ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ

Περπατάμε με τον Ματίας προς τον κοιτώνα τον Γκρίφιντορ.

«Εεεε, βασικά, ξέρεις κάτι;»

Ο Ματίας μου ρίχνει ένα αδιάφορο βλέμμα πάνω από τον ώμο του.

«Μάλλον μου πέρασε τελικά η κοιλιά. Λέω να επιστρέψω στο πάρτι.»

«Είσαι σίγουρη;»

«Ναι, ναι, σιγουρότατη είμαι.»

«Όπως θες.»

Κάνουμε μεταβολή και γυρίζουμε στην μεγάλη σάλα. Ξέρω πως τώρα που η ΜακΓκόναγκαλ με έβαλε στο μάτι αποκλείεται να μπορέσω να ξεγλιστρήσω. Ακόμα και με τον μανδύα μου δεν θα μπορέσω να περάσω την έξοδο, η οποία κάθε βράδυ στις έντεκα κλειδώνει αυτόματα με πανάρχαια μαγικά που δεν επιτρέπουν σε κανέναν ούτε να μπει ούτε να βγει. Η ώρα είναι έντεκα και πέντε, οπότε ο Άλεξ στο τσακ πρόλαβε και έφυγε. Εξάλλου σκέφτομαι, ότι έστω και την σκαπουλάρω από το σχολείο, δεν είναι σίγουρο ότι θα τον βρω. Μπορεί να έχει πάει οπουδήποτε αλλού εκτός από το σπίτι του. Λέτε να έτρεξε να βρει παρηγοριά στην αγκαλιά αυτής της τσουτσούς της Αμαρυλλίδας;

Και να σας πω και κάτι; Έχω θυμώσει και εγώ μαζί του. Ήταν άδικος. Εγώ δεν του έχω δώσει ποτέ κανένα δικαίωμα να μην με εμπιστεύεται, ενώ εκείνος πόσα τόσα! Θα έπρεπε να το σκεφτεί δύο φορές προτού μου βάλει τις φωνές. Αλήθεια, δεν ξέρω γιατί δεν του είπα για τον Ίαν. Ίσως για να αποφύγουμε ακριβώς αυτόν τον καυγά που φοβόμουν, ότι θα ερχόταν προς το μέρος μου. Εξάλλου δεν ήταν πως βρεθήκαμε κάποια φορά και ουσιαστικά καθίσαμε και είπαμε τα νέα μας. Στο σπίτι του πήγα για να τον βρίσω με άλλη αφορμή, στο Παρίσι είχαμε να λύσουμε τα δικά μας. Πότε να προλάβαινα; Από την άλλη ήταν δυνατόν να του το έγραφα σε γράμμα; Μπορεί να μετέφραζε τελείως λάθος τα λόγια μου και να παρεξηγιόταν χειρότερα. Δεν είναι και το πιο ευχάριστο ζήτημα να συζητάς με τον γκόμενο σου για τον πρώην σου. Είναι δυνατόν να μην το καταλαβαίνει αυτό;

Όσο συλλογίζομαι το ξέσπασμα του, τόσο πιο πολύ φουρκίζομαι. Και στενοχωριέμαι ταυτόχρονα. Χάρηκα τόσο πολύ που τον είδα ξαφνικά, που μπήκε στον κόπο να σχεδιάσει όλο αυτό για να έρθει να με δει. Και τώρα πάλι καταλήγουμε τσακωμένοι. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τον πείραξε τόσο πολύ. Βασικά, εντάξει, μπορώ. Και εγώ στην θέση του μάλλον έτσι θα αντιδρούσα. Και για αυτό μανίζω περισσότερο. Δεν λένε ότι αυτό που μας ενοχλεί περισσότερο από όλα είναι όταν οι άλλοι κάνουν σε εμάς ότι εμείς κάνουμε σε αυτούς; Λέτε να έχει δίκιο ότι του κάνω σκηνές συνέχεια; Για αυτό να αγανάκτησε τώρα τόσο; Ήταν αντανάκλαση της καταπίεσης που νιώθει;

Μέρλιν!

Μεταμορφώνομαι στην κατσίκα!

Πωωωωωω! Και αυτή έτσι αισθανόταν; Ότι συνεχώς κυκλοφορούν πειρασμοί γύρω του στους οποίους δεν τον σταματάει τίποτα να ενδώσει ανά πάσα στιγμή; Για αυτό φερόταν έτσι σπαστικά; Για αυτό φέρομαι εγώ τώρα έτσι; Όχι, όχι, όχι! Αρνούμαι! Αρνούμαι να καταλήξω σαν αυτήν. Σάλαζαρ, χάνω το μυαλό μου ή μου φαίνεται; Αυτός φταίει για όλα. Αυτός, αυτός, αυτός! Αυτός και η καταραμένη η ομορφιά του που τραβάει τις γυναίκες σαν τις μύγες το μέλι. Ορίστε! Πάλι βρέθηκα να είμαι εγώ η υπόλογος και μάλιστα μέσα στο ίδιο μου το μυαλό. Ααααα, δεν πάμε καλά! Όχι, Αλεξάκη, δεν θα σε αφήσω να με τρελάνεις εμένα. Αυτήν την φορά εγώ έχω δίκιο και δεν το διαπραγματεύομαι.

Αποφασισμένη να μην του δώσω την ικανοποίηση να χαλάσει το βράδυ μου, μπαίνω μέσα στην σάλα όπου το πάρτι συνεχίζεται. Τώρα στην σκηνή βρίσκεται ένα συγκρότημα αποτελούμενο από τέσσερις Γιαπωνεζούλες. Φωνάζουν ακαταλαβίστικα, φοράνε βινύλ μίνι φορέματα σε διάφορα χρώματα, έχουν μαλλιά, μακιγιάζ και αξεσουάρ σε στυλ τέλη '60 μέσα '70 και είναι ξυπόλυτες. Η μουσική τους είναι ηλεκτρική, μα με έναν πολύ αλλόκοτο ρυθμό που δεν είσαι σίγουρη πώς ακριβώς να προσεγγίσεις. Για αυτό Κουβανοί και Εγγλέζοι κάθονται μουδιασμένοι στην πίσω μεριά της αίθουσας προσπαθώντας να κουνηθούν, μα όχι απόλυτα. Είναι οι Μαχουτοκόρες – καλό; – που κάνουν τώρα χαμό μπροστά στην σκηνή. Από ότι φαίνεται κάποια πολιτισμικά στοιχεία όσο και να θέλουμε δεν μπορούν να υιοθετηθούν εν μία νυκτί.

Αφήνω τον Ματίας στην πόρτα και χώνομαι στο πλήθος ψάχνοντας μία σεξομανή μαρκησία και μία μπανάνα. Αντί αυτών βρίσκω την Έμιλι.

«Πού χάθηκες;» μου φωνάζει στο αυτί.

«Θα στα πω. Τελειώσατε;»

«Ναι. Οι Πεταλούδες από Κάρδαμο θα κλείσουν την βραδιά.»

«Οι ποιες;»

Μου δείχνει με το βλέμμα της το πολύχρωμο συγκρότημα.

Α, ώστε έτσι λέγονται.

«Έχασες τον χορό της Άνα, ήταν πάρα πολύ καλή!»

Δεν είχα καμία αμφιβολία.

Εκείνη την στιγμή εμφανίζονται ο Χιούγκο με τον Πάτρικ.

«Όλα έτοιμα,» μας ενημερώνει ο ξάδερφος μου κλείνοντας το μάτι πονηρά.

Ο Πάτρικ, που έχει ντυθεί αστυνόμος Σαΐνης, αν και προσωπικά μου μοιάζει με αυτούς του επιδειξίες που παραμονεύουν στα πάρκα άδολες κορασίδες, ανοίγει συνωμοτικά την καμπαρντίνα του και μας δείχνει μία σειρά από μπουκάλια με ουίσκι που έχει κρύψει από κάτω.

«Θα γίνει χαμός,» γελάει.

Χμμ, ναι το είχα ξεχάσει αυτό. Η παρέα μου είχε την φαεινή ιδέα να διοργανώσει κρυφό πάρτι μετά την λήξη της εκδήλωσης στο Δωμάτιο των Ευχών. Μερικοί εκλεκτοί για διασκέδαση μέχρι πρωίας, το έθεσε συγκεκριμένα ο Φρανκ. Όταν επιτέλους η κακοφωνία των Πεταλούδων τελειώνει, η ΜακΓκόναγκαλ αποφωνίζει την βραδιά και εμείς νυχοπατάμε μέχρι το Δωμάτιο των Ευχών, παρατηρώ πως οι εκλεκτοί του Φρανκ είναι κάπως διαφορετικοί από αυτούς που θα είχα εγώ στο μυαλό μου. Γιατί σίγουρα δεν θα καλούσα τον Ίαν και την γκόμενα του. Ή την Εμμανουέλλα Νοτ.

«Από πότε κάνουμε παρέα παιδιά Νεκροφάγων;» ψιθυρίζω κατηγορητικά στον Χιούγκο μόλις μπαίνουμε μέσα στο Δωμάτιο.

«Από όταν η αδερφή μου πρόκειται να παντρευτεί έναν;» ανασηκώνει το φρύδι του σε μία έκφραση άνθρωπος στην θάλασσα;

Όλοι και όλες είμαστε καμιά εικοσαριά άτομα. Εκτός από τους συνήθεις υπόπτους, δηλαδή εμάς, και τους παρείσακτους, δηλαδή Ίαν και Άνα, παρατηρώ και την Μέρσι με τον Ενρίκε, αλλά και δύο Γιαπωνεζούλες, την Κατσούρα και την Σάτοκο. Ωραία θα περάσουμε και απόψε! Μουσική παίζει από ένα μαγεμένο τζουκ-μπόξ, το οποίο αλλάζει μόνο του τραγούδια και δέχεται φωνητικές παραγγελίες δίχως να χρειαστεί να σηκωθείς και να πατήσεις κουμπιά, βάλεις νομίσματα και τέτοια βαρετά. Τώρα η φάση είναι πιο χαλαρουίτα σε τζαζ-ρέγκε κομμάτια. Καθόμαστε οκλαδόν σε κύκλο πάνω σε παχιά χαλιά. Ένα μπουκάλι ουίσκι κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι, ενώ ο Φρανκ ο μπαφιάς σκάει και ένα στροφιλίκι. Ανάθεμα και αν ήξερε ο πατέρας του τι είδους ενδιαφέρον δείχνει ο γιος του για την Βοτανολογία!

«Ιδέα!» αναφωνεί ο επιδειξίας-Σαΐνης-Πάτρικ. «Να παίξουμε θάρρος ή αλήθεια!»

Δεν έχω και πολλή όρεξη, μα συμφωνούν όλοι και δεν θέλω να φανώ η σπαστικιά. Ή χειρότερα αυτή που έχει κάτι να κρύψει. Κάνουμε το γνωστό μαγικό που σε δένει στο παιχνίδι, ώστε να μην μπορείς να φύγεις παρά μόνο αφού τελειώσει και σε υποχρεώνει να κάνεις όλα όσα σου τύχουν, αν έχεις επιλέξει θάρρος. Έχει εφευρεθεί ειδικά για αυτούς που ξαφνικά κατέληγαν ότι κάτι που έπρεπε να κάνουν ή κάτι που έπρεπε να απαντήσουν δεν τους άρεσε και απειλούσαν ότι θα φύγουν αν δεν άλλαζε η πρόκληση ή η ερώτηση ή κιόλας έφευγαν απλά αφήνοντας τους υπόλοιπους σύξυλους. Έτσι είναι. Αυτές οι αποφάσεις πρέπει να παίρνονται σοβαρά υπόψη. Παίζουμε εδώ τώρα, δεν κλάνουμε.

Αφού εξηγούμε τους κανόνες στις Γιαπωνέζες που παίζουν πρώτη φορά, οι Κουβανοί έχουν κάτι αντίστοιχο και το ξέρουν ήδη, μαζευόμαστε κοντά-κοντά. Φέρνουμε ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι και το βάζουμε στην μέση του κύκλου. Το μαγεύουμε, προκειμένου κάθε φορά να γυρίζει μόνο του. Η διαδικασία του παιχνιδιού είναι πολύ απλή. Σε αυτόν που θα καταλήξει η μύτη του μπουκαλιού καλείται να απαντήσει σε αυτόν στον οποίο έχει καταλήξει ο πάτος του μπουκαλιού αν επιλέγει θάρρος ή αλήθεια. Αν επιλέξει θάρρος, πρέπει να φέρει εις πέρας μία δοκιμασία που θα του βάλει ο άλλος. Αν επιλέξει αλήθεια, πρέπει να απαντήσει ειλικρινά σε μία ερώτηση που θα του υποβληθεί. Τα γνωρίζετε τώρα, μην επαναλαμβάνομαι!

Το μπουκάλι γυρίζει και σταματάει με την μύτη του στον Φρανκ.

«Θάρρος ή αλήθεια;» τον ρωτάει η Καρολίνα που κάθεται απέναντι του.

«Θάρρος.»

Η Καρολίνα το σκέφτεται για λίγο. Έπειτα γελάει τρομακτικά.

«Σε προκαλώ να πας να φέρεις ένα εσώρουχο του πατέρα σου!»

Ουάααα; Τι φάση;

Ο Φρανκ τραβάει μία βαθιά τζούρα από το τσιγάρο του και το δίνει στην Πένυ.

«Δεν έχω ιδέα για ποιο λόγο θα ήθελες ένα εσώρουχο του πατέρα μου και δεν θα ήθελα να μάθω.»

Σηκώνεται όρθιος.

«Έφυγα!»

Περνάει κανένα τέταρτο πριν επιστρέψει. Έρχεται και κάθεται ξανά στον κύκλο και πετάει απαθώς ένα άσπρο βρακί-σκελέα στην μούρη της Καρολίνα.

«Και πού ξέρουμε ότι είναι δικό του και όχι, ξέρω εγώ, δικό σου;» τον πειράζει η Μαγδαλένα.

«Πρώτον, δεν φοράω τέτοια βρακιά. Δεύτερον, κοίτα μέσα στην εσωτερική ετικέτα.»

Η Μαγδαλένα κοιτάζει πάνω από τον ώμο της Καρολίνα που ψάχνει το εσώρουχο.

«Ν.Λ.» διαβάζει.

«Νέβιλ Λόνγκμποτομ. Η μάνα μου του ράβει τα αρχικά του παντού. Σε βρακιά, πουκάμισα, κάλτσες. Μέχρι και μέσα από καπέλα. Είναι τόσο αφηρημένος που χρειάζεται αποδεικτικά όταν χάνει τα ρούχα του να βρίσκει ποια είναι τα δικά του.»

«Ουάου, πώς το κατάφερες να το πάρεις;» ρωτάει η Καρολίνα μην πιστεύοντας στα μάτια της.

«Πήγα και του είπα, πατέρα δώσε μου ένα βρακί σου που το θέλει η Ζουλέφκα.»

Η Καρολίνα παρότι είναι ντυμένη μπανάνα γίνεται κόκκινη σαν ντομάτα.

«Δεν τόλμησες!»

Ο Φρακ σκάει ένα χαμόγελο.

«Ηρέμησε. Δεν το είπα. Ακριβώς έτσι.»

«Φρανκ, θα…»

«Έλα, έλα,» διακόπτει ο Πάτρικ. «Είπες να σου φέρει το εσώρουχο, στο έφερε, τέλος. Πώς τα κατάφερε δεν μας νοιάζει. Πάμε ο επόμενος!»

Το μπουκάλι περιστρέφεται δεύτερη φορά. Καταλήγει στον Άνταμ, έναν Χάφλπαφ κολλητό της Πένυ. Αντικριστά του βρίσκεται η Ρόσιν, μία Ιρλανδή Σλίδεριν συγχωριανή του Πάτρικ.

«Θάρρος ή αλήθεια;»

«Αλήθεια.»

Σιγά μην έλεγε θάρρος ο Χάφλπαφ!

Η Ρόσιν δεν χάνει καιρό. Πρέπει να ξέρει ήδη την ερώτηση που θέλει να κάνει.

«Για ποια κοπέλα την έχεις παίξει τις περισσότερες φορές;»

«Κατευθείαν στο ψητό η Ρόσιν,» σχολιάζει καγχάζοντας ο Πάτρικ.

«Και δεν περίμενε καν τα ορεκτικά,» μουρμουρίζει η Έμιλι δίπλα μου και εγώ γελάω.

Ο Άνταμ σαστίζει για λίγο, αλλά τελικά δεν κωλώνει.

«Για την Ζουλιέτ Μαν...»

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την απάντηση του, ο Ίαν τον διακόπτει.

«Τι θα λέγατε να το κάναμε λίγο πιο ενδιαφέρον;»

Βγάζει κάτι μέσα από την τσέπη του παντελονιού του. Το ακουμπάει προσεκτικά στο κέντρο του κύκλου. Είναι ένα μικρό φιαλίδιο γεμάτο με ένα διαυγές υγρό.

«Ορός της αλήθειας,» αρθρώνει η Εμμανουέλλα. «Πού τον ξετρύπωσες;»

Κοιτάζουμε όλοι μας το μπουκαλάκι με διεσταλμένα μάτια. Ο ορός της αλήθειας δεν είναι κάτι που μπορεί να βρεθεί τυχαία στα χέρια ενός μαθητή. Το στροφιλίκι του Φρανκ μπροστά σε αυτό το αντικείμενο του διαβόλου είναι περίπατος στο λιβάδι.

«Δεν… δεν ξεκινήσαμε έτσι το παιχνίδι,» μαγκώνεται ο Άνταμ.

«Εγώ λέω να το κάνουμε,» πετάγεται ο Χιούγκο. «Αλλιώς δεν έχει νόημα. Μπορεί όλοι να επιλέγουν αλήθεια και μετά να λένε ψέματα.»

«Ναι, δίκιο έχει ο Χιούγκο,» συμφωνεί και ο Φρανκ.

Η πλειοψηφία δέχεται, παρότι μερικοί άλλοι είμαστε διστακτικοί έως και αρνητικοί. Ωστόσο εφόσον θέλουν οι πολλοί, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω. Είμαστε εγκλωβισμένοι από το μαγικό που κρατάει για τουλάχιστον δύο ώρες. Ο Ίαν μειδιά απαλά και με σίγουρες κινήσεις ξεκουμπώνει τον φελλό. Ύστερα βάζει μερικές σταγόνες στο μπουκάλι με το ουίσκι από το οποίο πίνουμε όλοι. Το προσφέρει στον Άνταμ. Ο Χάφλπαφ ξεροκαταπίνει, μα αναγκάζεται να το πάρει και να κατεβάσει μία γουλιά. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε. Ο ορός δρα αμέσως.

«Λοιπόν,» λέει η Ρόσιν. «Ξαναθέτω την ερώτηση μου. Για ποια κοπέλα την έχεις παίξεις τις περισσότερες φορές.»

Περιμένω ότι θα πει ξανά το ίδιο όνομα. Την Ζουλιέτ Μανού, την διάσημη Γαλλίδα ηθοποιό και φαντασίωση πολλών έφηβων αγοριών.

«Για την Έμιλι.»

Φέρνει τα γόνατα του στο στέρνο του και γίνεται μία μπάλα από νεύρα. Αποφεύγει το βλέμμα όλων μας.

«Την δικιά μου την Έμιλι;» ρωτάει ο Χιούγκο.

Είναι προφανές ότι ο Άνταμ δεν θέλει να απαντήσει, αλλά αναγκάζεται.

«Ναι.»

Κρατάμε όλοι την αναπνοή μας. Θα γίνει φονικό;

«Και γαμώ!»

Ο Χιούγκο γελάει και η ατμόσφαιρα αμέσως αποφορτίζεται.

«Δεν σε πειράζει;» τον ρωτάει η Ρόσιν.

Η Σλίδεριν έχει μυρίσει αίμα και δεν θα ηρεμήσει, αν δεν θρηνήσουμε θύματα. Λογικό να περιμένει μακελειό, αν σκεφτώ πώς θα αντιδρούσε κάποιος άλλος στην θέση του, ας πούμε ο Σκόρπιους, αν κάποιος καημένος ξεστόμιζε ότι την έχει παίξει έστω και μισή φορά με την Ρόουζ. Τρίτος Παγκόσμιος, δεν το συζητώ. Ο Χιούγκο, όμως, είναι ο βασιλιάς άνετος.

«Τι να με πειράζει; Που η κοπέλα μου είναι θεογκόμενα και την γουστάρουν όλοι;» αποκρίνεται αφοπλιστικά.

Τραβάει στην αγκαλιά του την εν λόγω θεογκόμενα που έχει κρύψει το πρόσωπο της με τα χέρια της από αμηχανία.

«Ε, μωράκι μου, δεν είσαι η φαντασίωση όλων των αντρών;»

Η Έμιλι χαχανίζει και του σπρώχνει στα ψέματα μακριά το κεφάλι.

Ζηλεύω. Αληθινά ζηλεύω. Είναι τόσο άνετοι και τόσο… ο εαυτός τους. Ούτε δράματα ούτε μικροπρέπειες ούτε κατηγόριες. Θα μπορούσα να πω ότι οφείλεται στο γεγονός πως είναι καιρό μαζί και έχουν ξεπεράσει τις ανασφάλειες του πρώτου καιρού, ωστόσο δεν θα είναι η αλήθεια, επειδή από την αρχή ήταν έτσι κουλ. Βασικά ο ξάδερφος μου είναι κουλ και κάνει και την Έμιλι να αισθάνεται έτσι. Όμως δεν μπορώ να κατηγορήσω τον Άλεξ που εγώ δεν αισθάνομαι έτσι. Η Έμιλι δεν είναι εκ φύσεως ζηλιάρα. Εγώ είμαι. Και όσο και αν δεν θέλω να το παραδεχτώ είμαι και drama queen.

Σκατά!

«Λοιπόν, έλα πάμε, ο επόμενος,» προτρέπει ο Φρανκ.

Το μπουκάλι στριφογυρίζει τέσσερις-πέντε φορές ακόμα δίχως άλλα παρατράγουδα. Φαίνεται όλοι να λυνόμαστε και να βρίσκουμε τον ρυθμό μας και τίποτα πια να μην μας σοκάρει. Δεν ξέρω, βέβαια, αν γίνεται επίτηδες, αλλά οι επόμενοι που θέτουν τις ερωτήσεις και τις δοκιμασίες είναι πιο μετριοπαθείς. Υπάρχει, βλέπετε, πλέον ο φόβος του ορού. Τουλάχιστον, έτσι συμβαίνει μέχρι που το μπουκάλι καταλήγει στην Εμμανουέλλα με τον πάτο του να σταματάει στον Ίαν. Για να δούμε τι θα δούμε. Έχει φοβηθεί το μάτι μου με αυτόν σήμερα! Τελικά σε αντίθεση με αυτό που νόμιζα, μια χαρά έκανε το καπέλο και τον έβαλε στα φίδια. Αυτός θα μας προκύψει χειρότερος και από τον Σκόρπιους, τον αρχιφιδά!

«Θάρρος ή αλήθεια;»

«Θάρρος.»

«Σε προκαλώ να φιλήσεις το άτομο εκείνο που γουστάρεις από εδώ μέσα.»

Η Εμμανουέλλα διστάζει μόνο για μία στιγμή. Ύστερα σηκώνεται και πηγαίνει και φιλάει την Μέρσι στο μάγουλο.

Ντόινγκ!

«Έι, αυτό δεν είναι φιλί,» παραπονιέται ο τσοντόβιος ο Πάτρικ.

«Ναι, θέλουμε κανονικό,» πετάγεται και ο Ενρίκε.

«Φί-λι, Φί-λι, φί-λι,» απαιτούν τώρα χορωδία τα απροσάρμοστα.

Η Εμμανουέλλα κοιτάζει γύρω της αμίλητη και έπειτα επιστρέφει το βλέμμα της στην Μέρσι, η οποία έχει μείνει παγοκολόνα. Μοιάζει σαν να ψάχνει να βρει κάτι στην έκφραση της μελαμψής κοπέλας και πρέπει να το βρίσκει, επειδή έτσι όπως είναι γονατισμένη μπροστά της σκύβει και την φιλάει στο στόμα. Στην αρχή η Μέρσι δεν ανταποκρίνεται, μα μετά από μερικές προσπάθειες της Νοτ μισανοίγει τα χείλη της και ανταποδίδει το φιλί δειλά. Σταδιακά η δειλία της εξαφανίζεται και απομένουμε όλοι να τις παρατηρούμε να φασώνονται κανονικά και με τον νόμο. Όταν σταματάνε, η Μέρσι χαμογελά στραβά και κατεβάζει τα μάτια της. Η Εμμανουέλλα γυρίζει ανέκφραστη στην θέση της δίχως να βγάλει άχνα.

Μου παίρνει λίγα λεπτά να συνέλθω από αυτό που είδα. Όχι τίποτα άλλο, αλλά την Νοτ την ξέρω από μωρό και δεν είχα καταλάβει ότι προτιμάει τις γυναίκες. Μέχρι να το συνειδητοποιήσω, το μπουκάλι έχει ξαναγυρίσει και η μύτη του δείχνει εμένα.

«Θάρρος ή αλήθεια;»

«Αλήθεια.»

Είναι η Έμιλι αυτή που με ρωτάει και δεν φοβάμαι μην πετάξει καμία μαλακία.

«Ποιος από όλους του άντρες που ξέρεις πιστεύεις ότι είναι αντικειμενικά ο πιο εμφανίσιμος;»

Η απάντηση κυλάει σαν νερό από το στόμα μου.

«Ευκολάκι. Ο αδερφός μου.»

«Ποιος από τους δύο; Ο Άλμπους ή ο Τζέιμς;»

«Ο Άλμπους, ντα! Ο Τζέιμς είναι μουσκουλιάρης αθλητής. Δεν μου αρέσουν καθόλου οι μουσκουλιάρηδες αθλητές.»

Η απάντηση μου προκαλεί σούσουρο.

«Λίλι, τα έχεις με έναν μουσκουλιάρη αθλητή,» επισημαίνει η Ρόσιν.

«Ε;» στρέφομαι και την κοιτάζω απορημένα.

Αντιλαμβάνομαι τι ξεστόμισα.

«Ναι, ναι,» μασάω τα λόγια μου.

«Πάμε στον επόμενο!» παρεμβαίνει η Έμιλι προς διάσωση μου.

Το μπουκάλι γυρίζει και πέφτει στον Ίαν. Είναι η Μαγδαλένα αυτή που τον ρωτάει. Διαλέγει αλήθεια.

«Ποιο πράγμα μετανιώνεις περισσότερο στην ζωή σου;»

Είμαι ακόμα ζαλισμένη από την δική μου απάντηση, ώστε δεν ακούω αμέσως τα λόγια του. Είναι περισσότερο τα μάτια του αυτά που κερδίζουν την προσοχή μου, που μου απευθύνονται ολόκληρα.

«Την σχέση μου με την Λίλι.»

Κάτι μόλις ράγισε μέσα μου;


Και μέσα μου! Και μέσα μου! Γράψτε μου αν ράγισε και σε εσάς, χαχαχα!

Προς Κωστή: Δεν είναι όλοι κούκλοι, αλλά μάλλον δεν είναι μόνο ο Άλεξ ο ζηλιάρης ;)

Προς Natassa22: Δεν ξέρω αν το θυμάσαι, αλλά έχει ήδη αναφερθεί πως το Χόγκουαρτς οι μαγικοί καθρέφτες δεν λειτουργούν. Συμφωνώ μαζί σου με όλα τα προβληματικά σημεία του Καταραμένου Παιδιού. Όμως τι να πω... έδωσα άφεση αμαρτιών, χεχε! Αυτό που εμένα με ενδιέφερε ήταν να υπάρχει ειδύλλιο μεταξύ Ρόουζ και Σκόρπιους και αφού αυτό το πετύχαμε, τότε όλα τα άλλα τα συγχωρώ!

Προς Yolanda: Και εμένα μου αρέσει πολύ η αποκατάσταση των Σλίδεριν!

Προς TeamIanCap: Το τραγούδι της Έμιλι υπάρχει και ανήκει στον Mika. Άκουσε το να μου πεις την γνώμη σου. Εμένα μου αρέσει πολύ! Επίσης, Χιούγκο ή Ίαν, αποφάσισε, χαχαχα! Είναι και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, απορώ πώς σου αρέσουν τόσο πολύ και οι δύο! Ποιο υλικό δώρο; Αυτό είναι το καλύτερο! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ που προωθείς τις ιστορίες μου. Είναι άπειρη τιμή για εμένα! (συγκεντρώνω στρατό και καταλαβαίνεις)!

Προς παιδιά του Βανκούβερ: Αφήστε και εσείς κανένα σχολιάκι :)

Προς Nushka: Ε, είχε τους λόγους του και ο Άλεξ να θυμώσει. Συμφωνείς με αυτό που σκέφτηκε η Λίλι;

Προς Νέλι: Και λέω, δεν μπορεί, θα σχολιάσει! Δεν ανεβάζω πριν σχολιάσει, χαχαχα! Ε, όχι και σέξι μαγισσούλα! Για τόσο κλισεδιά την έχεις την κοπελάρα μας; Ο Άλεξ πολύ εγωίσταρος. Λένε άλλωστε ότι αυτοί που ζουλεύουν είναι και αυτοί που συνήθως απατάνε!

Σας ευχαριστώ πολύ για τις πανέμορφες ευχές σας και τα σχολιάκια σας. Υγεία και χαρά να έχουμε!

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ

Υ.Γ. Ειλικρινά δεν περίμενα να αγαπήσετε τόσο πολύ την Άνα.