Ο Τέρρυ ένιωθε το κορμί του να ζεσταίνεται από τον δυνατό ήλιο που έλαμπε από πάνω του. Με τα μάτια κλειστά αισθανόταν ένα ελαφρύ ζεστό αεράκι να χαϊδεύει το πρόσωπό του και το μαλακό γρασίδι να καλωσορίζει το σώμα του. Αυτό το Σκωτσέζικο καλοκαιρινό απόγευμα είχε κάτι μαγικό.

Τη γαλήνη της σκέψης του διέκοψε το γάργαρο γέλιο της. Άνοιξε τα μάτια του και την αναζήτησε. Άκουσε τη φωνή της από μακριά να φωνάζει το όνομά του:

«Τέεεεεεερρυυυυυ. Τέεεεερρυυυυυ».

Μόλις τον πλησίασε την άκουσε να του χαμογελά:

«Τέρρυ υπναρά, πάλι σε πήρε ο ύπνος;»

Ο Τέρρυ άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε προς το μέρος του. Η Κάντυ προσγειώθηκε στην αγκαλιά του και άρχισε να τον χτυπάει στο στήθος:

«Άσε με ήσυχη τεμπέλη κι έλα να κολυμπήσουμε στη λίμνη».

Ο Τέρρυ τη διέκοψε βάζοντας τα χείλη του στα δικά της. Η Κάντυ τον αγκάλιασε και ανταποκρίθηκε στο φιλί του με πάθος. Χάιδεψε με τα ακροδάχτυλά της το πρόσωπό του. Άφησε απαλά τα χείλη του και του είπε:

«Είναι αργά πια για μας αγάπη μου… πολύ αργά…», κι εξαφανίστηκε μέσα από την αγκαλιά του…

Ο Τέρρυ πετάχτηκε από το κρεβάτι του ιδρωμένος. Λαχανιασμένος προσπαθούσε να ανακτήσει την αναπνοή του. Ένιωσε ένα δάκρυ να καίει το μάγουλό του. Δεν ήταν το χάδι της αυτό που ένιωσε αλλά το δάκρυ του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και έριξε νερό στο πρόσωπό του. Άναψε ένα τσιγάρο.

Πλησίασε το παράθυρο. Έξω χιόνιζε. Κοιτούσε το χιόνι να πέφτει σκεφτικός. Πέρασε η ώρα… Έκατσε μπροστά στο γραφείο του. Έβγαλε μια κόλα χαρτί και άρχισε να γράφει:

Αγαπημένη μου Κάντυ

απόψε το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κοιτάζω από το παράθυρο το χιόνι που πέφτει πυκνό και βλέπω ακόμα αχνά τα βήματά σου να σβήνουν στο σκοτάδι. Δύο χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία φορά που τα χέρια μου αγγίξαν τα δικά σου, που ένιωσα το σώμα σου κοντά στο δικό μου, που μύρισα τα μαλλιά σου, που κοίταξα μέσα στα δακρυσμένα μάτια σου και είδα μόνο εμένα. Κι όμως... μου φαίνεται σαν χτες! Ακόμα σε βλέπω μόλις κλείσω τα μάτια μου να μου χαμογελάς. Η μορφή σου πιο ζωντανή από ποτέ βρίσκεται συνέχεια μπροστά μου, μαζί μου, μέσα μου.
Δεν ξέρω γιατί σου γράφω απόψε. Έχω τόση ανάγκη να μοιραστώ μαζί σου αυτά που σκέφτομαι. Είσαι ο καθρέφτης μου και ξέρω πως μόνο σε σένα θα μπορούσα να ανοίξω την ψυχή μου.
Δεν σε έχω βγάλει στιγμή από το μυαλό μου. Κάθε βράδυ η μορφή σου με ακολουθεί στις παραστάσεις μου. Κάθε νύχτα νιώθω ζωντανός παίζοντας θέατρο και έχοντας εσένα πάντα μαζί μου. Μόνο εκείνες τις ώρες μπορώ να είμαι εγώ. Όταν έχω κοντά μου ότι αγάπησα και αγαπάω περισσότερο σε ετούτη τη ζωή. Εσένα Ιουλιέτα μου και το θέατρο.
Η ζωή μου κυλάει τόσο ήρεμα! Απλά και καθημερινά. Πάει καιρός από τότε που κατάφερα να ξανασταθώ στα πόδια μου. Και το χρωστάω σε σένα αυτό. Σε σένα. Που όσο μακριά μου κι αν είσαι μόνο η σκέψη σου είναι αρκετή για να με κάνει να ελπίζω. Να ελπίζω πως μια μέρα, τυχαία σε κάποιο δρόμο, θα μπορέσω να αντικρύσω ξανά τα μάτια σου και το χαμόγελό σου. Ξέρω πως μέσα σε αυτά δεν θα υπάρχω πια εγώ. Μου φτάνει όμως να μπορέσω να σε δω για μια φορά ακόμη για να πάρω όλη τη δύναμη που χρειάζεται κανείς για να σηκώσει το βάρος ετούτης της ζωής.

Πόσο θα ήθελα να ήμασταν πάλι πίσω στις ξέγνοιαστες μέρες του κολεγίου. Αν ήξερα.. μόνο αν ήξερα τότε πως θα κύλαγε η ζωή μου όλα θα ήταν αλλιώς. Θα σε είχα πάρει μαζί μου από τότε να φεύγαμε μακριά. Θα σου είχα πει χιλιάδες φορές πόσο σε αγάπησα. Θα είχα περάσει κάθε δευτερόλεπτο κοντά σου. Όμως και τώρα έχω πάντα στην καρδιά μου τις στιγμές που ζήσαμε παρέα.
Δεν θα διαμαρτυρηθώ για τη ζωή μου. Έχω μάθει να ζω με τη Σουζάνα και να είμαι δίπλα της. Αφού κι αυτή διάλεξε να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της δίπλα σε ένα άδειο κουφάρι, ας γίνει έτσι. Αν αυτή ήταν η μοίρα μου και το πεπρωμένο μου, δεν θα αντισταθώ. Μου φτάνει να ξέρω πως κάποτε αγάπησα και αγαπήθηκα από σένα. Κάποτε ένοιωσα τον απόλυτο έρωτα. Αυτόν που έρχεται μια φορά μέσα στη ζωή και που μας συντροφεύει για πάντα. Γιατί τα πάντα μου είσαι εσύ.

Εύχομαι να υπήρχε ένας τρόπος να πέρναγα την υπόλοιπη ζωή μου μαζί σου, γιατί μόνο τότε θα είχε νόημα αυτή η ζωή. Εύχομαι να ήμουν τώρα κοντά σου. Εύχομαι... Στο μονοπάτι που τραβήξαμε όμως, εύχομαι απλά να μην έχεις ξεχάσει τις στιγμές που μοιραστήκαμε μαζί.
Μην απαντήσεις ποτέ σε αυτό το γράμμα μου. Δεν θέλω να ξέρω τι σκέφτεσαι. Δεν θέλω να ξέρω αν με θυμάσαι ακόμα. Δεν θέλω να μάθω τη σκληρή αλήθεια μετά από τόσο καιρό. Άσε με να ζω στα όνειρά μου, ότι τάχα είσαι ακόμα δική μου, ότι τάχα θυμάσαι πόσο σε αγάπησα, ότι τάχα με σκέφτεσαι όσο εγώ... άσε με να το πιστεύω γιατί μόνο έτσι αντέχω να ζω.

Αιώνια δικός σου
Τέρρενς Γκ. Γκράντσεστερ


Η Κάντυ διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα του Τέρρυ. Από την ώρα που το πήρε έκπληκτη στα χέρια της απόψε μετά τη δουλειά, μόνο το διάβαζε. Ήξερε από το γράμμα που είχε λάβει από τη Σουζάνα ότι ο Τέρρυ ακόμα την αγαπούσε, αλλά αυτό ήταν πριν από τόσο καιρό! Σήμερα το διάβαζε από τον ίδιο. Δάκρυα κύλησαν και έκαψαν τα μάγουλά της. Το διάβαζε με λυγμούς. Και όταν πια κουράστηκε να κλαίει, το διάβαζε με πίκρα, και χαρά. Λίγη χαρά ότι ο Τέρρυ δεν έπαψε να τη σκέφτεται όπως κι αυτή άλλωστε. Αλλά η ζωή ήταν τόσο σκληρή μαζί τους! Αυτή έπρεπε να μάθει να ζει με τον Τζων και αυτός με τη Σουζάνα. Ήθελε πολύ να του απαντήσει, αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε. Άλλαξε γνώμη πολλές φορές. Επιχειρήματα υπήρχαν και για τις δυο της απόψεις. Κι όταν μετά από ώρες είχε κουραστεί να κλαίει, να σκέφτεται, να πονάει, πήρε μια κόλα χαρτί:

Τρέμουν τα χέρια μου σαν διαβάζω το γράμμα σου καλέ μου. Τρέμει και η ψυχή μου στην ανάμνησή σου.
Πως θα μπορούσα να μην σου απαντήσω; Πως θα μπορούσα να μην σου πω;
Προσεύχομαι κάθε μέρα για σένα και για μένα. Προσεύχομαι για τη γαλήνη της ψυχής μας. Για τη δύναμη που χρειαζόμαστε σε αυτή τη ζωή. Πόσο δυνατός είσαι Τέρρυ που μου έγραψες αυτό το γράμμα; Εγώ σου είχα γράψει μα δεν βρήκα ποτέ τη δύναμη να στο στείλω, όμως τώρα, σαν καταιγίδα ήρθαν τα λόγια σου στη ζωή μου. Σαν καταιγίδα που από χρόνια περίμενα να 'ρθει και να ταράξει το τέλμα της ψυχής μου.
Αν κοιτάξεις μέσα στα μάτια μου θα δεις ακόμα εσένα. Δεν έχει αλλάξει τίποτα Τέρρυ. Είσαι ακόμα εκεί. Είσαι ακόμα μέσα μου. Πάντα εσύ! Δεν προσπάθησα ποτέ να σε ξεχάσω. Δεν έβρισκα και δεν βρίσκω ακόμα το λόγο. Δεν θέλω να ξεχάσω τα όσα έχω νοιώσει για σένα. Είσαι κομμάτι της ζωής μου Τέρρυ και αυτό το κομμάτι μου έχω αποφασίσει να μην το αποχωριστώ ποτέ.
Τι κι αν δεν είμαστε μαζί; Εγώ σε νιώθω πάντα δίπλα μου. Τα λαμπερά σου μάτια φωτίζουν το σκοτάδι της ψυχής μου και το χαμόγελό σου κάνει την καρδιά μου να χτυπά. Κάθε πρωί είσαι η πρώτη μου σκέψη και κάθε νύχτα η τελευταία μου. Και είναι τόσο όμορφη η ζωή μου Τέρρυ με σένα στην καρδιά μου!
Διαβάζω πόσο καλά τα πας με την καριέρα σου και είμαι τόσο ευτυχισμένη για σένα. Είναι αστείο, αλλά νιώθω ότι όσο είσαι καλός στο θέατρο, η αγάπη μας δεν θα σβήσει ποτέ. Θα ζει κάθε μέρα στη σκηνή και τη νύχτα θα αποκοιμιέται στο καμαρίνι σου, περιμένοντας το επόμενο βράδυ να αναστηθεί ξανά.
Μην αφήνεσαι καλέ μου να σε παρασύρει η λύπη! Μην αφήνεις άδειο το κουφάρι σου να πλανάται. Εσύ, που μόνο ζωή είχες μέσα σου να δώσεις! Σ'αγαπάω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Σ'ευχαριστώ που μου έγραψες. Σ'ευχαριστώ που μου άνοιξες την ψυχή σου. Σε ευχαριστώ που με έφερες πάλι κοντά σου.
Κι αν η μοίρα σε αυτή τη ζωή δεν μας άφησε να είμαστε μαζί, είναι μαζί οι καρδιές μας. Και αυτές δεν μπορεί να τις χωρίσει κανείς.

Αντίο λατρεμένε μου
Θα ζεις για πάντα στην καρδιά μου
Η δική σου Κάντυ Γ. Άρντλευ