Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στην Στέφανι Μέγιερ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38: Ο ΣΩΤΗΡΑΣ

Όταν βρήκε ξανά τις αισθήσεις της, το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν δύο σοκολατένια μάτια. Πετάρισε τις βλεφαρίδες της και προσπάθησε να ανασηκωθεί, αλλά δύο χέρια την κράτησαν στην θέση της.

«Ήσυχα, τώρα. Δεν θέλουμε να ζαλιστείς»

«Νες;»

Σιγά-σιγά άρχισε να αντιλαμβάνεται τον χώρο γύρω της. Βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου· το κεφάλι της να ακουμπά σε παχιά μαξιλάρια. Η φίλη της στεκόταν από πάνω της χαμογελώντας της απαλά. Δίπλα, σε μία πολυθρόνα κολλητά της, καθόταν ο Σεθ Κλίαργουωτερ με ένα ανήσυχο βλέμμα στο όμορφο πρόσωπο του. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο δωμάτιο.

«Τι έγινε;»

Η φωνή της ήταν αδύναμη και βραχνή. Προσπάθησε να καθαρίσει τον λαιμό της αλλά δεν τα κατάφερε, καθότι δεν είχε καθόλου σάλιο στο στόμα της. Σαν να το κατάλαβε, η Ρενέσμε έφερε ένα ποτήρι νερό στα χείλη της και την βοήθησε να πιει. Η Κάρλα κατέβασε το δροσερό υγρό σαν βάλσαμο.

«Πού είμαι;», ρώτησε πιο δυνατά τώρα.

«Στην Πανεπιστημιακή κλινική», απάντησε η Νέσι.

Απορία κάλυψε τα χαρακτηριστικά της Αφροαμερικανής.

«Γιατί;»

Δεν χρειάστηκε να της απαντήσει κάποιος. Με το που πρόφερε την ερώτηση, οι μνήμες της ήρθαν πίσω σαν ταινία σε γρήγορη κίνηση. Το εστιατόριο, το φιλί, η φυγή της, ο Σεθ που την ακολουθούσε από πίσω φωνάζοντας το όνομα της, τα κλάματα και οι λυγμοί της και τέλος η επίθεση· οι πέντε άντρες που την είχαν σύρει σε ένα σκοτεινό σοκάκι με σκοπό να την βιάσουν και πιθανώς να την σκοτώσουν. Μετά η διάσωση της από μία σκοτεινή φιγούρα. Μία σκοτεινή φιγούρα που θύμιζε …

Η καρδιά της Κάρλα έχασε έναν χτύπο.

Το βλέμμα της αναζήτησε τον μελαμψό άνδρα στα δεξιά της. Ήταν ακριβώς όπως τον θυμόταν. Ψηλός, γεροδεμένος, αδύνατος, με τα πιο γλυκά χαρακτηριστικά, τα πιο σέξι χείλη και τα πιο ερωτεύσιμα μάτια. Ίδια λιωμένη σοκολάτα.

«Εσύ ήσουν», ψέλλισε έκθαμβα.

Ο σωτήρας της, ο άνθρωπος που την είχε γλιτώσει από τους παραλίγο βιαστές της και που τους είχε εξουδετερώσει σαν να ήταν ξύλινα ανδρείκελα, δεν ήταν άλλος από τον Σεθ Κλίαργουωτερ, τον νεαρό Ιθαγενή που μέσα σε λιγότερο από μερικές ώρες είχε κάνει την ζωή της άνω κάτω.

Το σοκ της ήταν τόσο μεγάλο που δεν μπορούσε ούτε να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρα της, λες και πίστευε πως μία στιγμή να έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του και θα εξαφανιζόταν από μπροστά της σαν αερικό. Σχεδόν δεν αντιλήφθηκε την Ρενέσμε να μουρμουρίζει κάτι του τύπου «θα ειδοποιήσω τον γιατρό» και να φεύγει από τον θάλαμο αφήνοντας τους μόνους.

«Εσύ ήσουν», επανέλαβε ενεή.

Ο Σεθ δεν μίλησε, αλλά ο τρόπος που την κοιτούσε ήταν αρκετός για να της δώσει την απάντηση στο ερώτημα της. Παραδοχή μαζί με μεταμέλεια, σαν να είχε μετανιώσει που το είχε κάνει ή μάλλον που η Κάρλα το είχε συνειδητοποιήσει.

«Μα πώς;»

Πώς μπόρεσες να την βρει; Πώς μπόρεσε να την προστατέψει από αυτά τα πέντε τέρατα; Αδιαμφισβήτητα ήταν πολύ μεγαλόσωμος και δυνατός με μυς που έμοιαζαν ατσάλια. Ήταν όμως μόνος και άοπλος. Πώς τα είχε καταφέρει;

Ο Σεθ ανασήκωσε τους ώμους του σαν να μην ήταν τίποτα το αξιοσημείωτο η πράξη του.

«Σε ακολούθησα μετά το εστιατόριο. Δεν ήθελα να φύγεις έτσι. Όταν σε είδα σε αυτήν την κατάσταση», έκλεισε για λίγο τα μάτια του λες και μόνο η θύμηση να του προκαλούσε πόνο. «Είναι πολύ τυχεροί που ζουν ακόμα. Αν δεν είχες λιποθυμήσει και έπρεπε να τρέξω κοντά σου, δεν ξέρω αν θα σταματούσα πριν να τους στραγγάλιζα»

Η έκφραση στο πρόσωπο του ήταν τρομακτική. Η Κάρλα δεν είχε καμία αμφιβολία, ότι θα το έκανε.

«Τι συνέβη μετά που έχασα τις αισθήσεις μου;»

«Πήρα τον Τζέικ και την Ρενέσμε και ήρθαν αμέσως. Μετά καλέσαμε την αστυνομία και το ασθενοφόρο. Η Νέσι ως φοιτήτρια της Ιατρικής μπόρεσε να τους πείσει να σε φέρουν στην Πανεπιστημιακή κλινική που ούτως ή άλλως εφημέρευε»

Η Κάρλα ένιωσε ευγνώμων για αυτό. Το περιβάλλον εδώ της ήταν πιο οικείο μιας και κάποιοι από τους καθηγητές τους ήταν και γιατροί του νοσοκομείου. Άλλωστε έχαιραν ιδιαίτερης αντιμετώπισης λόγω της δυνάμει ιατρικής τους ιδιότητας. Διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατό να είχαν επιτρέψει στην Ρενέσμε και τον Σεθ να μείνουν στο δωμάτιο της χωρίς να είναι συγγενείς πρώτου βαθμού.

«Και οι άλλοι;»

Δεν ήξερε πώς αλλιώς να αναφερθεί στα ανθρωπάρια που της είχαν επιτεθεί. Μπορούσε ακόμα να αισθανθεί τα χέρια τους πάνω στο κορμί της και την καυτή ανάσα του ενός στο πρόσωπο της.

«Είναι υπό κράτηση. Η αστυνομία περιμένει την κατάθεση σου, για να τους κλείσει μία και καλή στην φυλακή»

Ασύνειδα έφερε το χέρι της στο σημείο που η λεπίδα του μαχαιριού την είχε χαράξει. Βρήκε μία λεπτή γάζα, αλλά ευτυχώς δεν αισθανόταν ιδιαίτερο πόνο. Δεν είχαν προλάβει να την τραυματίσουν περισσότερο.

«Πόσες ώρες ήμουν αναίσθητη;», ρώτησε ανέκφραστα.

«Περίπου τρεις»

Θα πρέπει να πλησίαζαν δύο τα ξημερώματα. Τότε μόνο φάνηκε να προσέχει πόσο κουρασμένος έδειχνε εκείνος. Είχε μείνει ξάγρυπνος όλο αυτό το διάστημα;

«Δεν χρειαζόταν να επέμβεις», είπε ψυχρά. «Μπορεί να σε μαχαίρωναν για μία ξένη»

Η έκφραση του ακούγοντας τα λεγόμενα της μπορούσε να ερμηνευθεί μόνο με βαθιά οδύνη.

«Δεν είσαι ξένη για εμένα»

Η Κάρλα έσφιξε τα χείλη της με αγανάκτηση. Αυτά ακριβώς ήταν που δεν άντεχε. Τα πολύ μεγάλα λόγια και τα πολύ γρήγορα. Και ο Σεθ ήξερε να ξεστομίζει και τα δύο. Με τόση αυτοπεποίθηση που την έκανε να θέλει να τον πιστέψει. Αυτό ήταν το χειρότερο όλων. Ποτέ πριν δεν είχε πρόβλημα να βλέπει πίσω από τα ψέματα των ανθρώπων. Όταν ωστόσο κοιτούσε τον Σεθ, δεν μπορούσε να διακρίνει πουθενά παρά μόνο αλήθεια και αυτό την τρομοκρατούσε.

Γιατί, γιατί ενδιαφερόταν τόσο πολύ και με τέτοια αποφασιστικότητα;

«Με γνώρισες μόνο χθες»

Ήθελε να ακουστεί σαν κατηγόρια, αλλά η φωνή της ήταν μαλακή σαν ψίθυρος.

«Και τότε γιατί νιώθω σαν να σε ξέρω μία αιωνιότητα;»

Η Κάρλα δεν είχε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Το ίδιο ερώτημα που ταλάνιζε και την ίδια. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το να καρφώσει το βλέμμα της στο δικό του, σαν μαγεμένη.

«Θα μπορούσα να το κάνω αυτό για ώρες»

Η Κάρλα επανήλθε στην αυτοκυριαρχία της.

«Ποιο να κάνεις για ώρες;», διερωτήθηκε απότομα.

«Να σε κοιτάζω»

Βραχυκύκλωμα. Πώς κατάφερνε και με μία του λέξη την έκανε να χάνει κάθε ψήγμα ελέγχου;

Ξαφνικά το μυαλό της κατακλύστηκε από εικόνες με δύο χείλη ενωμένα και δύο σώματα διψασμένα για επαφή· το φιλί τους. Δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά έτσι με απλά και μόνο ένα φιλί, αλλά όταν ο Σεθ πήρε το στόμα της στο δικό του ήταν λες και όλα τα κύτταρα της μαγνητίστηκαν από εκείνον. Ο πυρήνας του στο κέντρο και η ίδια μικρά σωματίδια να χορεύουν άτακτα γύρω του.

Κατάφερε να βγει από την έκσταση της, όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε και μέσα μπήκε ένας ψηλός νεαρός άνδρας με άσπρη ποδιά. Ο εφημερεύων ειδικευόμενος το δίχως άλλο. Από πίσω του ακολουθούσε κατά πόδας η Ρενέσμε.

«Καλησπέρα, Κάρλα. Είμαι ο γιατρός Λόρι», χαιρέτισε χαμογελώντας. «Χαίρομαι ιδιαίτερα που βλέπω ότι συνήλθες»

«Εγώ να δεις», απάντησε η Κάρλα.

Η κάπως ειρωνική αντίδραση της δεν πτόησε την ευδιαθεσία του γιατρού, ο οποίος ήρθε κοντά της και άρχισε να εξετάζει το σφυγμό της και ύστερα τα μάτια της και την θερμοκρασία της.

«Όλα καλά πάνε», της είπε καλοκάγαθα. «Νωρίτερα ελέγξαμε και το τραύμα σου. Δεν θα μείνει ούτε αμυχή»

«Πότε μπορώ να βγω;», ρώτησε απότομα εκείνη.

«Αύριο κιόλας. Το πρωί θα σου υπογράψω το εξιτήριο και θα είσαι έτοιμη να φύγεις»

Της χαμογέλασε άλλη μία φορά και καληνυχτίζοντας έφυγε από το δωμάτιο, με την Ρενέσμε να τον ευχαριστεί επαναλαμβανόμενα μέχρι έξω στον διάδρομο. Ύστερα επέστρεψε και την πλησίασε κάνοντας της μία μεγάλη αγκαλιά.

«Με κατατρόμαξες», μουρμούρισε μέσα στα μαλλιά της.

«Μην ανησυχείς. Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει», ανταπέδωσε τον εναγκαλισμό με ένα ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη της φίλης της.

Η Ρενέσμε απομακρύνθηκε και την κοίταξε στα μάτια.

«Πώς αισθάνεσαι;»

«Θα επιζήσω», απάντησε σκωπτικά.

«Μήπως πεινάς; Θέλεις κάτι;»

Η Κάρλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Δεν είχε όρεξη για το οτιδήποτε.

Εκείνη την στιγμή η πόρτα ξανάνοιξε και εμφανίστηκε ο Τζέικομπ Μπλακ σε όλη την μελαμψή του εμβέλεια.

«Α, μπα, είσαι και εσύ εδώ;», σχολίασε σαρδόνια η Κάρλα.

«Λείπει ο Μάρτης;», απάντησε στον ίδιο τόνο ο Τζέικ.

Δεν μπορούσε να πει ότι δεν συμπαθούσε τον Τζέικομπ. Ήταν πολύ κουλ άτομο με οξυμένη αίσθηση του χιούμορ που δεν φοβόταν να στα χώσει άγρια. Επίσης φαινόταν να αγαπά ειλικρινά την Ρενέσμε και για αυτό είχε κερδίσει τον σεβασμό της Αφροαμερικανής, κάτι για το οποίο δεν μπορούσαν να περηφανεύονται πολύ.

Προσέγγισε στο κρεβάτι από την πλευρά της Ρενέσμε και την έπιασε από την μέση.

«Από ότι λένε δεν γλιτώσαμε από εσένα», χαμογέλασε φωτεινά στην Κάρλα.

«Τζέικ!», τον μάλωσε η Νέσι.

«Κάνε όνειρα, Ινδιανάκι. Θα μείνω να σας βασανίζω για πολύ καιρό ακόμα», του πέταξε προκλητικά η σγουρομάλλα.

Της άρεσε που δεν την αντιμετώπιζε σαν ετοιμοθάνατη. Δεν υπήρχε κάτι χειρότερο από τον οίκτο των άλλων.

Ο Τζέικ έμεινε να χαμογελάει για λίγα δευτερόλεπτα, προτού στραφεί στην Ρενέσμε.

«Μωρό μου, πάμε εμείς; Να αφήσουμε και την Κάρλα να ξεκουραστεί;»

«Ναι, ναι», συμφώνησε αμέσως η Νέσι. «Θα είμαι εδώ στις εννιά ακριβώς. Θα σου φέρω και καθαρά ρούχα»

Αυτά που φορούσε την στιγμή της επίθεσης είχαν κουρελιαστεί στην άσφαλτο. Για αυτό και προφανώς τώρα την είχαν ντύσει με μία πρόχειρη ρόμπα νοσοκομείου.

«Το αμάξι μου;», θυμήθηκε ξαφνικά.

«Μην ανησυχείς. Το πήγε ο Τζέικ μέχρι το σπίτι σου, μαζί με τα πράγματα σου. Όλα ήταν απείραχτα»

Τουλάχιστον κάτι σώθηκε από αυτήν την νύχτα, σκέφτηκε πικρά η Κάρλα.

Η Ρενέσμε με τον Τζέικομπ την καληνύχτισαν και ετοιμάζονταν να φύγουν.

«Εσύ;», απόρησε η Κάρλα απευθυνόμενη στον Σεθ.

Είχε σηκωθεί όρθιος χαιρετώντας τους φίλους του και έμοιαζε τεράστιος, παρότι ο Τζέικ ήταν πιο ψηλός από εκείνον για μερικά εκατοστά.

«Εγώ θα μείνω εδώ»

Η φωνή του ήταν τόσο απόλυτη που η Κάρλα δεν το βρήκε στην καρδιά της να του φέρει αντίρρηση. Ίσως και να μην ήθελε. Αισθανόταν πρωτόγνωρη ασφάλεια με τον Σεθ κοντά της. Παρόλα αυτά η ισχυρογνωμοσύνη της δεν θα την άφηνε να μην αντιδράσει τουλάχιστον τοιουτοτρόπως.

«Δεν είναι ανάγκη», ξεστόμισε.

«Το ξέρω», ανταπάντησε εκείνος κοιτώντας την με ένα βλέμμα που έδειχνε ότι δεν επρόκειτο να του αλλάξει την απόφαση ό,τι και αν έλεγε.

Η Κάρλα σιώπησε μέχρι που έφυγαν η Ρενέσμε με τον Τζέικ.

«Δεν καταλαβαίνω, γιατί επιμένεις τόσο πολύ», του πέταξε όταν έμειναν μόνοι.

«Δεν καταλαβαίνω, γιατί αντιδράς τόσο πολύ», αντέκρουσε εκείνος πιο έντονα από ότι της είχε μιλήσει ποτέ πριν.

Είχε πάρει ξανά την θέση του στην πολυθρόνα. Έφερε τα χέρια του στο πρόσωπο του και έτριψε κουρασμένα τα μάτια του.

Η Κάρλα είχε λουφάξει στην θέση της. Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση από εκείνον.

«Κοίτα», άρχισε να μιλάει εμφανώς πιο ήρεμα τώρα· ίσως όχι πιο ήρεμα, πιο καταπονημένα. «Έχω καταλάβει ότι δεν ανοίγεσαι εύκολα σε ανθρώπους και ούτε αφήνεις πολλούς να μπουν στην ζωή σου», κατέβασε τα χέρια του και την κοίταξε στα μάτια. «Το μόνο που ζητάω είναι να μου δώσεις την ευκαιρία να σου δείξω ποιος είμαι. Αν μετά από εκεί δεις πως δεν σου κάνω, έχεις τον λόγο μου πως θα μείνω μακριά σου για πάντα χωρίς να σε ξαναενοχλήσω»

Μόνο η σκέψη να μην τον ξανάβλεπε ποτέ, της προκαλούσε τράβηγμα στο στήθος. Τρομαγμένη άφησε το βλέμμα της να ενωθεί με το δικό του. Αν υπήρχε γαλήνη σε αυτόν τον κόσμο, τότε η Κάρλα την είχε βρει μέσα σε δύο σοκολατένιες ίριδες.

«Και το φιλί;», ψέλλισε.

Είναι δυνατόν να την είχε φιλήσει και να το άφηνε να περάσει σαν να μην συνέβη; Εκείνη την είχε σημαδέψει όσο τίποτε άλλο στην ζωή της.

«Ήταν η πιο όμορφη εμπειρία που είχα ποτέ, αλλά δεν θα το επαναλάβω»

Η Κάρλα ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Γιατί, ήθελε να φωνάξει και ίσως να το έκανε αν δεν την προλάβαινε εκείνος.

«Δεν θέλω να σε φέρω ξανά σε δύσκολη θέση. Την επόμενη φορά που θα φιληθούμε, θα είναι επειδή θα με έχεις φιλήσει εσύ»

Είχε μία σιγουριά στην φωνή του που ταυτόχρονα την ερέθιζε και την εκνεύριζε. Το μισό κομμάτι της τής επίτασσε σαν τρελό να πεταχτεί στην αγκαλιά του και να κάνει πραγματικότητα αυτήν την επόμενη φορά το ίδιο λεπτό. Το άλλο μισό κομμάτι της έτρωγε τα λυσσακά του υποσχόμενο να μην επιτρέψει ποτέ ξανά σε αυτόν τον υπερφίαλο Ιθαγενή να χώσει την γλώσσα του στο στόμα της.

Ξαφνικά, χωρίς να καταλάβει και η ίδια γιατί, δάκρυα σκέπασαν τα μάτια της. Δάκρυα πυκνά σαν χείμαρροι που όσο και αν πάλευε δεν μπορούσε να συγκρατήσει. Ξεκίνησε να κλαίει με λυγμούς. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε παρόμοια αντίδραση.

Ο Σεθ πρέπει να τα έχασε, επειδή για κάποια δευτερόλεπτα είχε μείνει παγωμένος στο κάθισμα του. Μετά τον αισθάνθηκε να σηκώνεται και να έρχεται δίπλα της καθήμενος στο κρεβάτι. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και παρότι ήταν η πιο ωραία αγκαλιά στην οποία είχε βρεθεί ποτέ τα δάκρυα της πλήθυναν αντί να στερέψουν.

«Σσσς, μην κλαις. Όλα είναι καλά. Εγώ είμαι εδώ. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει»

Η Κάρλα ένιωσε μία βαθιά ανάγκη για προστασία και για αυτό τον αγκάλιασε και η ίδια ακουμπώντας το κεφάλι της στο στέρνο του, απολαμβάνοντας την θαλπωρική ζεστασιά που ανέβλυζε από το κορμί του.

Δεν κατάλαβε πώς την πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε ξανά, ήταν πρωί και ο ήλιος κατρακυλούσε στο δωμάτιο μέσα από τις μισάνοιχτες περσίδες.

«Καλημέρα», ακούστηκε η βαθιά φωνή του και το χέρι του ήρθε και της χάιδεψε τα μαλλιά.

Η Κάρλα ανασηκώθηκε απομακρυνόμενη από κοντά του.

«Καλημέρα», απάντησε παγερά.

Δεν ήξερε αν ο Σεθ αντιλήφθηκε την αλλαγή της διάθεση της, αλλά σηκώθηκε από το κρεβάτι δίχως να πει τίποτα άλλο.

«Πρέπει να πάω στην τουαλέτα», είπε η Κάρλα.

«Θέλεις βοήθεια;»

«Όχι, μπορώ και μόνη μου»

Στάθηκε όρθια. Αισθανόταν αδύναμη, όμως όχι σε σημείο λιποθυμίας. Βρήκε ένα ζευγάρι πάνινες παντόφλες σαν αυτές που μοιράζουν σε ξενοδοχεία και τις φόρεσε. Ύστερα βημάτισε αργά ως την πόρτα απέναντι από το κρεβάτι της που έβγαζε στο προσωπικό μπάνιο του δωματίου.

Πήγε μπροστά από τον καθρέφτη και δειλά-δειλά σήκωσε το βλέμμα της να αντικρίσει το είδωλο της. Τα μαλλιά της ήταν ως συνήθως μία μαύρη πατσαβούρα. Ωστόσο εκτός από μία ελαφριά χλομάδα και μία μελανιά στο λαιμό της από εκεί που την είχε πιάσει ο αχρείος, δεν έφερε άλλα σημάδια κατάπτωσης. Η γάζα της ήταν ακόμα στην θέση της και έμοιαζε καθαρή. Η αιμορραγία της πρέπει να είχε σταματήσει.

Άνοιξε την βρύση και έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο της. Τα μάτια της πονούσαν λίγο και ήταν κάπως πρησμένα από το χθεσινοβραδινό κλάμα της. Η Κάρλα έσφιξε τα χείλη της θυμωμένα. Πώς είναι δυνατόν να άφησε τον εαυτό της να φανεί τόσο ευάλωτος; Εκείνος έφταιγε για όλα. Εκείνος με τα σοκολατένια του μάτια, τα γλυκά του λόγια και την θερμότητα του κορμιού του. Την έπαιρνε και την άλλαζε και την μεταμόρφωνε σε ένα ον που δεν ήξερε ότι υπήρχε.

Ορίστε, καθόταν μέσα στο μπάνιο και αντί να συλλογίζεται την επίθεση και αν και πόσο την είχε στιγματίσει σαν εμπειρία, το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν εκείνον και τον πλήρως απρόσκοπτο ύπνο που είχε στην αγκαλιά του. Ήταν λες και παρουσία του όλα τα προβλήματα της εξανεμίζονταν. Ένιωθε τόσο όμορφα, που ήταν αδύνατον το μυαλό της να κατρακυλήσει σε άσχημες σκέψεις.

Αυτό δεν της άρεσε καθόλου, καθόλου. Ο κόσμος της ήταν γεμάτος ασχήμια. Τον είχε μάθει, τον είχε αποδεχθεί, τον είχε αντιμετωπίσει. Τώρα όμως ξαφνικά ο Σεθ της έδειχνε μία εικόνα χωρίς ίχνος δυσμορφίας. Αυτό την έκανε να τα χάνει. Δεν ήξερε πού πατάει και πού βρίσκεται. Όλα τα σημεία αναφοράς της γκρεμίζονταν και μαζί με αυτά και ο χαρακτήρας που είχε φτιάξει ως συνάρτηση τους. Δεν είχε την πολυτέλεια να αλλάξει χαρακτήρα.

Εξάλλου τι θα γινόταν; Μία εξαρτημένη από εκείνον; Και αν αυτός αποφάσιζε κάποια ημέρα πως πλέον δεν ήθελε να κάνει τίποτα μαζί της; Πως βαρέθηκε και πως είχε έρθει η ώρα να προχωρήσει σε κάτι καινούργιο; Έτσι δεν κάνουν όλοι οι άνθρωποι; Υπόσχονται την αιωνιότητα και ύστερα σε εγκαταλείπουν; Πώς θα κατέληγε μετά η Κάρλα; Μία σκιά του εαυτού της, έρμαιο των καιρών και της μοίρας. Μία παρανοϊκή δυστυχισμένη.

Όχι, δεν θα του επέτρεπε ποτέ να την τσαλαπατήσει κατά αυτόν τον τρόπο. Ίσως θα έπρεπε να τον ξεκόψει τελείως από την ζωή της. Για κάποιο λόγο όμως αυτό της έμοιαζε παντελώς αδύνατον, σαν να σκεφτόταν να ξεκολλήσει την καρδιά της από την θέση της. Άλλωστε πώς θα το κατάφερνε; Ο Σεθ ήταν παρέα της Ρενέσμε και η Κάρλα αγαπούσε την Ρενέσμε όσο καμία άλλη φίλη. Αν έκανε πέρα τον Σεθ, θα σήμαινε πως έπρεπε να κάνει πέρα και την Ρενέσμε και αυτό δεν το ήθελε καθόλου.

Δεν γινόταν να τον αποφεύγει εντελώς. Άλλωστε τι της είχε ζητήσει; Να του επιτρέψει να τον γνωρίσει καλύτερα. Δεν ήταν πρόβλημα αυτό. Δεν σήμαινε πως αυτό που θα έβλεπε θα της άρεσε περισσότερο από τώρα. Απεναντίας μπορεί να ανακάλυπτε πράγματα για εκείνον απαίσια, πράγματα που θα την ξενέρωναν στο λεπτό και τότε δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να μην του δίνει την παραμικρότερη σημασία. Να μην τον αφήνει να έχει καμία επίδραση πάνω της.

Ναι, αυτό θα έκανε. Φυσικά δεν θα σήμαινε πως δεν θα συνέχιζε να είναι απέναντι του ο βιτριολικός εαυτός της. Μπορεί κιόλας να ήταν η ίδια που θα τον ωθούσε μακριά, όταν ο Σεθ θα έβλεπε ότι δεν είναι από τα κοριτσάκια που θα έπεφταν ουρά στα πόδια του. Η Κάρλα ήταν βέβαιη ότι υπήρχαν μιλιούνια τέτοια. Όταν είσαι συνηθισμένος να αρέσεις, το δύσκολο στην αρχή σου μοιάζει προκλητικό, όμως μετά από λίγο κουράζεσαι και επιστρέφεις στην ευκολία σου. Τέτοια περίπτωση θα ήταν και ο Σεθ. Δεν γινόταν διαφορετικά.

Αποφασισμένη τελείωσε με την πρωινή τουαλέτα της και βγήκε έξω επιστρέφοντας στο δωμάτιο. Ο Σεθ ήταν όρθιος στο παράθυρο και μιλούσε στο τηλέφωνο. Έτσι όπως ο ήλιος έπεφτε στην σταρένια επιδερμίδα του την έκανε να φαίνεται χρυσή. Η Κάρλα κούνησε το κεφάλι της να καθαρίσει από αυτές τις μιασμένες σκέψεις και επέστρεψε στο κρεβάτι της. Όσο και αν πίεζε τον εαυτό της, δεν μπορούσε να μην ακούσει τα λεγόμενα του.

«Όχι, θα μείνω για μία εβδομάδα. Για δουλειές. Έλα, τώρα, σταμάτα την ανάκριση. Εντάξει είμαι. Όχι, δεν είναι αυτό που νομίζεις. Όχι, μην ανησυχείς. Καλά, λοιπόν, πρέπει να σε αφήσω. Θα σε πάρω αργότερα από το σπίτι. Οκέι, γεια»

Το έκλεισε και στράφηκε προς το μέρος της.

«Η γκόμενα σου;»

Προσπάθησε να ακουστεί όσο πιο αδιάφορη γινόταν, όσο και αν δεν ένιωθε καθόλου έτσι. Αποπειράθηκε να ρίξει ένα ερευνητικό βλέφαρο στον Σεθ. Η λάμψη στα μάτια του έδειχνε πως είχε δει ολοκάθαρα πίσω από την προσποίηση της.

«Όχι, η μητέρα μου»

Πλησίασε κοντά της και έσκυψε από πάνω της κοιτώντας την σοβαρά.

«Τρεις είναι οι σημαντικές γυναίκες στην ζωή μου. Η μητέρα μου, η αδερφή μου και εσύ»

Η Κάρλα αισθάνθηκε την φωνή της να πιάνεται στον λαιμό της. Είχε παραλύσει ολάκερη με μία του λέξη. Πώς ήξερε πάντα να λέει τα πιο πιασάρικα λόγια; Λόγια που αν άκουγε σε οποιοδήποτε άλλο συγκείμενο θα της φαίνονταν αστεία και σαχλά. Όταν ωστόσο έβγαιναν από το στόμα του και απευθύνονταν σε εκείνη, ήταν τα πιο αληθινά που είχε ακούσει ποτέ.

Το βλέμμα της κατρακύλησε από τα μάτια του στο στόμα του. Στα υγρά και κατακόκκινα χείλη του. Ασυναίσθητα έγλειψε τα δικά της. Φίλησε με, φίλησε με, σε παρακαλώ, φίλησε με, έπιασε τον εαυτό της να ικετεύει μέσα στο μυαλό της. Δεν ήξερε αν θα το έκανε, όχι μετά την υπόσχεση που της είχε δώσει, όμως η Κάρλα δεν μπορούσε παρά να το ελπίζει. Επειδή η ίδια δεν θα τολμούσε ποτέ να φανεί τόσο αδύναμη.

«Το άκουσα αυτό»

Η Κάρλα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα της και η μαγεία χάθηκε. Ο Σεθ απομακρύνθηκε από το κρεβάτι και αμήχανα έβαλε τα χέρια στις τσέπες του.

Η Ρενέσμε Κάλεν μπήκε μέσα στο δωμάτιο σε όλη την επιβλητικότητα της καλλονής της. Από πίσω της ακολουθούσε ο Τζέικομπ Μπλακ.

«Ώστε τρεις οι σημαντικές γυναίκες στην ζωή σου;», πείραξε η Νέσι τον Σεθ. «Η φίλη Ρενέσμε πουθενά; Να το θυμάσαι αυτό όταν ζητάς να σου φτιάξω μπισκότα με σοκολάτα»

Ο Σεθ μουρμούρισε κάτι που η Κάρλα δεν κατάφερε να καταλάβει. Ευχόταν να ήταν βρισιά, επειδή θα εξέφραζε πλήρως όσα θα ήθελε να ξεστομίσει η ίδια στην φίλη της. Τι να έλεγε ωστόσο; Γιατί δεν περίμενες λίγο πριν μπουκάρεις έτσι απροειδοποίητα και μας κόψεις πριν φιληθούμε; Θα προδιδόταν.

«Τι κάνεις, ηλιαχτίδα;», στράφηκε η Ρενέσμε προς το μέρος της με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.

Ένα χαμόγελο που φαινόταν να ξέρει πολλά περισσότερα από όσα έδειχνε, κυρίως ότι δεν τους είχε διακόψει καθόλου κατά λάθος, αλλά μάλλον για να τους σπάσει τα νεύρα. Η Κάρλα σημείωσε νοητικά να την κάνει να πληρώσει για αυτό.

«Καλά. Ανυπομονώ να βγω», έγρουξε.

«Μην ανησυχείς. Είδα τον γιατρό Λόρι, καθώς ερχόμουν. Είπε θα είναι εδώ σε λίγο για να σε εξετάσει και να σου δώσει το εξιτήριο»

«Μού έφερες ρούχα;», διερωτήθηκε η μελαχρινή κοπέλα.

«Μάλιστα. Και σου αγόρασα και τα αγαπημένα σου ντόνατς. Εκτός και αν προτιμάς το πρωινό του νοσοκομείου», η Ρενέσμε την κοίταξε ειρωνικά δείχνοντας μία χάρτινη συσκευασία.

«Ούτε νεκρή», γόγγυξε η Κάρλα και τέντωσε το χέρι της να πάρει την σακούλα.

Η Ρενέσμε της την τράβηξε τελευταία στιγμή και αντί αυτού πρότεινε το μάγουλο της.

«Φιλάκι;»

Η Κάρλα έπαιξε απηυδισμένα τα μάτια της με την τρελή φίλη που είχε μπλέξει. Χωρίς ωστόσο αντιρρήσεις, της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και ύστερα έπιασε λατρευτικά το πακέτο. Πραγματικά τα αγαπούσε αυτά τα ντόνατς.

Εν τούτοις πριν προλάβει να δοκιμάσει ούτε ένα, η πόρτα του δωματίου άνοιξε και εμφανίστηκε ο γιατρός Λόρι.

«Καλημέρα», χαιρέτισε με τον γνωστό ευπροσήγορο τρόπο του. «Πώς είναι τα πράγματα σήμερα; Κοιμηθήκαμε καλά;»

Η Κάρλα κοκκίνισε ελαφρά αναθυμούμενη πώς ακριβώς είχε περάσει το προηγούμενο βράδυ. Δεν τόλμησε ούτε να γυρίσει να κοιτάξει προς την πλευρά του Σεθ.

«Καλά», απάντησε μόνο.

«Ωραία», αποκρίθηκε ικανοποιημένος ο γιατρός.

Ύστερα επανέλαβε την ίδια διαδικασία που είχε διεξαγάγει χθες μετρώντας τις ζωτικές της λειτουργίες.

«Μία χαρά», αποφάνθηκε χαμογελαστά.

Μετά έπιασε την γάζα στον λαιμό της και την απομάκρυνε προσεκτικά για να δει το τραύμα της.

«Τέλεια, καμία επιπλοκή. Θα φωνάξω μία νοσοκόμα να σου κάνει αλλαγή και είσαι έτοιμη να φύγεις. Θα αφήσω το εξιτήριο στην γραμματεία. Να θυμάσαι να αλλάζεις την γάζα μία φορά την ημέρα με λίγο ιώδιο για πέντε ημέρες. Μετά από εκεί ούτε που θα ξανασχοληθείς»

Η Κάρλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και ευχαρίστησε μονολεκτικά τον γιατρό. Η Ρενέσμε το έκανε με περισσότερες λέξεις προσφέροντας του και από τα ντόνατς που είχε φέρει.

«Ω, καλά, γιατί όχι ένα», δέχθηκε ο γιατρός και βγήκε από το δωμάτιο με ένα σοκολατένιο γλύκισμα στο στόμα.

«Τώρα έπρεπε να του δώσεις και από το φαγητό μας;», γκρίνιαξε η Κάρλα, όταν έμειναν πάλι οι τέσσερις τους.

«Ω, τι στριμμένο άντερο είσαι, αδερφάκι μου!», αγανάκτησε η Ρενέσμε. «Ορίστε, φάε τα όλα και αν θες και άλλα θα πάω να σου πάρω!»

Η Κάρλα έχωσε ένα ντόνατ στο στόμα της και άρχισε να τρώει μουτρωμένα. Μετρούσε τα δευτερόλεπτα να έρθει η νοσοκόμα για την αλλαγή, ώστε να μπορέσει επιτέλους να πάει σπίτι της. Είχαν γίνει τόσα πολλά μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο που είχε πραγματικά ανάγκη να ηρεμήσει.

Δίχως να το καταλάβει έριξε μία κρυφή ματιά προς τον Σεθ που μιλούσε χαμηλόφωνα μαζί με τον Τζέικομπ πιο πέρα. Αναρωτήθηκε πότε θα τον ξανάβλεπε και εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε μετά βεβαιότητας ότι θέλοντας και μη αποτελούσε πλέον κομμάτι της ζωής της. Το μόνο που χρειαζόταν να ξεκαθαριστεί ήταν τι σόι ρόλο θα επιτελούσε αυτό το κομμάτι. Δεν έμενε παρά να περιμένουν για να μάθουν.


Η συνέχεια της Κάρλα και του Σεθ. Ω, πραγματικά αγαπώ αυτό το ζευγαράκι!

ΧΧΧ