XXIV.
Την επόμενη ημέρα από την συζήτηση του με τον Σκόρπιους, ο Ντράκο Μάλφοϋ επισκέφτηκε για δεύτερη φορά την γυναίκα του στο σπίτι της αδερφή της. Η Δάφνη και ο Μπλέιζ έλειπαν στις δουλειές τους και το ξωτικό του μεγάρου τον οδήγησε στο εσωτερικό θερμοκήπιο, όπου η Αστόρια απασχολούταν με μερικά λουλούδια. Δεν φάνηκε να εκπλήσσεται από την εμφάνιση του εκεί. Συνέχισε να κόβει ξερά φύλλα από μία γλάστρα με ήρεμες και προσεκτικές κινήσεις. Παρότι ασχολιόταν με μία χειρωνακτική εργασία παρέμενε προσεγμένη στο ακέραιο. Τα μακριά, καστανά μαλλιά της – τους εφάρμοζε τακτικά ειδικό ξόρκι, ώστε να μην έχουν ούτε μία άσπρη τρίχα – ήταν φροντισμένα σε ένα περιποιημένο χτένισμα, το ντύσιμο της κομψό αν και καθημερινό με ένα βαμβακερό παντελόνι, παπούτσια με χαμηλό τακούνι και κασμιρένια, μονόχρωμη μπλούζα, το βάψιμο της ελαφρύ και τα κοσμήματα της κλασικά˙ ένα ζευγάρι μαργαριταρένια σκουλαρίκια και η χρυσή βέρα της.
«Μοιάζεις σαν να περιμένες πως θα έρθω,» της αποκάλυψε τις σκέψεις του για την απουσία κατάπληξης στην έκφραση της.
«Ήρθε και με βρήκε ο Σκόρπιους χθες το βράδυ. Μου είπε για την συζήτηση σας. Ανέμενα πως θα εμφανιστείς ξανά. Αυτό που δεν ξέρω είναι με ποιες προθέσεις.»
Τον κοίταξε απαλά, καθώς τα δάχτυλα της διαχώριζαν με επιδεξιότητα τα άχρηστα μέρη του φυτού χρησιμοποιώντας ειδικό κόφτη. Η αγάπη της για οτιδήποτε πράσινο τού ήταν γνωστή. Εκείνη άλλωστε επιμελούταν τον απέραντο κήπο της έπαυλης με εξαιρετικά αποτελέσματα.
«Ο Σκόρπιους δεν θέλει να κάνω το ταξίδι. Του τα είπα όλα και με συγχώρεσε.»
«Ήμουν σίγουρη πως θα το έκανε.»
Πέρασε αφηρημένα την παλάμη του πάνω από τον ξύλινο πάγκο, όπου η Αστόρια είχε ακουμπήσει την γλάστρα με το λουλούδι. Ήταν ένα άσπρο κυκλάμινο, αναγνώρισε.
«Θέλει επίσης να τα ξαναβρούμε.»
«Το ξέρω. Και σε εμένα το ίδιο είπε.»
Τα λεπτά χέρια της Αστόρια έπιασαν ένα μικρό κλωναράκι και με μία αποφασιστική κίνηση ψαλιδίσματος το έκοψαν από την θέση του πετώντας στο έδαφος το κάτω παρέα με τα υπόλοιπα πεθαμένα πια απομεινάρια του φυτού.
«Η σημαντική εν προκειμένω ερώτηση είναι ωστόσο άλλη,» του είπε δίχως να σταματήσει τις χειρονομίες της.
«Δηλαδή;»
«Αν εσύ θέλεις να τα ξαναβρούμε.»
Έκανε ένα απειροελάχιστο βήμα προς το μέρος της.
«Αστόρια, γνωρίζεις πως σε αγαπώ. Δεν έπαψα ποτέ.»
Του απηύθυνε ένα βλέμμα τότε που ο Ντράκο δεν μπόρεσε ακριβώς να μεταφράσει. Ασυναίσθητα συνειδητοποίησε πως ίσως σήμερα να αντίκριζε μία πτυχή του χαρακτήρα της που τόσα χρόνια που ήταν η γυναίκα του δεν του είχε αποκαλύψει. Μία ιδιοσυγκρασία άμυνας και επιφύλαξης, κάπως απαιτητική και εγωιστικά συγκρατημένη.
«Το ξέρεις καλύτερα από εμένα, Ντράκο, πως η αγάπη πάντα δεν αρκεί.»
«Αρκεί,» επέμεινε εκείνος και την πλησίασε και άλλο˙ σπάζοντας το αόρατο τοιχίο που είχε παρεισφρήσει ανάμεσα τους. «Αρκεί και θα στο αποδείξω.»
«Πώς ακριβώς;»
«Θα σε πάρω να γυρίσουμε σπίτι μας. Απόψε κιόλας.»
Την ανάγκασε να αφήσει το εργαλείο που κρατούσε από τα χέρια της και έμπλεξε απαλά τα δάχτυλα του με τα δικά της.
«Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Δεν θέλω να ζήσω χωρίς εσένα.»
«Και τα όνειρα σου;»
«Θα τα αντιμετωπίσω εδώ, στο παρόν. Θα τα αντιμετωπίσουμε μαζί, έτσι δεν είναι;»
Δεν δίστασε λεπτό να του εκδηλώσει την πίστη της. Όσο και αν είχε πιστέψει πως μπορεί εν τέλει να μην διάλεγε εκείνη, τώρα που την είχε διαλέξει, τον πίστεψε δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό.
«Φυσικά, φυσικά και θα τα αντιμετωπίσουμε μαζί.»
Τα θλιμμένα, καστανά της μάτια υγράνθηκαν.
«Όλα θα τα αντιμετωπίσουμε μαζί.»
Την τράβηξε στην αγκαλιά του και την έσφιξε πάνω του με δύναμη που νόμιζε δεν θα είχε πια. Τώρα μόνο, παρουσία της, αντιλαμβανόταν πόσο πολύ του είχε λείψει όσο λίγες και αν ήταν οι ημέρες που είχαν περάσει χωριστά. Χούφτωσε το πρόσωπο της στις παλάμες του και φίλησε γλυκά τα αγαπημένα της χείλη.
«Τι σε έκανε να αλλάξεις γνώμη;» τον ρώτησε όταν απομακρύνθηκαν ελαφρά.
«Σκέφτηκα πολύ όσα μου είπες εσύ και ο Σκόρπιους. Βοήθησε κατά πολύ το γεγονός, πως τώρα τα ξέρετε όλα όμως και πάλι με αποδέχεστε. Κατάλαβα, έστω και κάπως αργοπορημένα, ότι παρά τα όποια λάθη μου, έχω καταφέρει να με αγαπήσετε χωρίς όρια και αυτό είναι κάτι που θα με πονέσει περισσότερο αν το χάσω, επειδή ό,τι και αν κάνω στην άλλη ζωή που ίσως κατόρθωνα να φτιάξω, αυτό δεν θα το έβρισκα ποτέ. Όποια αγάπη και αν συναντούσα εκεί, κυρίως την δική σου, θα μου φαινόταν πάντα μία υποτονική σκιά, μία σχεδιασμένη αντανάκλαση των όσων θα είχα επιθυμήσει εγώ. Εγώ θα δημιουργούσα αυτό το σύμπαν στα μέτρα μου και η αντιμετώπιση των άλλων θα ήταν κάτι το τεχνητό, καθώς την συνείδηση τους και αυτήν εγώ θα την είχα προσαρμόσει. Τώρα όμως, εδώ, εδώ είμαι το ίδιο ανήμπορος με όλους και περισσότερο ακόμα. Και όμως. Με έχετε αγαπήσει.»
«Ναι, ναι, σε έχουμε αγαπήσει. Και σε αγαπάμε. Σε αγαπάω. Ποτέ δεν θα πάψω. Αγαπώ όλα αυτά που είσαι και ακόμα όλα τα άπιαστα που δεν μπόρεσες να γίνεις.»
Την φίλησε ξανά, πολύ βαθιά και έντονα, και με μία αναπάντεχη κίνηση την ανασήκωσε και την απίθωσε στον ξύλινο πάγκο.
Η Αστόρια άφησε ένα επιφώνημα έκπληξης χαχανίζοντας σαν έφηβη κοπελίτσα.
«Τι σε έπιασε τώρα;»
«Μου έλειψες,» της απάντησε αφοπλιστικά καθώς χωνόταν ανάμεσα στα πόδια της.
Βρήκε πάλι τα χείλη της με τα δικά του και η Αστόρια αισθάνθηκε την επιθυμία του να μεταφέρεται από κάθε πόρο του κορμιού του στο δικό της.
«Αγάπη μου, η Δάφνη και ο Μπλέιζ…»
«Μμμ,» μουρμούρισε επάνω στο στόμα της. «Τι εξυπηρετικό που δεν είναι στο σπίτι.»
Χαμογέλασε μεφιστοφελικά και βγάζοντας το ραβδί του από την εσωτερική τσέπη του μανδύα του εξαφάνισε μονομιάς τα ρούχα και των δυο τους. Τα κορμιά τους δεν διέθεταν πλέον την σφριγηλότητα που τα χαρακτήριζε στα νιάτα τους και ίσως ο έρωτας τους να ήταν άκομψος να τον βλέπει κανείς, για αυτό και ενδεχομένως να μην ήταν τα μεσήλικα πάθη αυτά που ενέπνεαν ζωγράφους και ποιητές, όμως ήταν πολύ όμορφος να τον αισθάνεσαι. Αυτό ήταν μία κατάκτηση που μόνο ένα ζευγάρι που είχε μεγαλώσει μαζί μπορούσε να βιώσει. Το πώς τα στήθη της έπαιρναν φωτιά κάτω από την γλώσσα του, πώς ο ερεθισμός του διογκωνόταν μέσα στα χέρια της, πώς τα δάχτυλα του ήξεραν να την ετοιμάζουν ηδονικά για εκείνον. Τέλος, πώς η κατάσαρκη επαφή τους δεν ήταν μία εκστασιαστική ανακάλυψη αλλά μία νοσταλγική επιστροφή.
Σε έναν τέτοιο χορό όπου και τα δύο μέρη γνώριζαν με ακρίβεια ακροβάτη τα βήματα, τόσο πιο μεγάλη ήταν η απογοήτευση και η κατάπληξη όταν αυτά τα βήματα χανόνταν.
Η Αστόρια τον αισθάνθηκε μέσα στα χέρια της να αγκομαχά και να παραιτείται.
«Ντράκο, ζωή μου;» απόρησε ανήσυχη.
Εκείνος δεν αποκρίθηκε. Έμεινε να παλεύει μερικές, ξεψυχισμένες ωθήσεις – ανήμπορα κακέκτυπα της ένωσης τους. Το σώμα του κρύωσε και ο εναγκαλισμός τους μαρμάρωσε σε κοφτερές γωνίες.
«Αστόρια, δεν μπορώ. Δεν μπορώ,» υποτονθόρυσε με παράπονο μικρού παιδιού και ξέσπασε κρυμμένος στον ώμο της σε θρήνους.
Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον σφίξει πιο κοντά της.
Μικρό κεφαλαιάκι το σημερινό, αλλά πιστεύω με πολύ δυνατή σκηνή. Πείτε μου την γνώμη σας! Πώς σας φάνηκε αυτή η εξέλιξη; Τι να σημαίνει για την συνέχεια της ιστορίας μας; Αναμένω τα σχολιάκια σας!
Προς Κωστή: Τέλεια η προσέγγιση σου για τον Σκόρπιους. Τον αγαπάμε και οι δύο! :)
Προς Yolanda: Τι εκπληκτικό σχολιάκι ήταν αυτό! Σε υπερευχαριστώ! Τέτοιες αντιδράσεις είναι ο λόγος που αγαπώ να γράφω! Ελπίζω η συνέχεια να εξακολουθήσει να σε ανταμείβει με δυνατά συναισθήματα!
Μέχρι την επόμενη φορά,
ΧΧΧ
