Ένα κεφάτο ερωτικό θραύσμα, για να γιορτάσουμε το τριήμερο! Καλή απόλαυση!

Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στη Στέφανι Μέγιερ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26: ΟΙ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΙ ΤΟΥ ΡΙΟ

«Εντός μερικών λεπτών θα προσγειωθούμε. Παρακαλώ δέστε τις ζώνες σας. Αν πεθάνει κανείς, δεν είναι δική μας ευθύνη»

Η Άλις κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι της ακούγοντας τη βαθιά φωνή μέσα από τα μεγάφωνα ενδοεπικοινωνίας με το πιλοτήριο.

«Πολύ αστείο, Τζάσπερ», σχολίασε καυστικά, χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από το περιοδικό μόδας που ξεφύλλιζε.

Δίπλα της η Μπέλα γέλασε διακριτικά. Βρίσκονταν στο ιδιωτικό αεροπλάνο των Κάλεν που οδηγούσε ο Τζάσπερ με συγκυβερνήτη τον Έντουαρντ. Μαζί τους ήταν και η υπόλοιπη οικογένεια συμπεριλαμβανομένου του Τζέικομπ, του Έμπρυ, του Σεθ και της Λία. Είχαν ξεκινήσει όλοι παρέα από το βροχερό Φορκς για έναν ολόκληρο μήνα διακοπών στη μαγευτική Βραζιλία. Η ιδέα ήταν της Ρενέσμε που ήθελε το πρώτο της μεγάλο ταξίδι να γίνει στη χώρα σύλληψη της. Όμως και το καρναβάλι του Ρίου ήταν ένας επίσης πολύ καλός λόγος. Οι μόνοι που δεν είχαν ακολουθήσει ήταν οι παππούδες της. Προτίμησαν να μείνουν πίσω απολαμβάνοντας προφανώς σπάνιες στιγμές αποκλειστικότητας που κανένα από τα παιδιά τους δεν ήθελε να ξέρει τι επακριβώς θα περιελάμβαναν.

Η Ρενέσμε γύρισε και κοίταξε έξω από το παράθυρο της. Το αεροδρόμιο ιδιωτικών αεροσκαφών που θα προσγειώνονταν βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα έξω από το Ρίο Ντε Τζανέιρο, όπου θα ήταν και η πρώτη τους στάση. Θα έμεναν εκεί για περίπου μία εβδομάδα, για να πάρουν μέρος και στους εορτασμούς των Αποκριών. Μετά θα επισκέπτονταν τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της χώρας, κυρίως την Μπραζίλια, το Σάο Πάολο, το Σαλβαντόρ και το Πόρτο Αλέγκρε. Εννοείται το πρόγραμμα τους περίκλειε και εκδρομή για πεζοπορία στον Αμαζόνιο και αρκετές ημέρες στη Νήσο Έσμε.

«Αργούμε να πατήσαμε έδαφος;»

Η γεμάτη αγωνία φωνή ανήκε στον Τζέικομπ, ο οποίος σε όλο το ταξίδι δεν είχε σταματήσει να ιδρώνει και να ξεϊδρώνει. Η Νέσι στράφηκε προς το μέρος του και με το ζόρι κρατήθηκε να μη γελάσει με το έντρομο ύφος του και τη χλομάδα που σπάνια επισκεπτόταν το μελαμψό πρόσωπο του. Ήταν ο μόνος που είχε αντιδράσει έτσι. Οι υπόλοιποι μεταμορφιστές δεν είχαν κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα, εκτός από τη βαρεμάρα που συνόδευε όλες τις πολύωρες μετακινήσεις. Ειδικά ο Έμπρυ δεν το βρήκε καθόλου δύσκολο να κοιμηθεί σχεδόν σε όλη τη διαδρομή.

«Είναι πολύ αστείο να έχεις γίνει κολλητός με οκτώ βαμπίρ, αλλά να φοβάσαι τα αεροπλάνα», του είπε η Νέσι χαϊδεύοντας τον απαλά στο χέρι.

«Έλα, Τζέικι, μην αγχώνεσαι! Αν είναι να πέσουμε, θα σε πάρει αγκαλιά η Ρόζαλι και δε θα πάθεις τίποτα», χασκογέλασε ο Έμετ.

Δεν είναι βέβαιο ποιου το βλέμμα έδειχνε μεγαλύτερη αποστροφή, της ξανθιάς βρικόλακα ή του μελαμψού λύκου.

«Ευχαριστώ, Έμετ, αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα προτιμήσω να πεθάνω», είπε ο Τζέικομπ.

«Λες και υπήρχε ποτέ περίπτωση να σε σώσω», έγρουξε η Ρόζαλι.

Η Ρενέσμε έπαιξε διασκεδαστικά τα μάτια της. Δε θα σταματούσαν ποτέ να κοντράρονται αυτοί οι δύο. Δίχως να ασχοληθεί περαιτέρω, κοίταξε προσεκτικά γύρω της και έγειρε το σώμα της προς το μέρος του. Παρότι είχε φροντίσει να καθίσουν στις τελευταίες θέσεις, δεν είχαν μπορέσει να ζουζουνίσουν παρά ελάχιστα. Πρώτον επειδή του Τζέικ του είχε πάει το σκατό στην κάλτσα και δεν είχε μυαλό για τέτοιες περιπτύξεις και δεύτερον και κυριότερο, επειδή μπροστά στη μητέρα της και στους υπόλοιπους Κάλεν δεν αισθανόταν ακόμα άνετα να χαμουρεύεται μαζί της. Τώρα όμως θα έβρισκε την ευκαιρία να του αποσπάσει την προσοχή.

«Τζέικι», του ψιθύρισε.

«Μμμ;», μουρμούρισε εκείνος με κλειστά τα μάτια.

«Εγώ ξέρω κάτι που θα σε κάνει να σταματήσεις να φοβάσαι»

«Τι;», την κοίταξε περίεργα και ελπιδοφόρα.

«Αυτό», υποτονθόρυσε η Νέσι και πιάνοντας τον από το πέτο τον τράβηξε πάνω της και ένωσε τα χείλη του με τα δικά της.

Ξεκίνησαν να φιλιούνται αμέσως έντονα, οι γλώσσες τους να έχουν συναντηθεί ήδη. Ένας άλλος λόγος που η Ρενέσμε ανέμενε αυτό το ταξίδι πώς και πώς, ήταν ότι θα είχε τη δυνατότητα να μείνει μαζί του στο ίδιο δωμάτιο και να του κάνει όλα αυτά που ήθελε. Στο Φορκς είχε σπάνια αυτήν την ευκαιρία με τον κέρβερο τον πατέρα της. Ο Έντουαρντ γνώριζε ότι πλέον η σχέση τους ήταν ερωτική σε όλα τα επίπεδα, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι την άφηνε να χαριεντίζεται μαζί του καταπώς επιθυμούσε. Είχαν συνεχείς καβγάδες κάθε φορά που η Ρενέσμε ήθελε να περάσει τη νύχτα με τον Τζέικομπ. Για τη Βραζιλία είχε απειλήσει ότι θα της κλείσει μονόκλινο δωμάτιο και θα φυλάει απέξω σκοπιά κάθε βράδυ, αλλά ευτυχώς η μητέρα της του είχε υπενθυμίσει, ότι είχε και η ίδια ανάγκες. Σίγουρα ήταν αηδιαστικό να ξέρεις πως οι γονείς σου κάνουν ακόμα σεξ, αλλά αν ήταν αυτό το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει για να βρίσκεται μόνη με τον αγαπημένο της, τότε ας ήταν.

«Τελειώνετε σύντομα; Γιατί δεν πρόκειται να κουβαλήσω εγώ τις βαλίτσες σας!»

Η Ρενέσμε με τον Τζέικομπ απομακρύνθηκαν κοιτώντας γύρω τους σαν χαμένοι. Ήταν τόσο απορροφημένοι στο φιλί τους, που δεν είχαν καταλάβει ότι το αεροπλάνο είχε στο μεταξύ ακινητοποιηθεί τελείως και όλοι οι υπόλοιποι είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους. Έπρεπε να ακουστεί το πρόγκισμα του Έμπρυ, για να τους βγάλει από τη ροζ τους φούσκα. Ελαφρώς ντροπιασμένοι πήραν τις αποσκευές τους και ακολούθησαν τους άλλους έξω από το αεροπλάνο. Σύντομα βρέθηκαν όλοι μαζί στην έξοδο του αεροδρομίου, όπου τους περίμεναν τα δύο μεγάλα αυτοκίνητα που είχαν ήδη φροντίσει να νοικιάσουν. Το ένα θα το οδηγούσε ο Έντουαρντ διακομίζοντας την Μπέλα, τη Ρενέσμε, τον Τζέικομπ και τον Έμπρυ και το άλλο ο Τζάσπερ με συνεπιβάτες την Άλις, τη Ρόζαλι, τον Έμετ, το Σεθ και τη Λία.

Θα έμεναν στο ξενοδοχείο Κόπα Καμπάνα Παλλάς που απείχε μόλις είκοσι λεπτά απόσταση, οπότε αφού τακτοποίησαν τα πράγματα τους στα πορτ μπαγκάζ ξεκίνησαν δίχως άλλη καθυστέρηση. Η διαδρομή ήταν πανέμορφη. Ο ήλιος βρισκόταν στη δύση του και όλο το τοπίο είχε ντυθεί σε ένα γλυκό πορτοκαλί χρώμα. Στη αριστερά πλευρά του δρόμου βρίσκονταν καλοδιατηρημένα κτήρια της εποχής της αποικιοκρατίας και στη δεξιά απλωνόταν η θάλασσα με την αμμουδερή παραλία ως εκεί που χανόταν ο ορίζοντας. Κάθε λογής άνθρωποι κυκλοφορούσαν ξέγνοιαστα στους δρόμους φορώντας πολύχρωμα ρούχα και ψάθινα καπέλα.

«Νομίζω θα περάσουμε υπέροχα σε αυτό το ταξίδι», σχολίασε πονηρά ο Έμπρυ κοιτώντας έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου μία παρέα κοριτσιών με μαγιό τάνγκα.

«Για να δω», τον έσπρωξε στην άκρη η Ρενέσμε και κόλλησε το πρόσωπο της στο τζάμι. «Θέλω να βάλω και εγώ μπραζίλιαν», αναφώνησε.

«Μόνο πάνω από το πτώμα μου», έγρουξαν ο Τζέικομπ και ο Έντουαρντ ταυτόχρονα.

Η Νέσι ήταν έτοιμη να αντιμιλήσει, όταν μπροστά και στα δεξιά τους εμφανίστηκε το ξενοδοχείο. Ήταν ένα τεράστιο κτίσμα από απαλό μπεζ μάρμαρο που φάνταζε πραγματικά σαν παλάτι. Χτισμένο ακριβώς πάνω στην παραλία της Κόπα Καμπάνα, ήταν σαν η θάλασσα να είχε σπρώξει μέσα σε μία νύχτα την άμμο προς τα πίσω και να είχε δημιουργήσει αυτό το αρχιτεκτονικό θαύμα. Από τα επιφωνήματα θαυμασμού που άκουγε τριγύρω της, αντιλήφθηκε πως δεν ήταν η μόνη που είχε υποβληθεί από το θέαμα.

«Την τελευταία φορά δε με είχες φέρει εδώ. Βιαζόσουν να με ξεμοναχιάσεις στο νησί», πείραξε η Μπέλα τον άντρα της.

«Αν θυμάμαι καλά, άλλη ήταν εκείνη που δεν κρατιόταν να με ξεμοναχιάσει», αντέκρουσε μειδιώντας ο Έντουαρντ.

«Ίου, μπορείτε να σταματήσετε;», έπαιξε αγανακτισμένα τα μάτια της η Ρενέσμε.

«Αυτό, μωρό μου, να το σκεφτόσουν, πριν ζητήσεις να έρθουμε ταξίδι στη Βραζιλία. Ο μήνας του μέλιτος δεν ξεχνιέται έτσι εύκολα», της γέλασε η μητέρα της από το μπροστινό κάθισμα.

«Ειδικά ένας τόσο επεισοδιακός όσο ο δικός μας», αχνογέλασε στραβά ο πατέρας της.

«Εντάξει, κόφτε το, θα κάνω εμετό!», γόγγυξε η Νέσι.

Ο Έντουαρντ δεν πρόλαβε να ακινητοποιήσει καλά-καλά το αυτοκίνητο μπροστά από την κεντρική είσοδο του ξενοδοχείου και η κόρη του είχε πεταχτεί έξω τσαλαπατώντας τον Έμπρυ στην πορεία. Η Μπέλα γέλασε σκωπτικά και ακολούθησε και εκείνη μαζί με τους δύο μεταμορφιστές. Ακριβώς πίσω είχε σταθμεύσει και ο Τζάσπερ, οπότε αφού οι δύο βρικόλακες έδωσαν τα κλειδιά στους παρκαδόρους, εισήλθαν όλοι μαζί στο πολυτελές λόμπυ περνώντας τις επιβλητικές θύρες. Ο εσωτερικός διάκοσμος ήταν εξίσου εντυπωσιακός με τον εξωτερικό. Παντού μάρμαρο, ξύλο, χρυσοποίκιλτα έπιπλα και υπερμεγέθεις πολυέλαιοι. Πλησίασαν στο γκισέ και αφού η Ρόζαλι φλέρταρε με τον άμοιρο ρεσεψονίστ για να πικάρει τον Έμετ, πήραν τα κλειδιά για τα δωμάτια τους και ανέβηκαν στον τελευταίο όροφο, όπου βρίσκονταν οι σουίτες. Είχαν κλείσει πέντε προσκείμενες, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους με άνεση. Εννοείται η Ρενέσμε είχε φροντίσει η δική της με του Τζέικομπ να βρίσκεται όσο πιο μακριά από των γονιών της γινόταν.

«Ουάου! Αυτό το δωμάτιο είναι μεγαλύτερο από το σπίτι μου!», αναφώνησε έκθαμβος ο Τζέικομπ περιεργαζόμενος το χώρο.

Η Ρενέσμε χαμογέλασε και τοποθετώντας τη βαλίτσα της σε ένα ανάκλιντρο, άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα της. Φυσικά η θεία της είχε επέμβει στο τι να διαλέξει για τις διακοπές τους, αλλά τουλάχιστον μεγάλο μέρος των επιλογών ανήκε και σε εκείνη. Βέβαια σε ορισμένα ενδύματα, όπως τα τελευταία μοντελάκια της Βικτόρια Σήκρετ, είχαν βρεθεί σύμφωνες. Αρκεί να μην το μάθει ο πατέρας σου, είχε γελάσει συνωμοτικά η Άλις. Πιάνοντας το αραχνοΰφαντο νυχτικό που σκόπευε να βάλει απόψε κιόλας, η Νέσι σκέφτηκε πως όχι, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να το μάθει ο πατέρας της. Πεποίθηση που διογκώθηκε, όταν ένιωσε τα δυνατά μπράτσα του Τζέικ να την πιάνουν από τη μέση και να την πιέζουν πάνω του. Έσκυψε στο λαιμό της και άρχισε να της σκορπά υγρά φιλιά, ενώ τα χέρια του ταξίδευαν πάνω-κάτω στο κορμί της.

«Μπα, θυμήθηκες ότι υπάρχω;», τον πείραξε δήθεν μουτρωμένα εκείνη γυρίζοντας προς το μέρος του.

«Ε, μιας και δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω», της είπε υπερφίαλα και γελώντας την ανασήκωσε σαν πούπουλο και την ξάπλωσε στο ανάκλιντρο.

Ένωσε τα στόματα τους σε ένα βαθύ φιλί, από αυτά που τόσο λάτρευε να της δίνει. Είχε περάσει πολύς καιρός από την πρώτη φορά που είχαν φιληθεί, ωστόσο σε κάθε ένωση των χειλιών τους την επισκεπτόταν η ίδια έκρηξη συναισθημάτων με την προηγούμενη, αν όχι και μεγαλύτερη. Τον αγαπούσε παραπάνω από το μέτρο της αγάπης και ο έρωτας της για εκείνον έβραζε συνεχόμενα μέσα της απειλούμενος να εκραγεί με το παραμικρότερο άγγιγμα του, με μια του ματιά και μόνο. Θα περνούσε άραγε ποτέ αυτή η πυράκτωση; Αν έκρινε από το πόσο λιγωμένη ήταν τώρα μέσα στα χέρια του, τότε σίγουρα όχι.

Τον ακούμπησε απαλά στο πρόσωπο και χωρίς να διακόψει το φιλί τους, τού μετέφερε όλη την ανάγκη της για εκείνον. Από τα δέκατα όγδοα γενέθλια του και μετά, οποιαδήποτε ιδιαίτερη ικανότητα των βρικολάκων είχε σταματήσει να επιδρά πάνω του. Ο πατέρας της δεν μπορούσε πλέον να διαβάσει τη σκέψη του, ο Τζάσπερ να χαλιναγωγήσει τα συναισθήματα του, η Κέιτ να του μεταφέρει ηλεκτρικά σοκ. Στο μόνο ταλέντο που παρέμενε εκτεθειμένος ήταν το δικό της, προφανώς λόγω του αποτυπώματος, και η Νέσι δεν έχανε ευκαιρία να το χρησιμοποιεί μαζί του. Ήξερε ότι τον έφτιαχνε απίστευτα αυτή η μυστική τους επικοινωνία· όλος ο κόσμος γύρω τους και στο κέντρο του αυτοί.

Ο Τζέικ βόγκηξε μέσα στο στόμα της και της δάγκωσε πεινασμένα τα χείλη. Ύστερα κατέβηκε στο λαιμό της διαγράφοντας την επιφάνεια με τη γλώσσα του, ενόσω τα δάχτυλα του βρίσκονταν παντού πάνω της· στα στήθη της, στους γλουτούς της, στις λαγόνες της, στους μηρούς της, στις γάμπες της. Η στύση του ήταν ήδη προφανής παρότι μέσα από το σκληρό ύφασμα του τζιν του. Πίεζε και τριβόταν ανάμεσα στα πόδια της και η Νέσι ένιωθε κιόλας την ερωτική της επιθυμία να σκαρφαλώνει σε δυσθεώρητα ύψη.

Μην αντέχοντας άλλο αυτό το γλυκό μαρτύριο, κατέβασε τα χέρια της στο κούμπωμα του παντελονιού του και το άνοιξε στο λεπτό. Ύστερα το έσπρωξε μέχρι κάτω και αφού ο Τζέικομπ εκσφενδόνισε με μανία τα παπούτσια του, τον βοήθησε να το βγάλει τελείως, όπως και το εσώρουχο του. Σύντομα ακολούθησε και η μπλούζα του, αλλά και τα δικά της ρούχα. Ολόγυμνοι πια και οι δύο αγκαλιάστηκαν τρυφερά, με τη Ρενέσμε να έχει τυλίξει τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Κοιτώντας την ευθεία στα μάτια, ο Τζέικ γλίστρησε ήρεμα μέσα της γεμίζοντας κάθε σπιθαμή της. Και κάπως έτσι σε αυτή τη στάση τους έπιασε ο Έμπρυ.

«Ρε μαλάκες, τι θα γίνει; Θα κατέβουμε να φάμε τίποτα; Έχει πάει το στομάχι μου … »

Ο νεαρός μεταμορφιστής μπήκε στο δωμάτιο του ζευγαριού από την εσωτερική πόρτα που ένωνε τη σουίτα που μοιραζόταν με το Σεθ και τη Λία με τη δική τους, δίχως να νοιαστεί να χτυπήσει. Κακή ιδέα τώρα που το ξανασκεφτόταν. Μπορεί να έβλεπε στο μυαλό του αρχηγού του την τσόντα της προσωπικής του ζωής – και θα μπορούσε να πει ότι παρότι πρόσφατη είχε μεγάλες προοπτικές – αλλά να τον πιάνει επακριβώς στο πράσσειν, δεν ήταν και ό,τι προτιμότερο. Κυρίως επειδή με το που γύριζαν στο Φορκς θα τρελαινόταν στις περιπολίες. Στανταράκι. Πήρε μία έκφραση όσο πιο αθώα γινόταν και μουρμουρίζοντας ένα ακατάληπτο συγνώμη, πήγε να φύγει προτού η βραχυκυκλωμένη όψη του λύκου και της βρικόλακα μετατρεπόταν σε τρέχα να κρυφτείς, παλιοκαριόλη.

«Έμπρυ, τα βρήκες τα παιδιά;», πρόβαλε ξαφνικά το κεφάλι του Σεθ από το χώρισμα. «Α, από ότι φαίνεται τα βρήκες», συμπλήρωσε ψελλίζοντας.

«Σεθ, πού είσαι; Είναι η μαμά στο τηλέφωνο», εμφανίστηκε εκείνη την ώρα και η Λία. «Θέλει να σου μιλήσει», κατέληξε με σβησμένη φωνή.

Η μελαμψή Κιγιέτ κατάπιε με δυσκολία μπροστά στο αμήχανο θέαμα. Κατάφερε να χώσει το κινητό της στο χέρι του αδερφού της και ύστερα έκανε κατευθείαν μεταβολή και έφυγε με ένα βεβιασμένο εγώ πάω τώρα. Ο Σεθ έφερε το τηλέφωνο στο αυτί του και αμέσως την ακολούθησε με σκυμμένο το κεφάλι ξεκινώντας να μιλάει στη μητέρα του. Δεν άργησε να εξαφανιστεί και ο Έμπρυ κλείνοντας την πόρτα πίσω του, προσευχόμενος ο Τζέικ να μην την σπάσει και έρθει και τους δολοφονήσει και τους τρεις αμείλικτα.


Πρέπει να ήταν το όγδοο ποτήρι κρασί που έπινε για απόψε. Αν δε μεθούσε, δε θα μπορούσε να βγάλει τη βραδιά. Η ένταση κοβόταν με το μαχαίρι. Μετά το αλησμόνητο περιστατικό οι τρεις λύκοι είχαν ετοιμαστεί και είχαν κατέβει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Έτρωγαν αμίλητοι κοιτώντας αδιάφορα γύρω τους προσποιούμενοι, ότι δεν είχε συμβεί το οτιδήποτε περίεργο. Κάποια στιγμή είδαν τον Τζέικομπ και τη Ρενέσμε να μπαίνουν στη σάλα και να έρχονται στο τραπέζι τους. Κάθισαν μαζί τους και παρήγγειλαν και οι ίδιοι και τώρα όλοι μαζί έκαναν, ότι δεν έτρεχε κάστανο. Ο Έμπρυ δεν την άντεχε άλλο αυτή τη σιωπή, έπρεπε να πει κάτι, να σπάσει τον πάγο. Άνοιξε το στόμα του και εννοείται ξεστόμισε ό,τι πιο ακατάλληλο υπήρχε να ξεστομίσει.

«Πώς ήταν;»

Ο μόνος ήχος που ακουγόταν, τα πιάτα και τα ποτήρια από τα διπλανά τραπέζια. Ο Σεθ κράτησε την αναπνοή του περιμένοντας το απόλυτο χάος. Κοίταξε τον Τζέικ που είχε κοκκινίσει λες και η πίεση τού είχε φτάσει πενήντα. Κοίταξε τη Λία που είχε σκυμμένο το κεφάλι της με το κάτω χείλος της να τρέμει. Κοίταξε τον Έμπρυ που έμοιαζε σαν τον ετοιμοθάνατο που ήταν. Τέλος κοίταξε τη Ρενέσμε που είχε μείνει ενεή. Και η έκρηξη ήρθε. Σε αντίθεση όμως με ότι ανέμενε ο Σεθ, δεν ήταν τύπου άνθρωπος μεταμορφώθηκε σε γιγαντιαίο λύκο στη μέση ακριβού εστιατορίου ξεκοιλιάζοντας συνδαιτυμόνα του. Ήταν τύπου νεαρή κοπέλα ξεσπά σε ασυγκράτητα υστερικά γέλια που της φέρνουν δάκρυα στα μάτια και πόνο στο στομάχι.

Πράγματι η Ρενέσμε γελούσε τόσο πολύ που τα μάτια της είχαν μουτζουρωθεί και είχε διπλωθεί ελαφρώς στα δύο από σπασμούς. Εννοείται τους κόλλησε όλους σαν μεταδοτική ασθένεια και σύντομα όλη η αίθουσα έριχνε βλέμματα απορίας και αποδοκιμασίας στην παρέα που αδυνατούσε να συγκρατήσει τα χαχανητά της. Όταν κατάφεραν επιτέλους να ηρεμήσουν μετά από κάμποση ώρα, οποιαδήποτε αμηχανία ήταν παρελθόν. Σήκωσαν τα ποτήρια τους σε πρόποση και τσούγκρισαν εύθυμα. Στη φιλία.

«Τώρα το δίκαιο θα είναι να πιάσουμε και εμείς έναν από εσάς σε παρόμοια φάση», χαμογέλασε πονηρά η Νέσι.

«Σόρυ, μωρό μου, αλλά εμένα θα μου επιτρέψεις να απαλλαχθώ από αυτό το δικαίωμα. Αρκετά τους έχω μέσα στο κεφάλι μου», αντέκρουσε αηδιασμένος ο Τζέικ.

«Εγώ κανένα πρόβλημα, αλλά νομίζω θα πρέπει να περιμένετε αρκετά», παραδέχθηκε με στωικότητα ο Σεθ.

Σε αντίθεση με τους άλλους λύκους ο μικρότερος Κλίαργουωτερ δεν είχε επιδείξει σεξουαλική αφύπνιση. Είχε να κάνει προφανώς με το ότι ήταν βαθιά ρομαντική ψυχή, ωστόσο είχε αρχίσει να ανησυχεί για την παντελή έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος που τον χαρακτήριζε. Μπορεί να έλεγε ότι μία κοπέλα είναι όμορφη, όμως τίποτα περισσότερο. Ο Μπίλυ Μπλακ τον είχε καθησυχάσει επισημαίνοντας, ότι δεν ήταν κάτι πρωτότυπο στη φυλή τους. Είχαν παρατηρηθεί σε παλαιότερες γενεές μεταμορφιστών άνδρες που δεν είχαν τέτοιου είδους επαφές, παρά μόνο αφότου αποτυπώθηκαν. Επομένως ο Σεθ ήλπιζε να ανήκει σε αυτήν την κατηγορία και το αποτύπωμα του να ερχόταν γρήγορα.

Ο Έμπρυ πάλι ήταν στην ακριβώς αντίπερα όχθη. Από το σχολείο και μετά πηδούσε ό,τι κινούταν. Δικαιολογία του ήταν ότι ήθελε να απολαύσει το γυναικείο φύλο, προτού δεθεί για πάντα με ένα θηλυκό. Άλλωστε οι γυναίκες ήταν σκληρές, άπονες και άκαρδες και δεν τους άξιζε καλύτερη συμπεριφορά από αυτή. Εννοείται η Ρενέσμε εξαιρούταν, αλλά ως υβρίδιο ανήκε σε άλλο είδος, οπότε δε μετρούσε απόλυτα. Το τρανότερο παράδειγμα ήταν άλλωστε η συνάγελη και κολλητή του, Λία Κλίαργουωτερ. Η κοπέλα ήταν η μετενσάρκωση της Μεσσαλίνας. Μπορεί στην αρχή να νόμιζαν, ότι είναι μονογαμική και ευαίσθητη και τα τοιαύτα, αλλά ήταν μέχρι να πάρει το κολλάει. Από εκείνο τον Καλιφορνέζο σέρφερ και έπειτα απεκδύθηκε όλες τις ενοχές και αναστολές της και πια τον κόντραρε στα ίσια στις κατακτήσεις του.

«Εγώ ξέρεις, Νεσάκι μου, μεγάλη μου ευχαρίστηση», είπε ο Έμπρυ. «Και αν το επέτρεπε ο σφιγμένος κύριος στα δεξιά σου, με χαρά μου να κάναμε και τρίο»

Η έκφραση στο πρόσωπο του Τζέικ άξιζε τις χίλιες περιπολίες που θα τον έβαζε να κάνει όταν θα γύριζαν.

«Σιγά ρε, φίλε! Κατούρα και λίγο», τον κορόιδεψε η Λία.

«Γιατί δεν κατάλαβα!», προσποιήθηκε το θιγμένο ο Έμπρυ. «Αμφιβάλεις για το πόσο εύκολα ρίχνω τις γυναίκες;»

«Δεν αμφιβάλω καθόλου! Με την πολυλογία σου πέφτουν κάτω, θέλουν δε θέλουν», κάγχασε η μεταμορφίστρια προκαλώντας γέλωτα και στους υπόλοιπους στο τραπέζι.

«Τι μας λες! Σε ενημερώνω, ότι η γοητεία μου είναι ακαταμάχητη!», αντέκρουσε υπερφίαλα ο Ιθαγενής. «Πολύ περισσότερο από τη δική σου, ψηλέγκο!»

«Οκέι, λοιπόν», σήκωσε πειρακτικά το φρύδι της η Λία. «Αφού είσαι τόσο σίγουρος για τον εαυτό σου, τότε δε θα έχεις αντίρρηση να κάνουμε ένα τεστ, ένα διαγώνισμα ας το πούμε έτσι»

«Εξηγήσου», κεντρίστηκε το ενδιαφέρον του Κιγιέτ.

«Μέχρι να φύγουμε από τη Βραζιλία, θα μετρήσουμε πόσες αρπαχτές θα κάνουμε. Όποιος έχει τις περισσότερες, κερδίζει. Σύμφωνοι;», γυάλισαν προκλητικά τα μαύρα μάτια της Ινδιάνας.

«Σύμφωνοι!», δέχτηκε το κοντράρισμα στα ίσα ο Έμπρυ.

Για να επισημοποιήσουν το στοίχημα τους, χτύπησαν τις γροθιές τους.

«Είστε σοβαροί;», ρώτησε έκθαμβος ο Σεθ.

«Απόλυτα», απάντησαν και οι δύο μαζί.

«Τζέικ, πες τους κάτι! Αυτά είναι γελοιότητες!», στράφηκε για βοήθεια στον αρχηγό του ο μεταμορφιστής.

Ο Τζέικομπ ωστόσο σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.

«Αν αυτοί θέλουν να είναι βλαμμένοι, ας είναι!», είπε απλανώς.

«Ω, θεέ μου, προβλέπεται πολύ μακρύ αυτό το ταξίδι!», αναφώνησε απελπισμένα ο Σεθ κουνώντας με πάρεση το κεφάλι του.

Δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για το συμπαθή νεαρό να βλέπει το φίλο του και την αδερφή του να κυλιούνται στη λάσπη της ασυδοσίας. Κυρίως επειδή στο τέλος θα έμενε χωρίς παρέα. Ο Τζέικομπ θα ήταν με τη Ρενέσμε, οι άλλοι βρικόλακες ήταν όλοι ζευγαρωμένοι, οπότε δεν περίσσευαν παρά ο Έμπρυ με τη Λία. Όμως να που τώρα και αυτοί οι δύο είχαν άλλους σκοπούς που δεν τον περιελάμβαναν, καθότι η παρουσία του κατά τη διάρκεια φλερταρίσματος υποψήφιων θυμάτων αποτελούσε και για τους δύο μεταμορφιστές κακή τύχη ή τρελό σπάσιμο, όπως το αποκαλούσαν. Άλλωστε από την πλευρά του δεν είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα ανεκτικός στα σαλιαρίσματα των συναγελών του, πόσω μάλλον όταν η μία εξ αυτών συνδεόταν μαζί του με συγγένεια πρώτου βαθμού. Εν τούτοις ως συνήθως προτίμησε να μην πει τίποτα περισσότερο και κάνει σκηνή και έμεινε να τρώει σιωπηλά το μοσχάρι του.

Μόλις τελείωσαν το δείπνο τους, οι πέντε φίλοι έφυγαν από το ξενοδοχείο με σκοπό να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή αυτής της γεμάτης κέφι και μπρίο πόλης. Το βράδυ δεν ήταν πολύ διαφορετικό από το πρωί. Παντού υπήρχε κόσμος που μιλούσε, φώναζε, γελούσε και χόρευε ακόμα καταμεσής του δρόμου. Οι κοπέλες φορούσαν ανερυθρίαστα σορτσάκια και μπουστάκια και οι άντρες ανοιχτά πουκάμισα με αλυσίδες να κοσμούν το μαυρισμένο τους κορμί. Ο Έμπρυ αποφάσισε να τους μιμηθεί, αλλά επειδή δε φορούσε πουκάμισο, έσκισε την μπλούζα του στα δύο. Σε όλη τη διαδρομή η Λία τον κορόιδευε για κάγκουρα και οι υπόλοιποι γελούσαν. Αφού περπάτησαν κατά μήκος της παραλίας, κατέληξαν σε ένα μπαράκι λίγο πιο κάτω από το ξενοδοχείο τους στη γωνία της Rua Bolivar. Λεγόταν Belmonte και είχε εκπληκτική ατμόσφαιρα με ζωηρή μουσική και ελαφριά κρύα μπίρα.

Η Ρενέσμε κοιτούσε γύρω της εκστασιασμένη. Δε χόρταινε να απολαμβάνει όλο αυτό το συνονθύλευμα ανθρώπων. Ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σε τόσο κοντινή επαφή με τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά από την ίδια άτομα. Ο Τζέικομπ στεκόταν συνεχώς δίπλα της και της κρατούσε το χέρι. Της είχε υποσχεθεί πως θα την έπαιρνε αμέσως μακριά, έτσι και τυχόν τα ερεθίσματα γίνονταν πολύ έντονα και δεν μπορούσε να ελέγξει τις αντιδράσεις της. Βέβαια το αίμα δεν είχε πάνω της την επιρροή που είχε στους κανονικούς βρικόλακες. Το μύριζε εννοείται, ωστόσο δεν ένιωθε την ίδια ανάγκη και το ίδιο κάψιμο στο λαιμό, αν δεν ικανοποιούσε τη δίψα της. Είχε την ικανότητα να επιβιώνει και μόνο με συμβατικό φαγητό και ήταν ευγνώμων για αυτό. Αγαπούσε πολύ την κοινωνία των ανθρώπων, για να μην μπορεί να την βιώνει εκ των έσω.

Μετά από κανένα δίωρο περίπου αποφάσισαν να φύγουν. Η Λία είχε γνωρίσει έναν ντόπιο χορευτή με μακριά μαλλιά ράστα και εκπληκτικούς κοιλιακούς που τους πρότεινε να πάνε όλοι μαζί σε ένα κλαμπ σάλσα με ζωντανή μουσική στην περιοχή Λάπα στο κέντρο του Ρίο. Πήραν δύο ταξί και διέσχισαν τη μικρή απόσταση των δέκα λεπτών. Ο Έμπρυ βρισκόταν με τη Ρενέσμε και τον Τζέικομπ στο αυτοκίνητο και ήταν δύσθυμος, καθότι είχε μείνει πίσω στο στοίχημα. Η Λία θα σκόραρε σίγουρα με το Βραζιλιάνο και εκείνος δεν είχε βρει τίποτα το αξιόλογο. Οι γηγενείς ήταν πολύ πιο εξειδικευμένοι στο καμάκωμα από τον ίδιο· έπρεπε να το παραδεχτεί.

«Έλα, Έμπρυ! Μην είσαι κατσουφιασμένος. Είμαι βέβαιη, ότι θα γνωρίσεις μία πολύ όμορφη κοπέλα εκεί που θα πάμε», προσπάθησε να του φτιάξει τη διάθεση η Νέσι.

«Όμορφη, ξεόμορφη, θα διπλαρώσω μία οπωσδήποτε! Δε θα μου φάει εμένα το όνομα η ψωλοαρπάχτρα!»

Η βρικόλακας άνοιξε έκθαμβη τα μάτια της από την αθυροστομία του και αποφάσισε να μην ξανασχοληθεί. Κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθε πραγματικά τυχερή που είχε τον Τζέικομπ στη ζωή της. Ο Τζέικ της ήταν τόσο γλυκός και τρυφερός, τόσο δοτικός και προστατευτικός. Την εκτιμούσε και την σεβόταν, εκτός από το να την αγαπάει βαθιά. Ήξερε ότι δεν έφταιγε μόνο το αποτύπωμα για τη συμπεριφορά του. Ήταν ο χαρακτήρας του έτσι, πάντα να νοιάζεται για τους άλλους πάνω από τον εαυτό του· γεννημένος αρχηγός. Ο Έμπρυ ήταν αστείος και διασκεδαστικός, αλλά κυνικός και πολλές φορές χυδαίος. Παρότι θα έδινε και τη ζωή του για τους φίλους του και τους δικούς του ανθρώπους, για όλους τους άλλους δεν του καιγόταν καρφάκι, ειδικά για τις γυναίκες που τις χρησιμοποιούσε μόνο για τη σεξουαλική του τέρψη.

Μπορεί και η Λία να είχε έντονη και πολυποίκιλη ερωτική ζωή, ωστόσο η Ρενέσμε την καταλάβαινε καλύτερα. Είχε ανάγκη αυτήν την επανάσταση, αυτήν την τομή με το παρελθόν της. Είχε πληγωθεί πολύ από την ιστορία με το Σαμ και η ιδιαιτερότητα της κατάστασης της την εμπόδιζε να συνάψει σοβαρούς δεσμούς. Η Νέσι δε συμφωνούσε με αυτό, αλλά τουλάχιστον το δικαιολογούσε. Ίσως θα έπρεπε να δικαιολογεί και τον Έμπρυ. Η μία και τελευταία σταθερή του σχέση είχε καταλήξει πολύ άσχημα και από τότε ο μεταμορφιστής είχε πάρει την απόφαση να μη δεθεί ποτέ ξανά με καμία κοπέλα. Ωστόσο επειδή και η Ρενέσμε ανήκε στο γυναικείο φύλο, της ήταν πιο δύσκολο να δεχθεί την απροσχημάτιστη αντικειμενοποίηση του, όσο και αν προσπαθούσε να αγαπάει τους φίλους της με τα ελαττώματα τους.

Οι σκέψεις της διακόπηκαν, όταν ο οδηγός τούς ενημέρωσε πως είχαν φτάσει. Η Ρενέσμε τον ευχαρίστησε και του έδωσε το αντίτιμο της κούρσας. Ήξερε καλά Πορτογαλικά και δεν είχε πρόβλημα συνεννόησης. Βγήκε από το ταξί και αμέσως υποβλήθηκε από το θέαμα γύρω της. Εδώ ο κόσμος ήταν πολύ περισσότερος και πολύ πιο ζωηρός. Ακουγόταν παντού μουσική και οι άνθρωποι χόρευαν έξαλα σε φρενιασμένους ρυθμούς λάτιν. Το χαμόγελο της έφτασε μέχρι τα αυτιά. Ο Τζέικομπ την κρατούσε σφιχτά από τη μέση σαν να φοβόταν μην την χάσει. Δεν είχε και άδικο μέσα σε αυτή την πολύχρωμη και ιδρωμένη λαοθάλασσα.

Κατάφεραν να βρουν τη Λία με το Σεθ και τον Τσιάγο, όπως ήταν το όνομα του Βραζιλιάνου, και όλοι μαζί ακολούθησαν τον τελευταίο που τους κατηύθυνε σε ένα τρίπατο κτήριο δύο στενά από την κεντρική πλατεία. Ήταν ξέχειλο από κόσμο και μπροστά είχε μία φωτεινή επιγραφή με την επωνυμία του· Rio Scenarium. Ο Τσιάγο τους εξήγησε με τα λίγα Αγγλικά που γνώριζε πως σε κάθε όροφο έπαιζε διαφορετική μουσική. Προτίμησαν το ισόγειο με τη ζωντανή ορχήστρα της σάλσα, του μάμπο, της σάμπα και της μερένγκε. Έπιασαν ένα τραπέζι στην άκρη και παρήγγειλαν καϊπιρίνιας. Δεν πρόλαβαν να έρθουν τα ποτά και ο Τσιάγο είχε τραβήξει τη Λία αλλά και τη Ρενέσμε στην πίστα.

Η βρικόλακας στην αρχή ένιωθε λίγο αμήχανα, αλλά σύντομα αφέθηκε στο σκερτσόζικο τέμπο και ξεκίνησε να χορεύει με την καρδιά της. Σύντομα την συνόδεψε και ο Έμπρυ και μαζί επιδίδονταν σε ξέφρενες φιγούρες. Ο Έμπρυ είχε καλή κίνηση και άλλωστε ήταν ο μόνος με τον οποίο θα μπορούσε να χορέψει, δίχως να προκαλέσει τη ζήλεια του Τζέικομπ. Σε εκείνον δεν άρεσε ο χορός, για αυτό δεν τον είχε πιέσει να σηκωθεί. Είχε παραμείνει μαζί με το Σεθ, εν τούτοις φαινόταν να περνάει καλά, καθότι χαμογελούσε συνέχεια και μιλούσε εύθυμα με τον υπαρχηγό του, ενώ μία φορά που η Ρενέσμε έπιασε το βλέμμα του, της έκλεισε πονηρά το μάτι. Αυτό την καθησύχασε και της επέτρεψε να ξεφαντώσει απροβλημάτιστα.

Γύρω της οι υπόλοιποι θαμώνες χόρευαν κολλητά σε ζευγάρια. Η Λία με τον Τσιάγο είχαν σχεδόν καβαλήσει ο ένας τον άλλον. Η αλήθεια ήταν πως ο Βραζιλιάνος έμοιαζε ασυγκράτητος. Για αυτό δεν ήταν καμία έκπληξη, όταν κατά τα ξημερώματα που έφυγαν από το μαγαζί, τους συνόδεψε στο ξενοδοχείο. Η Ρενέσμε ένιωθε πολύ ξαναμμένη από το χορό και ήθελε απλά να κατασπαράξει τον Τζέικ με το που θα επέστρεφαν. Δυστυχώς δεν είχε αυτήν την ευκαιρία και ούτε τη δυνατότητα να δοκιμάσει το καινούργιο νεγκλιζέ της, καθότι η σουίτα των παιδιών καταλείφθηκε από τη μεταμορφίστρια και το παιχνιδάκι της. Πέταξε τον Έμπρυ και το Σεθ έξω από το δωμάτιο και κλείδωσε την πόρτα.

«Θα την σκοτώσω», έγρουξε ο Έμπρυ.

Είχαν ξαπλώσει όλοι αναγκαστικά στο κρεβάτι του Τζέικομπ και της Ρενέσμε. Ευτυχώς ήταν αρκετά μεγάλο και τους χωρούσε επαρκώς. Φυσικά ο Τζέικομπ δε θα δεχόταν ποτέ να κοιμηθεί δίπλα της ο οποιοσδήποτε, οπότε η Νέσι είχε μπει στην άκρη με τον Τζέικ ακριβώς από πίσω της και το Σεθ ανάμεσα σε εκείνον και τον Έμπρυ που έπιανε το άλλο άκρο. Θα αποτελούσαν αδιαμφισβήτητα γελοίο θέαμα. Βέβαια αν τους έβρισκε έτσι ο πατέρας της μάλλον δε θα το εκτιμούσε και τόσο για αστείο.

«Καλά, κοιμήσου τώρα και την σκοτώνεις αύριο», μουρμούρισε νυσταγμένα ο Σεθ.

Ήταν όλοι τόσο χώμα που δεν είχαν καν το κουράγιο να ζητήσουν έξτρα δωμάτιο. Άλλωστε είχαν πληροφορηθεί, ότι όλα ήταν κλεισμένα λόγω καρναβαλιού. Ο Τζέικομπ σκεφτόταν πως ίσως θα έπρεπε να κλωτσήσει τους απροσάρμοστους στο πάτωμα, αλλά η Ρενέσμε δε θα ένιωθε καλά. Η εναλλακτική θα ήταν να πάει στο κρεβάτι των γονιών της που ούτως ή άλλως δε θα το χρησιμοποιούσαν – για ύπνο εν πάση περιπτώσει – αλλά ο Τζέικομπ δεν ήταν δυνατόν να την αποχωριστεί για χάρη των ηλιθίων. Οπότε προτίμησε να στριμωχτούν. Βλαμμένες σουίτες! Άπλετος χώρος και δεν είχαν σκεφτεί να βάλουν ένα κρεβάτι παραπάνω! Μόνο κάτι διθέσιους καναπέδες τόσους δα που δε χώραγε ούτε το πόδι σου. Γαμώ την τύχη του!

Τουλάχιστον το ζεστό κορμάκι της Νέσι του βρισκόταν μέσα στα χέρια του και με αυτήν την παρηγοριά κατάφερε να κλείσει τα μάτια του και να παραδοθεί στον ύπνο παρά τα βογγητά και τα χτυπήματα που έρχονταν από το διπλανό δωμάτιο. Άσε την να χαρεί τώρα! Θα έτρωγε καλά, όταν θα γύριζαν στο Φορκς! Θα έκανε περιπολίες μέχρι τα επόμενα καρναβάλια, η βασίλισσα της σάμπα! Ολέ!


Ελπίζω να έσκασε λίγο το χειλάκι σας με τις περιπέτειες των φίλων μας. Αυτός πάντως ήταν ο σκοπός μου! Ευχαριστώ πολύ όλους τους ανανγώστες μου και τις Helen και alice15 για το σχόλιο τους. Helen για να απαντήσω στην ερώτηση σου τα γνωρίζω τα βιβλία, αλλά δεν τα έχω διαβάσει. Αν τα διαβάσω και μου έρθει η έμπνευση, σίγουρα θα γράψω κάτι. Ήταν να μην ξεκινήσω, χιχι! Αν και η αλήθεια είναι, πως τώρα τελευταία στο μυαλό μου κλωθογυρίζει fanfic για κάτι εντελώς διαφορετικό. Ένα μόνο θα αποκαλύψω. Σου λέει τίποτα το όνομα Kick Ass;

Καλά κούλουμα σε όλους και καλή Σαρακοστή!

ΧΧΧ