ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
«Γεια σου, Ίαν. Τι κάνεις;»
Τα μάτια του βρίσκουν τα δικά μου. Είναι πιο πράσινα από κάθε άλλη φορά που τα έχω αντικρίσει. Περίεργα μάτια. Ακατάληπτα. Του είδους που ποτέ δεν γνωρίζεις. Που δεν γίνεται να φυλακίσεις στην μνήμη σου. Που πρέπει να κοιτάζεις συνεχώς. Μία καστανά, μία πράσινα, μία μελί, μία ένα συνονθύλευμα αποχρώσεων. Μπορώ να ορκιστώ ότι στο φως φωτίζουν μέχρι και χρυσά.
«Λίλι! Καλά είμαι. Εσύ;»
Μου προσφέρει το χέρι του σε χειραψία. Είναι ζεστό μετά από τόσες παλάμες που χαιρέτισε. Εγώ είμαι από τις τελευταίες. Η τραπεζαρία έχει σχεδόν αδειάσει και η ώρα του μεσημεριανού κοντοζυγώνει στο τέλος της. Φυσικά ο Ίαν έκατσε να τελειώσει το φαγητό του, επειδή με όλες τις χαιρετούρες δεν πρόλαβε να σταυρώσει μπουκιά ο μάγος. Μην νομίζετε. Τον σκέφτομαι και αυτόν. Όλα τα σκέφτομαι εγώ. Έλα, όμως, που θα έσκαγα αν τελικά δεν έκανα την εμφάνιση μου. Κυρία ωστόσο η δικιά σου. Ούτε που αφήνω να φανεί πόσο με πειράζει που για εμένα δεν φυλάει κάτι ιδιαίτερο˙ ένα φιλί στο μάγουλο ή έστω μία φευγαλέα αγκαλιά.
«Καλά και εγώ. Να σου πω την αλήθεια μου ήρθε λίγο ταμπλάς που σε είδα εδώ. Δεν είχα ιδέα.»
«Ναι, είναι και για εμένα λίγο περίεργο. Να επιστρέφω στο Χόγκουαρτς ως επισκέπτης,» κοιτάζει τον χώρο γύρω του με κάποια νοσταλγία.
«Νόμιζα είσαι στο Μεξικό,» προσθέτω κάπως συνωμοτικά.
Λες και προσπαθώ να κρατήσω έστω αυτήν την πληροφορία σαν κοινό μυστικό μας.
Μισοκλείνει εξεταστικά τα μάτια του απορώντας προφανώς πού έμαθα για το Μεξικό. Ή πώς μου ήρθε να το ξεφουρνίσω έτσι αμέσως. Ή πού βρήκα το δικαίωμα να απαιτώ και εξηγήσεις από εκείνον.
«Ήμουν στο Μεξικό,» απαντά τελικά. «Ο αδερφός μου πήρε μετάθεση στην μέση του προηγούμενου έτους και πήγα μαζί του στην Κούβα.»
«Σου έγραψα ένα γράμμα και δεν έλαβα ποτέ απάντηση. Μάλλον θα έφτασε αφού είχες φύγει.»
Δεν ξέρω γιατί το είπα τώρα αυτό. Ποιος βάζει τόσο θάρρος στα λόγια μου; Κάποιοι μπορεί να το αποκαλούσαν μέχρι και θράσος. Ο Ίαν δεν λέει τίποτα. Μπορεί και να μην προλαβαίνει, επειδή τότε την προσοχή του τραβάει η κοπέλα δίπλα του που σηκώνεται όρθια χαμογελώντας μου.
«Λίλι, να σου γνωρίσω την Άνα.»
«Χαίρω πολύ,» μου προτείνει το χέρι της.
Η προφορά της είναι εμφανής, αλλά τα Αγγλικά της καλά.
«Πωπω, δεν φανταζόμουν πως ο Ίαν ήταν τόσο δημοφιλής στο προηγούμενο σχολείο του. Τόσο ήσυχος που είναι,» του απευθύνει μία γλυκιά ματιά.
«Δεν ήταν.»
Με κοιτάζουν και οι δύο. Για κάποιον λόγο δεν έχω κανένα πρόβλημα για την αμηχανία που προκαλώ. Την επιθυμώ κιόλας.
«Απλά είναι πάντα καλό να βλέπεις παλιούς γνωστούς. Σωστά;»
Τον καρφώνω με το βλέμμα μου. Δεν θα της πει τίποτα; Δεν της έχει πει τίποτα για εμένα; Δεν είμαι μία συμμαθήτρια του. Είμαι η πρώτη κοπέλα που αγάπησε! Εκείνος ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στην άφατη πρόκληση μου.
«Σωστά,» συμφωνεί μόνο.
Ακούγεται το γκονγκ που ενημερώνει πως το μεσημεριανό έφτασε στο τέλος του.
«Λοιπόν, πάω και εγώ,» αναγκάζομαι να πω εφόσον μέχρι και εγώ καταλαβαίνω πως δεν υπάρχει κάτι άλλο να πούμε.
Ή μάλλον υπάρχουν άπειρα, όμως δεν φαίνεται καθόλου διατεθειμένος να τα συζητήσει.
«Τα λέμε, ε;»
«Ναι, βέβαια,» με διαβεβαιώνουν και οι δύο.
Φεύγω πριν προλάβω να παρατηρήσω την ανακούφιση στην έκφραση του. Φοβόταν πως θα αποκάλυπτα το παρελθόν μας στην νυν του; Είπαμε έχω πέσει χαμηλά στην ζωή μου, αλλά όχι και τόσο. Εξάλλου για ποιο λόγο να του προξενήσω και άλλα προβλήματα; Απλά δεν μου αρέσει που από το απόλυτο δράμα στο οποίο εξελίχθηκε η σχέση μας περάσαμε κατευθείαν στην ψυχρή τυπικότητα δίχως να έχω την ευκαιρία να του εξηγήσω πέντε πράγματα. Έχει ωστόσο το δικαίωμα να μην θέλει να με ακούσει, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι. Για αυτό κάνω μεταβολή και απομακρύνομαι από κοντά τους και από την τραπεζαρία.
Επιστρέφω στον κοιτώνα μου.
«Δεν έχω όρεξη για καμία κουβέντα,» μουγκρίζω και χώνομαι στο κρεβάτι μου κλείνοντας τις κουρτίνες γύρω μου.
«Μύγα την τσίμπησε;» ακούω την Μαγδαλένα να ρωτάει.
Ναι, μύγα. Αλογόμυγα. Και το όνομα της είναι Πληγωμένος Εγωισμός. Το αναγνωρίζω, παρόλα αυτά δεν μπορώ να μην στενοχωριέμαι. Δηλαδή ούτε πέντε λεπτά από τον χρόνο του δεν δικαιούμαι μόνο για εμένα; Προσπαθώ να διαβάσω το βιβλίο της Τέρι, να τελειώσω τον γράμμα μου στον Άλεξ, να ξεφυλλίσω έστω τον τόμο που μου έδωσε η Πένυ για τον φεμινισμό. Δεν μπορώ ωστόσο να συγκεντρωθώ οπουδήποτε. Με ξέρω. Ξέρω τα ελαττώματα μου και τα κολλήματα μου. Δεν θα ηρεμήσω πριν καταφέρω να του μιλήσω. Έστω και αν χρειάζεται να εκβιάσω καταστάσεις, για να το επιτύχω.
Ξεκουκουλώνομαι από το κρεβάτι μου και φωνάζω στην Έμιλι να έρθει. Μόλις με πλησιάζει της κάνω σήμα να χωθεί και αυτή πίσω από τις κουρτίνες και έπειτα ηχομονώνω τον χώρο γύρω μας.
«Ξέρεις πού μένουν οι Κουβανοί;»
«Ακριβώς όχι. Γιατί ρωτάς;»
«Άσε γιατί ρωτάω. Ξέρεις;»
«Η Πένυ είπε ότι τους έβαλαν κάπου κοντά στον κοιτώνα των Χάφλπαφ, αλλά τώρα πού ακριβώς…»
Ύστερα μου απευθύνει ένα σκανδαλισμένο βλέμμα.
«Θέλεις να πας για τον Ίαν, έτσι;»
«Θέλω να του μιλήσω,» παραδέχομαι. «Στην σάλα δεν μπόρεσα. Δεν γίνεται να μιλάμε σαν τους κουμπάρους.»
«Σύμφωνοι. Απλά να προσέχεις.»
«Τι να προσέχω;»
Διστάζει λίγο.
«Έμιλι, τι να προσέχω;»
«Φαίνεται να είναι μία χαρά, οκέι; Προχώρησε στην ζωή του και φαίνεται καλά. Απλά να είσαι προετοιμασμένη ότι μπορεί να μην ακούσεις ακριβώς αυτά που θέλεις να ακούσεις.»
Μοιάζει να συλλογίζεται κάτι.
«Βασικά, ξέρεις τι λέω; Το ξανασκέφτηκα. Πιστεύω δεν έχει κανένα νόημα να μιλήσετε άλλο. Εκείνος είναι καλά, εσύ είσαι καλύτερα από ποτέ, με το αγόρι των ονείρων σου. Τι νόημα έχει τώρα μία συζήτηση μεταξύ σας;»
«Θέλω να του ζητήσω συγνώμη. Δεν μπορώ να ζήσω με τον εαυτό μου, αν δεν του ζητήσω συγνώμη.»
«Ωραία και του ζήτησες. Τι να την κάνει; Ένα χρόνο μετά τι να την κάνει; Φοβάμαι ότι σκατά θα τα κάνεις πάλι!»
Ευχαριστώ πολύ για την εμπιστοσύνη! Αν έχεις τέτοια κολλητή, τι να την κάνεις την Αλίσια!
«Θα μου πεις τώρα πού είναι ο κοιτώνας και να αφήσεις το κήρυγμα;»
«Σου είπα δεν ξέρω ακριβώς. Κάπου στο υπόγειο πάντως.»
«Καλά, με φώτισες. Θα πάω να το βρω μόνη μου.»
«Μην πας! Λίλι, μην πας! Το ξερό σου το κεφάλι θα σε φάει!»
Δεν δίνω σημασία στην Έμιλι. Σηκώνομαι από το κρεβάτι, βγαίνω από τον κοιτώνα και κατεβαίνω στο υπόγειο. Ξέρω πως τα διαμερίσματα των Χάφλπαφ είναι λίγο μετά την κουζίνα, ωστόσο δεν έχω ιδέα πού στο καλό μπορεί να έχουν βάλει τους Κουβανούς. Τριγυρίζω σαν την άδικη κατάρα πάνω-κάτω στους διαδρόμους μπας και δω κάποια ένδειξη ή μου έρθει καμία μαγική φώτιση, μα δεν συμβαίνει τίποτα. Αποκαρδιωμένη επιστρέφω προς στις σκάλες, για να ανέβω ξανά επάνω. Έχασα την μάχη, μα όχι τον πόλεμο. Κάποια στιγμή θα κατορθώσω να τον ξεμοναχιάσω και να τον αναγκάσω εγώ να με ακούσει θέλει δεν θέλει. Αυτό τουλάχιστον μου το χρωστάει. Για όλες τις ευχάριστες στιγμές που περάσαμε μαζί, αν μη τι άλλο.
Την ώρα που περνάω μπροστά από την κουζίνα ανοίγει η πόρτα και πέφτω κυριολεκτικά επάνω στον νονό μου.
«Λίλι;» εκπλήσσεται που με βλέπει. «Τι κάνεις εδώ κάτω;»
Αυτό θα ρωτούσα και εγώ, αν δεν μίλαγε για εκείνον το τεράστιο κομμάτι κέικ που κουβαλάει σε ένα πιάτο. Αποφασίζω ωστόσο να μην το σχολιάσω. Όχι και ότι καλύτερο να τον φέρω σε δύσκολη θέση τώρα που τον χρειάζομαι.
«Νονούλη μου,» παίρνω το πιο ναζιάρικο μου ύφος. «Θέλω την βοήθεια σου.»
«Σε τι;»
«Ξέρεις πού έχουν βάλει τους Κουβανούς; Υποσχέθηκα σε μία κοπέλα να την ξεναγήσω στο σχολείο, αλλά ξέχασα η χαζή να την ρωτήσω πού μένουν. Βοήθησε με, σε παρακαλώ. Δεν θέλω να την στήσω και να νομίζει πως την ξέχασα. Τι γνώμη θα σχηματίσει για εμένα, το σχολείο, τους Άγγλους, την Μεγάλη Βρετανία; Η διευθύντρια δεν μας υπενθύμιζε συνέχεια πως στους καλεσμένους μας πρέπει να φερόμαστε με τον καλύτερο εαυτό μας; Εγώ έχω όλη την καλή διάθεση να γίνω φίλη με τα παιδιά και να τα βοηθήσω να προσαρμοστούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Να αισθανθούν το Χόγκουαρτς σπίτι τους και εμάς σαν αδέρφια τους. Να…»
«Καλά-καλά,» με διακόπτει ο Νέβιλ. «Τρίτο κάδρο με τις φράουλες μετά τον διάδρομο δεξιά κάτω που είναι πίσω από το άγαλμα με τα σταφύλια μπροστά από την συστάδα με τα βαρέλια όπως πας στο δεξί σου χέρι στρίβεις δεξιά και μετά πάλι δεξιά και μετά αριστερά και μετά δεξιά και μετά αριστερά ορθή γωνία και το βρήκες.»
Αν ήξερα πως έπρεπε να έχω τελειώσει Πολυτεχνείο για να μιλήσω με τον Ίαν, θα το άφηνα καλύτερα.
«Σε ευχαριστώ πολύ, νονούλη!»
Θα τον ρωτούσα και την κωδική λέξη, μα τότε θα έκανε μέχρι και εκείνον να με υποπτευτεί που λιγότερο καχύποπτος άνθρωπος πεθαίνεις. Για αυτό του σκάω ένα φιλί στο μάγουλο και τρέχω προς την κατεύθυνση που μου υπέδειξε.
«Α, και Λίλι. Δεν το έμαθες από εμένα.»
«Τι να έμαθα;» του χαμογελάω πισωπατώντας και έπειτα χάνομαι σφαίρα από μπροστά του.
Χάνω τον δρόμο μου κανά-δυο φορές και μπερδεύομαι άλλες τόσες, μα τελικά καταφέρνω και στέκομαι μπροστά από έναν πίνακα με κόκκινες φράουλες και ένα ζευγάρι που ξαπλώνει ράθυμα στα γρασίδια. Τι απρεπείς εικόνες είναι αυτές για το σχολείο; Σαν δεν ντρέπονται.
«Ποιος είναι;» ρωτάει η κοπέλα του ζευγαριού που βρίσκεται με την πλάτη γυρισμένη και δεν βλέπει.
«Νομίζω είναι η Λίλι Πότερ,» της απαντάει ο σύντροφος της.
«Μα αυτή είχε πεθάνει!»
Έκπληκτη η κορασίδα γυρίζει σε εμένα.
«Όχι, καλέ. Δεν είναι αυτή η Λίλι Πότερ. Έχει παρόμοια μαλλιά και μάτια, αλλά η Λίλι ήταν πολύ πιο όμορφη.»
«Σε ακούω ξέρεις,» σημειώνω.
Όμως σιγά μην κάτσω να εκνευριστώ με έναν πίνακα. Έχω πολύ πιο σημαντικά ζητήματα να ασχοληθώ. Χτυπάω δυνατά την κάσα.
«Σιγά, μας ξεκούφανες,» παραπονιέται η νεάνις.
Χτυπάω ξανά λίγο πιο δυνατά. Έτσι, επειδή μπορώ. Φάτα τώρα, μωρή! Εσύ τι κάνεις όλη μέρα; Κυλιέσαι στα γκαζόν και τρως φράουλες. Θα χτυπούσα και άλλο, όμως το κάδρο ανοίγει και από μέσα εμφανίζεται μία άγνωστη μου κοπελίτσα.
«Quién eres tú?»
Συγνώμη;
«Γεια σου!» λέω όσο πιο ευχάριστα μπορώ. «Είμαι η Λίλι. Θα μπορούσες να μου φωνάξεις τον Ίαν;»
Τίποτα. Καμία επικοινωνία. Η κοπελίτσα με κοιτάζει με μεγάλα μαύρα μάτια σάμπως και κατέβηκα από άλλον πλανήτη.
«Ίαν!» επαναλαμβάνω όσο πιο καθαρά γίνεται. «Θέλω τον Ίαν!»
Μηδενική αντίδραση.
«Εγώ,» χτυπάω το χέρι μου στο στήθος μου, «θέλω τον Ίαν! Ψηλός,» δείχνω με την παλάμη μου πάνω από το κεφάλι μου, «αδύνατος,» κουνάω τον δείκτη μου αντίστοιχα, «με σκουλαρίκι στο φρύδι,» δείχνω το εν λόγω σημείο επάνω μου.
Η Κουβανή χαμογελά συγκαταβατικά με την τρελή που έμπλεξε.
«Μπορώ να περάσω τουλάχιστον;»
Όχι, που περίμενα απάντηση σε αυτήν την ερώτηση. Στύβω το μυαλό μου να θυμηθώ τα ελάχιστα Ισπανικά που είχα πιάσει, όταν έβλεπα φανατικά μία μεξικάνικη σαπουνόπερα.
«Yo quiero Ian.»
Το χαμόγελο γίνεται καθαρό γέλιο στα χείλη της και πολύ αργά συνειδητοποιώ πως μόλις είπα ότι θέλω τον Ίαν. Όχι ότι θέλω τον Ίαν, αλλά ότι θέλω-θέλω τον Ίαν. Θέλω-θέλω τύπου με κόκκινα τριαντάφυλλα, μεταξωτά εσώρουχα και νύχτες πάθους. Μα πώς στο καλό μου έρχονται τώρα τέτοιες εικόνες;
«No! No quiero Ian! Quiero… μιλήσω… πώς στο καλό λέγεται, μμμ… quiero… Decir! Αυτό. Decir Ian. Si! Yo quiero decir Ian! Por favor,» προσθέτω μην νομίζει η εξωτική πως δεν έχουμε και τρόπους.
«Ah! Usted quiere hablar con Ian!»
Κάτι είπε τώρα αυτή, αλλά ποιος την καταλαβαίνει.
«Espere un minuto. Lo llamaré.»
Και μου κλείνει το κάδρο στα μούτρα.
«Decir σημαίνει λέω, όχι μιλάω,» με διορθώνει η φραουλοτύπισσα. «Δηλαδή της είπες πως θέλεις να πεις Ίαν.»
«Ε, το είπες το Ίαν, πάει τελείωσε. Άδειασε μας την γωνιά τώρα.»
Αυτόν πάλι ποιος του μίλησε; Ρε, δεν κάθεται εκεί να γεμίσει ψύλλους από τα γρασίδια και να μας αφήσει ήσυχες στο πολιτισμικό σοκ μας! Τώρα θα δούμε όμως αν θα του αρέσει που θα ξαναχτυπήσω το κάδρο με στόχο την κοιλιά του. Μην σας πω και πιο κάτω! Σηκώνω την γροθιά μου με κάθε απειλητική διάθεση και χαμογελώντας διαβολικά την καταφέρω με όλη μου την δύναμη εναντίον του. Και εκείνη την ώρα το κάδρο ανοίγει και εμφανίζεται ο Ίαν. Και τρώει την μπουνιά μου κατευθείαν στο στομάχι.
«Ογκχ,» βγάζει μία υπόκωφη κραυγή και διπλώνεται στα δύο.
«Ιιιιιιιιιιι, τι έκανα!» φωνάζω έντρομη. «Είσαι καλά, είσαι καλά;»
«Ναι, ναι, καλά είμαι,» με διαβεβαιώνει και ισιώνει πάλι.
Με κοιτάζει κατάματα και νιώθω τους χτύπους της καρδιάς μου να χτυπάνε σαν σφυριά μέσα στο κρανίο μου.
«Με ήθελες κάτι;»
«Δεν με ρώτησες πού ήξερα πως έμενες στο Μεξικό.»
Σταυρώνει τα μπράτσα στο στέρνο του και λυγίζει το ένα γόνατο του να στηριχτεί στον τοίχο πίσω του.
«Ξέρω ότι πήγες και βρήκες την μάνα μου. Μου το είχε πει.»
«Έφυγες τόσο ξαφνικά,» ασύνειδα αισθάνομαι τα μάτια μου να βουρκώνουν. «Δεν πρόλαβα να… Και φταίω εγώ. Λυπάμαι. Ήθελα τόσο καιρό να σου ζητήσω συγνώμη και δεν μπορούσα. Με πλάκωνε αυτό το βάρος. Φαντάζομαι πως ίσως δεν θέλεις να το συζητήσουμε. Μοιάζεις να έχεις προχωρήσει τόσο από τότε. Μα δεν το άντεχα άλλο. Έχεις κάθε δικαίωμα να μην θέλεις να με δεις μπροστά σου, να με μισείς ακόμα, έχεις κάθε δικαίωμα…»
«Λιλς,» με διακόπτει ήρεμα, «δεν σε μισώ.»
Ρουφάω πολύ γοητευτικά την μύτη μου και τον κοιτάζω κάτω από τις βλεφαρίδες μου.
«Όχι;»
«Όχι. Είμαστε κουλ.»
Κουλ;
«Δηλαδή…»
«Δηλαδή δεν κρατάω καμία κακία, αν αυτό φοβάσαι. Το έχω ξεπεράσει εδώ και πάρα πολύ καιρό.»
Αυτό, αυτό είναι πολύ ευχάριστο, αυτό.
«Και όλα αυτά που σου έκανα; Ο τρόπος που σου φέρθηκα;»
Μειδιά στραβά.
«Έλα, τώρα, Λιλς. Δεν μου έκανες δα και τίποτα το τρομερό. Παιδιά ήμασταν και παίζαμε. Σιγά το πράγμα. Το χθες είναι χθες και το σήμερα σήμερα.»
Παιδιά; Ήμασταν παιδιά; Και παίζαμε; Σιγά το πράγμα;
«Δεν χρειάζεται να αισθάνεσαι άσχημα. Σου είπα είμαστε εντάξει. Δεν υπάρχει κανένα θέμα. Οκέι;»
Ανοιγοκλείνω μερικές φορές τα ματόκλαδα μου απροσάρμοστα. Έπειτα αναγκάζομαι να γνέψω καταφατικά.
«Ωραία. Λοιπόν, τα λέμε, ε;»
Κάνει να φύγει, να χαθεί πίσω από το κάδρο.
«Τα έχω με τον Άλεξ τώρα.»
Κοντοστέκεται. Με κοιτάζει επάνω από τον ώμο του με αυτό το πρόσωπο που δεν μπορείς ποτέ να ερμηνεύσεις απόλυτα.
«Συγχαρητήρια. Εύχομαι να περνάτε καλά μαζί.»
Το λέει λες και το εννοεί. Λες και πραγματικά θέλει να είμαι καλά με τον Άλεξ. Λες και δεν τον ενδιαφέρει καθόλου που είμαι με τον άνθρωπο με τον οποίο τον απάτησα και εξαιτίας του οποίου αναγκάστηκε να φύγει από το Χόγκουαρτς και την Μεγάλη Βρετανία.
«Ευχαριστώ,» ψιθυρίζω απονενοημένα.
Μένω κοκκαλωμένη στην θέση μου μέχρι που το οπτικό μου πεδίο γεμίζει ξανά από φράουλες και ο Ίαν έχει επιστρέψει στον κοιτώνα των φιλοξενούμενων.
«Τι πολυσχιδές πράγμα η απόρριψη. Σε πόσες μορφές έρχεται,» μονολογεί η κοπέλα του γρασιδιού.
Σηκώνομαι και φεύγω.
Ενδεχομένως όταν ξαναπεράσετε μπροστά από τον πίνακα στο υπόγειο να δείτε μία κοπέλα με ένα μουστακάκι. Στον κώλο. Δεν έχω ιδέα ποιος μπορεί να το σχεδίασε εκεί.
Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα πολύ μου γουστάρει αυτό το κεφάλαιο! Πείτε μου την γνώμη σας! Πολύ χαίρομαι για την υποδοχή που προσφέρατε στον Ίαν. Και εδώ θα σας πω ένα μικρούλι μυστικό. Στο αρχικό σχέδιο αυτής της ιστορίας ο Ίαν δεν εμφανιζόταν καθόλου. Μετά όμως από τα πρώτα κεφάλαια που τον ζητούσατε και τον ξαναζητούσατε (ναι, Νέλι, για εσένα λέω), αποφάσισα να αλλάξω την πλοκή και τώρα πιστεύω μου αρέσει πολύ περισσότερο και εμένα! Γιατί έτσι είναι το fanfiction, διαδραστικό, και αυτό είναι κάτι το τόσο μα τόσο υπέροχο! Για αυτό να μην διστάζετε να μου λέτε πάντα τι σκέφτεστε!
Προς NatWriter22: Και εμένα μου έλειψαν τα παιδιά! Θα προσπαθήσω να ανεβάσω όσο πιο σύντομα γίνεται! Ωραίο το σχόλιο σου για την αντιστροφή των ρόλων. Ίσως όμως έχουν αντιστραφεί παραπάνω από δύο ρόλοι. Τι λες;
Προς Yolanda: Πολύ γελοία; Ε, όχι! Λίγο γελοία; Ίσως :)
Προς Κωστή: Πώς σου φάνηκε τώρα που μίλησαν ο Ίαν με την Λίλι;
Προς Κάταλιν: Χαχαχα, σε βλέπω να μαλλιοτραβιέσαι με την πρωταγωνίστρια μας για τα μάτια του ομορφόπαιδου! Λαγουδάκι της Ντούρασελ; Και γαμώ!
Προς Νέλι: Το έσωσες στην αρχή, γιατί λέω τόση πρεμούρα για τον Ίαν και μετά τον χέζει; Καλή Λίλι μας βγήκε και αυτή! Χαχαχαχα! Πολύ μου άρεσε η παρατήρηση σου για την κοινωνική κριτική. Όντως αρέσκομαι να το κάνω και χαίρομαι που το εκτιμάς. Την προσευχή για μακροημέρευση την κρατάω!
Όπως πάντα σας ευχαριστώ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ για όλη την αγάπη και την υποστήριξη που μου δείχνετε. Η παρέα που έχουμε φτιάξει μου είναι ανεκτίμητη.
Μέχρι την επόμενη φορά,
ΧΧΧ
