Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στη Στέφανι Μέγιερ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25: Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Θυμόταν πολύ καλά τι είχε νιώσει την πρώτη φορά που την είχε δει. Ήταν ένα συναίσθημα που δεν τον επισκεπτόταν συχνά. Είναι η κατάρα των ανθρώπων που έχουν συνηθίσει όλα στη ζωή τους να τους έρχονται όπως τα θέλουν. Που έχουν συνηθίσει στην ομορφιά, στην πολυτέλεια, στην άνεση. Βρίσκονται συνεχώς σε τέτοια κατάσταση ευδαιμονίας, ώστε έχουν ξεχάσει πώς είναι να ποθείς κάτι. Και αυτό ακριβώς είχε νιώσει για εκείνη. Πόθο. Δεν ήταν μόνο η εξωτερική της εικόνα· όλες του οι ερωτικές σύντροφοι έμοιαζαν λες και είχαν βγει από εξώφυλλο περιοδικού μόδας. Ήταν αυτή η περίεργη λάμψη στα μάτια της, λάμψη απόγνωσης και θλίψης, η λάμψη του κατεστραμμένου ανθρώπου. Τον τράβηξε στη γοητεία της όπως η μαύρη χήρα τα αρσενικά θύματα της. Ήθελε να την κατακτήσει μα κατακτήθηκε από εκείνη, επειδή βαθιά μέσα του γνώριζε πως δε θα του ανήκε ποτέ.

Ωστόσο δεν είχε σταματήσει να προσπαθεί. Ήταν η μοναδική περίπτωση στη ζωή του που είχε μοχθήσει για κάτι τόσο αδιάλειπτα και τόσο πολύ. Ήταν πάντα εκεί για εκείνη όταν τον χρειαζόταν και πάντα της έδινε χώρο χωρίς καν να του το ζητήσει. Ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της και ας μη μπορούσε να της το πει. Μπορεί κιόλας, επειδή ακριβώς δεν μπορούσε να της το πει. Όταν βρίσκονταν μαζί, ένιωθε στην κυριολεξία εκλεκτός. Είχε αφήσει τον εαυτό του να γίνει αντικείμενο επιλογής, αυτός που ήταν πάντα εκείνος που επέλεγε. Μαζί της όμως δεν τον ενδιέφερε. Ήθελε να της χαρίσει όλο τον κόσμο και πιο πολύ τα μάτια του, για να τον δει όπως τον έβλεπε ο ίδιος.

Όταν του ζήτησε να την συνοδέψει στο ταξίδι της στην Αμερική και να γνωρίσει την οικογένεια της, νόμιζε η καρδιά του θα πεταχτεί έξω από το στήθος του. Δεν ήθελε να αιθεροβατεί, όμως αυτή η πρόταση σήμαινε κάτι, έτσι δεν ήταν; Μετά από τέσσερις μήνες που τον είχε στο μία ζέστη, μία κρύο, τώρα του έδειχνε εμφανώς ότι τον ήθελε μαζί της και θα το έδειχνε εμφανώς και στους δικούς της. Το είχε συζητήσει και με τον κολλητό του, τον Αλέσιο, και του είχε πει ακριβώς το ίδιο. Ό,τι και να ήταν, ήταν σίγουρα θετικό.

Μέχρι στιγμής η πεποίθηση του δεν είχε βγει εσφαλμένη. Η Δάφνη του φερόταν άψογα και η οικογένεια της επίσης. Σήμερα όλη την ημέρα στη Νέα Υόρκη είχαν περάσει μαγικά, σαν κανονικό ζευγάρι. Είχαν περπατήσει αγκαλιά στους δρόμους του Μανχάταν και της Πέμπτης Λεωφόρου, είχαν δει τη στολισμένη Times Square, είχαν περιηγηθεί στις γκαλερί και στα μαγαζιά, είχαν φάει cupcakes και μπάγκελς από τη φημισμένη Lady M και τέλος τον είχε αφήσει να της αγοράσει ένα κομψό δαχτυλίδι από τα Tiffany's – το πρώτο δώρο που του επέτρεπε να της κάνει.

«Σας ταιριάζει ιδανικά», είχε πει η πωλήτρια, ενώ η Δάφνη πρόβαρε το κομψό χρυσαφικό με πέτρες aqua marina που της είχε διαλέξει εκείνος. «Ο αρραβωνιαστικός σας έχει υπέροχο γούστο»

Με τα τελευταία λόγια της υπαλλήλου, ο Μπαπτίστ είχε ρίξει ένα τρομοκρατημένο βλέμμα στην κοπέλα του. Η Δάφνη είχε χαμογελάσει με νόημα, αλλά δεν είχε βρίσει τη νεαρή κυρία, ούτε είχε ορμήσει έξω φρενών από το μαγαζί, όπως φοβόταν ο Ιταλός ότι θα έκανε. Αντίθετα λίγο αργότερα έφευγαν από το κοσμηματοπωλείο αγκαζέ, με τη Δάφνη να χαζεύει ακόμα το καινούργιο της απόκτημα στον παράμεσο της και να γελάει εύθυμα με τις ευχές της ταμίας για βίον ανθόσπαρτον. Ο Μπαπτίστ είχε φροντίσει να μην περάσει τα εσκαμμένα της καλής της διάθεσης και απλά μειδίασε, δίχως να σχολιάσει περαιτέρω. Παρόλα αυτά δεν μπορούσε να μην καμαρώνει σαν παγώνι που η μελαχρινή καλλονή του δεν είχε βγάλει στιγμή το δώρο του από πάνω της. Το είχε φορέσει και το βράδυ, για το ρεβεγιόν για την αλλαγή του χρόνου. Δε θα μπορούσε να του είχε προσφέρει μεγαλύτερη χαρά. Καθώς την κρατούσε σφιχτά από τη μέση, ενώ μιλούσαν και διασκέδαζαν με την πολυπληθή οικογένεια της, ένιωθε τόσο ευτυχισμένος, όσο είχε να νιώσει από μικρό παιδί, όταν ακόμα πίστευε ότι τα δώρα τα έφερνε ο Άγιος Βασίλης.

Έφυγε από το πλάι του μόνο μία στιγμή, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Του είπε ότι είχε ξεχάσει τη φωτογραφική της μηχανή και θα ανέβαινε γρήγορα στην κρεβατοκάμαρα τους να την πάρει. Παρόλα αυτά άργησε υπεράνω του δέοντος. Είχαν μείνει μόνο περίπου πέντε λεπτά για τον ερχομό του νέου έτους και εκείνη δεν είχε ξανακατέβει. Οι υπόλοιποι δεν έμοιαζαν να παρατηρούν την απουσία της. Ο Μπαπτίστ σκέφτηκε στην αρχή να περιμένει υπομονετικά, μην την εκνευρίσει με την ανησυχία του. Ωστόσο, μόλις ανακάλυψε πως έλειπε και άλλο ένα άτομο από τη συντροφιά, η αργοπορία της δεν του φαινόταν πια και τόσο τυχαία. Δεν ήταν χαζός. Είχε προσέξει πώς την κοιτούσε αυτός ο Ντέιβιντ. Ήταν ένα βλέμμα που θα αναγνώριζε οπουδήποτε, καθρέφτης των δικών του συναισθημάτων άμα τη εμφανίσει της. Δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και να μην απομακρυνθεί διακριτικά από το σαλόνι κατευθυνόμενος στο τρίτο πάτωμα και το δωμάτιο τους λέγοντας σαν δικαιολογία πως έπρεπε να πάει στο μπάνιο.

Η εικόνα που αντίκρισε του έκοψε την ανάσα. Είχε σταθεί στο κατώφλι της πόρτας, κρυμμένος στις σκιές του σκοταδιού, ενώ μερικά βήματα μακριά του, στο αντιφέγγισμα του παραθύρου, μπορούσε να διακρίνει τα περιγράμματα της αγαπημένης του και του Ντέιβιντ, που ούτε θυμόταν τι σχέση είχε με την οικογένεια της. Μιλούσαν ψιθυριστά και δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, όμως ξαφνικά ο Αμερικάνος έσκυψε προς το μέρος της ομορφιάς του και ο Μπαπτίστ είδε με την καρδιά του να σπάει σε χίλια κομμάτια τα χείλη τους να ενώνονται. Το ερέθισμα ήταν τόσο επίπονο που για μερικά δευτερόλεπτα βραχυκύκλωσε όλα του τα νεύρα. Το σώμα του δεν υπάκουε σε καμία εντολή. Ούτε να φωνάξει, ούτε να τους πλησιάσει και τους χωρίσει δίνοντας μία ξεγυρισμένη γροθιά στον ξανθό μπάσταρδο, ούτε να φύγει τσακισμένος, ούτε έστω να κλείσει τα μάτια του προστατεύοντας τον εαυτό του από την τραυματική σκηνή.

Ευτυχώς που δεν το έκανε. Ευτυχώς που δε σφάλισε τα βλέφαρα του και ευτυχώς που το κορμί του τον ανάγκασε να μείνει κολλημένος στη θέση του. Αν γινόταν αλλιώς, δε θα έβλεπε τη Δάφνη να σπρώχνει μακριά με αξιοθαύμαστη δύναμη τον παραβάτη και να τεντώνει τα χέρια της ανάμεσα τους σαν ασπίδα και δόρυ μαζί. Δε θα παρακολουθούσε την οργή στο πρόσωπο της. Δε θα άκουγε τις αξιοθαύμαστες λέξεις που του έφεραν να αγγίξει τον Παράδεισο.

«Μείνε μακριά μου!»

Ο Αμερικάνος είχε τολμήσει να την αποκαλέσει μωρό μου και να προσπαθήσει να πάει ξανά κοντά της, η στάση της ωστόσο δεν του άφηνε τέτοια περιθώρια.

«Μη με πλησιάζεις!», ξεφώνισε ξανά.

Τα αυτιά του Μπαπτίστ άρχισαν να βουίζουν με την επόμενη πρόταση που ξέφυγε από το στόμα του ξανθού άνδρα.

«Σε αγαπάω»

Ήταν τόσο σιγανή, που αν ο Μπαπτίστ δεν είχε συντονισμένες όλες του τις αισθήσεις στη σκηνή που λάμβανε χώρα μπροστά του, δε θα την είχε αντιληφθεί. Και όσο και αν δε μπορούσε να συμπάσχει με τον ξένο, η έκφραση στο πρόσωπο του εξέφραζε τόση οδύνη που ο Ιταλός ένιωσε ανομολόγητη λύπη για αυτό το γαλανομάτικο παιδί που προσπαθούσε να του κλέψει την κοπέλα.

«Δε με νοιάζει!», αντέκρουσε με οργή η Δάφνη. «Δε δίνω δεκάρα για το τι νιώθεις. Δε με ενδιαφέρουν τα δακρύβρεχτα λόγια σου, ούτε οι ενοχές σου, ούτε οι δικαιολογίες σου, ούτε τίποτα! Άσε με ήσυχη! Παράτα με!»

«Δε, δεν μπορεί να το εννοείς αυτό», ψέλλισε με σπασμένη φωνή ο Ντέιβιντ. «Με αγαπάς, με αγαπάς ακόμα, όπως σε αγαπώ εγώ. Δεν έχει αλλάξει αυτό που νοιώθουμε. Δεν έχει αλλάξει. Δε μπορεί να έχει αλλάξει», επέμεινε ικετεύοντας σχεδόν.

«Αγαπώ τον Μπαπτίστ», ανταπάντησε η Δάφνη με ψυχρότητα, που όμως ο Ιταλός δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει, επειδή η καρδιά του έχασε ένα χτύπο με του που το αντικείμενο του απόλυτου πόθου του ξεστόμισε αυτές τις λέξεις. «Αγαπώ τον Μπαπτίστ», επανέλαβε κοιτώντας τώρα κατάματα τον Αμερικάνο. «Είμαι με τον Μπαπτίστ και είμαι ευτυχισμένη. Φρόντισε να γίνεις και εσύ με την Κέιτ»

Τα τελευταία της λόγια ήταν τόσο απόλυτα που κανείς, ούτε η απόγνωση του Ντέιβιντ, δεν μπορούσε να αντιπαρέλθει. Απόμεινε να την παρατηρεί για μερικά δευτερόλεπτα και μη βρίσκοντας προφανώς αυτό που ζητούσε, έκανε μεταβολή και έφυγε με αργά, βαριά βήματα. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Ιταλό να απομακρυνθεί από την κρυψώνα του, προτού τον ανακαλύψουν. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε γίνει μάρτυρας ενός τέτοιου συμβάντος· ένας άλλος άνδρας να κάνει την υπέρτατη ερωτική εξομολόγηση στην καλή του και αυτή να τον απαρνείται δηλώνοντας του ευθαρσώς ότι αγαπάει εκείνον· εκείνον, τον Μπαπτίστ Τζιαμπικάνο! Ίσως τελικά να μην είχε στερέψει ακόμα ο κόσμος από θαύματα.


Η Δάφνη είχε απομείνει μόνη και με απλανές βλέμμα προχώρησε προς το μεγάλο κρεβάτι στη μέση του δωματίου και απίθωσε παραιτημένα το κορμί της κοιτώντας σε ένα σημείο μπροστά της που δεν ήξερε ούτε εκείνη ποιο ήταν. Ένιωθε τόσο εξαντλημένη, όσο δεν είχε αισθανθεί ποτέ ξανά στη ζωή της. Έπρεπε να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της για να καταφέρει να προφέρει αυτά τα φαρμακερά λόγια. Δεν πίστευε ότι θα τα κατάφερνε. Πίστευε ότι ο Ντέιβιντ θα έβλεπε ξεκάθαρα πίσω από τα τραγελαφικά ψέματα της. Δεν την ενδιαφέρει η αγάπη του; Γροθιά στο στομάχι. Αγαπάει τον Μπαπτίστ; Ανελέητη κοροϊδία. Πώς είχε γίνει έτσι; Πότε ξεκίνησε να χρησιμοποιεί τους ανθρώπους; Πότε είχε σταματήσει να ζει και είχε αρχίσει να υποκρίνεται; Σιχαινόταν τον ίδιο της τον εαυτό. Δε γινόταν όμως αλλιώς. Έπρεπε να επιβιώσει. Ειδάλλως θα τίναζε τα μυαλά της στον αέρα – ή χειρότερα, θα τρελαινόταν.

Ήταν τόσο απορροφημένη στη μελαγχολία της που τρόμαξε, όταν είδε τον Μπαπτίστ δίπλα της. Τα εσωτερικά της ερεθίσματα ήταν πολύ έντονα, για να της επιτρέψουν να αντιλαμβάνεται τα εξωτερικά. Τυφώνας να είχε περάσει πάνω από το σπίτι, εκείνη πάλι δε θα το καταλάβαινε. Ο Ιταλός γονάτισε στο πάτωμα μπροστά της και έπιασε τα χέρια της στα δικά του. Η ανθρώπινη θερμοκρασία του ήταν πολύ κρύα σε σχέση με του Ντέιβιντ. Σταμάτα να το κάνεις αυτό! Σταμάτα να τους συγκρίνεις!, έψεξε τον εαυτό της. Σήκωσε βαριά τα μακριά της ματόκλαδα και ένωσε το βλέμμα της με το δικό του. Ήλπιζε στο μισοσκόταδο να μη διακρινόταν το σημαδεμένο με δάκρυα πρόσωπο της, πάντως ο Μπαπτίστ δεν έδειξε να το παρατηρεί. Την κοιτούσε μαγνητισμένος στα μάτια και η Δάφνη σκέφτηκε εγωιστικά, ότι η ομορφιά του ήταν παρηγορητική.

«Μου είπες θα κάνεις πέντε λεπτά και άργησες ένα χρόνο», της είπε στα Ιταλικά χαμογελώντας.

Η μελαχρινή κοπέλα προσπάθησε να τον μιμηθεί, όμως δεν κατάφερε παρά μία καρικατούρα μειδιάματος.

«Καλή χρονιά, μωρό μου», ψιθύρισε ύστερα και ανασηκωνόμενος ελαφρά ένωσε τα χείλη του στα δικά της.

Η Δάφνη φοβήθηκε πως θα αντιλαμβανόταν ότι κάποιο άλλο φιλί την είχε κατακτήσει λίγο πριν, ωστόσο δεν άφησε να φανεί κάτι τέτοιο. Αντίθετα βάθυνε και άλλο την ένωση τους, βρίσκοντας τη γλώσσα της με τη δική του. Ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό της και απομακρύνθηκε πρώτη, ώστε να μην προδοθεί. Ο Μπαπτίστ έμεινε να την παρατηρεί για μερικά δευτερόλεπτα.

«Σε αγαπώ», ψέλλισε τελικά και ξαναένωσε τα στόματα τους, πιο απόλυτα αυτή τη φορά.

Την ώρα που την έσπρωχνε πίσω στο μαλακό στρώμα και ξάπλωνε πάνω της, η Δάφνη δε μπόρεσε να συγκρατήσει μία τελευταία σταγόνα πόνου από το να κατρακυλήσει στο μάγουλο της.


Ξύπνησε το επόμενο πρωί με βαρύ κεφάλι και έναν κόμπο στο στομάχι. Δίπλα της ο Μπαπτίστ κοιμόταν ακόμα με τα χέρια του κλειδωμένα γύρω της. Κατάφερε να απεγκλωβιστεί χωρίς να τον ενοχλήσει και σηκώθηκε όρθια. Φόρεσε κάτι πρόχειρο και νυχοπατώντας βγήκε από την κρεβατοκάμαρα τους. Προχώρησε λίγο πιο κάτω στο διάδρομο και βρήκε το δωμάτιο που έψαχνε. Περίμενε απέξω μερικά λεπτά ακούγοντας προσεκτικά και αφού βεβαιώθηκε ότι δε θα διέκοπτε κάτι ντροπιαστικό, άνοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα. Πλησίασε το νεαρό ζευγάρι που κοιμόταν αγκαλιά και ευτυχώς ντυμένο και χάιδεψε απαλά το πρόσωπο της κοπέλας.

«Σόφι; Σοφάκι μου;», ψιθύρισε σιγανά μέσα στο αυτί της αδερφής της, ώστε να μην ανησυχήσει τον Τάιλερ.

Η μελαχρινή κοπέλα αναδεύτηκε ελαφρά στη θέση της και ύστερα πετάρισε νυσταγμένα τα βλέφαρα της. Μαύρα μάτια σαν του πατέρα τους καρφώθηκαν πάνω στη Δάφνη.

«Νταφ;», μουρμούρισε ακατάληπτα, εξετάζοντας παραξενεμένα τη δίδυμη της.

«Δεν έγινε τίποτα, όλα καλά», πρόλαβε να της εξηγήσει. «Απλά θα ήθελα να μιλήσουμε», της ζήτησε με ειλικρίνεια.

Η Σόφι δε χρειαζόταν κάτι άλλο για να πετάξει αμέσως τα σκεπάσματα από πάνω της και να ετοιμαστεί στο λεπτό αφήνοντας τον Τάιλερ ατάραχο στον ύπνο του. Τα δύο κορίτσια βγήκαν ήσυχα από την κρεβατοκάμαρα και κατευθύνθηκαν στον τελευταίο όροφο και στο γραφείου του προπάππου τους. Ήταν το πιο ηχομονωμένο δωμάτιο και άρα το πιο ασφαλές για να συζητήσουν ανενόχλητες. Κάθισαν κουλουριαστά στις πολυθρόνες μπροστά από την τεράστια βιβλιοθήκη με τους άπειρους σπάνιους τόμους και τα πρωτότυπα χειρόγραφα, ανεκτίμητα αποκτήματα της συλλογής του Κάρλαιλ Κάλεν.

«Ήρθε και με βρήκε ο Ντέιβιντ χθες», είπε μετά από κάποια ώρα η Δάφνη.

Το βλέμμα της ήταν χαμηλωμένο, λες και ντρεπόταν για αυτό που είχε αποκαλύψει. Το πρωινό φως της πρώτης ημέρας του καινούργιου χρόνου έμπαινε από τα μεγάλα παράθυρα πέφτοντας πάνω στα μαλλιά της και για κάποιο λόγο τα έκανε να μοιάζουν ακόμα πιο μαύρα και γυαλιστερά.

«Το ξέρω», αποκρίθηκε με συγκατάβαση η Σόφι.

Το βλέμμα της αδερφής της συνάντησε απορημένα το δικό της. Η έκφραση της ηρέμησε, μόλις συνειδητοποίησε την απάντηση.

«Μας ακούσατε»

Επειδή εκείνη βρισκόταν σε τέτοια συναισθηματική ταραχή και δεν πρόσεχε τίποτα άλλο από τα γαλανά του μάτια, αυτό δε σήμαινε πως οι υπόλοιποι υπεράνθρωποι στο σπίτι δεν είχαν καταλάβει τι εκτυλισσόταν μεταξύ των δυο τους ή τι είχε λάβει χώρα το προηγούμενο βράδυ στον τρίτο όροφο του μεγάρου.

«Συγνώμη, δεν το κάναμε επίτηδες, αλλά σε καμία περίπτωση δε θέλαμε να επέμβουμε», την διαβεβαίωση η Σόφι. «Ψέματα, ο μπαμπάς ήθελε, αλλά η μαμά δεν τον άφησε», προσέθεσε χαμογελώντας με πάρεση.

Η Δάφνη ακολούθησε τη θυμηδία της. Ο πατέρας τους ήταν τόσο υπερπροστατευτικός που ορισμένες φορές γινόταν αστείος. Μα τις περισσότερες εκνευριστικός. Εν τούτοις σε αυτή τη φάση η χαϊδεμένη κόρη του Τζέικομπ Μπλακ είχε στερέψει από την ικανότητα να αισθανθεί το οτιδήποτε άλλο εκτός από πόνο, το μόνο συναίσθημα που σου θυμίζει ότι είσαι ζωντανός, επειδή είναι το μόνο που είναι τόσο αναντίρρητο και μοναρχικό. Δεν σού αφήνει περιθώρια για τίποτε άλλο.

«Είναι αλήθεια αυτό που του είπες; Ότι δε σε ενδιαφέρει πλέον;», ρώτησε διστακτικά η Σόφι, μόλις η στιγμή της περαστικής ευδιαθεσίας χάθηκε.

«Εσύ τι λες;», την κοίταξε με νόημα η Δάφνη και δε χρειαζόταν να εξηγήσει κάτι περαιτέρω. «Αλλά είναι ο μόνος τρόπος», κατέβασε ξανά τη ματιά της, τα χείλη της σφιγμένα. «Δε μπορώ να συνεχίσω έτσι. Στην Ιταλία τον πρώτο καιρό έπρεπε να είμαι συνέχεια φτιαγμένη για να μην τον σκέφτομαι. Μαλακίες, τον σκεφτόμουν πάντα. Για να μην υποφέρω τόσο. Όπως αυτοί που έχουν καρκίνο, ντοπάρονται με μορφίνη για να μη νιώθουν. Έχω δοκιμάσει τα πάντα. Μπόμπες, χόρτο, κόκα, ηρωίνη. Πες ό,τι θες, το έχω πάρει. Υπήρχαν μέρες πού δεν ήξερα ποια είμαι και τι έκανα. Ξυπνούσα σε άγνωστα κρεβάτια με άγνωστα κορμιά. Κάποιες νύχτες πονούσα τόσο πολύ που έπρεπε να πληγιάζω το κορμί μου για να το αντέξω, ξέρεις ο εγκέφαλος αντιδρά στο πιο άμεσο ερέθισμα και ξεχνά για λίγο το συνεχές, αυτό που είναι πάντα εκεί, ανελέητα εκεί. Μία φορά το έκανα με έναν τύπο και έβαλα τα κλάματα την ώρα που πηδιόμασταν. Τα έπαιξε. Σου λέει είναι τρελή», γέλασε με απελπισμένο σαρκασμό. «Μπορεί και να είμαι»

Τα μάτια της αδερφής της έτσουζαν από τα συγκεντρωμένα δάκρυα.

«Ω, Νταφ», ψέλλισε ανήμπορα.

Η Δάφνη δεν την κοίταξε. Ήταν σοβαρή, ανέκφραστη, δωρική, ακόμα και στην πιο αδύναμη της ώρα, σκληρή απέξω σαν γρανίτης.

«Πρέπει να πιστέψει, ότι δε με ενδιαφέρει πια. Και ίσως τότε το πιστέψω και εγώ»

Σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο, παράξενη σιωπή, αδαμάντινη.

«Με τον Μπαπτίστ τι θα κάνεις;», μίλησε η Σόφι. «Λες να έχει καταλάβει τίποτα;»

«Δε νομίζω», κούνησε αρνητικά το κεφάλι της η Δάφνη. «Χθες ήρθε και με βρήκε λίγο μετά που έφυγε ο Ντέιβιντ, αλλά δεν ανέφερε κάτι»

«Μπορούμε να ζητήσουμε από τη γιαγιά να αφήσει λίγο τον παππού να διαβάσει τη σκέψη του», πρότεινε η αδερφή της. «Το κάναμε χθες με την Κέιτ και όταν άρχισε να υποπτεύεται την απουσία σας, την ανέλαβε ο Στέφαν»

Η Μπέλα Κάλεν κυριαρχούσε πλέον τόσο πολύ πάνω στο ταλέντο της διανοητικής της ασπίδας, ώστε μπορούσε να καλύπτει τους γύρω της για πολλές ημέρες στη σειρά χωρίς καν να συγκεντρώνεται. Κάθε φορά που κάποιος ξένος επισκεπτόταν το σπίτι τους, της έβγαινε σχεδόν αυτόματα να τον προστατεύει από τις αθέλητες επεμβάσεις του άντρα της, κάτι που και ο ίδιος έβρισκε ανακουφιστικό από το συνεχή πονοκέφαλο του να βρίσκεται μέσα στο μυαλό των άλλων. Ωστόσο μερικές φορές που επιβαλλόταν του επέτρεπε να παρακολουθεί τους συλλογισμούς τους.

«Δε χρειάζεται. Προτιμώ να μην ξέρω τι ακριβώς σκέφτεται για εμένα», αντέκρουσε η σγουρομάλλα κοπέλα. «Μου είπε ότι με αγαπάει», προσέθεσε ύστερα. «Αλλά δεν είμαι σίγουρη πώς το εννοεί»

«Μοιάζει πολύ ερωτευμένος μαζί σου», παρατήρησε η αδερφή της.

Η Δάφνη πήρε μία βαθιά ανάσα.

«Όταν είμαι μαζί του, είμαι ήρεμη. Γνωριστήκαμε ενώ ήμουν τελείως στα χαμένα και ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε να βρει λογική μέσα στην παράνοια μου. Είναι εγωιστικό, μα τον έχω ανάγκη. Ακόμα και αν πρέπει να πιαστώ από πάνω του σαν σανίδα σωτηρίας»

Και αυτό ακριβώς σκόπευε να κάνει. Να στρέψει όλη την προσοχή της σε εκείνον και να αγκιστρωθεί από τον έρωτα του σαν συναισθηματική βδέλλα. Ντρεπόταν για αυτό, αλλά η απειλή της καταστροφής της δεν της προσέφερε την πολυτέλεια της επιλογής. Ήλπιζε μόνο πως κάποτε θα μπορούσε πραγματικά να του ξεπληρώσει τη λύτρωση της.


Οι επόμενες έξι ημέρες που ακολούθησαν μέχρι την αναχώρηση τους για Ιταλία ήταν μία πραγματική κόλαση. Προσπαθούσε συνέχεια να τον αποφεύγει βγαίνοντας πολύωρες βόλτες με τον Μπαπτίστ στο κέντρο της πόλης και ξεναγώντας τον στα μουσεία, τα μαγαζιά και τις γειτονιές. Κατάφερνε να γυρίζουν πολύ αργά σπίτι και τόσο κουρασμένοι που να κλείνονται κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα τους. Παρόλα αυτά εκείνος πάντα έβρισκε τρόπο να την στριμώχνει σε διαδρόμους και σε γωνίες. Δε μιλούσε, δεν έλεγε τίποτα, απλά την κοιτούσε και περίμενε, περίμενε το ράγισμα του ψυχρού προσωπείου της, περίμενε την έκρηξη της, περίμενε την παραδοχή της άνευ όρων υποταγής της.

Μέχρι στιγμής η Δάφνη τα είχε καταφέρει περίφημα. Δεν είχε αφήσει να φανεί τίποτα στην εξωτερική της εικόνα, παρότι μέσα της έβραζε και έλιωνε σαν πυρακτωμένη λάβα. Του γλιστρούσε φαινομενικά αλώβητη, αλλά κάθε νύχτα άνοιγε τις βρύσες στο μπάνιο για να καλύπτουν το θόρυβο από τα αναφιλητά της· ένα τσακισμένο σώμα σωριασμένο στα κρύα πλακάκια. Ύστερα επέστρεφε στο κρεβάτι δίπλα στον Μπαπτίστ και του απομυζούσε σαν βαμπίρ την ανθρώπινη ζεστασιά του, μία αληθινή νεκροζώντανη.

Κάπως έτσι έφτασε η παραμονή του ταξιδιού τους. Η μητέρα της ήθελε το τελευταίο βράδυ να δειπνήσουν όλη η οικογένεια μαζί και η Δάφνη δεν το είχε στην καρδιά της να της πει όχι. Εξαιτίας του τους είχε δει ελάχιστα καθόλη τη διάρκεια της επίσκεψης της. Θα έπρεπε απλά να υποστεί ένα ακόμα μαρτύριο μερικών ωρών. Μετά θα ήταν ελεύθερη. Χμφ! Ελεύθερη! Γελοία, Δάφνη. Η μόνη διαφορά είναι πως θα υποφέρεις εξ αποστάσεως.

Ετοιμάστηκαν με τον Μπαπτίστ και κατέβηκαν στη μεγάλη τραπεζαρία. Η διάθεση όλων ήταν δύσθυμη. Κανείς δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί με την κατάσταση που επικρατούσε μεταξύ των δυο τους. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, η αγαπημένη κόρη του Τζέικομπ Μπλακ και της Ρενέσμε Κάλεν θα ήταν ευτυχισμένη με το μοναχογιό του Στέφαν Μάρλοου και της Λία Κλίαργουωτερ. Θα σπούδαζαν μαζί στη Νέα Υόρκη, όπως η Σόφι με τον Τάιλερ, και δε θα αποχωρίζονταν την οικογένεια τους.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν αλλιώς. Ήταν έτσι και ήταν σκατά και κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό εκτός από το να το βουλώσει και να αγωνιστεί να πάει παρακάτω. Αυτό μαχόταν να κάνει η Δάφνη. Γιατί λοιπόν της το έκανε τόσο δύσκολο; Γιατί σε όλο το δείπνο δεν είχε σταματήσει να την κοιτάζει; Γιατί το βλέμμα του ήταν ξέχειλο από όλα τα σε αγαπώ του κόσμου; Γιατί δεν της θύμωνε; Γιατί δεν την σιχαινόταν όπως σιχαινόταν εκείνη τον εαυτό της; Γιατί την ήξερε τόσο καλά; Γιατί γαμώ το κέρατο του δεν πίστευε ότι δεν την ενδιαφέρει;

Έπρεπε να φύγει από το τραπέζι. Αν καθόταν λίγο ακόμα παρουσία του, θα έσπαγε σε χίλια μικρά κομμάτια. Βρήκε την ευκαιρία, όταν ήρθε η ώρα για το επιδόρπιο, οπότε σηκώθηκε να βοηθήσει τη μητέρα της να μαζέψουν τα πιάτα. Μετέφερε μερικά ποτήρια μέχρι την κουζίνα και ύστερα κατέφυγε στον κήπο από την πλαϊνή πόρτα, χωρίς να την παρατηρήσει κανένας. Πέταξε τα παπούτσια της και ξυπόλητη με το μαύρο φουστάνι της κολλητό στο κορμί της και τα μαλλιά της βαριά μέχρι τη μέση της άρχισε να τρέχει προς το δάσος πίσω από το μέγαρο στη μέγιστη ταχύτητα της· η μόνη που την ξεπερνούσε ήταν η χειμαρρώδης κατρακύληση των δακρύων στα μάγουλα της. Χώθηκε βαθιά μέσα στο σκοτάδι του, που παρέμενε πυκνό παρότι από πάνω της φώτιζε ένα ολόγιομο ασημένιο φεγγάρι. Ακουμπώντας σε ένα χοντρό κορμό δέντρου, άφησε το κορμί της να πέσει αδύναμο στο χώμα και επέτρεψε στον εαυτό της να κλάψει τόσο δυνατά, όσο δεν το είχε κάνει ποτέ ξανά.


Πρώτα ένιωσε τα χέρια του στα γόνατα της και μετά συνειδητοποίησε την παρουσία του. Τον τελευταίο καιρό ήταν λες και οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Όλα απλά συνέβαιναν και εκείνη μονάχα τα αντιλαμβανόταν, χωρίς καμία εμπάθεια, λες και κάποιος άλλος είχε καταλάβει το κορμί της, μπορεί ένας μηχανισμός προστασίας. Σήκωσε απότομα το κεφάλι της και ένιωσε να κεραυνοβολείται από τον ουρανό στα μάτια του. Δεν ήξερε πόσο σύντομα την είχε πάρει το κατόπι. Θα μπορούσε να είναι ένα λεπτό ή μία ώρα. Η νύχτα παρέμενε γύρω τους, φωτισμένη λαμπρά από τη σελήνη. Το φεγγαρόφωτο τον έλουζε σαν βροχή και τον έκανε να μοιάζει με άγγελο που είχε κατέβει στη Γη για χάρη της και είχε γονατίσει ταπεινά μπροστά της, για να μπορέσει να την πλησιάσει. Και όταν έσκυψε και ένωσε τα στόματα τους, νόμιζε η γεύση του ήταν πνοή θεού και δαίμονα συνάμα.

Γνώριζε από την πρώτη κιόλας φορά που τον είχε φιλήσει, ότι τα χείλη τους ταίριαζαν ιδανικά, σαν να είχαν δημιουργηθεί με σκοπό τη συναρμογή τους. Θυμόταν να έχει περάσει ώρες και απογεύματα και βράδια ατελείωτα κάνοντας μόνο αυτό, φιλώντας τον. Όπως το τελευταίο βράδυ πριν από την αναχώρηση της για το ταξίδι στην Ευρώπη. Βρίσκονταν στο δωμάτιο του, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι του, και τα στόματα τους είχαν κοκκινίσει και πονέσει από τη συνεχόμενη τριβή, μα εκείνοι δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Έπρεπε να έρθει η μητέρα του και να τους πιάσει σε μία καθόλα ντροπιαστική κατάσταση με το χέρι του κάτω από τη μπλούζα της να μαλάζει το τρυφερό της στήθος, για να σηκωθεί και να φύγει με ένα ύστατο φιλί για καληνύχτα. Ήταν το τελευταίο δικαιωματικό τους φιλί. Όλα τα άλλα ήταν κλεμμένα. Κλεμμένα από μία μοίρα που τον ήθελε να ανήκει κάπου αλλού.

Ήταν το τελευταίο αληθινό της φιλί. Ένα φιλί που μετέφερε όλη της την αγάπη και τη λατρεία και την αφοσίωση και το λαθεμένο εαυτό της. Μετά από αυτό, πάντα κρατούσε κάτι πίσω. Ήταν ένα κομμάτι της που δεν της ανήκε πια. Ανήκε στη συνείδηση της πληγωμένης της ουσίας. Επειδή ύστερα από εκείνο το πρωινό έξι μήνες πριν, είχε κατακτήσει τη γνώση ότι μπορούσε να καταστραφεί. Πόσες νύχτες δεν πέρασε αργότερα παραδομένη στα δάκρυα της. Ο κόσμος γύρω της ένα ουρλιαχτό και μέσα της το απόλυτο ψύχος της μοναξιάς. Τα δευτερόλεπτα να κυλούν βασανιστικά αργά. Τα κλάματα να μη φέρνουν πια τη λύτρωση και τα λόγια να είναι ντυμένα με τόσα ψέματα. Η ζωή να χάνει το χρώμα της ημέρας και να παίρνει για σύντροφο ένα κόκκινο σαν το αίμα φεγγάρι.

Χείλη. Χείλη που ενώνονται και πάλλονται ρυθμικά.

Εκείνες τις στιγμές ήταν που τον είχε ανάγκη περισσότερο και από την αθανασία. Να την πάρει αγκαλιά και να της ψιθυρίσει το όνομα της, ίσως και ένα σε αγαπώ, και ας μην το άκουγε με τους χτύπους της καρδιάς να επισκιάζουν το οτιδήποτε άλλο. Είχε μάθει να αποζητά τις νύχτες, επειδή απέπνεαν υπερβολικά το άρωμα του. Χαϊδευόταν στη σκέψη του, γλειφόταν για να βρει τη γεύση του, για να γιάνει τις πληγές της. Δεν περνούσε ημέρα που να μη χαθεί στο λαβύρινθο των αναμνήσεων τους. Των ερωτικών, πλεγμένων με ανθρώπινο πόθο και ιδρώτα στιγμών τους. Των στιγμών τους που η ανάσα του ανατρίχιαζε όλο της το είναι, παρέλυε την ύπαρξη της. Όταν της έκανε έρωτα, δεν απέμενε ο χρόνος, χανόταν. Μόνο εκείνος. Μόνο εκείνος και εκείνη. Δύο σώματα τόσο γήινα, τόσο απολαυστικά δοσμένα, παραδομένα στην ανημπορία.

Χέρια. Χέρια που μπλέκονται και αγγίζουν διψασμένα.

Στην ανημπορία. Στην ανημπορία της κάθε φορά που τον αντικρίζει· που μάχεται να μη φιλήσει στο στόμα του, να μην τον αγκαλιάσει, να μην του ανακατέψει τα μαλλιά, να μη θωπεύσει την τραχιά του επιδερμίδα, εκεί στη γραμμή των ζυγωματικών, να αγγίξει με την αναστροφή της παλάμης της τις άγριες τριχούλες ενός νέου πώγωνος. Υποφορά σε κάθε τους συνάντηση. Δε χορταίνει να τον κοιτά, να τον ρουφά με το βλέμμα της. Θα μπορούσε να καλύψει με τα χείλη της όλες τις σπιθαμές του κορμιού του. Να τον δαγκώνει, να τον γλείφει, να τον φιλά, να τον γεύεται. Να τον νιώθει μέσα της, βαθιά, όσο πιο βαθιά γίνεται, εί δυνατόν να τον καταπιεί ολόκληρο. Να μην υπάρχει πια, να μην υπάρχουν, να μην υπάρχει.

Μάτια. Μάτια που φλέγονται στο σκοτάδι.

Η θέαση του με την άλλη κοπέλα, στιλέτο κοφτερό στα σπλάχνα της. Νόμιζε πως είχε βγάλει την καρδιά της και την κρατούσε στο χέρι της. Και αυτός πήρε το χέρι της και το έσφιξε σε γροθιά και εκείνη πονούσε με την ψυχή της να αιμορραγεί και την παλάμη της κόκκινη από το ερωτευμένο αίμα. Πυρετός στη σκέψη του, στην εικόνα του, στο άκουσμα του. Είναι πάντα εκεί, πάντα παρών. Γύρω της, πάνω της και μέσα της. Δεν αντέχει άλλο. Κλάματα, κλάματα, κλάματα. Κλάματα για εκείνη, για εκείνον, για εκείνους. Για εκείνους που δε θα υπάρξουν ποτέ. Για εκείνη που υπάρχουν μόνο στα όνειρα της.

Κορμιά. Κορμιά που χορεύουν στο πάλκο των σκιών.

Το φάντασμα του να ανοίγει αυταρχικά την κερκόπορτα της, να μπαίνει μέσα όποτε θέλει, όπως θέλει. Είναι τόσο δυνατό, πιο δυνατό από εκείνη. Δεν μπορεί να το εμποδίσει, όχι πια. Προσπάθησε στην αρχή, προσπάθησε αληθινά, μα δεν τα κατάφερε να τον διώξει μακριά, ούτε να φύγει. Και να την τώρα εγκλωβισμένη, καταπατημένη, διαλυμένη από τα στρατεύματα του. Αισθάνεται πάντα πως είναι αργά. Αργά για το οτιδήποτε, ακόμα και για το χρόνο. Βαραίνει μέρα με την ημέρα, λες και παίρνει στις πλάτες της όλη τη θλίψη του κόσμου. Κουράζεται στο κάθε βήμα, έχει ανάγκη να σταματά και να ανασαίνει. Η θύμηση του πόνος και πληγή, την κάνει να νιώθει σαν τραυματισμένο λιοντάρι. Φοβάται, φοβάται για τη ζωή που έζησε, μα πιο πολύ για τη ζωή που πρόκειται να ζήσει.

Όχι, άλλα κλάματα.

Η Δάφνη συγκέντρωσε όλη τη λογική της και με μία απελπισμένη κίνηση τον έσπρωξε μακριά, πολλά βήματα παραπέρα. Ο Ντέιβιντ αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί με ένα μινύρισμα για την απουσία του φιλιού της και αμέσως έφερε τα δάχτυλα του στα χείλη του, να κρατήσει όσο μπορούσε τη θέρμη της ζωντανή. Έπρεπε να πιαστεί από το χοντρό κορμό για να μπορέσει να ανασηκωθεί σκυφτά στα πόδια της, το άλλο χέρι στην καρδιά της, σαν παρηγοριά για τις δύσκολες ανάσες της· μάχη να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Ο νεαρός μεταμορφιστής τρόμαξε από την εικόνα της, προσπάθησε να την ξαναπλησιάσει διστακτικά.

«Σε παρακαλώ, ελευθέρωσε με»

Τα πράσινα σμαράγδια των ματιών της πλημμυρισμένα από ασημένιες στάλες, το μακιγιάζ της πασαλειμμένο, τα μαλλιά της άναρχοι έβενοι γύρω της. Τα χείλη της πρησμένα από τα φιλιά και η αψεγάδιαστη επιδερμίδα της χαρακωμένη από αυλακιές απέραντης οδύνης. Ο Ντέιβιντ την κοίταξε γεμάτος τρυφερότητα, ωστόσο δεν καταλάβαινε τι του ζητούσε. Δεν ήθελε να καταλάβει.

«Αν με νοιάζεσαι, άσε με να φύγω»

Η φωνή της ένα ψίθυρος ικεσίας χαμένος σε κλαυθμούς.

«Άσε με να αποδεχτώ τη μοίρα μου. Σε αγαπώ πάρα πολύ, για να σε πληγώσω. Είμαι παντελώς αδύναμη μπροστά σου. Σου ανήκω απόλυτα. Είσαι ο μόνος που μπορεί να με σώσει. Μη μου δίνεις ελπίδα. Κατάστρεψε την. Σκότωσε την. Πρέπει να γίνεις δολοφόνος. Πρέπει να δολοφονήσεις την ελπίδα μου. Σταμάτα να δολοφονείς εμένα. Δολοφόνε! Δολοφόνε!»

Οι λυγμοί και τα δάκρυα της πλέον ανεξέλεγκτα, πιο ισχυρά από την ίδια. Η αναπνοή της κοπιαστική, η ρινική της κοιλότητα φραγμένη, το στόμα της διάπλατος αγωγός απελπισμένων κραυγών και ελάχιστου αέρα. Το κορμί της δεν μπορεί να αντέξει άλλο το συνονθύλευμα της έντασης. Τα πόδια και τα χέρια της τρέμουν. Τρεκλίζει και συγκρατείται από δύο μυώδη χέρια που τρέχουν προς αρωγή της, αδιαφορώντας για τις εκκλήσεις της. Πρέπει να είναι κοντά της. Δε μπορεί να μην είναι κοντά της. Ακόμα και έτσι. Ακόμα και έτσι που κλαίει με αναφιλητά γερμένη στο στέρνο του. Προτιμότερο από τη φρικαλέα απουσία της.

«Δεν μπορώ. Δεν μπορώ», ψελλίζει υγρά και εκείνος, τα δάκρυα του να έχουν συναπαντηθεί με τα δικά της, τα δάχτυλα του να μπλέκονται κομπιαστικά στην τραγική του απόπειρα να της χαϊδέψει τα μαλλιά. «Το μόνο που φοβάμαι πιο πολύ από όλα στη ζωή μου είναι να πάψω να σε αγαπώ, γιατί τότε θα σημαίνει πως έχω χάσει τον εαυτό μου»

Να την κρατά σφιχτά να μην του φύγει και εκείνη να μην τα καταφέρνει παρόλες τις προσπάθειες της να τον διώξει ξανά μακριά. Να τον χτυπάει με ανήμπορες γροθιές στο στήθος, ωστόσο αυτός να την κλειδώνει ακόμα πιο αποφασιστικά στην αγκαλιά του, να την ραίνει με ανοιχτά φιλιά, καυτά φιλιά στα ματόκλαδα, στις παρωτίδες, στη μύτη, στα χείλη, στο μέτωπο, στην κορυφή του κεφαλιού.

«Η ζωή μακριά σου ισοδυναμεί με θάνατο. Θα είχα ήδη σκοτωθεί, αν δε με εμπόδιζε το αποτύπωμα. Δε με νοιάζει τίποτα άλλο εκτός από εσένα. Δε σκέφτομαι τίποτα άλλο από τον έρωτα σου. Η καρδιά μου, το σώμα μου, το πνεύμα μου είναι κομμάτια. Δεν αγαπώ παρά μόνο εσένα. Σε αγαπώ τρομερά. Το μεγαλύτερο μου όνειρο, το μοναδικό μου όνειρο, είναι να βρίσκομαι με εσένα, να κοιμηθώ και να ξυπνήσω μαζί σου στο ίδιο κρεβάτι. Δε θέλω να κάνω έρωτα παρά μόνο σε εσένα. Δεν είμαι τίποτα παρά μόνο μαζί σου. Σε λατρεύω ατελείωτα και για πάντα»

«Πάψε, πάψε, τρελέ, τρελέ!», πάλευε ακόμα η Δάφνη στην αγκαλιά του. «Δεν μπορούμε να υπάρξουμε σε κανέναν κόσμο. Σε κανέναν»

«Κάθε μέρα περιμένω ότι θα έρθεις. Κάθε μέρα. Είμαι νεκρός, νεκρός για όλα όσα δεν είσαι εσύ, εσύ η αληθινή μου ζωή, ο έρωτας μου για τα βεγγαλικά σου μάτια, για τα χέρια σου, για τα στήθη σου, ολόκληρη η ζωή μου και ο θάνατος μου. Δεν υπάρχει φάρμακο που θα με γιατρέψει από εσένα»

Και ξαφνικά τα χέρια του τα αγκιστρωμένα στην ανάγκη της παρέλυσαν.

«Σταμάτα να σκοτώνεις τον έρωτα μας»

Η φωνή της κόβει σαν διαμάντι, οι διαμαντένιες στάλες των δακρύων της. Η απελπισία τον κάνει αδύναμο. Καταφέρνει να ξεφύγει από τα σάρκινα δεσμά του. Στέκεται απέναντι του, μόνη, οδυνηρή και πανέμορφη, όπως όλα τα μεγάλα ναυάγια.

«Σε αγαπώ», ένας λυγμός. «Και ξέρω ότι με αγαπάς», ένας θρήνος. «Ας ζήσουμε με αυτήν την ανάμνηση. Ας την φυλάξουμε. Ας την θησαυρίσουμε. Επειδή εκεί πίσω στο σπίτι, σε περιμένει ένα πεπρωμένο που όσο πιο πολύ το αρνείσαι, τόσο περισσότερο μας στοιχειώνει. Δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου, δε σου κρατάω κακία. Αλλά μη με κάνεις να σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Μη με βάζεις δεύτερη, μη σέρνεις την αφοσίωση μας στη λάσπη. Έχουμε ένα δέσιμο παραδείσιο. Βοήθησε με να το κρατήσουμε έτσι. Όχι, γήινο, δε μας ευνόησε η μοίρα. Παραδειγματικό, πλατωνικό και άναρχο. Ας είναι. Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Θα το προσκυνώ κάθε ημέρα. Σε ικετεύω ωστόσο. Μη μας εξαναγκάζεις στο χυδαίο»

Η έξαψη του ηρέμησε, τσακισμένη από τη συνειδητοποίηση. Έσκυψε για λίγο το βλέμμα και όταν το ξανάφερε στο ύψος της ήταν πια ένας μισός άνθρωπος, όπως και εκείνη. Είχαν αφήσει το πιο λατρεμένο κομμάτι τους, ενωμένο, σε αυτό το σκοτεινό δάσος με το ολόγιομο φεγγάρι. Αλλά ήταν κάτι δικό τους και κάτι κοινό τους και κανείς δεν μπορούσε να τους το πάρει, ούτε η ζωή που τους ανέμενε μερικά βήματα παραπέρα. Και θα μπορούσαν να το επισκέπτονται κάθε φορά που η καθημερινότητα θα τους έκανε να μοιάζουν επαναλαμβανόμενοι και προσπελάσιμοι. Θα ήταν παντοδύναμοι, επειδή θα είχαν την παραμυθία ότι δεν είναι.

Η Δάφνη κατάπιε τα τελευταία δάκρυα της, τις τελευταίες σάρκινες της θυσίες. Και όταν τον ξανακοίταξε μπόρεσε για πρώτη φορά μετά από αμέτρητα καρδιοχτύπια να του χαμογελάσει αχνά με τρυφερότητα.

Θα πενθώ πάντα – με ακούς; – για σένα, μόνος στον Παράδεισο.


Ίσως είναι το κεφάλαιο που αναμένω με την περισσότερο αγωνία τα σχόλια σας, επειδή μέσα του κρύβει ένα μεγάλο κομμάτι μου. Ξέρω ότι το προσδοκούσατε παραπάνω από άλλα, οπότε αδημονώ για τις εντυπώσεις σας. Όπως πάντα απαντήστε μου με ειλικρίνεια.

Πρέπει να αναφέρω, ότι πηγή έμπνευσης για το εν λόγω θραύσμα, αλλά και για τον τίτλο του, είναι το τραγούδι Snuff των Slipknot. Επίσης τα σημεία με τα italics, όταν μιλάει ο Ντέιβιντ, έχουν προέλθει από το θεατρικό έργο Σουρεάλ Έρως της Λουκίας Ρικάκη βασισμένο σε κείμενα Γάλλων Σουρεαλιστών. Φυσικά η τελευταία πρόταση ανήκει στο Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη.

Ευχαριστώ όλους τους αναγνώστες μου και τις Helen και Chris Vetta για τη συνεχή υποστήριξη τους. Στο τελευταίο κουίζ απαντήσατε και οι δύο εν μέρει σωστά, οπότε μπορείτε να ζητήσετε να γράψω ό,τι θέλετε για επόμενα κεφάλαια. Αν δεν έχετε κάποια συγκεκριμένη πρόταση, πείτε την πρώτη λέξη που θα σας έρθει στο μυαλό όσο άκυρη και αν είναι και υπόσχομαι να την μετατρέψω σε ερωτική ιστορία :)

Καλή Τσικνοπέμπτη!

ΧΧΧ