σώσουν.

»Δε θέλω να θυμάμαι την κραυγή της, όταν συνήλθε και της ανακοίνωσαν πως ποτέ πια δε θα μπορέσει να κάνει παιδί. Αντήχησε σε όλο το νοσοκομείο, μα κυρίως αντήχησε μέσα μου. Έκλαιγε απαρηγόρητη στην αγκαλιά της μητέρα της. Ναι, αυτό που ήθελα το είχα πετύχει. Την είχα τσακίσει. Την είχα καταστρέψει. Η γεμάτη ζωή Ρόουζ που είχα δει, όταν ήταν μαζί του δεν υπήρχε πια. Τα μάτια της ήταν άδεια, η έκφραση της άψυχη.

»Θα έπρεπε να είχες θυσιάσει εμένα στη θέση του, της είπα. Με κοίταξε με ένα βλέμμα που έλεγε τόσα πολλά χωρίς να πει τίποτα. Είναι τόσο ψηλά. Μετά από όσα της έκανα, μετά από τόσο που την καταχθόνησα είναι ακόμα ψηλά. Την αγαπάω τόσο πολύ, τόσο πολύ.

»Όχι, πια δεν είμαι ερωτευμένος μαζί της. Τώρα την αγαπάω. Έπρεπε να την δω κατεστραμμένη για να την αγαπήσω, να την έχω καταστρέψει εγώ και να γευτώ την συγχώρεση στο βλέμμα της για να την αγαπήσω. Δε μου αξίζει η αγάπη που νιώθω για εκείνη. Δε μου αξίζει ένα τόσο αγνό συναίσθημα. Θα έπρεπε να έχω πεθάνει εγώ, εγώ!», και με αυτά τα τελευταία λόγια, παραδόθηκε σε ένα κλάμα δίχως σταματημό.

Ηρέμησε πολλή ώρα μετά. Ο ιερέας βρισκόταν ακόμα στη διπλανή θέση πίσω από το παραπέτασμα. Ο Άλμπους δεν μπορούσε να είναι σίγουρος, αν είχε προσπαθήσει να του μιλήσει ή να τον παρηγορήσει κατά το ξέσπασμα του, καθότι δεν άκουγε τίποτα άλλο πέρα από τα αναφιλητά του. Όταν κατάφερε να συγκεντρώσει λίγο τα νεύρα του, σηκώθηκε και βγήκε έξω από το εξομολογητήριο. Άνοιξε την κουρτίνα του δεύτερου χωρίσματος και αντίκρισε ένα μεσήλικα ασπρομάλλη ιερατικό της προτεσταντικής Εκκλησίας. Τον κοιτούσε λες και είχε δύο κεφάλια. Φυσικά. Είχε κάνει λόγο για αναστάσεις νεκρών και ξόρκια.

«Συγνώμη, αλλά δε γίνεται αλλιώς», είπε και βγάζοντας το ραβδί του από την τσέπη του χιτώνα του μουρμούρισε το ξόρκι της λήθης.

Προς στιγμήν μπήκε στον πειρασμό να το εφαρμόσει και στον ίδιο ή να προκαλέσει τον οποιοδήποτε νεκροφάγο να του ρίξει ένα Αβάντα Κεντάβρα, όμως παράτησε σύντομα αυτήν την ιδέα. Θα αφιέρωνε το υπόλοιπο της ζωής του για να επανορθώσει το σφάλμα του και αυτός ήταν ένας λόγος για τον οποίο άξιζε να ζήσει κανείς.


Ελπίζω να σας άρεσε η τροπή της ιστορίας μας. Πώς σας φάνηκε η αντίδραση της Ρόουζ και του Άλμπους; Εύχομαι όχι υπερβολικά μελό. Η έννοια της αναγέννησης; Πιστευτή ή όχι; Πρέπει να σας πω, ότι την εμπνεύστηκα από το όνομα μου. Ρενάτα στα Ιταλικά σημαίνει αναγεννημένη. Ο San Renato (ο αναγεννημένος) ήταν ένα βρέφος στο Sorento της Ιταλίας τον 5ο αιώνα μ.Χ. που πέθανε πριν προλάβει να βαφτιστεί και σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία ο καρδινάλιος Μαουρίλιος το επανέφερε στη ζωή.

Τι λέτε πάντως να γίνει από εδώ και πέρα; Τι επίπτωση θα έχει αυτό το γεγονός στο αγαπημένο μας ζευγάρι; Αναμένω τα σχόλια σας!

Ευχαριστώ πολύ, αναγνώστες μου! Κυρίως ευχαριστώ πολύ, rainlover, SilGold, Chris Vetta και Helen! Να σας πω ότι ο Σκόρπιους είναι Λέων, εφόσον το κεφάλαιο διαδραματίζεται καλοκαίρι. Νομίζω είναι ένας πολύ καθαρόαιμος Λέων, παρότι Σλίδεριν, ε; Επίσης για την playlist μπορούμε να συμμετάσχουμε όλοι μαζί. Τίποτα παραπάνω από το αν σας έρθει κάποιο τραγούδι την ώρα που διαβάζετε, να το μοιραστείτε μαζί μου στο σχόλιο σας. Στο τέλος θα βγάλουμε και το soundtrack :D

Φιλάκια ρουφηχτά, ρουφηχτά φιλάκια σε όλους!

ΧΧΧ