Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στην Στέφανι Μέγιερ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37: ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ
Ξύπνησε από ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξε αργά τα μάτια του και τεντώνοντας το χέρι του έπιασε το κινητό του και κοίταξε την ώρα. Δέκα το πρωί. Βλαστημώντας από μέσα του ό,τι θεούς και αγίους ήξερε, γύρισε πλευρό περιμένοντας να ανοίξει ο πατέρας του. Το κουδούνι ήχησε ξανά και μόνο τότε ο Τζέικομπ θυμήθηκε πως σήμερα ο Μπίλι Μπλακ θα πήγαινε για ψάρεμα με τον σερίφη Σουάν. Με μία εκνευρισμένη έκφραση σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε με βαριά βήματα ως το σαλόνι.
Δεν είχε σκεφτεί καθόλου ποιος θα μπορούσε να ήταν, όταν ωστόσο άνοιξε και αντίκρισε την Βανέσα Σουίλ στο κατώφλι του, μισόκλεισε τα βλέφαρα του κοιτώντας την με απορία. Ύστερα του ήρθαν όλα τα χθεσινά συμβάντα στο μυαλό. Η απόπειρα της Οριάνα να τον φιλήσει και η δική του απόρριψη. Το είχε σχεδόν ξεχάσει. Μετά το σπίτι των Νουμέσι πήγε για κυνήγι με τους Κάλεν και την Νέσι και οποιαδήποτε έγνοια απλά του γλίστρησε από τον εγκέφαλο, όπως κάθε φορά που ήταν μαζί της. Μπροστά στο αποτύπωμα του κανείς δεν έπιανε χαρτωσιά.
«Καλημέρα», είπε με φωνή βραχνή από τον ύπνο.
Προσπάθησε να είναι όσο πιο ευγενικός γινόταν, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που ήθελε ήταν να την διώξει στα γρήγορα και να ξεραθεί ξανά μέχρι το απόγευμα. Χθες είχε επιστρέψει ξημερώματα και ήταν κομμάτια. Παρόλα αυτά ο Έμπρυ δεν θα έπαιρνε και πολύ θετικά αν συμπεριφερόταν με αγένεια στην κοπέλα που σύμφωνα με τα λεγόμενα του αγαπούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο. Φυσικά ο Έμπρυ δεν είχε αποτυπωθεί και δεν ήξερε τι εστί πραγματική αγάπη.
«Όχι και τόσο καλή», απάντησε επιθετικά εκείνη.
Ο Τζέικομπ κούνησε ελαφρώς προς τα πίσω το κεφάλι του με έκπληξη. Τι μύγα την είχε τσιμπήσει; Δεν πρόλαβε να αντιληφθεί, καθώς τότε η Βανέσα τον έσπρωξε στο πλάι και πέρασε στο εσωτερικό του σπιτιού. Το κατάφερε μόνο και μόνο επειδή τον έπιασε εξ απήνης. Διαφορετικά αποκλείεται μία έφηβη κοπέλα να είχε την δύναμη να μετακινήσει ένα αγόρι ένα και ενενήντα οκτώ και ογδόντα κιλά καθαρής μυϊκής μάζας. Ακόμα πιο έκθαμβος ο Τζέικομπ έκλεισε την πόρτα και ακολούθησε την Ινδιάνα Μιγουόκ που είχε σταθεί όρθια δίπλα από τον καναπέ και είχε σταυρώσει νευριασμένα τα χέρια της στο στέρνο της.
«Μπορείς να μου πεις ποιο στο καλό είναι το πρόβλημα σου;», του φώναξε.
«Εμένα ρωτάς;», άρχισε να τα παίρνει ο μεταμορφιστής. «Εσύ ήρθες σαν την τρελή και με ξύπνησες»
«Ήρθα και χθες το απόγευμα, αλλά έλειπες. Ο πατέρας σου μου είπε πως είχες πάει για κάμπινγκ στο βουνό. Μαζί της ήσουν;»
Τα φρύδια του Τζέικομπ παραλίγο να πεταχτούν πάνω από το κεφάλι του.
«Συγνώμη;», ρώτησε κατάπληκτος από το θράσος της.
«Λέω μαζί της ήσουν; Με την τύπισσα για την οποία έριξες χυλόπιτα στην αδερφή μου»
Ο Κιγιέτ έτριξε τα δόντια του μετρώντας μέχρι το δέκα για να ηρεμήσει.
«Πες μου έναν καλό λόγο για τον οποίο αυτό είναι δική σου δουλειά», την κοίταξε απειλητικά.
«Ό,τι στενοχωρεί την Οριάνα είναι δική μου δουλειά», του πέταξε εκείνη. «Γιατί είσαι με το μποξεράκι; Κοιμηθήκατε μαζί; Είναι εδώ;»
Το μυαλό του μεταμορφιστή δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί τις απανωτές ερωτήσεις, όταν η Βανέσα έκανε μεταβολή και έτρεξε σχεδόν προς τα μέσα δωμάτια και την κρεβατοκάμαρα του. Έπρεπε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα για να συνέλθει ο Τζέικομπ από το σοκ. Ύστερα σφίγγοντας τα χέρια του σε γροθιές την ακολούθησε με δολοφονικές διαθέσεις. Την βρήκε να ψάχνει κάτω από το κρεβάτι του και μετά να σηκώνεται και να ανοίγει βιαστικά τα φύλλα της ντουλάπας.
«Πας καλά;», κραύγασε ο Ινδιάνος. «Σήκω φύγε αυτήν την στιγμή!»
Ήταν στα πρόθυρα να την χτυπήσει, όσο και αν η ηθική του τού υπέτασσε να μην το κάνει. Η Βανέσα ωστόσο είχε ξεπεράσει προ πολλού τα όρια. Έπρεπε να μιλήσει στον Έμπρυ για να την βάλει στην θέση της.
«Θέλω να μου πεις τι το καλύτερο έχει αυτή από την αδερφή μου. Πώς μπόρεσες να την πληγώσεις κατά αυτόν τον τρόπο!», μάνισε η Μιγουόκ.
Έστρεψε το κεφάλι της στα δεξιά και το βλέμμα της έπεσε στο γραφείο του Τζέικομπ, όπου βρίσκονταν μερικές φωτογραφίες· δικές του, των γονιών του, των αδερφών του, της αγέλης, της Νέσι.
«Αυτή είναι;»
Έπιασε μία κορνίζα με ένα πορτρέτο της Ρέιτσελ. Ο Τζέικομπ την πλησίασε και της τράβηξε το κάδρο με βία από τα χέρια.
«Αυτή είναι η αδερφή μου», γρύλλισε τοποθετώντας ξανά την φωτογραφία εκεί που ανήκε.
Στράφηκε ξανά προς την Βανέσα σκύβοντας απειλητικά από πάνω της.
«Μπορεί να είσαι η γκόμενα του κολλητού μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχεις δικαιώματα πάνω μου. Εξαφανίσου στο λεπτό, ειδάλλως δεν ξέρω τι είμαι ικανός να κάνω!»
«Τι θα κάνεις, ρε; Τι θα κάνεις;», του πέταξε με τσαμπουκά η Βανέσα. «Μας απειλείς και από πάνω; Μας απορρίπτεις πρώτα μέσα στα μούτρα μας και μετά μας το παίζεις και νταής; Το ξέρεις πως από χθες η Οριάνα είναι να πεθάνει;»
Η τελευταία της πρόταση βραχυκύκλωσε ελαφρώς τον μεταμορφιστή. Ήταν άλλωστε ο ρόλος του να προστατεύει τους Ινδιάνους της φυλής του.
«Δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό», απάντησε μόνο.
«Ε, βέβαια δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό!», τα μάτια της Βανέσα είχαν γίνει δύο φωτιές. «Εμείς δεν είμαστε αρκετά καλές για τον κύριο Μπλακ! Καμία δεν είναι αρκετά καλή για τον κύριο Μπλακ! Τι έχει αυτή και είναι καλύτερη μας; Μου λες; Τι είναι μοντέλο, σταρ, πουτάνα, τι είναι;»
Αυτό ήταν! Ο Τζέικομπ μπορεί να ανεχόταν πολλά, όμως το να μιλάει ο οποιοσδήποτε υποτιμητικά για το αποτύπωμα του δεν θα το ανεχόταν ποτέ, ούτε αν αυτός ο κάποιος ήταν ο πατέρας του. Με τόση δύναμη ώστε να την ακινητοποιήσει τελείως, της έπιασε τα δύο χέρια και άρχισε να την τραβάει προς την έξοδο, ενώ εκείνη φώναζε και τον έβριζε με το χειρότερο λεξιλόγιο. Φυσικά δεν μπορούσε να του εναντιωθεί και ο Τζέικομπ την έσυρε ως την εξώπορτα χωρίς πρόβλημα. Ύστερα την πέταξε κυριολεκτικά έξω, ώστε η Βανέσα παραπάτησε και έπεσε στο χώμα. Πριν προλάβει να πει το οτιδήποτε παραπάνω, ο Τζέικομπ είχε κλείσει ξανά την πόρτα στα μούτρα της, όχι πριν της φωνάξει γεμάτος οργή:
«Και μην τολμήσεις να πατήσεις ξανά το πόδι σου εδώ!»
Προσπάθησε να επιστρέψει στο κρεβάτι του και να κοιμηθεί, όμως φυσικά αυτό ήταν αδύνατο μετά την ένταση στην οποία είχε εκτεθεί. Αντί αυτού σηκώθηκε πάλι και αφού ντύθηκε πρόχειρα, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και βγήκε έξω. Πιο πριν βεβαιώθηκε πως η Βανέσα δεν τον περίμενε κρυμμένη πουθενά τριγύρω να του επιτεθεί με την πρώτη ευκαιρία. Η τύπισσα πραγματικά το είχε χάσει. Έπρεπε να προειδοποιήσει τον Έμπρυ σχετικά και έπρεπε να το κάνει άμεσα. Μπήκε στο αμάξι του και ξεκίνησε για το σπίτι των Κολ.
Ο Έμπρυ με την μητέρα του ζούσαν σε ένα τυπικό ξύλινο σπίτι του οικισμού ελάχιστα λεπτά μακριά από τον Τζέικομπ. Θα μπορούσε άνετα να πάει με τα πόδια, ωστόσο μετά είχε σκεφτεί να περάσει και από τους Κάλεν. Προς το παρόν πάρκαρε μπροστά από την μονοκατοικία και πλησίασε την εξωτερική πόρτα. Ήταν ξεκλείδωτη όπως οι περισσότερες στον καταυλισμό, όμως ο Τζέικομπ δεν το έβρισκε ευγενικό να μπει μέσα χωρίς να χτυπήσει, κυρίως επειδή ήταν Κυριακή και η κυρία Τίφανι το πιθανότερο ήταν να βρίσκεται εκεί. Πράγματι εκείνη ήταν που του άνοιξε και τον καλωσόρισε.
«Τι κάνεις, Τζέικ;», τον ρώτησε καλοσυνάτα.
Η Τίφανι Κολ ήταν μία νεαρή γυναίκα κοντά στα τριάντα πέντε. Ήταν μικροκαμωμένη και ντελικάτη, ωστόσο όποιος την γνώριζε ήξερε πόσο δυνατό χαρακτήρα είχε. Δεν ήταν πολλές οι Ιθαγενείς που θα αναλάμβαναν την ευθύνη να φέρουν ένα παιδί αγνώστου πατρός στον κόσμο ούσες μόλις δεκαοκτώ χρονών. Κυρίως όταν ταυτόχρονα θα έπρεπε να επωμιστούν το βάρος ενός τόσο μεγάλου μυστικού. Κανείς δεν είχε μάθει ποτέ την πραγματική ταυτότητα του πατέρα του Έμπρυ. Φυσικά εφόσον είχε το γονίδιο του λύκου, αυτό σήμαινε πως ήταν γιος κάποιου από τους γεννήτορες της φυλής. Δεν είχε απαντηθεί ακόμα το ερώτημα, ωστόσο δεν έμοιαζε να ενδιαφέρει και κανέναν ιδιαίτερα. Όλοι άλλωστε οι μεταμορφιστές ήταν περισσότερο από αδέρφια μεταξύ τους.
«Καλά, Τίφανι. Εσύ;», χαιρέτισε με την σειρά του ο Τζέικομπ.
Της μιλούσε στον ενικό, όπως σε όλους τους ομόφυλους του. Για τους Κιγιέτ ο σεβασμός δεν προερχόταν από τις λέξεις.
«Καλά. Ο Έμπρυ κοιμάται, όμως πήγαινε να τον ξυπνήσεις. Κοντεύει μεσημέρι»
Οι σχέσεις του Έμπρυ με την μητέρα του είχαν βελτιωθεί τους τελευταίους μήνες. Κατά τον πρώτο καιρό της μεταμόρφωσης του είχαν συνεχώς καυγάδες για το γεγονός πως τα βράδια το έσκαγε από το σπίτι. Η Τίφανι Κολ, που δεν ήξερε για τους μεταμορφιστές, πίστευε ότι πρόκειται για εφηβική επανάσταση και τον έβαζε συνεχώς τιμωρίες. Φυσικά αυτό δεν εμπόδιζε τον νεαρό Κιγιέτ να εξαφανίζεται κάθε φορά που είχε περιπολία προκαλώντας καινούργιους τσακωμούς και καινούργιες απαγορεύσεις. Ωστόσο τα πράγματα πλέον είχαν ηρεμήσει και έτσι ο Έμπρυ δεν χρειαζόταν να φεύγει τόσο συχνά προς μεγάλη ευχαρίστηση της μητέρας του. Ταυτόχρονα το ότι είχε ξαναγραφτεί στο σχολείο την έκανε ακόμα πιο συγκαταβατική μαζί του.
Από αυτήν την άποψη ο Τζέικομπ ένιωθε τυχερός που ο πατέρας του γνώριζε την ιστορία της φυλής και όχι μόνο δεν του έμπαινε εμπόδιο, αλλά αντίθετα τον στήριζε όσο μπορούσε. Θα πρέπει να ήταν πραγματικό βασανιστήριο να μην μπορείς να πεις την αλήθεια στους πιο κοντινούς σου ανθρώπους. Οι λύκοι είχαν το ελεύθερο να αποκαλύψουν την πραγματική φύση τους αποκλειστικά στα αποτυπώματα τους, σε κανέναν άλλον. Μόνη εξαίρεση αν κάποιος το ανακάλυπτε μόνος του, όπως η Μπέλα. Ακόμα όμως και στα αποτυπώματα τους έπρεπε να το φέρουν με τρόπο, ώστε να μην τρομάξουν. Προς το παρόν η Έμιλυ, η Κιμ και η Ρέιτσελ το είχαν πάρει καλά, με λίγες αντιδράσεις στην αρχή. Ο Κουίλ όμως δεν είχε τολμήσει να αναφέρει το παραμικρό στην Κλαιρ. Ήταν άλλωστε πολύ μικρή ακόμα.
Άλλος ένας λόγος που ο Τζέικομπ ήταν ο πιο ευλογημένος από όλους τους μεταμορφιστές σε αυτόν τον τομέα. Δεν χρειαζόταν να κρύψει τίποτα από το αποτύπωμα του. Η Ρενέσμε τα ήξερε όλα και κυρίως τον καταλάβαινε απόλυτα, ούσα και η ίδια υπεράνθρωπο ον. Μπορεί και η αδερφή του και η Κιμ και η Έμιλυ να είχαν δοθεί ψυχή τε και σώματι στους συντρόφους τους, ωστόσο ο Τζέικομπ γνώριζε πως το δικό του δέσιμο με την Νέσι ήταν το πιο δυνατό από όλα τα υπόλοιπα. Το αισθανόταν κάθε φορά που μεταμορφωνόταν και έβλεπε στο μυαλό των συναγελών του πώς είναι η σχέση τους με το αποτύπωμα τους. Όσο ισχυρή και αν ήταν δεν έφτανε ούτε στο δέκα τοις εκατό αυτού που ένωνε τον ίδιο και την Ρενέσμε. Ήταν κάτι το τελείως μοναδικό.
Για αυτό και γινόταν πραγματικός Τούρκος μπροστά στην παραμικρότερη απειλή της αρμονικής συμβίωσης τους. Η Βανέσα είχε ξεπεράσει τα εσκαμμένα και ο Τζέικομπ θα φρόντιζε να μην το ξανακάνει. Έφτασε στην κρεβατοκάμαρα του Έμπρυ και μπήκε μέσα χωρίς να χτυπήσει. Τον βρήκε να κοιμάται φαρδύς-πλατύς στο μικρό του στρώμα, αθώος και ανίδεος για το οτιδήποτε. Ο Τζέικ δεν μπορούσε να αμφισβητήσει πως αν ο κολλητός του είχε πληροφορηθεί τα σχέδια της γκόμενας του, δεν θα την άφηνε να τα πραγματοποιήσει. Η Βανέσα ό,τι είχε κάνει το είχε κάνει εν αγνοία του Έμπρυ και μάλλον και οποιουδήποτε άλλου. Ο Κιγιέτ δεν το είχε στην Οριάνα να δεχόταν να δημιουργηθεί τέτοιο θέμα. Βέβαια ούτε για κορίτσι που την πέφτει στην ψύχρα την είχε, όμως να που είχε πέσει έξω.
Προχώρησε μέχρι το κρεβάτι του Έμπρυ και τον σκούντησε απαλά στο μπράτσο. Καμία απόκριση. Πιο δυνατά. Πάλι καμία απόκριση. Κόντεψε να του βγάλει τον ώμο από το ταρακούνημα. Ο μεταμορφιστής δεν κούνησε ούτε βλέφαρο· συνέχισε να κοιμάται γαλήνια. Ο Τζέικομπ ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω του εξεταστικά. Βρήκε μία μπάλα ποδοσφαίρου πάνω στην βιβλιοθήκη που τον ικανοποίησε. Την έπιασε στα χέρια του και επέστρεψε πάνω από τον κοιμισμένο συνάγελο του. Την σήκωσε όσο πιο ψηλά μπορούσε και ύστερα την έριξε με όλη την δύναμη του κάτω. Στην ευαίσθητη περιοχή του κολλητού του.
«Αααααααα»
Ο Έμπρυ πήδηξε μέχρι το ταβάνι και μετά προσγειώθηκε ένα κουβάρι στο ξύλινο δάπεδο κρατώντας και με τα δύο του χέρια τα αχαμνά του. Διπλώθηκε στα δύο και συνέχισε να βγάζει άναρθρες κραυγές για μερικά λεπτά. Ο Τζέικομπ στο μεταξύ είχε καθίσει ανέμελα στο στρώμα και έτρωγε μία παρανυχίδα του. Όταν ο Κιγιέτ τελείωσε να σφαδάζει από τον πόνο, στράφηκε και είδε τον αρχηγό του να τον κοιτάζει με ένα αθώο βλέμμα. Ο Έμπρυ το ανταπέδωσε με το πιο μοχθηρό δικό του, από αυτό που αν τα μάτια ήταν μαχαίρια, θα είχαν ξεκοιλιάσει τον Τζέικομπ Μπλακ μέχρι τα εντόσθια.
«Πόσα κιλά μαλάκας είσαι;», τον ρώτησε με απέχθεια.
«Όσα κιλά είναι και η γκόμενα σου», απάντησε απαθώς ο Τζέικομπ.
Ο Έμπρυ σηκώθηκε αργά πρώτα στα γόνατα και μετά στα πόδια του και πετώντας από πάνω του το σεντόνι που είχε τυλιχτεί γύρω του σαν καλαμάρι πήγε μέχρι το παράθυρο και άνοιξε τις κουρτίνες.
«Τι εννοείς;», θυμήθηκε τότε να απορήσει.
«Εννοώ πως η τύπισσα είναι τρελή. Ήρθε και με ξύπνησε αξημέρωτα για να μου ζητήσει τα ρέστα που δεν κάθισα στην Οριάνα»
«Δεν κάθισες στην Οριάνα;»
Ο Τζέικομπ έπαιξε νευριασμένα τα μάτια του. Ο Έμπρυ ήταν που ήταν αργόστροφος, αγουροξυπνημένος προσιδίαζε σε αμοιβάδα. Η αλήθεια ήταν πως δεν τον είχε ενημερώσει για το χθεσινό συμβάν στο σπίτι των Νουμέσι. Μετά το κυνήγι με τους Κάλεν δεν τον είχε συναντήσει παρά τώρα. Παρόλα αυτά ήταν ήδη εκνευρισμένος και η άγνοια του φίλου του τον πρίζωνε ακόμα περισσότερο. Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να γδύνεται. Ο Έμπρυ άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.
«Τζέικ, οκέι δεν γουστάρεις την Οριάνα, αλλά δεν χρειάζεται να αλλάξεις και προτιμήσεις»
«Τελείωνε με τις βλακείες σου και ετοιμάσου»
«Να ετοιμαστώ γιατί;»
«Για να πάμε στο δάσος φυσικά. Θέλω να σου δείξω τι παίχτηκε με την Βανέσα, ώστε να καταλάβεις για πόση τρέλα μιλάμε»
Ο Έμπρυ μούτρωσε με τα λόγια του φίλου του, ωστόσο κάτι στην έκφραση του Τζέικομπ τον έκανε να καταλάβει πόσο είχε πειραχτεί ο αρχηγός του και προτίμησε να μην τον ερεθίσει περισσότερο. Γδύθηκε υπάκουα και ύστερα οι δυο τους βγήκαν από την πίσω αυλή και διένυσαν τα ελάχιστα μέτρα μέχρι το δάσος. Εκεί αφού κρύφτηκαν πίσω από τα πυκνά δέντρα μεταλλάχτηκαν σε δύο μεγαθηριακούς λύκους· ο Έμπρυ σε έναν γκρι και ο Τζέικομπ σε έναν κανελί. Ο Έμπρυ ήταν πιο μικρόσωμος από τον Τζέικομπ, αλλά παρέμενε τεράστιος.
«Ορίστε, μεταμορφωθήκαμε. Για δείξε μας λοιπόν», είπε νοητικά ο Έμπρυ συνομιλώντας άηχα με τον αρχηγό του.
«Τζέικ, Έμπρυ; Όλα καλά;», ακούστηκε ανήσυχη η φωνή του Ρέι.
Ήταν ο μεταμορφιστής που είχε περιπολία αυτήν την ώρα μαζί με τον Λαλ και εννοείται πως όταν αισθάνθηκε πως ο αρχηγός του βρισκόταν στην λυκίσια μορφή του χωρίς προειδοποίηση θεώρησε πως κάτι κακό συμβαίνει. Ο Τζέικ τον καθησύχασε.
«Δεν είναι τίποτα, απλά έχουμε μία κουβεντούλα με τον Έμπρυ. Συνεχίστε κανονικά»
«Οκέι», απάντησε ο Ρέι.
«Λοιπόν, άντε πες μου γιατί με έχει πιάσει και μία πείνα», γκρίνιαξε ο Έμπρυ.
Ο Τζέικ τον έβρισε πατόκορφα και ύστερα του μετέφερε αναλυτικά εικόνα προς εικόνα τι είχε παιχτεί μεταξύ εκείνου και της Βανέσα λίγη ώρα προηγουμένως, αλλά και με την Οριάνα την χθεσινή ημέρα.
«Μάζεψε την, γιατί δεν θα έχουμε καλά ξεμπερδέματα. Πολύ αέρα έχει πάρει ο κώλος της», έγρουξε ο Τζέικομπ μόλις τελείωσε την εξιστόρηση του.
«Συμφωνώ», πετάχτηκε και ο Λαλ.
Ο Λαλ ήταν από τους μικρότερους Κιγιέτ στην αγέλη – μόλις δεκατριών χρονών. Ο Τζέικομπ ήταν το πρότυπο του, οπότε πάντα ό,τι έλεγε ο αρχηγός του το υποστήριζε μετά βδελυγμίας.
«Σκάσε, μόμολο», θύμωσε ο Έμπρυ. «Κοίτα, Τζέικ, καταλαβαίνω πως δεν έπρεπε να συμπεριφερθεί έτσι, αλλά είχε στενοχωρηθεί με την Οριάνα. Ξέρεις πόσο αδυναμία της έχει»
«Δεν με ενδιαφέρει, Εμ. Φρόντισε να της μιλήσεις και να της εξηγήσεις πως επειδή κάνουμε παρέα δεν σημαίνει ότι έχει τέτοια δικαιώματα πάνω μου. Ειδάλλως την επόμενη φορά δεν θα ευθύνομαι για ό,τι γίνει. Με το ζόρι κρατήθηκα μην την χτυπήσω όταν αποκάλεσε την Ρενέσμε πουτάνα», βρυχήθηκε οργισμένα ο μεταμορφιστής.
«Ιιιιι, πουτάνα!», επανέλαβε γεμάτος κατάπληξη ο Λαλ.
«Ράψε το!», μούγκρισε ακόμα μία φορά ο Έμπρυ. «Ρε, Τζέικ, δεν το είπε για την Ρενέσμε, ούτε καν την ξέρει!», προσπάθησε να δικαιολογήσει τα πράγματα.
«Αυτό είναι ακόμα χειρότερο!», μάνισε ο αρχηγός του. «Μιλούσε για μία κοπέλα που δεν έχει δει στην ζωή της με τα πιο απαίσια λόγια. Μόνο και μόνο, επειδή απέρριψα την αδερφή της. Λες και ήμουν υποχρεωμένος. Πρόσεξε, Έμπρυ, αυτό σου λέω. Πολύ προσωπικά την πήρε την όλη φάση»
Ο Τζέικομπ δεν ήθελε να προσθέσει το οτιδήποτε άλλο και σταμάτησε εκεί. Παρόλα αυτά ο Έμπρυ έμοιαζε να κατάλαβε το βαθύτερο νόημα στα λόγια του κολλητού του. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του με την υπόσχεση πως θα έκανε μία κουβέντα μαζί της και σύντομα. Ο Τζέικ ικανοποιήθηκε με αυτό. Όσο πιο γρήγορα ξεκαθαριζόταν αυτή η κατάσταση τόσο το καλύτερο για όλους. Δεν θα ήθελε σε καμία των περιπτώσεων παραπάνω ευθύνες από αυτές που είχε ήδη πάνω του και κυρίως δεν γούσταρε με τίποτα να τσακωθεί με τον παιδικό του φίλο για μία γκόμενα – όσο σοβαρά και αν την έβλεπε ο Έμπρυ.
Του έκανε νόημα προς την κατεύθυνση του οικισμού και ο φίλος του κατάλαβε και άρχισε να τον ακολουθεί πίσω προς το σπίτι του. Όταν πλησίασαν αρκετά, μεταλλάχτηκαν ξανά στην ανθρώπινη μορφή τους και έτρεξαν μέσα στο δωμάτιο του Έμπρυ. Φόρεσαν πάλι τα ρούχα τους και έμειναν μερικά λεπτά σιωπηλοί. Ύστερα ο Τζέικομπ τράβηξε τον συνάγελο του σε έναν αδερφικό εναγκαλισμό.
«Ξέρεις πως σου αξίζει μόνο η καλύτερη, έτσι;», τον κοίταξε σοβαρά στα μάτια.
«Την αγαπάω»
Ο Τζέικομπ πήρε μία βαθιά ανάσα.
«Και εγώ νόμιζα πως αγαπάω την Μπέλα»
«Δεν είναι το ίδιο», έπαιξε απηυδισμένα τα μάτια του ο Έμπρυ και έκανε ένα βήμα πίσω.
«Όχι, όχι, είναι ακριβώς το ίδιο», επέμεινε ο αρχηγός του. «Ή μάλλον το δικό σου είναι ακόμα πιο λίγο, επειδή εμένα με τραβούσε ήδη η δύναμη του αποτυπώματος. Ήταν μία πρόγευση, οπότε ήταν αρκετά δυνατό. Εσένα δεν σε δένει τίποτα με αυτήν την κοπέλα»
«Με δένουν τα πάντα με αυτήν την κοπέλα!», αντέτεινε έντονα ο Έμπρυ. «Είναι η πρώτη μου αγάπη, η πρώτη που ερωτεύτηκα και η πρώτη που της έκανα έρωτα. Μην μου λες πώς νιώθω, επειδή δεν ξέρεις!»
«Έμπρυ, μην ξεχνάς πως κάθε φορά που μεταμορφωνόμαστε είμαι κυριολεκτικά μέσα στο μυαλό σου. Δεν υπάρχει τίποτα που να έχεις σκεφτεί και να μην το γνωρίζω. Όταν αποτυπωθείς, θα καταλάβεις και εσύ πως … »
«Μπορεί να μην αποτυπωθώ ποτέ», τον διέκοψε με μένος ο Έμπρυ. «Δεν γίνεται για όλα τα πράγματα το μέτρο να είναι το αποτύπωμα! Ξέρεις και κάτι; Η δική μου αγάπη για την Βανέσα είναι πιο ουσιαστική, επειδή την διάλεξα μόνος μου! Δεν μου την επέβαλε κανείς!»
«Πιστεύεις διαλέγεις καλύτερα από την φύση;», σήκωσε κοροϊδευτικά τα φρύδια του ο Τζέικομπ. «Ο μόνος λόγος που είσαι με την Βανέσα είναι επειδή σου έκατσε χωρίς κανένα κόπο. Δεν προσπάθησες καν να την κερδίσεις»
«Τζέικ, κόψε το!», έγρουξε ο Κιγιέτ.
«Παραδέξου το, Εμ», επέμεινε ο μεταμορφιστής. «Έχεις μπερδέψει την καύλα με την αγάπη. Δεν είσαι ερωτευμένος με την Βανέσα. Απλά γουστάρεις να την πηδάς»
Ο Έμπρυ σφράγισε σφιχτά τα μάτια του.
«Τζέικ, σε παρακαλώ φύγε. Θέλω να μείνω μόνος μου»
Ο Τζέικομπ πήρε μία βαθιά ανάσα, αλλά αποφάσισε να μην πιέσει άλλο την κατάσταση.
«Αν θες αργότερα, θα είμαι στην Ρενέσμε», είπε απλά και ύστερα ρίχνοντας μία τελευταία ματιά στον φίλο του που έτρεμε ελαφρώς με ακόμα κλειστά βλέφαρα έφυγε από το δωμάτιο του.
Χαιρέτισε την Τίφανι και βγήκε έξω στον δρόμο προβληματισμένος. Ελπίζω η τύπισσα να συνέλθει, σκέφτηκε την ώρα που έμπαινε στο αμάξι του και έβαζε μπροστά με κατεύθυνση την έπαυλη των Κάλεν. Όσο και αν ήθελε να το πιστέψει ωστόσο, κάτι μέσα του τον προειδοποιούσε ότι δεν θα προέκυπταν τόσο ευοίωνα τα πράγματα.
Τι έγινε, ορέ παιδιά; Σας έπιασε η ζέστη και δεν αφήσατε ούτε ένα σχόλιο στο προηγούμενο κεφάλαιο; Ή μήπως δεν σας άρεσε καθόλου; Ακόμα και έτσι να είναι, πείτε το, μην ντρέπεστε! Δεν έχω τέτοια θέματα. Ελπίζω να αφήσετε σε αυτό, που βαθαίνει λίγο περισσότερο στην σχέση της Βανέσα και της Οριάνα με την αγέλη. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν στο μικρό χωριό μας, πρέπει να πω. Συμφωνείτε; Αναμένω με αγωνία την γνώμη σας!
ΧΧΧ,
Ρενούι!
