Άλλο ένα κεφάλαιο πρωτότυπο και διαφορετικό από τα προηγούμενα. Διαβάστε να μου πείτε πώς σας φαίνεται.

Υπενθύμιση: Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στην Στέφανι Μέγιερ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36: ΜΠΡΟΣ ΓΚΡΕΜΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΡΕΜΑ

Τα πράγματα γίνονταν ολοένα και πιο δύσκολα. Πίστευε ότι θα ήταν πιο εύκολα, αλλά είχε πέσει δραματικά έξω. Ήταν βλάκας να νομίζει το αντίθετο. Οι σχέσεις δεν αλλάζουν από την μία ημέρα στην άλλη. Δεν υπάρχουν όρια, μέχρι σήμερα ήμασταν φίλοι από αύριο θα είμαστε εραστές. Το θέμα πολύ απλά δεν λειτουργεί έτσι. Δεν μπορεί ξαφνικά το ίδιο άτομο που ήξερες από όταν ακόμα καλά-καλά δεν περπατούσε να το βλέπεις τώρα σαν το ταίρι σου για μία ζωή. Ακόμη και όταν αρχίσεις να το βλέπεις έτσι, πότε είναι η κατάλληλη ευκαιρία να το εκφράσεις;

Ο Κουίλ πήρε μία βαθιά ανάσα για να οξυγονώσει τον καημένο τον εγκέφαλο του που κόντευε να τηγανιστεί από την πολλή σκέψη. Τον τελευταίο καιρό τα ίδια ερωτήματα και οι ίδιοι προβληματισμοί τον επισκέπτονταν πάλι και πάλι και πάλι. Δεν ήξερε πλέον τι να κάνει. Πώς ακριβώς συμπεριφέρεται ένας λύκος όταν το αποτύπωμα του έχει φτάσει τα δεκαοκτώ και η ερωτική ένταση που εκλύει γύρω του κόβεται με το μαχαίρι; Κυρίως αν το εν λόγω αποτύπωμα πέρασε στην κατάσταση του αποτυπώματος όταν ήταν μόλις δύο ετών; Ένα ήταν το σίγουρο. Η μοίρα του τον είχε γαμήσει.

Προσπάθησε να πάρει τα δεδομένα λογικά. Δεν αισθανόταν κάτι παράλογο. Ο σκοπός του αποτυπώματος ήταν ο ένας και ο αυτός· να βρεθεί ο ιδανικότερος σύντροφος για να αναπαραχθεί το γονίδιο του λύκου. Ο Κουίλ τον είχε βρει, οπότε αυτό που έμενε να κάνει ήταν να πραγματοποιήσει την περί ης ο λόγος βιολογική επιταγή. Η δυσκολία έγκειτο στο ότι δεν ήταν αποκλειστικά ζώο. Αν είχε να κάνει μόνο με τον λύκο μέσα του, τότε δεν θα εγείρετο καμία αναστολή και ενοχή. Όμως δεν ήταν απλά κτήνος. Ήταν και άνθρωπος. Ο ίδιος άνθρωπος που είχε υπάρξει παρών σε όλα τα στάδια της ανατροφής της Κλαιρ.

Αν κάποιος του έλεγε, όταν η Κλαιρ ήταν γύρω στα πέντε ή γύρω στα δέκα ή ακόμα και γύρω στα δεκαπέντε, πως μερικά χρόνια αργότερα θα βασανιζόταν από την διχογνωμία που ταλαιπωρούταν αυτήν την στιγμή, απλά θα είχε γελάσει. Αν ήταν σε καλή διάθεση, διότι αν δεν ήταν – για παράδειγμα αν ο Τζέικομπ τον είχε βάλει διπλή βάρδια για να μείνει με την Ρενέσμε – τότε μπορεί και να του έχωνε καμία μπουνιά στην μούρη. Για τον παρελθόντα Κουίλ δεν υπήρχε ούτε καν η υπόνοια ερωτικής έλξης εκ μέρους του αποτυπώματος του. Για τον παρόντα Κουίλ ήταν σαν η Κλαιρ να κυκλοφορούσε παντού με μία τεράστια φωτεινή επιγραφή με βέλη πάνω από το κεφάλι της: «Ανοίξαμε και σας περιμένουμε».

Δεν ήταν απόλυτα βέβαιος πότε είχε συμβεί αυτό. Το μόνο που μπορούσε να πει με σιγουριά ήταν πως έλαβε χώρα κάποια ημέρα μέσα στους περασμένους πέντε με έξι μήνες. Τότε ήταν τουλάχιστον που άρχισε να προσέχει το στητό της στήθος και τον τουρλωτό της κώλο. Τα μάτια της τα ήξερε από πριν, ωστόσο ποτέ άλλοτε δεν τα είχε δει τόσο φωτεινά και γητευτικά. Έτσι και το στόμα της, σγουρό και ραδακινένιο, και το πρόσωπο της σμιλεμένο και αλαβάστρινο. Πάντα την έβλεπε πανέμορφη, όμως πλέον δεν ήταν η «σαν κουκλίτσα» όμορφη όσο η «σαν μου έχει πέσει το σαγόνι στο πάτωμα και δεν σηκώνεται άλλο» όμορφη.

Το χειρότερο όλων ήταν πως ο Κουίλ καταλάβαινε περίτρανα τον πόθο της Κλαιρ για εκείνον. Ήταν αυταρχικά παρών κάθε φορά που την συναντούσε. Τον πρόδιδε το ανεξέλεγκτο χτύπημα της καρδιάς της, η αυξημένη εφίδρωση στις παλάμες της και πιο πολύ από όλα η μυρωδιά της διέγερσης της που είχε το πιο ωραίο άρωμα από οτιδήποτε άλλο είχε μυρίσει στην ζωή του. Παρόλα αυτά δεν του είχε μιλήσει ποτέ για το πώς νιώθει, ούτε καν τον είχε φλερτάρει. Από την μεριά του ο Κιγιέτ είχε προφανώς αντιληφθεί ότι η σχέση τους είχε φτάσει στο μεταίχμιο μεταξύ φιλίας και έρωτα, ωστόσο τα είχε κάνει πάνω του και μόνο στην σκέψη να το ξεπεράσει. Τι θα γινόταν αν οι ισορροπίες ανατρέπονταν και έχανε την εμπιστοσύνη της Κλαιρ; Θα πέθαινε και μόνο στην ιδέα.

Έτσι είχε υποπέσει σε έναν ατέρμονα κύκλο υποφοράς και απύθμενης αγαλλίασης κάθε φορά που ήταν κοντά της. Κάθε λεπτό σήμαινε αρειμάνια εσωτερική πάλη ανάμεσα στον λύκο του που τον πρόσταζε να την βάλει κάτω και να της εξηγήσει το όνειρο και στον ερωτευμένο νέο που θα προτιμούσε να κλειστεί σε μοναστήρι παρά να φέρει σε δύσκολη θέση την αγαπημένη του. Συνήθως μετά από τις συναντήσεις του με την Κλαιρ έπρεπε να τρέχει πολλά χιλιόμετρα ασταμάτητα για να εκτονώσει την συσσωρευμένη ένταση του.

Και τώρα τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα. Γιατί; Γιατί η Κλαιρ είχε μόλις τελειώσει το σχολείο και θα ερχόταν να περάσει το καλοκαίρι με την θεία της την Έμιλυ στην Λα Πους. Οι γονείς της δούλευαν και οι δύο και προτιμούσαν να μην έχουν την έγνοια της. Άλλωστε ήταν επιθυμία και της Κλαιρ, για την οποία όπως δεν έχανε την ευκαιρία να του λέει δεν υπήρχε μέρος που θα ήθελε να βρίσκεται περισσότερο από ότι εδώ. Αυτό σήμαινε διπλή χαρά και διπλή στενοχώρια για τον Κουίλ. Διπλή χαρά, επειδή θα την έβλεπε συνέχεια, και διπλή στενοχώρια, επειδή η μάχη μέσα του θα έπαιρνε επικές διαστάσεις· διαπιστευμένο.

Αυτός ήταν και ο λόγος που όλο το βράδυ δεν είχε μπορέσει να κοιμηθεί καθόλου. Είχε πάρει ρεπό από τις περιπολίες επίτηδες για να είναι φρέσκος όταν θα ερχόταν η Κλαιρ, ωστόσο δεν είχε κλείσει μάτι στριφογυρίζοντας συνέχεια στο κρεβάτι του. Κατά το χάραμα είχε απηυδήσει και είχε σηκωθεί. Είχε πάει για τρέξιμο χωρίς να μεταμορφωθεί. Δεν ήθελε κανείς άλλος να είναι στο κεφάλι του αυτήν την στιγμή και φανταζόταν πως και κανείς από τους λύκους δεν θα ήθελε να γίνει το μυαλό του πουρές από την σύγχυση που επικρατούσε στο δικό του κρανίο.

Η σωματική άσκηση δεν τον είχε βοηθήσει και ιδιαίτερα. Επέστρεψε σπίτι του ιδρωμένος και ελαφρώς λαχανιασμένος, όμως όχι σε καλύτερη διάθεση από πριν. Ετοίμασε πρωινό και έφαγε ανόρεχτα. Τώρα καθόταν με το κεφάλι του ακουμπισμένο στην παλάμη του σπρώχνοντας με το πιρούνι του ό,τι αποφάγια είχαν μείνει στο πιάτο του. Σε δύο ώρες περίπου η Κλαιρ θα βρισκόταν στου Σαμ, πράγμα που σήμαινε πως έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζεται. Κυρίως εφόσον θα χρειαζόταν να εκτονώσει την σεξουαλική του ορμή στο ντους πριν πάει να την συναντήσει.

Προς το παρόν ωστόσο μία άλλη ιδέα του τριβέλιζε το μυαλό. Την σκεφτόταν εδώ και κάποιες ημέρες, παρόλα αυτά δεν είχε κατασταλάξει ακόμα. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον για την κατάσταση του, να ζητήσει μία τρίτη γνώμη, μία εξωτερική ματιά, όμως ταυτόχρονα ήταν πολύ λεπτό ζήτημα για εκείνον και δεν ήταν βέβαιος σε ποιον έπρεπε να αποταθεί. Ο Σαμ, ο Πωλ, ο Τζάρεντ και ο Μπρέιντυ, οι αποτυπωμένοι λύκοι της αγέλης του, όλοι είχαν αποτυπωθεί σε ενήλικες γυναίκες με τις οποίες οι σχέσεις τους ήταν κατευθείαν ερωτικές. Κανείς άλλος λύκος δεν είχε βρεθεί σε παρόμοια θέση με την δική του. Εκτός βέβαια από έναν.

Ο Κουίλ έσπρωξε το σερβίτσιο μακριά του και έβγαλε αποφασισμένος το κινητό του από την τσέπη της φόρμας του. Δίχως να το σκεφτεί παραπέρα κάλεσε το ένα και αυτό νούμερο που ήλπιζε να δώσει τις απαντήσεις στους προβληματισμούς του. Μπορεί οι περιπτώσεις να μην ήταν ακριβώς ταυτόσημες, ωστόσο έμοιαζαν σε πολλά χαρακτηριστικά, κυρίως στην χρονική στιγμή του αποτυπώματος και στα μεταβατικά στάδια της σχέσης μεταξύ λύκου και συντρόφου. Το τηλέφωνο χτύπησε μία-δύο φορές και ύστερα κάποιος το σήκωσε.

«Τι κάνεις, χαμένε;»

Ο Κουίλ χαμογέλασε νοητικά με την προσφώνηση. Μπορεί από όταν ο Τζέικομπ μετακόμισε πριν από έξι περίπου χρόνια στο Σηάτλ για να είναι πιο κοντά στην Ρενέσμε να μην βλέπονταν συχνά, ωστόσο υπήρχε πάντα μεταξύ τους η γνώριμη οικειότητα που τους έκανε να αισθάνονται περισσότερο σαν αδέρφια παρά σαν παλιοί γνωστοί. Ο Κουίλ ήξερε πως ο Τζέικομπ θα προσέτρεχε πάντα σε βοήθεια του και μάλλον αυτή η στιγμή είχε έρθει, το δήλωνε περίτρανα το τρέμουλο στο στομάχι του.

«Καλά, χαμένε. Εσύ;», ρώτησε στον ίδιο αστείο τόνο.

«Καλά. Ετοιμαζόμαστε για την μετακόμιση»

«Μία χαρά. Πότε θα φύγετε;»

«Τέλη Αυγούστου»

Ο Κουίλ γνώριζε ότι ο Τζέικομπ με την Ρενέσμε θα άλλαζαν σύντομα τόπο κατοικίας. Η νεαρή βρικόλακας είχε μόλις τελειώσει το πτυχίο της στην Ιατρική και ξεκινούσε να κάνει το αγροτικό της σε κάποιον ξεχασμένο τόπο στα σύνορα με τον Καναδά. Εννοείται πως ο μεταμορφιστής θα την ακολουθούσε. Από όλα τα αποτυπώματα που είχε βιώσει ο Κουίλ, εκείνο του αρχηγού του με την Ρενέσμε ήταν το δυνατότερο, του δικού του συμπεριλαμβανομένου. Πιο παλιά δεν μπορούσε να καταλάβει απόλυτα τα μαρτύρια που περνούσε ο ξάδερφος του καθόσον μεγάλωνε η Ρενέσμε και οι ορμόνες της τον έκαναν να χάνει κάθε έλεγχο. Τώρα όμως τον ένιωθε από την καλή και από την ανάποδη.

«Θα έρθουμε μερικές ημέρες στο Φορκς πριν», προσέθεσε ο Τζέικομπ.

«Έλα, ρε! Πότε;»

Η χαρά του Κουίλ ήταν έκδηλη. Πρώτον είχε κάποιους μήνες να δει τον φίλο του και του είχε λείψει. Δεύτερον είχε πάντα πλάκα να περνάει χρόνο με την Ρενέσμε και τον Τζέικομπ, καθότι με τον κοσμοπολιτισμό τους έδιναν μία νότα φρεσκάδας και ανανέωσης στον καταυλισμό, κάτι που θα άρεσε ιδιαίτερα και στην Κλαιρ. Ήταν γνωστό άλλωστε πόση λατρεία έτρεφε το αποτύπωμα του για την νεαρή Κάλεν. Ήταν αναμφισβήτητα το απόλυτο πρότυπο της. Τέλος τρίτον και κυριότερο θα είχε αμεσότερα την αμέριστη συμπαράσταση του κολλητού του.

«Λέγαμε το επόμενο Σαββατοκύριακο. Θα είναι και ο Σεθ με την Κάρλα μαζί»

Ο Κουίλ δαγκώθηκε ελαφρά στο άκουσμα αυτής της πληροφορίας. Δεν ήταν ότι δεν συμπαθούσε ακριβώς το αποτύπωμα του Σεθ, όσο ότι κρατούσε ακόμα επιφυλάξεις για την συμπεριφορά της. Αδιαμφισβήτητα κανείς δεν διάλεγε συντρόφους καλύτερα από την φύση, οπότε το γεγονός πως ο Σεθ είχε αποτυπωθεί πάνω στην εντυπωσιακή Αφρικανή με την άγρια ομορφιά σήμαινε ότι ήταν η καταλληλότερη για εκείνον. Παρόλα αυτά ο Κουίλ δεν είχε ξεχάσει ακόμα τα γεγονότα πριν από τρία χρόνια και δεν την είχε συγχωρήσει για τον πόνο που είχε προκαλέσει στο Σεθ και στην αγέλη στο σύνολο της.

Άλλωστε αντικειμενικά να το έβλεπε κανείς δεν ήταν και το πιο ευπροσήγορο άτομο στον κόσμο. Ωστόσο ο Κουίλ έπρεπε να παραδεχτεί πως είχε επιδείξει σημαντική βελτίωση. Τις τελευταίες φορές που είχαν επισκεφτεί τον οικισμό με τον Σεθ ήταν πολύ πιο γλυκιά και ομιλητική με όλους. Φυσικά η ισχυρογνωμοσύνη της και η καυστικότητα του χαρακτήρα της επέμεναν, όμως ο Κουίλ δεν ήταν άνθρωπος που θα έκρινε τις επιλογές ή πόσω μάλλον τα αποτυπώματα των συναγελών του. Απλά προσωπικά προτιμούσε τους μειλίχιους και συγκαταβατικούς ανθρώπους και ήταν πολύ ευτυχισμένος που είχε αποτυπωθεί στην πιο γλυκιά κοπέλα που είχε συναντήσει ποτέ.

«Τέλεια», σχολίασε τελικά ο Κουίλ τα νέα όσο πιο ευδιάθετα μπορούσε.

«Για πες εσύ, πώς είναι τα πράγματα στον οικισμό;», άλλαξε θέμα ο Τζέικομπ προσπερνώντας το ακανθώδες ζήτημα.

«Καλά, όπως τα ξέρεις. Τίποτα το καινούργιο δεν συμβαίνει στα μέρη μας. Εκτός βέβαια, που να, η Κλαιρ έρχεται σήμερα και θα περάσει το καλοκαίρι εδώ», απάντησε με κάποιο δισταγμό ο Κουίλ.

«Μάλιστα. Πώς νιώθεις;»

Η ανησυχία στην φωνή του ξαδέρφου του τον έκανε να καταλάβει με πόση συμπάθεια έβλεπε ο Τζέικομπ την κατάσταση του, προφανώς επειδή είχε βρεθεί και ο ίδιος σε παρόμοια. Αυτό έδωσε θάρρος στον Κουίλ να μιλήσει ανοιχτά χωρίς αναστολές. Παρόλα αυτά δεν χρειάστηκε παραπάνω από μία λέξη για να αντιληφθεί ο αρχηγός του πλήρως το περιεχόμενο των συναισθημάτων του και της βλακείας που του έτρωγε τον εγκέφαλο τον τελευταίο μισό χρόνο.

«Σκατά»

«Εμένα μου λες», πήρε μία βαθιά ανάσα ο Τζέικ και ήταν σαν να του ήρθαν πολύ νωπά στην μνήμη του τα βασανιστήρια που είχε περάσει ο ίδιος κατά την εφηβεία της Ρενέσμε.

«Τι να κάνω, φίλε;», ρώτησε γεμάτος αγωνία ο Κουίλ αναμένοντας την από μηχανής θεού ειδυλλιακή λύση.

Ο Τζέικομπ δεν απάντησε αμέσως. Στο ακουστικό δεν ήχησε παρά ένα βουητό, σημάδι πως ο συνάγελος του είχε πάρει μία βαθιά ανάσα σκεφτόμενος. Ο Κουίλ αποθαρρύνθηκε εντελώς. Είχε μία ακόμα μικρή ελπίδα, πως ο Τζέικομπ θα του έδινε κουράγιο λέγοντας ότι στο τέλος όλα θα πάνε κατευχήν. Ο ίδιος δεν ήταν εξάλλου πλήρως ερωτευμένος και χαρούμενος με το αποτύπωμα του, παρότι πρώτα έπρεπε να περάσει τα μαρτύρια του Ιώβ; Δεν υπήρχε περιθώριο να γίνει κάτι άλλο, ο Κουίλ με την Κλαιρ θα κατέληγαν μαζί. Έτσι δεν ήταν;

«Μακάρι να μπορούσα να σου πω ότι όλα θα βρουν το δρόμο τους», ξεκίνησε τελικά να λέει ο Τζέικομπ κόβοντας μονομιάς τα φτερά του ξαδέρφου του, «αλλά το αποτύπωμα λειτουργεί πολύ περίεργα ορισμένες φορές. Υπάρχουν στιγμές ακόμα και τώρα που νιώθω ανασφάλεια για το τι μέλλει γενέσθαι με την Ρενέσμε. Ίσως αν ζούσαμε μέσα στην απομόνωση του καταυλισμού όπως οι πρόγονοι μας τα πράγματα να ήταν πιο ξεκάθαρα, ωστόσο πλέον υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν την σχέση μας με το αποτύπωμα μας. Εσύ πώς την βλέπεις την Κλαιρ απέναντι σου;»

«Μια χαρά», ήρθε η άμεση απάντηση.

Ήταν η αλήθεια. Πέρα από την υποβόσκουσα ένταση, η Κλαιρ παρέμενε το γλυκό του κοριτσάκι που τον αγαπούσε σαν θεό και του το έδειχνε με όποιο τρόπο μπορούσε. Δεν είχε κανένα παράπονο από εκείνη, ούτε ο ίδιος ούτε οι γονείς της. Υπάκουη και εχέφρων, δεν δημιουργούσε ποτέ προβλήματα. Άριστη μαθήτρια, υπεύθυνη κόρη, δοτική αδερφή· το ιδανικό αποτύπωμα. Ο Κουίλ δεν θα την άλλαζε με καμία άλλη στον κόσμο όλο.

«Έχει αλλάξει καθόλου η συμπεριφορά της; Προσπαθεί να σε πλησιάσει με άλλο τρόπο;»

Ο Κουίλ ήξερε πολύ καλά σε τι αναφερόταν ο Τζέικομπ. Η Ρενέσμε ήταν άλλωστε εκείνη που είχε αρχικοποιήσει την μετάβαση της σχέσης τους. Από όσα είχε δει στο μυαλό του αρχηγού του, η νεαρή κοκκινομάλλα ήταν μία πραγματική ξελογιάστρα. Εκ φύσεως γεννημένη κυνηγός, όλη της η ύπαρξη ήταν ένας αλάνθαστος θηρευτικός μηχανισμός. Εξάλλου είχε μάθει να παίρνει πάντα αυτό που θέλει ως κακομαθημένο μοναχοπαίδι μίας πάμπλουτης αθάνατης οικογένειας οκτώ βρικολάκων που δεν ζούσαν για κάτι άλλο πέρα από εκείνη.

Αντίθετα η Κλαιρ του δεν ήταν καθόλου έτσι. Ήταν τόσο αθώα και άδολη, κάτι που έκανε ακόμα πιο δύσκολο στον Κουίλ να παραδεχθεί τις σκέψεις του, πόσω μάλλον να τις εκδηλώσει. Παράλληλα αν περίμενε από εκείνη να κάνει το πρώτο βήμα, τότε θα χρειαζόταν να γεράσουν πρώτα και οι δύο. Η Κλαιρ κοκκίνιζε και μόνο στην υπόνοια οποιασδήποτε ερωτικής συνεύρεσης μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Αν τύχαινε ποτέ να πετύχει κάποιον από τους λύκους σε τρυφερό τετ-α-τετ με το έτερον ήμισυ του, τότε τα μάτια της άνοιγαν διάπλατα από την αμηχανία προτού στρίψει βιαστικά το κεφάλι της μακριά.

«Όχι», παραδέχθηκε εν τέλει ο Κουίλ. «Όμως την αισθάνομαι την έλξη της για εμένα και αυτό με κάνει να τρελαίνομαι», αγανάκτησε ελαφρώς.

Ήταν ένα από τα αρνητικά του πρόωρου αποτυπώματος. Αυτό το τραμπάλισμα μεταξύ φιλίας και έρωτα. Προς το παρόν μόνο στον Τζέικομπ το είχε παρατηρήσει, αλλά και πάλι ο αρχηγός του είχε χρειαστεί να περιμένει μόνο έξι χρόνια με την ταχύτητα ανάπτυξης της Ρενέσμε. Από την πλευρά του ο Κουίλ είχε συνηθίσει πολύ περισσότερο στην φιλική του σχέση με την Κλαιρ που μεγάλωνε όπως όλα τα φυσιολογικά παιδιά. Επομένως η συνειδητοποίηση πως το κορίτσι που είχες μάθει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια να βλέπεις σαν την μικρή σου αδερφή έχει ξαφνικά μετατραπεί στην γυναίκα της ζωής σου ήταν σαφώς πιο απότομη.

«Πρέπει να είσαι προσεκτικός», συνέστησε ο Τζέικομπ προβληματίζοντας βαθύτερα τον συνάγελο του. «Κυρίως επειδή δεν της έχεις πει λέξη για το αποτύπωμα, ούτε για τους μεταμορφιστές»

Ο Κουίλ ξεροκατάπιε. Ίσως από όσα πράγματα τον φόβιζαν περισσότερο στην σχέση του με την Κλαιρ, αυτό να ήταν το μεγαλύτερο. Το αποτύπωμα του είχε ακούσει τους μύθους της φυλής, ωστόσο πίστευε πως δεν ήταν τίποτα παραπάνω από αυτό· απλή μυθολογία. Ο Κουίλ δεν είχε βρει το θάρρος να της αποκαλύψει την πάσα αλήθεια. Στην αρχή είχε πείσει τον εαυτό του πως παραήταν μικρή για να μπορέσει να χειριστεί μία τέτοια κατάσταση, κάτι που έστεκε. Όμως όσο περνούσαν τα χρόνια, το έβρισκε τρομερά δύσκολο να αποφασίσει πότε ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να μοιραστεί μαζί της τα βαθύτερα μυστικά του.

Ακόμα και τώρα που η Κλαιρ ήταν μεγάλη και ώριμη, δεν είχε πάψει να τρέμει και μόνο στην ιδέα να της μιλήσει ανοιχτά. Τι θα γινόταν αν η Κλαιρ τρομοκρατούταν από την φύση του; Αν τον έβλεπε σαν ένα τέρας και δεν ήθελε πια να έχει καμία σχέση μαζί του; Ήξερε ότι ο δεσμός του αποτυπώματος εμπόδιζε τέτοιες συμπεριφορές, όπως είχε γίνει και με όλους τους υπόλοιπους λύκους, όμως η αμφιβολία παρέμενε και δεν ήθελε να βασίζεται σε πιθανότητες. Όχι, όταν επρόκειτο για εκείνη.

«Κοίτα, προτείνω να δώσεις λίγο χρόνο παραπάνω», μίλησε ξανά ο Τζέικομπ προσπαθώντας να ελαφρύνει την δυσχερή θέση του φίλου του. «Μόλις σήμερα έφτασε εξάλλου. Περίμενε μέχρι να έρθουμε και εμείς και θα πω εγώ στην Ρενέσμε να την πλησιάσει με τρόπο και να εκμαιεύσει πληροφορίες. Η Κλαιρ την εμπιστεύεται αμέριστα, οτιδήποτε και αν είναι θα της το πει»

«Δεν το συζητάει μαζί μου και θα το συζητήσει με την Νέσι;»

Η παραδοχή πως το αποτύπωμα του μπορούσε να ανοίξει την καρδιά του σε κάποιον άλλον εκτός από τον ίδιο, τον πλήγωνε βαθιά. Η αδερφή ψυχή σου δεν θα έπρεπε να κρατάει δεύτερες σκέψεις από εσένα, θα έπρεπε να στα λέει όλα. Και εσύ το ίδιο κάνεις, τον πρόγκηξε ο εαυτός του. Ήταν τόσο εκνευριστική η παρούσα φάση! Τι δεν θα έδινε για να παρέμεναν τα πράγματα όπως μερικά χρόνια πριν, οπότε η Κλαιρ ήταν η καλύτερη του φίλη χωρίς κανένα μπέρδεμα. Δεν είχε ποτέ ζητήσει να βρεθεί σε αυτό το χάλι. Ακόμα και όταν έβλεπε τους συναγέλους του να σαλιαρίζουν με τα ενήλικα αποτυπώματα τους, ούτε μία φορά δεν είχε θελήσει να είναι στην θέση τους. Να τα όμως τώρα τα χαΐρια του.

«Κουίλ, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις», τον νουθέτησε ο Τζέικομπ. «Ορισμένες κουβέντες τις κάνουμε πιο εύκολα με κάποιον που δεν είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος. Ξέρεις καλύτερα από εμένα πόσο ντροπαλή είναι η Κλαιρ. Δεν σου μιλάει ποτέ για τέτοια ζητήματα, για αγόρια και σχέσεις, πόσω μάλλον που τώρα το αγόρι είσαι εσύ»

«Αγόρι, στα τριάντα δύο», δεν κρατήθηκε να μην χλευάσει ο Κουίλ.

«Έλα, μη μου πεις ότι νιώθεις γέρος», ειρωνεύτηκε ο Τζέικ. «Καταρχάς δεν δείχνεις μέρα πάνω από είκοσι πέντε»

Ο Κουίλ χαμογέλασε σαρκαστικά με την τελευταία παρατήρηση του αρχηγού του. Κανείς από τους λύκους της αγέλης δεν έδειχνε πάνω από είκοσι πέντε. Είχε να κάνει κάτι με τα γονίδια. Σε όποια ηλικία και αν ενεργοποιούταν η μετάλλαξη, ο μεταμορφιστής θα συνέχιζε να μεγαλώνει μέχρι το δέκατο όγδοο έτος του. Μετά από εκεί θα σταματούσε η ανάπτυξη του και θα παρέμενε για πάντα σε αυτήν την μορφή. Επειδή ωστόσο η σωματική τους διάπλαση ήταν πολύ μεγαλύτερη από των φυσιολογικών ανθρώπων, οι λύκοι-Κιγιέτ έμοιαζαν ωριμότεροι, κοντά στα είκοσι πέντε. Φυσικά αυτό ίσχυε μόνο για όσους συνέχιζαν να μεταμορφώνονται, όπως ο ίδιος και ο Τζέικομπ. Οι υπόλοιποι, σαν τον Σαμ, μόλις σταματούσαν να μεταλλάσσονται συνέχιζαν να γερνούν κανονικά.

«Σε ενοχλεί ποτέ αυτή η διαφορά ηλικίας που έχεις με την Νέσι;», ρώτησε ο Κουίλ.

«Όχι», απάντησε χωρίς κανένα δισταγμό ο αρχηγός του. «Όπως ξέρεις η εφηβεία μου πήγε στο διάολο με όλα τα περιστατικά που συνέβησαν και με το ατύχημα των γονιών μου ούτε την παιδική μου ηλικία δεν κατάλαβα καλά-καλά. Ζώντας με την Νέσι, ήταν σαν να ξαναμεγάλωσα και εγώ μαζί της. Άλλωστε είναι τόσο έξυπνη που μερικές φορές νιώθω βρέφος μπροστά της. Αλλά μην τολμήσεις να της το πεις αυτό»

Ο Κουίλ γέλασε συγκαταβατικά. Καταλάβαινε τι εννοούσε ο Τζέικομπ. Μπορεί να περνούσε δεκατέσσερα χρόνια την Κλαιρ, ωστόσο δεν ένιωθε ποτέ πιο ώριμος από εκείνη, παρά μόνο όσο χρειαζόταν για να την προστατεύσει. Ήταν εξάλλου τόσο ζωντανή και δροσερή που όπου πήγαινε έφερνε και την νεότητα μαζί της. Κοντά της ο Κουίλ γινόταν πάλι ο ανέμελος έφηβος πριν από την μεταμόρφωση του. Μάλιστα στην βελτιωμένη εκδοχή του, καθότι τώρα είχε την βεβαιότητα πως είχε βρει τον σκοπό της ύπαρξης του.

Με αυτήν την παραμυθία αποχαιρέτισε τον Τζέικ ευχόμενος του καλό ταξίδι και λέγοντας πως τον ανέμενε με την Ρενέσμε. Αισθανόταν πιο ανάλαφρος, σαν ένα μικρό από το βάρος των σκέψεων του να είχε φύγει από πάνω του. Με ανανεωμένη την διάθεση, σηκώθηκε από το τραπέζι και αφού έπλυνε τα πιάτα και συγύρισε γρήγορα την κουζίνα, επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα του για να κάνει μπάνιο και να ντυθεί. Έπρεπε να βιαστεί. Το αποτύπωμα του τον περίμενε.


Και ναι λοιπόν, το ζευγάρι του Κουίλ και της Κλαιρ αποτελεί την νέα μου αδυναμία. Νομίζω θα είναι πολύ γλυκούληδες μαζί. Όταν τα καταφέρουν να προχωρήσουν την σχέση τους :) Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για αυτούς, αφήστε ένα μεγάλο, μεγάλο σχολιάκι!

Σας υπεραγαπώ,

Ρενούι