ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Χαϊδεύω με τα δάχτυλα μου τα πέταλα του κόκκινου κρίνου στο στέρνο του. Είναι ο πολύτιμος θησαυρός μου και δεν μπορώ να τον απαρνηθώ. Τον ακούω να μου μιλάει για όλες τις στιγμές του μακριά μου. Όλη νύχτα και δεν μου φτάνει να ηχεί η φωνή του στα αυτιά μου, να αισθάνομαι την ζεστασιά του, να τον έχω για δικό μου. Η πείνα μου καταλαγιάζει με κάθε οργασμική έκρηξη μου, όμως ύστερα από λίγο ξεκινάει να φουντώνει ξανά. Η συνείδηση μου θέλει το δικό του κορμί. Δεν της φτάνει πλέον μόνο το ένα.
Μου περιγράφει αναλυτικά τις περιπέτειες του. Όταν έφυγε από το Λονδίνο, ξεκίνησε να ψάχνει εντατικά για την διάσταση του Ερέβους. Στόχος του ήταν να βρει τις γεωγραφικές τοποθεσίες εκείνες που θα διευκόλυναν το ταξίδι εκεί. Σημειώσεις και βιβλία που είχε καταφέρει να ανακαλύψει κατά καιρούς ανέφεραν τέτοια μέρη, με συγκεντρωμένη μαγεία, όπου οι γήινοι Ερεβίτες είχαν ως τόπους λατρείας. Από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρχαν στις περιοχές αυτές παράξενα φαινόμενα, τα οποία προκάλεσαν την θεοποίηση τους. Ποια όμως από αυτά ήταν πράγματι πιθανή πύλη για το Έρεβος καμία πηγή δεν ονόμαζε με βεβαιότητα. Αναγκαστικά χρειάστηκε να τα ερευνήσει ένα προς ένα, σε διαφορετικά γωνιές του κόσμου. Στον Ειρηνικό Ωκεανό, στην Νεβάδα, στην Βραζιλία. Δεν κατάφερε να εντοπίσει το οτιδήποτε. Τέλος, κάποιοι λαϊκοί θρύλοι της φυλής των Χαντζάμπε στην Τανζανία τον έκαναν να ελπίσει ότι θα βρει την τύχη του στην Σιβηρία.
Έφτασε στο Νοβορίλσκ, την τελευταία κατοικημένη πόλη του Βορρά, λίγες ημέρες μέσα στο νέο έτος. Απαίσια πόλη, βρώμικη και δύσοσμη. Χτισμένη επάνω σε ένα τεράστιο κοίτασμα νικελίου, το έδαφος της αναδύει θειικά νέφη τόσο πυκνά που δεν μπορείς να περπατήσεις με ακάλυπτο πρόσωπο. Είναι από τις πιο μολυσμένες περιοχές του πλανήτη. Τα κτήρια πανύψηλα και ογκώδη, αυστηρά και αχαρακτήριστα. Μοιάζει λες και η Σοβιετική Ένωση είναι ακόμα ζωντανή εκεί. Οι άνθρωποι είναι όλοι εργάτες στα ορυχεία. Τα εμπορικά μαγαζιά ελάχιστα, μετρημένα στα δάχτυλα. Εκείνη δε την εποχή του χρόνου πέτυχε το Νοβορίλσκ στα χειρότερα του. Χιόνι και πάγος παντού, θερμοκρασίες στους -50 βαθμούς Κελσίου και ο ήλιος δεν ανέτειλε ποτέ. 24 ώρες νύχτα.
Το χειρότερο όλων ήταν πως δεν γνώριζε την ακριβή τοποθεσία για την πύλη του Ερέβους. Όσα στοιχεία είχε συγκεντρώσει ήταν εμπειρικά και ακαθόριστα. Έπρεπε να εξερευνήσει την περιοχή με τα πόδια. Νοίκιασε ένα φορτηγό, χρειάστηκε να βρει ειδικό μαγικό για να το κάνει να κινείται μιας και δεν ήξερε να οδηγεί, και κάθε ημέρα ξεκινούσε για την αναζήτηση του. Μετά από μία εβδομάδα είχε απελπιστεί. Είχε ψάξει σε κάθε γωνιά που πίστευε για δυνατή. Άφηνε το φορτηγό στο τελευταίο προσβάσιμο σημείο και έπειτα όργωνε την περιοχή με τα πόδια ώσπου να άντεχε το ξόρκι θερμότητας, μέχρι αργά. Ύστερα επέστρεφε αποκαμωμένος και απογοητευμένος στο δωμάτιο που του είχε νοικιάσει μία οικογένεια.
Προσπαθούσε να συγχρωτιστεί με τους ντόπιους, να τον εμπιστευτούν, μήπως και καταφέρει να τους αποσπάσει κάποια πληροφορία που θα τον βοηθούσε. Μάγος δεν υπήρχε κανένας τριγύρω ούτε κάποια μαγική κοινότητα εκεί κοντά. Ταυτόχρονα, δεν ήθελε να προκαλέσει υποψίες. Είχε συστηθεί ως μετεωρολόγος από τον Καναδά που δήθεν πραγματοποιούσε έρευνες εκ μέρους ενός διακρατικού προγράμματος. Οι περισσότεροι κάτοικοι τον είχαν περάσει για τρελό ή τουλάχιστον εκκεντρικό και τον απέφευγαν παρότι είχε μπει στον κόπο να μάθει κάποια Ρώσικα, για να συνομιλεί μαζί τους. Του απαντούσαν μονολεκτικά και αγέλαστα.
Ακόμα και η οικογένεια που του παρείχε το δωμάτιο ήταν απόμακρη. Ήταν πατέρας, μητέρα και δύο κόρες. Η μία ήταν έφηβη και του έριχνε συνεχώς κρυφές ματιές. Το στόμα της δεν το άνοιγε να του απευθύνει ούτε γεια. Η μικρότερη ήταν παιδάκι του δημοτικού και καμιά φορά έπαιζε μαζί της ή την βοηθούσε σε μερικές ασκήσεις υποτυπωδών Αγγλικών που έκαναν στο σχολείο. Όταν αποθαρρημένος από την πορεία των ανακαλύψεων του πήρε την απόφαση να φύγει, ήταν η μόνη που έδειξε κάποια στενοχώρια. Το όνομα της ήταν Μαρίνα και ήταν κατάξανθη με μεγάλα σοκολατένια μάτια.
«Θα φύγεις χωρίς να βρεις αυτό που ψάχνεις;» τον ρώτησε ενώσω έφτιαχνε την βαλίτσα του.
«Δυστυχώς. Δεν τα καταφέρνουμε πάντα βλέπεις.»
«Στην σπηλιά έψαξες;»
«Ποια σπηλιά;»
Του ανέφερε μία σπηλιά που υπήρχε κάμποσα χιλιόμετρα απόσταση από την πόλη.
«Τον χειμώνα σκεπάζεται η είσοδος με χιόνι και πάγο, οπότε λογικό που δεν την είδες.»
Οι ελπίδες του αναπτερώθηκαν, αλλά λίγο. Δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά για καμία σπηλιά και ούτε είχε καταγραφεί σε κάποιον χάρτη, μαγικό ή μη. Πιθανότατα θα ήταν κάτι το ασήμαντο. Δεν μπορούσε να φύγει, όμως, χωρίς να την ελέγξει. Με δυσκολία η Μαρίνα κατάφερε να του εξηγήσει στο περίπου πού βρισκόταν και το επόμενο πρωί ξεκίνησε προς τα εκεί. Είχε ήδη ψάξει αυτήν την περιοχή και πράγματι δεν είχε προσέξει κάτι. Την πρώτη ημέρα δεν βρήκε τίποτα ούτε την δεύτερη ούτε την τρίτη. Θεώρησε πως το κορίτσι του έλεγε ψέματα, για να τον κάνει να μείνει ίσως παραπάνω, αλλά διστακτικά κάποιοι τύποι σε ένα μπαρ του παραδέχθηκαν πως αυτή η σπηλιά όντως υπήρχε. Μάλιστα, ένας από αυτούς δέχτηκε να του δείξει το ακριβές σημείο υπό αδρή αμοιβή.
Εν τέλει την βρήκε. Όταν πήγε με τον άλλο άνθρωπο δεν μπορούσε να εξερευνήσει ικανοποιητικά, για αυτό επέστρεψε το ίδιο βράδυ έχοντας βάλει επαρκή σημάδια, προκειμένου να μην χάσει τον δρόμο του. Ήταν σίγουρος ότι ήταν το σωστό μέρος, η ενέργεια που ανέδιδε ήταν απίστευτης έντασης. Τόσο που απορούσε πώς δεν την είχε αισθανθεί από μακριά. Μετά συνειδητοποίησε ότι το τόσο παχύ χιόνι και ο πάγος λειτουργούσαν σαν μόνωση γύρω από την μαγική πηγή, κάτι σαν θερμοκήπιο μαγείας. Η δύναμη δεν μπορούσε να διασκεδαστεί και έτσι παρέμενε συγκεντρωμένη και περιορισμένη σε αυτόν τον μικρό χώρο. Καμία εντύπωση που μία πύλη για την άλλη διάσταση θα μπορούσε να ανοίξει εκεί.
«Δηλαδή την βρήκες; Βρήκες την πύλη;» ανασηκώνομαι.
Γνέφει καταφατικά.
«Δεν γύρισα γιατί ζήλεψα. Γύρισα γιατί πλέον μπορούσα. Κακή συγκυρία, ότι σε πέτυχα να…» σφίγγει τα χείλη του. «Φταίω, εγώ φταίω. Που έφυγα, που άργησα να γυρίσω. Ήθελα όμως να βεβαιωθώ, ότι δεν έχω κάνει λάθος. Ότι πράγματι σε αυτήν την σπηλιά στην Σιβηρία βρίσκεται η Ερεβίσσια πύλη.»
Ακουμπά το χέρι του στο πέτσινο βραχιόλι μου. Πάλλεται στον ίδιο ρυθμό με την καρδιά μου.
«Συνεχίζεις να θέλεις να κάνουμε αυτό το ταξίδι;»
«Δεν θα σου κρύψω, ότι φοβάμαι,» του αποκρίνομαι με ειλικρίνεια. «Αλλά αν ήθελα μία στρωτή ζωή, θα μπορούσα να την έχω.»
Άλλωστε με χρειάζεται. Χρειάζεται την ενέργεια των συναισθημάτων μου, για να πραγματοποιήσει το μαγικό που απαιτείται. Γιατί είχα δίκιο, η αγάπη μου είναι πιο δυνατή από όλη την απόγνωση που είχε προσπαθήσει να μου προκαλέσει.
Το χάδι του κατρακυλάει στα δάχτυλα μου. Κάτω από την παλάμη του, σαν μέσα από σκιές, εμφανίζει ένα δαχτυλίδι. Πρόκειται για ένα απλό ασημένιο δαχτυλίδι που όμως στολίζεται από μία κατάμαυρη πέτρα σε μέγεθος καρυδιού. Έχει ένα σχήμα αδιαμόρφωτο, ακανόνιστο, κάτι που κάποιος δεν θα μπορούσε να κοπιάρει όσο και αν προσπαθούσε. Είναι περισσότερο όχι μία συμπαγής πέτρα αλλά πολλές μαύρες πέτρες σε αιχμηρές γωνίες και κόγχες που συνιστούν ένα συνονθύλευμα κοφτερού σκότους. Γυαλίζουν σκοτάδι, αν αυτό είναι δυνατόν.
Τον κοιτάζω απορημένα.
«Είναι πέτρωμα από την σπηλιά. Νομίζω μοναδικό στην γη. Ίσως προέρχεται και από το Έρεβος.»
Μου το φοράει στον αριστερό παράμεσο. Το δαχτυλίδι παίρνει μονομιάς το σχήμα του δαχτύλου μου. Νιώθω τις ακμές του να χαράζουν την επιδερμίδα μου χωρίς να με ματώνουν.
«Δεν μπορεί κανείς να το πάρει από το χέρι σου, αν δεν το δώσεις ηθελημένα.»
«Δεν ξέρω γιατί θα προσπαθούσε κάποιος εξ αρχής. Φαίνεται δεόντως απειλητικό.»
Το χαϊδεύω προσεκτικά, η τραχύτητα του με εξιτάρει.
«Μου κάνεις πρόταση γάμου;»
Γελάει.
«Νομίζω αυτό που σου ζητάω πάει πολύ παραπέρα από ένα σπίτι με κήπο, σκύλο και πιτσιρίκια.»
Ύστερα σοβαρεύει.
«Είσαι σίγουρη για αυτό; Και τώρα να αλλάξεις γνώμη, εγώ…»
Τον διακόπτω χουφτώνοντας τον από τις παραυτίδες.
«Όπου εσύ και εγώ, θυμάσαι;»
Φιλιόμαστε.
«Μπορώ όμως να το κάνω; Το πέρασμα; Βελτιώθηκα όσο έλειπες, όμως φτάνουν ακόμα οι δυνάμεις μου;»
Θα φτάσουν ποτέ; Θα γίνουν σαν τις δικές του δυνάμεις; Εκείνος έχει το πλεονέκτημα ότι ήδη το μισό του είναι προέρχεται από αυτήν την διάσταση. Εγώ παραμένω γήινη, αν και μάγισσα. Οι δυνατότητες μου υπακούν στους νόμους αυτού του κόσμου και αυτής της διάστασης.
«Πιστεύω με αυτήν την πέτρα μπορείς.»
Μου εξηγεί πως είναι ουσιαστικά πολλαπλασιαστής μαγείας.
«Σκέψου του σαν αναμεταδότη. Συγκεντρώνει όλη την μαγεία σου και την διοχετεύει εκεί όπου θέλεις. Περισσότερο από αυτό. Ελκύει μαγεία από παντού γύρω σου και την ενώνει με την δική σου. Σε ένα μέρος όπως η Ερεβίσσια σπηλιά αυτή η πέτρα θα μπορεί να ελκύσει ενέργεια μεγατόνων.»
Ξαφνικά νιώθω το δαχτυλίδι πολύ βαρύ.
«Και θα αντέξω κάτι τέτοιο;»
Η διαφορά των μάγων και των μαγισσών από τους μαγκλ είναι ακριβώς αυτή. Ότι το σώμα το δικό μας είναι ικανό να αντέξει και να διαχειριστεί μεγαλύτερα ποσοστά ενέργειας, τα οποία σταδιακά μαθαίνουμε να τα χρησιμοποιούμε εξωσωματικά και άρα μαγικά. Ωστόσο, μέχρι και τα μαγικά σώματα έχουν τα όρια τους. Δεν γίνεται να δεχθούν απεριόριστα επίπεδα ενέργειας. Τέτοια έκθεση όπως αυτή που περιγράφει ο Ίαν μπορεί να προκαλέσει από απώλεια συνείδησης, μόνιμους τραυματισμούς μέχρι και θάνατο.
«Δεν ξέρω.»
Τουλάχιστον είναι ειλικρινής.
«Θα πρέπει να κάνουμε μερικές μικρές δοκιμές πρώτα.»
«Στην σπηλιά;»
«Στην σπηλιά. Θα το πάμε σταδιακά. Αν το κορμί σου προσαρμοστεί, θα είναι πιο εύκολο μετά. Πιστεύω και εφικτό. Και στο σχολείο δεν μάθαμε αμέσως τα ξόρκια του έβδομου έτους.»
«Και αν δεν είναι; Εφικτό, αν δεν είναι;»
Το φυλλοκάρδι μου τρέμει την απάντηση του. Ότι θα κάνει το ταξίδι μόνος του και εγώ θα μείνω πίσω ανήμπορη. Από την αρχή που δέχτηκα να τον βοηθήσω αυτό το ενδεχόμενο είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης μου. Δεν το είχαμε συζητήσει ως πιθανότητα άλλοτε, επειδή ακόμα παλεύαμε να δούμε τα τι και τα πώς. Τώρα που ο Ίαν βρήκε την πύλη και άρα τον τρόπο να ταξιδέψουμε στην άλλη διάσταση αυτή η πιθανότητα μοιάζει πιο ζοφερή από ποτέ.
«Τότε θα πρέπει να ικανοποιηθείς μονάχα με το σπίτι με την αυλή, τον σκύλο και τα πιτσιρίκια.»
Ακουμπάω το κεφάλι μου στο στέρνο του.
«Πιστεύω ότι το σχέδιο σου θα πετύχει. Αν η μαγεία μου είναι όπως η καρδιά μου θα πετύχει. Στην αρχή, πριν από κάποια χρόνια, αγαπούσα μέχρι ένα συγκεκριμένο όριο. Τώρα δεν υπάρχει όριο. Εκεί που νομίζω ότι έχω φτάσει στο τέρμα, ανακαλύπτω ότι μπορώ και άλλο. Μπορώ να σε αγαπάω περισσότερο από ότι με θεωρώ ικανή.»
Μου ανασηκώνει το κεφάλι με δύο δάχτυλα κάτω από το πηγούνι μου.
«Δηλαδή πόσο σου έλειψα;»
«Καθόλου.»
Τα μάτια του παιχνιδίζουν. Με γυρίζει πλάτη και μου ρίχνει μία απαλή ξυλιά στα οπίσθια. Δεν κρατιέμαι να μην γελάσω.
«Και πώς ακριβώς θα το κάνουμε;» στρέφω το πρόσωπο μου στο πλάι και τον κοιτάζω.
«Θες να σου πω ή να σου δείξω;»
«Σάτυρε! Έλα, πες μου, σοβαρά. Πώς θα γίνει τώρα;»
Ξεκινά να μαλάζει το γυμνό μου κορμί.
«Δεν μπορώ να μείνω εδώ, Λιλς. Είναι μεγάλο ρίσκο.»
«Το ξέρω.»
Όχι μόνο επειδή τον ψάχνει η αστυνομία.
«Και δεν ξέρω πόσο καιρό θα χρειαστούν οι δοκιμές. Και αν απλά σηκωθείς και φύγεις, η οικογένεια σου θα φέρει τον κόσμο ανάποδα, για να σε βρουν. Αργά ή γρήγορα θα τραβήξουμε τα βλέμματα και θα μας ανακαλύψουν. Ούτε γίνεται να τους ανακοινώσεις ότι απλά μετακομίζεις αλλού. Θα πρέπει να σκαρώσεις ολόκληρη ψεύτικη ζωή με αληθοφάνεια, ώστε να μην υποπτευτούν.»
«Τι προτείνεις;»
Λίγη σιωπή.
«Να έρχεσαι να με βρίσκεις κρυφά, όσο πιο συχνά μπορείς. Να κάνουμε μερικές δοκιμές και όταν επιτέλους καταλήξουμε αν μπορείς να κάνεις το ταξίδι ή όχι να φύγουμε οριστικά.»
Το σκέφτομαι.
«Εντάξει, οι γονείς μου δεν ελέγχουν την ζωή μου, αλλά να εξαφανίζομαι προς άγνωστη κατεύθυνση κάθε τρεις και λίγο; Ύποπτο. Όλων το μυαλό θα πάει σε εσένα. Αν με ακολουθήσουν, θα σε βρουν.»
«Θα πρέπει να τους σερβίρεις κάποια πιστευτή δικαιολογία. Και εννοείται δεν θα έρχεσαι κατευθείαν σε εμένα. Θα παίρνεις πρώτα πύλη για άλλη χώρα και ίσως από εκεί σε τρίτη και μετά θα καταλήγεις στην Σιβηρία.»
Ποιος να το πίστευε ότι η ζωή μου θα γινόταν σενάριο κατασκοπικής ταινίας.
«Και πώς θα βρισκόμαστε; Να έχουμε κάποια επικοινωνία; Δεν ξαναπερνάω τα ίδια, στο λέω!»
Ο Ίαν με τραβάει στην αγκαλιά του, ανάμεσα στα πόδια του. Είναι τόσο πιο μεγαλόσωμος που χωράω μια χαρά άνετα και κουρνιάζω σαν πουλάκι. Πλέκει τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του με τα δικά μου. Το δαχτυλίδι μου ξεχωρίζει στο σκοτάδι.
«Όποτε με χρειαστείς, όποτε νιώσεις την ανάγκη να είμαι κοντά σου, τρίψε το δαχτυλίδι και σκέψου το όνομα μου.»
«Και θα εμφανιστείς;»
«Αν μπορώ,» χαμογελάει στραβά. «Αλλά πρέπει να μου υποσχεθείς, πως θα το χρησιμοποιήσεις μόνο σε περιπτώσεις ανάγκης. Δεν μπορώ να διακινδυνεύσω να εμφανίζομαι κοντά σου για πολύ.»
Φιλιόμαστε, βαθιά. Ξέρουμε και οι δύο ότι απόψε το πολύ έχει φτάσει στα πρόθυρα. Παλεύω να φυλακίσω όση περισσότερη από την ουσία του, να μετατρέψω τα κύτταρα μου σε αποθήκες μνήμης του.
«Σε αγαπάω.»
Εγώ δεν τολμώ να το προφέρω. Μοιάζει υπερβολικά με αντίο. Του το δείχνω μόνο, με όποιο μέρος του κορμιού μου μπορώ.
Δεν μπορώ να πω τίποτα. Μόνο αν είστε ακόμα εδώ, ένα τεράστιο ευχαριστώ!
