ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ
Δοκιμάζω φορέματα και βρίσκομαι σε κρίση, όταν η μητέρα μου μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα μου.
«Μαμά, δεν ξέρω τι να βάλω!» κλαψουρίζω.
Μου έχει δώσει ήδη την άδεια της για απόψε. Που ο Άλεξ θα με βγάλει έξω στο πρώτο επίσημο μας ραντεβού. Και θα πάμε σε εστιατόριο. Κανονικό. Με καρέκλες και τραπέζια και γκαρσόνια και σεφ και καταλόγους και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Συγκεκριμένα σε ένα από τα πιο ιν εστιατόρια της Ντιάγκον Άλλεϋ. Όπου θα υπάρχουν πολλά ζευγάρια μάτια και σχεδόν όλα από αυτά θα είναι στραμμένα επάνω μας: στην πρώτη έξοδο ως ζευγάρι του νέου αστεριού της Πάντλμηρ και της μοναχοκόρης του Χάρυ Πότερ. Είναι δυνατόν να μην πρέπει να βάλω ό,τι καλύτερο έχω αποκτήσει ποτέ; Πώς θα αποδείξω σε όλους και σε όλες, ότι αξίζω να στέκομαι στο πλευρό του; Ότι δεν είμαι μονάχα ένα πλουσιοκόριτσο από διάσημη οικογένεια, αλλά μία σοφιστικέ γυναίκα μέσα στην ωριμότητα και την λάμψη και το σεξ απήλ.
«Αγάπη μου, τόσα ρούχα έχεις.»
«Ναι, αλλά δεν μου αρέσει κανένα! Όλα είναι παιδικά και αστεία.»
Η μητέρα μου πλησιάζει το κρεβάτι μου, όπου έχω αδειάσει την μισή ντουλάπα μου, και πιάνει να συμμαζεύει τα ρούχα μου. Άτιμε, Άλεξ! Μου το ανακοίνωσε τελευταία στιγμή πως έκλεισε τραπέζι στις 9.30 στο Αυγό του Κόκορα και θα περάσει να με πάρει μετά την προπόνηση του, ώστε δεν προλάβαινα με τίποτα να πάω στα μαγαζιά και να βρω κάτι φαντασμαγορικό. Επομένως, πρέπει να τα βγάλω πέρα με αυτά που έχω. Μήπως να ζητήσω από την μαμά αυτήν την εκπληκτική, κόκκινη τουαλέτα που είχε φορέσει πριν από κάποια Χριστούγεννα στο ρεβεγιόν του Υπουργείου; Θυμάμαι είχε κάνει θραύση και ακόμα την συζητάνε. Όμως δεν γίνεται. Έτσι και την αναγνωρίσουν ρεζίλι θα γίνω. Όχι, μόνο θα είμαι μπέμπα, αλλά θα φοράω και τα φουστάνια της μάνας μου.
Τρελό fail!
«Γιατί δεν βάζεις αυτό; Δεν το έχεις φορέσει ξανά και πάει ιδανικά με τα μάτια σου.»
Μου δείχνει ένα λιλά φόρεμα σε στυλ μπέιμπι ντολ.
«Ήδη μοιάζω μικρότερη από την ηλικία μου. Με αυτό θα φαίνομαι μαθητριούλα.»
«Είσαι μαθητριούλα,» επισημαίνει η μητέρα μου.
«Ευχαριστώ πολύ!»
«Δεν το λέω για κακό. Είναι η πραγματικότητα, Λίλι. Είσαι δεκαεπτά χρονών. Είσαι φρέσκια, δροσερή, έχεις όλη την ζωή μπροστά σου και αυτό φαίνεται. Δεν χρειάζεται να προσποιηθείς ότι είσαι τίποτα άλλο. Υπάρχει, βρε, κάτι πιο όμορφο από τα νιάτα;»
Όχι;
«Ναι, αλλά ο Άλεξ…»
«Ο Άλεξ σε θέλει για αυτό που είσαι και αν δεν σε θέλει για αυτό που είσαι τότε καλύτερα να το αντιληφθείς μία ώρα αρχύτερα και να του δώσεις τα παπούτσια στο χέρι.»
Χαμογελάω ελαφρά με τον προστατευτισμό της μητέρας μου, εννοείται δεν θα δεχόταν ποτέ να αλλάξεις για κάποιον άντρα, και παίρνω το φόρεμα που μου συνέστησε για να το φορέσω.
«Άρα να φανταστώ τα βρήκατε με τον Άλεξ;»
«Ε, αφού σου είπα, ναι.»
«Και δεν τον πειράζει που θα είστε σε απόσταση;»
«Όχι, τα συζητήσαμε.»
Πηγαίνω κοντά της, για να μου ανεβάσει το φερμουάρ στην πλάτη.
«Πού είναι το ραβδί σου;»
«Στο κομοδίνο.»
Όταν με κουμπώνει, στρέφομαι και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Δεν είναι κακό. Μπορώ να φορέσω και τα χρυσά μου πέδιλα σε σχήμα σανδαλιών με φτερά. Έχει ακόμα καλές βραδιές και δεν θα κρυώνω. Είναι άλλωστε η τελευταία μου ευκαιρία να τα βάλω. Από αύριο κλασική, βαρετή στολή των Γκρίφιντορ. Κλαψ!
«Δείξε μου το ξόρκι της αντισύλληψης.»
Αμηχανίααααα!
«Έλα, τώρα, ρε μαμά.»
«Σε παρακαλώ, θέλω να είμαι βέβαιη πως το θυμάσαι.»
Ξεφυσώ, μα πιάνω το ραβδί μου και το κάνω. Σχεδόν τέλειο.
«Όχι, Λίλι. Είναι πρώτα δεξιά και μετά αριστερά ο καρπός. Κάνε το ξανά.»
Το δοκιμάζω άλλες δυο-τρεις φορές μέχρι να σιγουρευτεί πως το κατέχω.
«Πάντως, δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Δεν θα μου χρειαστεί προς το παρόν.»
«Ποτέ δεν ξέρεις. Καλύτερα να είσαι προετοιμασμένη για αυτά τα πράγματα.»
Σε αυτό δεν διαφωνώ καθόλου. Να μείνω έγκυος από τώρα; Δεν σφάξανε!
«Και Λίλι;»
«Ναι;»
«Μην αγανακτείς τόσο πολύ που επιστρέφεις στο σχολείο. Θυμήσου ότι είναι η τελευταία φορά για πάντα που το κάνεις.»
Το γνωρίζω αυτό. Ωστόσο δεν μετριάζει την απογοήτευση μου. Αν μπορούσα να τελειώσω το σχολείο χθες, δεν θα ήταν αρκετά σύντομα.
Η μητέρα μου μού φτιάχνει μερικές τούφες από τα μαλλιά. Επιμένει να τις βάζει πίσω από το αυτί μου, ενώ εμένα μου αρέσει να τις πετάω μπροστά στην μούρη μου. Δίνουν πιο πολύ μυστήριο έτσι.
«Είσαι πολύ όμορφη.»
«Ναι, καλά. Όλες οι μαμάδες τα ίδια λέτε. Και η κουκουβάγια το κουκουβαγιάκι το πιο όμορφο το έβλεπε.»
Την έχετε την ιστορία, ε; Που ζητάει η πέρδικα από την κουκουβάγια να φέρει το παιδί της από το σχολείο του δάσους γιατί είχε μία υποχρέωση και της λέει πως θα το αναγνωρίσει, επειδή είναι το πιο όμορφο. Και η κουκουβάγια της πήγε το δικό της παιδί, επειδή για εκείνη αυτό ήταν το πιο όμορφο πουλάκι από όλα. Μητρική αγάπη. Ισοπεδωτική δύναμη.
«Ωχ, το κουδούνι!»
Ήρθε ο Άλεεεεεεεεεεεεεεξ!
«Ψυχραιμία, μικρό κουκουβαγιάκι. Να περάσεις καλά. Και όχι μετά τις δώδεκα,» μου υπενθυμίζει η μητέρα μου μητρικά.
«Εντάξει, εντάξει. Άντε γεια τώρα!»
Διακτινίζομαι στο χολ και του ανοίγω την πόρτα. Φοράει πουκάμισο και υφασμάτινο παντελόνι. Δεν θυμάμαι να τον έχω δει ξανά τόσο φαντεζί.
«Καλησπέρα. Ουάου. Είσαι πανέμορφη.»
Γιατί οτιδήποτε βγαίνει από το δικό του στόμα το πιστεύω αμέσως;
«Σε ευχαριστώ. Και εσύ επίσης.»
Μένουμε να κοιταζόμαστε για μερικά δευτερόλεπτα σαν χαζά. Εγώ τουλάχιστον το δηλώνω και το παραδηλώνω και δεν ντρέπομαι καθόλου για αυτό. Παρουσία του χαζεύω, είναι δεδομένο.
«Πάμε;» μου προτείνει εν τέλει το μπράτσο του.
«Πάμε.»
Βγαίνω έξω στον δρόμο και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Τον πιάνω αγκαζέ και μας διακτινίζει στο κέντρο της Ντιάγκον Άλλεϋ, όπου έχει πάρα πολύ κόσμο. Μέχρι να φτάσουμε στο εστιατόριο έχουμε συναντήσει διάφορους γνωστούς, κοινούς ή μη, που μας χαιρετούν στιγμιαία αλλά μας κόβουν εξονυχιστικά από πάνω ως κάτω μένοντας ιδιαίτερα στα πλεγμένα μας χέρια. Ο Άλεξ ωστόσο δεν με αφήνει παρά μόνο όταν μπαίνουμε μέσα στο μαγαζί, για να μου ανοίξει την πόρτα. Πετάω, σας λέω, πετάω απόψε! Αναφέρει σε έναν υπάλληλο υποδοχής το όνομα του και εκείνος μας οδηγεί στο τραπέζι μας, το οποίο είναι στην άκρη της σάλας, στην πιο περίοπτη θέση. Θέση για ήρωες πολέμου, αξιωματικούς του Υπουργείου ή πρωταθλητές του κουίντιτς.
«Πώς σου φαίνεται εδώ; Έχεις ξανάρθει μετά την ανακαίνιση;» με ρωτάει ο Άλεξ όταν καθόμαστε.
Οι καρέκλες μας είναι αντικριστά, ωστόσο το τραπέζι δεν είναι πολύ μεγάλο και έτσι μπορούμε να έχουμε τα χέρια μας πλεγμένα.
«Όχι, έχω να έρθω από το Πάσχα. Ωραίο το κάνανε.»
«Όντως. Και εγώ έχω να έρθω από πριν φύγω. Αλλάξανε και το μενού, έμαθα.»
Πράγματι, όταν η σερβιτόρα μας φέρνει τους καταλόγους παρατηρώ πως τα πιάτα είναι πολύ πιο φιούζιον από παλαιότερα. Μάτια γοργόνας με μπάλες φυκιού, νύχια αρκούδας με ρύζι νυχάκι, σούπα κάμπιας με αυγοτάραχο, μασχάλη ελέφαντα με μέλι. Μμμ, δεν ξέρω ποιο να πρωτοδιαλέξω.
«Ε, δεν πεινάω και τόσο πολύ τελικά,» ξεροκαταπίνω. «Θα πάρω την σαλάτα του γκαζόν.»
«Ωραία, και εγώ θα πάρω το φιλέτο μπαμπουίνου.»
Παραγγέλνουμε και παρά τους αρχικούς δισταγμούς μου τελικά το φαγητό είναι όντως πεντανόστιμο. Αρκεί να μην κάτσεις να πολυσκεφτείς τι ακριβώς βάζεις στο στόμα σου.
«Λοιπόν, πώς πήγε σήμερα η ημέρα σου;» με ρωτάει κάποτε ο Άλεξ.
«Καλά. Τα ίδια. Στο σπίτι. Ετοίμαζα τα πράγματα μου.»
«Ναι. Φεύγεις αύριο. Πώς νιώθεις;»
«Χάλια πώς να νιώθω;»
Χαμογελάει.
«Και εγώ στενοχωριέμαι που θα είμαστε μακριά. Σκέψου όμως πως θα είναι για λίγο και πως αυτή είναι η τελευταία σου χρονιά. Δεν θα το πιστέψεις αλλά θα έδινα τα πάντα για να είμαι ξανά στο σχολείο.»
Όντως, δεν το πιστεύω.
«Για ποιο λόγο;» δεν κρατιέμαι να μην ρωτήσω.
Έτσι και πει για την Αλίσια θα του φέρω την σαμπανιέρα στο κεφάλι.
«Για πολλούς. Δεν είχα κανένα σοβαρό πρόβλημα τότε. Μόνο ανεμελιά. Έπαιζα κουίντιτς γιατί έτσι το γούσταρα, είχα την παρέα μου, κάναμε την πλάκα μας, γελούσαμε. Ε, πού και πού διάβαζα και λίγο, αλλά ξέρεις. Τα πάνω-πάνω.»
«Είχες και την Αλίσια.»
Δεν κρατήθηκα, η ρουφιάνα. Έπρεπε να το πω!
Αμέσως το χαμόγελο του τρεμοπαίζει.
«Κοίτα, δεν μπορώ να σου κρύψω ότι έχω περάσει και πολύ καλές στιγμές μαζί της. Θα πρέπει να ήμουν τελείως ψυχοπαθής, για να μένω τόσο καιρό με έναν άνθρωπο που θα μου φερόταν απαίσια. Ναι, ζήλευε πολύ και δεν είναι και η πιο συμπαθητική κοπέλα, όμως είναι έτσι περισσότερο από άμυνα. Στους δικούς της ανθρώπους είναι μάλαμα.»
«Συγνώμη, μου πλέκεις το εγκώμιο της τώρα ή είναι η ιδέα μου;»
«Όχι, όχι,» βιάζεται να με εξευμενίσει. «Απλά προσπαθώ να σου εξηγήσω, πως αν την κακολογούσα τώρα που χωρίσαμε αυτό θα έλεγε πολύ άσχημα πράγματα και για εμένα. Εσύ θα έλεγες ποτέ κακά λόγια για τον Ίαν;»
«Ο Ίαν δεν έχει καμία θέση στην συζήτηση που κάνουμε. Εσύ ανέφερες πόσο καλά περνούσες στο σχολείο. Λες και τώρα έγινες παρίας!»
Για όνομα του Μέρλιν. Ο τύπος είναι πιο διάσημος και από τον πατέρα μου τις τελευταίες ημέρες.
Με κοιτάζει με ένα απροσδιόριστο βλέμμα.
«Δεν είναι το ίδιο,» αναφέρει τελικά. «Ναι, υπέγραψα ένα συμβόλαιο που έκανε πάταγο, όμως αυτό επιφέρει και ένα σωρό ευθύνες. Αυτό σου εξηγώ. Πως στο σχολείο δεν είχα καμία έγνοια.»
Μου προξενούν εντύπωση αυτά που λέει. Πώς είναι δυνατόν να μιλάει έτσι; Δεν αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι; Σάμπως και χρειάζεται να βγαίνει κάθε ημέρα στο μεροκάματο για να τα βγάλει πέρα. Βέβαια, ποια είμαι εγώ να τον κρίνω. Εγώ γκρινιάζω με το παραμικρό για το οτιδήποτε.
Όπως για το γεγονός πως παρατηρώ δύο πολύ ανεπιθύμητα βυζιά να μου απευθύνουν τον λόγο.
«Οοο, τα πιτσουνάκια μου! Τι κάνετε, τι κάνετε;»
Η Ζίζι Μάριονς βρίσκεται και πάλι κοντά σας με νέο λαχταριστό ρεπορτάζ.
«Ώστε είστε μαζί τελικά; Ε, μα, ήμουν σίγουρη! Συγχαρητήρια! Συγχαρητήρια! Και για πες μου, Αλεξάκο, πώς είναι η σχέση με την μοναχοκόρη Πότερ; Και εσύ, γλυκιά μου; Πώς νιώθεις που ο καλός σου είναι ο πιο περιζήτητος αθλητής αυτήν την περίοδο;»
Σαν κάπως να ανακατεύεται το στομάχι μου. Όλα επάνω της μου προκαλούν τάση προς έμετο. Οι ξανθές της μπούκλες, η μικρή μυτίτσα της, το τεράστιο ντεκολτέ της που το τονίζει αναντίρρητα το μαύρο, θεόστενο φόρεμα που φοράει. Την σιχαίνομαι, την σιχαίνομαι, την σιχαίνομαι, την σιχαίνομαι!
Ο Άλεξ μειδιά συγκρατημένα. Τι να πει και αυτός; Άι φύγε από εδώ, μωρή κατσαρίδα; Παραείναι ευγενικός και επίσης θα χαλάσει και το ίματζ του. Όλα τα δημόσια πρόσωπα πρέπει να διατηρούν μία στάση ανοχής απέναντι στους δημοσιογράφους. Έστω και του χειρίστου είδους. Το ξέρω από την οικογένεια αυτό.
«Λοιπόν,» επιμένει εκείνη με το γλοιώδες, κατακόκκινο χαμόγελο της. «Δεν θα μου πείτε τίποτα; Έστω κάτι, κάτι μικρούλι;»
«Είμαστε καλά. Απολαμβάνουμε το δείπνο μας,» απαντά σφιγμένα ο Άλεξ.
Φυσικά σιγά μην ικανοποιηθεί η χαβούζα από αυτό. Συνεχίζει να μας παρενοχλεί με ακατάπαυστες ερωτήσεις. Τουλάχιστον μέχρι που καταφτάνει ο μετρ του μαγαζιού προς βοήθεια μας.
«Θα θέλατε να προσθέσω ένα σερβίτσιο στο τραπέζι σας;»
Καλή βοήθεια προσέφερε και αυτός, μην χέσω!
«Όχι, όχι, δεν χρειάζεται. Με περιμένουν.»
Δόξα σοι, Μέρλιν!
«Θα κανονίσουμε προσωπικό τετ-α-τετ, Αλεξάκη μου, ναι; Μου χρωστάς αποκλειστικό. Δεν το ξεχνάω.»
Επιτέλους μετά από δέκα λεπτά ακατάπαυστης πολυλογίας ξεκουμπίζεται. Γκόντρικ. Η Μάριονς εκπροσωπεί όλα όσα σιχαίνομαι στους παπαράτσι.
«Τι θράσος που έχει αυτή η γυναίκα!»
«Ναι,» συμφωνεί ο Άλεξ.
«Δεν βλέπω όμως να της κόβεις τον αέρα.»
Ο εκνευρισμός μου βρίσκει στόχο εκείνον.
«Τι θες να κάνω;» απορεί.
«Δεν ξέρω. Ο αδερφός μου μία χαρά ξέρει και χειρίζεται κάτι τέτοιες.»
«Προσωρινό είναι, μωρό μου. Θα περάσει η φούσκα και θα με ξεχάσει. Όταν διαπιστώσει πόσο βαρετή ζωή κάνω, θα σταματήσει να ασχολείται μαζί μου.»
«Βαρετή;»
«Ε, εντάξει. Αυτήν την ενδιαφέρει να πουλάει τα θέματα της. Και όσο περισσότερο το κουτσομπολιό, τόσο περισσότερο κεντρίζει το κοινό της. Όταν διαπιστώσει, πως εγώ δεν κάνω την τυπική ζωή του αθλητή, θα περάσει γρήγορα σε άλλο θύμα. Θα είμαι βαρετός για εκείνη και όσους την διαβάζουν. Ούτε με τον Φίλιπ ασχολείται καθόλου. Μόλις δει ότι και η δική μας σχέση είναι σταθερή και δεν έχει κάτι πιπεράτο να εξάπτει την φαντασία, τότε θα σταματήσει να ασχολείται τελείως με εμάς.»
Τα λόγια του δεν με καθησυχάζουν. Θα ήθελα να δείξει περισσότερο δυναμισμό. Όχι να κάθεται παθητικά και να περιμένει το κακό να περάσει. Δεν θέλω όμως να διαφωνήσουμε στο πρώτο – και δυστυχώς τελευταίο για την ώρα – ραντεβού μας, για αυτό και σταματώ την συζήτηση εδώ. Παρόλα αυτά η διάθεση μου πέφτει και το αντιλαμβάνεται και εκείνος.
«Θέλεις να πάρουμε το γλυκό πακέτο και να πάμε στην ταράτσα μας να το φάμε;» μου προτείνει.
Γνέφω καταφατικά.
Ο Άλεξ πληρώνει και βγαίνουμε έξω στον δρόμο. Με το που απομακρυνόμαστε από τον κόσμο μου φτιάχνει ξανά το κέφι. Πράγματι μέχρι να διακτινιστούμε στην χθεσινή σκεπή βρίσκω πάλι την ευδιαθεσία μου. Μου αρέσει που πλέον ένας χώρος έχει γίνει δικός μας. Ένα μέρος που δεν ανήκει ούτε μόνο σε εκείνον ούτε μόνο σε εμένα. Ανήκει και στους δυο μας, μαζί. Στην αμοιβαία εμπειρία μας σε αυτά τα ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα της κορυφής της πόλης.
Καθόμαστε στην άκρη του πεζουλιού, τα πόδια μας να τραμπαλίζονται στο κενό. Ανοίγουμε το κουτί με την τιραμισού και ο Άλεξ μου προσφέρει ένα κουτάλι που εμφανίζει μαγικά.
«Λίλι, δεν πρέπει να αφήνεις να σε επηρεάζουν οι δημοσιογράφοι. Νόμιζα ότι ήσουν συνηθισμένη σε αυτά.»
Παίρνω μία βαθιά ανάσα.
«Ναι, αλλά τώρα είναι αλλιώς. Εξάλλου με εμένα ποτέ δεν ασχολούνται ιδιαίτερα, μιας και όπως λες δεν παρουσιάζω κάποιο ενδιαφέρον. Με εξαίρεση πέρυσι το καλοκαίρι που…»
Δεν τελειώνω την πρόταση μου. Γνωρίζουμε και οι δύο σε τι αναφέρομαι.
«Είμαι μία μαθήτρια που έτυχε να έχει διάσημους γονείς. Όμως τώρα… Τώρα με απασχολεί τι γράφουν για εσένα και για εμάς. Τι θα γράψει αύριο αυτή η γκιόσα.»
Ο Άλεξ γελάει.
«Σου υπόσχομαι πως δεν θα γράψει τίποτα. Όχι, πριν από την αποκλειστική μας συνέντευξη. Θέλει το θέμα της να κάνει εντύπωση και αν έχει ήδη σκορπίσει πληροφορίες δεξιά και αριστερά μικραίνει την απήχηση, κατάλαβες;»
«Και για να έχουμε καλό ρώτημα, τι θα λάβει χώρα σε αυτήν την αποκλειστική συνέντευξη;»
Εννοείται πως δεν ζηλεύω. Από περιέργεια ρωτάω.
«Τίποτα. Θα μου κάνει ερωτήσεις και εγώ θα απαντήσω. Όσο πιο διακριτικά γίνεται, στο υπόσχομαι. Δεν γίνεται ωστόσο να το αποφύγω. Με κρατάει στο χέρι με τις φωτογραφίες.»
«Σε εκβιάζει θες να πεις.»
«Ίσως. Όμως έτσι κινείται ο χώρος της δημοσιότητας. Μας έχουν και τους έχουμε ανάγκη.»
«Δεν περίμενα πως θα το άκουγα αυτό ποτέ από εσένα.»
Ανασηκώνει απλανώς τους ώμους του.
«Είμαι ρεαλιστής. Μεγάλο μέρος της αμοιβής μου προέρχεται από τον πόσο κόσμο θα τραβήξω στο γήπεδο όπως και ακόμα μεγαλύτερα έσοδα θα αποκομίσω από χορηγίες. Αυτά απαιτούν δημοσιότητα. Εξάλλου σου είπα είναι η αρχή. Μετά από λίγο καιρό τα κουτσομπολιά θα σταματήσουν ή σίγουρα θα μειωθούν.»
«Δεν μου αρέσει η εικόνα να είσαι μόνος μαζί της.»
Ορίστε. Θα έσκαγα. Ευχαριστηθήκατε τώρα;
«Δεν χρειάζεται να αγχώνεσαι για αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί το οτιδήποτε.»
Με τραβάει στην αγκαλιά του.
«Μόνο εσύ είσαι στο μυαλό, στην καρδιά και στην ζωή μου.»
Ενώνει τα στόματα μας σε ένα βαθύ φιλί και αμέσως κάθε ανησυχία μου εξαφανίζεται.
Τουλάχιστον για την ώρα.
Και η σχέση προχωράει! Πώς σας φαίνονται ως ζεύγος; Έχουν χημεία; Άξιζε όλος αυτός ο κόπος της Λίλι; Πείτε μου στα σχολιάκια σας!
Μέχρι την επόμενη φορά,
ΧΧΧ
