Όταν ο Τέρρενς συνειδητοποίησε ότι το ριγμένο κάτω από την πόρτα του γράμμα ήταν από την Κάντυ πάγωσε. Δεν περίμενε απάντησή της. Έλπιζε ότι δεν θα του απαντήσει ποτέ. Το κοίταξε για λίγο σκεφτικός. Ίσως δεν έπρεπε να το ανοίξει. Είχε μόνος του βάλει τον εαυτό του σε μια διαδικασία που ήταν ανυπόφορα επώδυνη, αλλά αυτός και μόνο αυτός ήταν υπεύθυνος γι'αυτό. Αυτός και η αδυναμία του να μείνει μακριά της. Έσκισε το φάκελο, πήρε το γράμμα της στα χέρια του και άρχισε να το διαβάζει.
Η καρδιά του Τέρρυ δεν χώραγε πια μέσα στο στήθος του. Συναισθήματα χαράς και λύπης, πικρίας και ευτυχίας τον πλημύρισαν. Το φακιδομουτράκι ακόμα τον αγαπούσε λοιπόν; Το γράμμα της το έλεγε ξεκάθαρα.
Πήρε τις σελίδες και τις έσφιξε στο στήθος του. Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Δάκρυα χαράς κύλησαν από τα μάτια του. Δάκρυα ανακούφισης. Όλες του οι αγωνίες σβήστηκαν. Μπορεί να μην ήταν μαζί της. Μπορεί να τον πόναγε τόσο η απουσία της, αλλά αυτό το γράμμα... αυτό το γράμμα ήταν η ακτίνα φωτός που έσπαγε το σκοτάδι. Ήταν η ελπίδα ότι μπορεί όλα να μην είχαν χαθεί. Αν ξαναπροσπαθούσε; Αν τα τίναζε όλα στον αέρα και γύριζε κοντά της; Ξαφνικά όλα γύρω ήταν πιο όμορφα. Ήταν καλύτερα. Ήταν πιο φωτεινά.
Διάβασε το γράμμα και πάλι. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν της φαντασίας του τα λόγια της. Οι σελίδες όμως δεν άλλαζαν. Όσα γράφτηκαν ανεξίτηλα με το μελάνι, ήταν τα ίδια και ο Τέρρυ ένιωθε μετά από τόσον καιρό ότι υπήρχε ευτυχία και την κράταγε στα χέρια του. Του χτύπησε την πόρτα και τον έκανε να νιώσει ζωντανός. Ένιωθε και πάλι γεμάτος συναισθήματα. Η άδεια ψυχή του πλημύρισε με αυτά και ήταν τόσα που νόμιζε και ο ίδιος ότι δεν μπορούσε να τα αντέξει.
Την ησυχία του δωματίου έσπασε μια δυνατή κραυγή. Το κέντημα έπεσε από τα χέρια της και η Άννυ έπιασε την κοιλιά της. Στο πρόσωπό της ένας μορφασμός πόνου. Ο Άρτσι που διάβαζε την εφημερίδα του, πετάχτηκε και πήγε γρήγορα κοντά της:
«Άννυ μου, είσαι καλά;»
Τα μάτια της καθώς του απάντησε φανέρωναν πόνο, συγκίνηση, χαρά, αγωνία:
«Είναι ώρα Άρτσι!»
Ο Άρτσι ήθελε να χαμογελάσει αλλά η αγωνία δεν τον άφηνε. Τη βοήθησε να σηκωθεί και την οδήγησε στο αυτοκίνητό τους.
Λίγες ώρες αργότερα ένα υγιέστατο αγοράκι είχε έρθει στον κόσμο. Ο Άρτσι έκλαιγε απαρηγόρητος στο νοσοκομείο. Πριν λίγο είχε κινδυνέψει να χάσει την αγαπημένη του πάνω στη γέννα, αλλά και το παιδί. Γιατροί και νοσοκόμες κατέβαλαν όλες τις δυνατές προσπάθειες. Ο Άλμπερτ και η Κάντυ δεν έφυγαν από το πλευρό του. Αν αγαπούσε την Άννυ, σήμερα που παραλίγο να τη χάσει συνειδητοποίησε ότι την αγαπάει περισσότερο. Φώναξε, εκνευρίστηκε, φοβήθηκε και τέλος προσευχήθηκε. Περίμενε λεπτά που έμοιαζαν με ώρες και τώρα η αγωνία του είχε τελειώσει. Ήθελε να τρέξει κοντά της αλλά οι γιατροί δεν τον άφηναν να τη δει. Έπρεπε να περιμένει μέχρι την επόμενη μέρα, αλλά γι'αυτόν πια ο χρόνος δεν είχε σημασία. Γιατί τώρα όλες οι ώρες και όλα τα λεπτά θα ήταν για τη γυναίκα του και το αγοράκι τους. Για τη δική του οικογένεια.
Τι κι αν δεν είμαστε μαζί; Εγώ σε νιώθω πάντα δίπλα μου. Τα λαμπερά σου μάτια φωτίζουν το σκοτάδι της ψυχής μου και το χαμόγελό σου κάνει την καρδιά μου να χτυπά.' Το σφύριγμα του τρένου που έμπαινε στο σταθμό του Σικάγο επανέφερε τον Τέρρενς στην πραγματικότητα. Τα φώτα της πόλης τον έκαναν να συνειδητοποιήσει ότι το μακρύ ταξίδι του είχε τελειώσει. Κατέβηκε από το τρένο χωρίς αποσκευές. Δεν τις χρειαζόταν άλλωστε. Σε λίγες ώρες θα επιβιβαζόταν και πάλι στο πρωινό τρένο για Νέα Υόρκη.
Μπήκε σε μια άμαξα και έδωσε τη διεύθυνσή της στον αμαξά. Κοίταζε αδιάφορα τους δρόμους τριγύρω του. Τα γαλαζοπράσινα μάτια του ήταν χαμένα στο κενό. Λίγο πριν φτάσουν κατέβηκε και συνέχισε με τα πόδια. Όταν έφτασε έξω από το σπίτι της κοντοστάθηκε. Κοίταξε το κτίριο και προσπάθησε να μαντέψει ποιο θα ήταν το διαμέρισμά της. Ήταν αργά το απόγευμα και το σκοτάδι ήταν σύμμαχός του. Ακουμπισμένος δίπλα από ένα δέντρο, σχεδόν δεν διακρινόταν. Θα περίμενε μέχρι να τη δει σε ένα από αυτά τα παράθυρα ή μέχρι να γυρίσει από τη δουλειά της, ή μέχρι να ξεκινήσει για δουλειά. Κάπως θα την έβλεπε!
Η ώρα πέρναγε και το κρύο τύλιγε το κορμί του Τέρρυ. Ο ίδιος όμως δεν κρύωνε. Μια γλυκιά ζεστασιά ξεκίναγε από την καρδιά του και διατηρούσε ζεστό και το κορμί του. Ήταν η αγωνία του που έκανε την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά όσο πέρναγε η ώρα.
Δεν ήξερε αν είχε περάσει μία ή δύο ώρες, όταν άκουσε από μακριά το γέλιο της. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν παιχνίδι της φαντασίας του, αλλά σύντομα είδε τη φιγούρα της να πλησιάζει. Η γνώριμη φιγούρα δίπλα της ήταν σίγουρα του Άλμπερτ. Καθώς οι δυο τους πλησίαζαν μπορούσε πια να ακούσει και τη φωνή τους:
«...τέλος καλό όλα καλά. Μια μέρα θα μάθουμε ότι έσκασε από την κακία της κι εγώ πολύ θα το χαρώ Άλμπερτ», είπε η Κάντυ και έκανε μια αστεία γκριμάτσα.
«Θέλεις να σε ανεβάσω επάνω;», ρώτησε ο Άλμπερτ με ενδιαφέρον.
«Όχι Άλμπερτ. Μπορώ και μόνη μου. Ευχαριστώ για την παρέα. Αν και δεν θα έπρεπε να περπατάμε μέσα στο κρύο. Αν αρπάξεις κανένα κρύωμα η Ελίζα θα πει στη Θεία Ελρόυ ότι περπατάγαμε μαζί απόψε και τότε, ποιος τις ακούει πάλι;»
«Χαχαχα. Έχω καλή νοσοκόμα να με φροντίσει αν αρρωστήσω. Μη φοβάσαι».
«Καληνύχτα Άλμπερτ», είπε η Κάντυ και τον αγκάλιασε.
Ο Άλμπερτ τη φίλησε τρυφερά στο κεφάλι:
«Καληνύχτα μικρούλα μου. Θα σε δω αύριο το πρωί. Θα περάσω να σε πάρω με το αυτοκίνητο αυτή τη φορά».
«Εντάξει Άλμπερτ. Θέλω πολύ να ξαναδώ το μωράκι», φώναξε καθώς ανέβαινε τις σκάλες χαρούμενη.
Ο Τέρρυ στο σκοτάδι, ένιωθε τα δευτερόλεπτα να μοιάζουν με ώρες και αντίστροφα. Ο χρόνος είχε ένα περίεργο δικό του μοτίβο. Μόλις την είδε χάθηκε στις αναμνήσεις. Το γέλιο της τόσο ζωντανό, τα μάτια της τόσο φωτεινά, η φωνή της τόσο γλυκιά. Σαν να πέρασαν ώρες η μορφή της γέμιζε το μυαλό του με εικόνες. Νέες και παλιές. Όμως ήταν μόνο λίγα δευτερόλεπτα, αφού αυτό το απίθανο ζωντανό χαμόγελο πλησίαζε περισσότερο. Όταν την είδε στην αγκαλιά του Άλμπερτ, ένιωσε πως την είχε στη δική του αγκαλιά. Ένιωσε το κεφάλι της στο στήθος του και την ανάσα της στα χέρια του. Πόσο μεγάλωσε η φακιδομούρα του! Πόσο πιο όμορφη ήταν! Συναισθήματα και σκέψεις πέρναγαν με ταχύτητα φωτός. Ώσπου η μορφή της χάθηκε από μπροστά του.
Ο Άλμπερτ έμεινε να την κοιτάζει μέχρι που μπήκε μέσα και γύρισε να φύγει.
«Άλμπερτ», ακούστηκε μια φωνή να τον φωνάζει χαμηλόφωνα.
Ο Άλμπερτ σάστισε. Αυτή ήταν η φωνή του Τέρρυ. Ο Άλμπερτ κινήθηκε προς την πλευρά που άκουσε τη φωνή και ο Τέρρυ προχώρησε δυο βήματα ώστε να γίνει ορατός από τον φίλο του.
«Τέρρυ. Τι κάνεις εσύ εδώ;», ρώτησε ο Άλμπερτ και τον κοιτούσε σαν χαμένος.
«Ήρθα να τη δω Άλμπερτ. Δεν άντεξα άλλο», εξομολογήθηκε ο Τέρρυ και μέσα του αισθανόταν ένα αίσθημα ενοχής που δεν μπόρεσε να φανεί πιο δυνατός και να μην έρθει να τη βρει.
«Θα ανέβεις επάνω;», το ύφος του Άλμπερτ ήταν ανήσυχο.
«Όχι. Φεύγω το πρωί. Ήθελα μόνο να την αντικρύσω για λίγο...»
«Θες να πάμε για ένα ποτό; Θες να μιλήσουμε;», ρώτησε με ενδιαφέρον ο Άλμπερτ.
Ο Τέρρυ τον κοίταξε. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά στο παράθυρο της που μόλις είχε ανάψει το φως και κοίταξε τη φιγούρα της. Χαμογέλασε ικανοποιημένος:
«Ναι. Πάμε», είπε και απομακρυνθήκαν.
Ο Άλμπερτ κοίταξε ανήσυχος τον Τέρρυ που καθόταν σιωπηλός στο μπαρ:
«Πως είσαι Τέρρυ;»
«Πονάει η μορφή της Άλμπερτ. Σαν το πιο αιχμηρό μαχαίρι. Σαν το πιο ακριβό φαρμάκι. Νομίζω ότι η ψυχή μου θα βγει. Δεν ξέρω πως κρατήθηκα και δεν έτρεξα να την αγκαλιάσω. Νόμιζα ότι θα ήμουν καλύτερα, αλλά οι πληγές άνοιξαν και τρέχουν ασταμάτητες φίλε μου», είπε ο Τέρρυ κάνοντας νόημα στον μπάρμαν για ένα ακόμα ποτό.
«Τέρρυ, αν θα μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο πίσω, γνωρίζοντας ότι όλα αυτά που συμβαίνουν στη ζωή σου θα συνέβαιναν ούτως ή άλλως, θα επέλεγες να τη γνωρίσεις;»
Ο Τέρρυ σώπασε. Κοίταξε τον φίλο του και απάντησε:
«Χίλιες ζωές αν ήξερα ότι θα πονάω για να έχω το χαμόγελό της να ζεσταίνει την καρδιά μου, χίλιες φορές θα διάλεγα τον ίδιο δρόμο Άλμπερτ. Ξέρω ότι η ζωή μου είναι ένα μαρτύριο χωρίς αυτήν, αλλά τώρα που ξέρω τι χρώμα έχουν τα μάτια της, τώρα ξέρω ότι η ζωή δεν θα είχε κανένα νόημα αν δεν την είχα συναντήσει. Και τη ζωή μου θα έδινα για εκείνη Άλμπερτ. Αυτό που δεν μπορώ να δώσω είναι η ζωή των άλλων…»
Η φωνή του Τέρρυ έκρυβε παράπονο και πόνο φέρνοντας τη Σουζάνα στο νου του. Σβήνοντας τη μορφή της από το νου του συνέχισε:
«'Χείλη, ένα τελευταίο φιλί...'»
Ο Τέρρυ σήκωσε ψιλά το ποτήρι του:
«'Αυτό για την αγάπη μου'»... είπε και ήπιε το ποτό που μόλις είχε ακουμπήσει ο μπάρμαν μπροστά του.
«Τι εύκολα θα ήταν αν αυτό το ποτήρι είχε δηλητήριο Άλμπερτ! Όλα θα ήταν εύκολα τότε».
«Δεν θα το έκανες όμως αυτό Τέρρυ, έτσι δεν είναι; Το ξέρεις ότι θα στεναχωριόταν πολύ εκείνη», ρώτησε φοβισμένος ο Άλμπερτ.
«Ποιος είμαι εγώ Άλμπερτ για να τη στεναχωρήσω; Ποιος είμαι εγώ για να στερήσω τη χαρά από την καρδιά της;»
Ο Τέρρυ έφερε τη μορφή της στο νου του και αχνογέλασε:
«Μεγάλωσε το φακιδομουτράκι πια! Έγινε σωστή γυναίκα!», είπε με νοσταλγία στη φωνή του.
«Μια γυναίκα που σε αγαπάει Τέρρυ».
«Μια γυναίκα που την αγαπάω κι εγώ. Ξέρω ότι σου είχα πει ότι δεν θέλω να ξέρω Άλμπερτ, αλλά τώρα που έμαθα, τώρα πες μου. Σου έχει μιλήσει για μένα;», ρώτησε με αγωνία ο Τέρρυ.
Ο Άλμπερτ γέλασε:
«Δεν κάνει και τίποτε άλλο Τέρρυ. Όταν σε είδε...»
«Πότε με είδε;», διέκοψε ο Τέρρυ ξαφνιασμένος.
«Είχαμε έρθει ένα βράδυ στο θέατρο για να δει την παράσταση. Σε αγαπάει κι αυτή πολύ ακόμα. Δεν μπορεί να σε ξεπεράσει. Έχει προσπαθήσει τα πάντα, αλλά νομίζω ότι κάποια στιγμή δέχτηκε ότι ήταν αδύνατο και σταμάτησε να προσπαθεί».
Ο Τέρρυ έφερε στο μυαλό του εκείνη τη βραδιά που νόμιζε ότι είδε τον Άλμπερτ στο θεωρείο. Ο Άλμπερτ συνέχισε να μιλάει:
«Όταν σε είδε σχεδόν κατέρρευσε».
«Δεν ξέρω τι νιώθω πια. Χαρά που με αγαπάει ή λύπη που είμαι εγώ η αιτία που πονάει;»
«Απορώ με τόσο ποτό απόψε πως μπορείς να νιώθεις ακόμα», τον πείραξε ο Άλμπερτ και ο Τέρρυ χαμογέλασε:
«Ξέρεις τι λένε Άλμπερτ. Προσπαθώ να πνίξω τον πόνο μου στο ποτήρι, αλλά ξέρει πολύ καλό μπάνιο».
Οι δύο άντρες γέλασαν και ο Άλμπερτ προσπάθησε να ελαφρύνει λίγο το κλίμα.
Λίγο αργότερα πέρασαν κάτω από το σπίτι της καθώς γύριζαν από το μπαρ. Ο Τέρρυ ήταν τύφλα και ο Άλμπερτ σε λίγο καλύτερη κατάσταση προσπαθούσε να διατηρήσει και τους δυο τους σε μια ισορροπία:
«Συνέχισε εσύ Άλμπερτ. Εγώ θα μείνω λίγο εδώ».
«Τέρρυ είναι 3:30 το πρωί και κάνει ψωφόκρυο».
«Σε δυο ωρίτσες φεύγει το τρένο μου Άλμπερτ. Θα φύγω σε λίγο για το σταθμό».
Οι δύο άντρες αγκαλιάστηκαν εγκάρδια:
«Να προσέχεις τον εαυτό σου Τέρρυ».
«Κι εσύ Άλμπερτ», είπε ο Τέρρυ και προσγειώθηκε στα σκαλιά του κτιρίου.
«Πάω μήπως προλάβω να συνέλθω μέχρι το πρωί», είπε ο Άλμπερτ καθώς απομακρυνόταν.
«Προσπάθησε να μην πάρεις καμία μεγάλη απόφαση αύριο», τον πείραξε ο Τέρρυ.
Έβγαλε την παλιά φυσαρμόνικα και άρχισε να παίζει. Ο σκοπός στο μυαλό του ήταν θολός από το ποτό, αλλά τον είχε παίξει τόσες φορές, που έβγαινε σχεδόν από μόνος του ο ρυθμός.
Η Κάντυ χαμογέλασε στον ύπνο της. Ονειρεύτηκε ότι ήταν ξαπλωμένη στο γρασίδι στη Σκωτία και άκουγε τον Τέρρυ που έπαιζε φυσαρμόνικα.
«Τέρρυ!» ψέλλισε και άλλαξε πλευρό... 'Τι γλυκό όνειρο!'
