ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

Έχει περάσει μία ολόκληρη εβδομάδα και δεν έχω σταματήσει να σκέφτομαι την απάντηση του Ίαν. Με έχει στοιχειώσει. Από την μία αισθάνομαι μία μικρή ικανοποίηση, εφόσον είχα δίκιο. Δεν ήμασταν παιδιά και παίζαμε. Δεν είμαστε κουλ. Όταν λες ότι είμαι το μεγαλύτερο λάθος στην ζωή σου, δεν γίνεται να είσαι κουλ. Από την άλλη, ωστόσο, δεν σταματά να με πειράζει, ότι έχει μετανιώσει για εμάς και πως προφανώς, αν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, δεν θα επέλεγε να είναι μαζί μου. Σίγουρα του φέρθηκα απαίσια, αλλά δεν μπορεί κάποιες στιγμές να μην ήταν ευτυχισμένος. Και εμένα ο Άλεξ μου έχει σπάσει την καρδιά σε χίλια μέρη, μα δεν θα άλλαζα τα κακά ακριβώς για να μπορώ να έχω τα καλά.

Παρεμπιπτόντως, αν ακόμα αναρωτιέστε, δεν ξέρω αν συνεχίζουμε να είμαστε μαζί ή όχι. Του έστειλα ένα γράμμα ζητώντας του συγνώμη – ναι, έριξα τα μούτρα μου. Παρότι εξακολουθώ να πιστεύω, πως ήταν άδικος, αντιλαμβάνομαι πόσο άσχημο θα του φάνηκε να δει τον Ίαν ξαφνικά μπροστά του. Απάντηση όμως δεν έχω λάβει. Αύριο είναι ο πρώτος αγώνας κουίντιτς και υποτίθεται θα ερχόταν να με δει. Όσο γνωρίζετε εσείς αν θα εμφανιστεί, άλλο τόσο γνωρίζω και εγώ. Δεν αποπειράθηκα να το σκάσω από το σχολείο και να πάω να τον βρω. Η ΜακΓκόναγκαλ παραμένει στα χνάρια μου και άλλωστε έχω αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στις προπονήσεις. Αν μη τι άλλο, χρειάζεται να φανώ αντάξια στο αξίωμα της αρχηγού.

Ειδικά που ο κύριος Όλιβερ αποφάνθηκε, ότι η ομάδα που θα τελειώσει πρώτη στην βαθμολογία στον τελευταίο αγώνα πριν από το κενό των Χριστουγέννων είναι αυτή που θα κερδίσει τα εισιτήρια VIP για τον αγώνα της Πάντλμηρ με τους Σέλτον, ακριβώς την Κυριακή που ξεκινάνε οι διακοπές. Πρέπει να συζήτησε με την διευθύντρια και να κατέληξαν, ότι αυτός είναι ο πιο δίκαιος τρόπος. Επομένως, έχουμε να νικήσουμε τους Χάφλπαφ, τους Ρέιβενκλω και τους Σλίδεριν, μιας και με τους Κουβανούς και τις Γιαπωνέζες παίζουμε μετά τα Χριστούγεννα Το θέμα είναι ότι μόλις οι δικοί μου άκουσαν τα καθέκαστα μόνο που δεν με ποδοπάτησαν. Και πρέπει να βγούμε πρώτοι και πρέπει να ισοπεδώσουμε τους πάντες και πρέπει να πάμε εμείς στο γήπεδο. Εντάξει, παιδιά, και εγώ θέλω να νικήσουμε. Ψυχραιμία.

«Εσύ δεν καταλαβαίνεις! Εσύ με τον αδερφό σου και τον Άλεξ πας όποτε θες VIP,» με κατηγόρησε ο Μόργκαν.

Η καρδιά μου σφίχτηκε λίγο στην σκέψη, πως μπορεί πλέον να μην έχω λόγο επάνω στον Άλεξ, μα δεν είπα τίποτα. Αντί αυτού έχω επικεντρώσει όλη μου την ενέργεια στην ομάδα. Είναι και ένας τρόπος διαφυγής από όλα αυτά που με κατατρώνε. Με τον Άλεξ. Με τον Ίαν. Με εμένα την ίδια.

«Πάντως για αυτό που του συνέβη δεν φαίνεται να θρηνεί και πολύ,» μου ψιθυρίζει η Έμιλι.

Έχουμε Βοτανολογία μαζί με τους Χάφλπαφ και τους Κουβανούς. Ο Ίαν στέκεται σε έναν πάγκο απέναντι μας και ακολουθεί τις οδηγίες του Νέβιλ για την μεταφύτευση του σερνικοβότανου. Εννοείται τον κουτσομπολεύουμε.

«Και εσύ αν είχες μία μάνα σαν την Πάρκινσον, δεν θα είχες καλύτερη αντίδραση, στο λέω.»

Εξάλλου ο Ίαν ποτέ δεν καταλαβαίνεις τι σκέφτεται και αισθάνεται. Για αυτό μετά ανοίγει το στόμα του και όποιον πάρει ο χάρος.

Με κάθε σεβασμό, κυρία Πάνσυ μακαρίτισσα, να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου.

«Ήταν χοντρό όμως αυτό που μου είπε, δεν ήταν;»

«Ναι, ήταν,» συμφωνεί η Έμιλι. «Αλλά από την μία τον καταλαβαίνω. Θέλω να πω και η δικιά μου σχέση με τον Χιούγκο, αν τελείωνε τόσο άσχημα θα την μετάνιωνα. Δεν μετανιώνεις κάτι που δεν σε πληγώνει πολύ.»

Ο Χιούγκο είναι η πρώτη αγάπη της Έμιλι. Και παντοτινή. Δηλαδή αυτό σημαίνει πως εγώ είμαι η πρώτη αγάπη του Ίαν;

Το ήξερα!

Το μάθημα τελειώνει και παραμένω αφού φεύγουν όλοι, για να βοηθήσω τον νονό να τακτοποιήσει τις γλάστρες. Μην σηκώνετε το φρύδι! Κάποιες φορές είμαι και αλτρουίστρια, εντάξει;

«Όλα καλά, Λίλι;»

«Καλά, ναι. Αγχωμένη μόνο πολύ με τον αυριανό αγώνα.»

Παίζουμε τους Χάφλπαφ που από ότι φαίνεται θα έχουν την καλύτερη ομάδα φέτος στα χρονικά τους.

«Ε, ναι, είσαι και αρχηγός.»

Τελειώνουμε το συγύρισμα και πάω να φύγω και εγώ.

«Έλα, να σου πω.»

Με παίρνει λίγο παραπέρα όπου βρίσκεται ένα παλιό γραφείο στο οποίο δουλεύει συνήθως παρότι κοντεύει να γίνει ένα με την βλάστηση τριγύρω. Ανοίγει ένα συρτάρι κάτω-κάτω και βγάζει από μέσα ένα αντικείμενο. Μου το προσφέρει στο χέρι. Είναι γυαλιστερό σαν καραμέλα και μυρίζει πολύ έντονα λεμόνι.

«Συμπυκνωμένο μελισσόχορτο,» μου εξηγεί. «Για ευεξία, διαύγεια πνεύματος και ενέργεια. Να το πάρεις το πρωί.»

Μου κλείνει το μάτι – γκριμάτσα πολύ αστεία όταν την κάνει ο Νέβιλ.

«Και τι άλλο;» χαμογελάω.

Μου κλείνει την χούφτα γύρω από την καραμέλα.

«Καλή επιτυχία για αύριο. Είμαι βέβαιος πως θα κερδίσετε.»

Τον ευχαριστώ με ένα φιλί και τρέχω να προλάβω το επόμενο μου μάθημα.

Την άλλη μέρα το πρωί ξυπνάω καθυστερημένα. Για κάποιον λόγο δεν άκουσα το γκονγκ και συνειδητοποιώ πως έχω μόνο μισή ώρα μέχρι τον αγώνα. Πρέπει να βρίσκομαι στο γήπεδο… τώρα! Πετάγομαι επάνω και ξεκινώ να ετοιμάζομαι σαν τον Βέγγο – τον ξέρουμε και εμείς εδώ στην Αγγλία, τι νομίζατε; Αναρωτιέμαι για ποιον στον καλό λόγο με άφησαν οι άλλες προκομμένες να κοιμάμαι του καλού καιρού. Και εντάξει η Καρολίνα και η Μαγδαλένα, χέστηκαν, η Έμιλι όμως; Ως κολλητή ανήκω στις αποκλειστικές υποχρεώσεις της. Να θυμηθώ να της τα ψάλλω μετά. Προς το παρόν τρέχω και δεν φτάνω. Φοράω την στολή μου, παίρνω την σκούπα μου και όπου φύγει-φύγει. Πριν βγω, ωστόσο, από τον κοιτώνα θυμάμαι το βοτάνι του νονού. Τρέχω πάλι πίσω στο σεντούκι μου, ψαχουλεύω μέσα στα πράγματα μου, μα δεν το εντοπίζω. Θυμάμαι επίσης να θυμηθώ αργότερα να είμαι πιο τακτική, γιατί να κάτι τέτοια συμβαίνουν και καλά κάνει και μου φωνάζει η μάνα μου ότι στο τέλος θα καταλήξω να ψάχνω μέχρι και το μυαλό μου. Βγάζω το ραβδί μου για να το βρω, μα δεν θυμάμαι ούτε πώς το λένε. Σκατά!

«Καραμέλα λεμόνι,» φωνάζω μπας και πιάσει με αυτό.

Για καλή μου τύχη, τσουπ εμφανίζεται στα χέρια μου. Την αρπάζω και την καταπίνω σε μία δόση, ούτε γλειψίματα ούτε ρουφήγματα. Με τούτα και με εκείνα έχω αργήσει του θανατά, για αυτό εξακοντίζομαι στο γήπεδο χωρίς να κατέβω καν για πρωινό. Αχ, τι θυσίες κάνω για το καλό της ομάδας! Ανδριάντα πρέπει να μου στήσουν.

Και δεν κάνω πλάκα.

«Άντε, ρε Λιλς! Πού ήσουν;» μου φωνάζει ο Μόργκαν, όταν επιτέλους καταφτάνω στα αποδυτήρια.

Παίρνω μερικές βαθιές ανάσες, για να ξελαχανιάσω. Τουλάχιστον έκαμα ζέσταμα.

«Λοιπόν. Ελάτε να δούμε μία τελευταία φορά το πλάνο.»

Εμφανίζω με το ραβδί μου ένα πλαστικό δείγμα του γηπέδου στον αέρα με μινιατούρες μας στην εκάστοτε θέση.

«Χιούγκο, εσύ ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, δεν αφήνεις μπαλιά να περάσει. Στην αρχή δεν θα βγαίνεις καθόλου. Θα είσαι κολλημένος στα τέρματα. Πιο μετά, αν χαλαρώσει το παιχνίδι βλέπουμε. Εσύ, Μόργκαν, θα αναλάβεις τον εσωτερικό διάδρομο και εγώ με τον Πήτερ τους εξωτερικούς. Η Ελοΐς με τον Γκουστάβ κλασικά την άμυνα. Θέλω σκληρό παιχνίδι. Μπορεί οι Χάφλπαφ να είναι δίκαιοι, αλλά μην ξεγελιέστε. Είναι σκληρά καρύδια. Πωλ, εσύ δεν θα ανακατευτείς με το παιχνίδι. Σε θέλω πάνω ακριβώς από τον Χιούγκο με τα μάτια σου δεκατέσσερα, εντάξει;»

Ρίχνω ένα βλέφαρο στους συμπαίκτες και την μία συμπαίκτρια μου.

«Τι έγινε, ρε παιδιά; Γιατί με κοιτάτε λες και μιλάω Κινέζικα;»

«Λίλι, γιατί μιλάς Κινέζικα;»

Σπρώχνω τον Χιούγκο από τον ώμο.

«Άντε, ρε σαχλέ, από εδώ.»

Επιστρέφει στην ισορροπία του και με σαρώνει εξεταστικά με τα μάτια του.

«Λίλι, είσαι καλά;»

Έπειτα στρέφεται στους υπόλοιπους.

«Δεν είναι κάπως, είναι κάπως…»

«Κίτρινη,» τελειώνει την φράση του η Ελοΐς.»

«Ρε, θα με τρελάνετε;» φωνάζω.

Για καλό και για κακό, ωστόσο, πηγαίνω ως τον καθρέφτη του νιπτήρα που έχουμε στα αποδυτήρια και παρατηρώ την αντανάκλαση μου.

Ιω ιω ιου ιου! Δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι, είναι, είναι δυνατόν!

Πιάνω τον καθρέφτη με τα χέρια μου προσπαθώντας να βρω τον άνθρωπο που κρύβεται από πίσω και μου κάνει πλάκα. Τα δάχτυλα μου γλιστράνε στην παγωμένη επιφάνεια. Τα φέρνω κοντά στο πρόσωπο μου. Κίτρινα δάχτυλα. Τα ακουμπάω στα μάγουλα μου. Κίτρινα μάγουλα. Στα μάτια μου. Σχιστά. Με μαύρες κόρες. Στα μαλλιά μου. Μαύρα και αυτά, ίσια αλλά κοντά, με το ζόρι φτάνουν στα αυτιά μου. Το πηγούνι μου πιο προτεταμένο, τα ζυγωματικά μου πιο έντονα. Τα δάχτυλα μου κατρακυλάνε στον λαιμό μου. Μήλο του Αδάμ είναι αυτό;

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!

Έγινα Κινέζος!

Είμαι έτοιμη να βάλω τα κλάματα. Πώς το έπαθα έτσι αυτό, Χέλενα μου!

«Φωνάξτε κάποιον! Φωνάξτε κάποιον να με βοηθήσει!»

«Λίλι, ηρέμησε! Ηρέμησε! Δεν καταλαβαίνουμε λέξη από όσα λες!» προσπαθεί να με κατευνάσει ο Χιούγκο.

Τα μάτια μου παίζουν μέσα στις κόγχες τους σαν παλαβά. Αμάν! Αμάν, αμάν, αμάν, αμάν, αμάν! Τι θα κάνω; Τι θα κάνω, η δύσμοιρη, τι θα κάνω!

Ωχ! Ωχ! Ωχ, ωχ, ωχ, ωχ, ωχ, ωχ, ωχ!

Βάζω τα χέρια μου και ψαχουλεύω μέσα από την φόρμα μου. Μία ανάσα ανακούφισης μου ξεφεύγει. Τουλάχιστον δεν φύτρωσα αρχίδια. Μετά ωστόσο ξαναφοβάμαι, ότι επειδή δεν φύτρωσα ακόμα δεν σημαίνει ότι δεν θα φυτρώσω αργότερα έτσι και παραμείνω για πολλή ώρα σε αυτήν την κατάσταση. Σάλαζαρ! Τι θα κάνω; Πώς θα αντικρίσω ξανά τον Άλεξ; Εντάξει Κινέζος, αλλά και άντρας; Αν δεν με έχει χωρίσει ως τώρα, θα με χωρίσει σίγουρα μετά από αυτό.

Ακούγεται το πρώτο σφύριγμα του αγώνα. Πάει να πει οι ομάδες πρέπει να εμφανιστούν στο γήπεδο για προθέρμανση.

«Μαλάκα, ξεκινάμε!» αναφωνεί ο Πήτερ. «Και τώρα;»

«Πάω να φωνάξω τον προπονητή. Αυτός θα ξέρει τι να κάνει.»

Ο Μόργκαν φεύγει αστραπή και μένουμε οι υπόλοιποι να κλαίμε τα χαΐρια μου.

«Μα καλά, πώς το έπαθες αυτό;» απορεί ο Γκουστάβ.

Δεν ξέρω, πραγματικά δεν έχω ιδέα!

Τότε μου έρχεται φλασιά.

«Το βιβλίο! Το βιβλίο της Κινέζας!»

Πιάνω τον Χιούγκο από το πέτο και τον ταρακουνάω.

«Το βιβλίο στο Φεστιβάλ. Είχε γεύση λεμόνι.»

Ο Χιούγκο αποπειράται να απελευθερωθεί.

«Ψυχραιμία, ψυχραιμία. Όλα θα διορθωθούν.»

Συνειδητοποιώ, ότι όντως δεν καταλαβαίνει λέξη από ό,τι λέω, παρότι στα αυτιά μου ακούγομαι να μιλάω κανονικά. Τόσο εκείνος όσο και η υπόλοιπη ομάδα με κοιτάνε σαν εξωτικό θηρίο, λίγο επικίνδυνο και πολύ τρελαμένο.

«Δεν καταλαβαίνω τι μου λες, Μόργκαν. Τι τρελά είναι αυτά τα πράγματα;»

«Μα όχι σας λέω την αλήθεια.»

Ο Μόργκαν μπαίνει μέσα στα αποδυτήρια κουστωδία με τον Γουντ.

«Τι γίνεται εδώ πέρα;» μας κοιτάζει εξονυχιστικά όλους έναν-έναν. «Πού είναι η Πότερ;»

Του δείχνουν εμένα.

«Και γιατί κάνει τον Κινέζο;»

«Δεν τον κάνει, κύριε. Αυτός σας εξηγούσα,» παραπονιέται ο Μόργκαν.

«Σσσς, σιωπή!» επιβάλλεται ο Όλιβερ.

Πλησιάζει κοντά μου. Με κάποιο φόβο στο βλέμμα πρέπει να δηλώσω. Με μία αποφασιστική κίνηση μου γραπώνει το πρόσωπο και το γυρίζει μία δεξιά, μία αριστερά, μία επάνω, μία κάτω.

«Κάτι έχει γίνει εδώ.»

Άντε ρε! Και εγώ νόμιζα όλα καλά!

«Τι να κάνουμε; Έχει αρχίσει και βγάζει γένια!»

Γυρίζω απότομα στον καθρέφτη. Διαπιστώνω με τρόμο πως ο Γκουστάβ έχει δίκιο. Ένα γενάκι σχηματίζεται δειλά κάτω από το πηγούνι μου. Οιμέ! Εντάξει, βέβαια, όχι για να το παινευτώ, αλλά και σαν Κινέζος είμαι τρελό γκομενάκι. Εγώ μία φορά θα με γούσταρα.

Ο Όλιβερ τρίβει το σαγόνι του με το χέρι του. Αχ, και ο Άλεξ μου το κάνει αυτό. Από εκείνον θα έμοιασε!

«Να φωνάξουμε τον πατέρα της;» προτείνει ο Μόργκαν. «Κάτι παραπάνω θα ξέρει.»

Μην χάσει ευκαιρία ο θαυμαστής να συναντήσει το είδωλο του!

«Θα έρθει ο Χάρυ Πότερ εδώ; Ο Χάρυ Πότερ;» γουρλώνουν τα μάτια του Γκουστάβ.

«Όχι, όχι τον πατέρα της!» φωνάζει ο Γουντ. «Δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε να ματαιωθεί ο αγώνας. Αναγκαστικά θα παίξει έτσι και μετά βλέπουμε.»

Ο Όλιβερ δεν πρέπει να παίρνει το μέρος καμίας ομάδας. Στην θεωρία. Φυσικά κάνει μπαμ από μακριά πόσο Γκρίφιντορ είναι.

«Μα δεν μπορεί να παίξει έτσι,» εξανίσταται η Ελοΐς. «Δεν καταλαβαίνουμε γρι από όσα λέει. Πώς θα συνεννοούμαστε;»

Ένα χαρτί, ένα χαρτί, παιδιά, μπας και βγάλουμε καμία άκρη! Εμφανίζω ένα με το ραβδί μου και ξεκινώ να γράφω.

Φωνάξτε την

Το χέρι μου σχηματίζει κάτι σπιτάκια και ανθρωπάκια. Ωχ, αμάν! Έχασα και την ικανότητα της γραφής τώρα;

«Σαν κάτι να θέλει να μας γράψει,» ο Πήτερ κοιτάζει επάνω από τον ώμο μου. «Μμμ, τι λες να σημαίνει αυτή η μαγκούρα;»

«Χμμ, δεν ξέρω,» απαντάει ο Πωλ.

«Παιδιά, δεν είναι μαγκούρα. Φίδι είναι,» πετάγεται ο Γκουστάβ. «Οι Σλίδεριν θα την έκαναν την ζημιά, να το ξέρετε!»

Χώνω μία σφαλιάρα στον σβέρκο του ηλίθιου. Όμως η απόπειρα τους να αποκρυπτογραφήσουν τις ζωγραφιές μου μού δίνει έμπνευση. Δεν είμαι και η καλύτερη στο σχέδιο, αλλά μία απλή απεικόνιση θα την καταφέρω ελπίζω.

«Τι να είναι αυτό;» αναρωτιέται ο Πωλ.

«Μοιάζει με μία κουράδα που είχα κάνει κάποτε.»

Ευχαριστούμε τον Πήτερ για αυτήν την χρήσιμη πληροφορία που μοιράστηκε μαζί μας.

«Πω, αδερφέ, αλήθεια; Πώς τα κατάφερες;» ο Πωλ κοιτάζει με θαυμασμό τον δίδυμο του.

Ρε, είστε εντελώς βλαμμένα;;;;;;;;;

«Την Ρόουζ!» ουρλιάζω από αγανάκτηση. «Φέρτε μου την Ρόουζ!»

«Την Ρόουζ!» αναφωνεί ο Χιούγκο. «Να φωνάξουμε την Ρόουζ!»

Επιτέλους και ένας, ένας λογικός άνθρωπος μέσα σε όλο αυτόν τον συρφετό! Κάθομαι καταπονημένη σε έναν πάγκο και περιμένω για ακόμα μία φορά την από μηχανής θεά μου. Ευτυχώς, ευτυχώς που όλη μου η οικογένεια έχει έρθει να με δει και μέσα σε αυτούς και η Ρόουζ. Έχω να την δω από την αρχή του εξαμήνου και παρότι γράφουμε πολύ τακτικά η μία στην άλλη μου έχει λείψει απίστευτα. Δεν είναι όμως μόνο αυτός ο λόγος που με το που την βλέπω να περνά το κατώφλι τον αποδυτηρίων με πιάνουν τα ζουμιά. Μόλις με αντικρίζει τρέχει κοντά μου και με κλείνει στην αγκαλιά της.

«Λιλούκο μου! Λιλούκο μου! Τι έπαθες;»

Ρουφάω την μύτη μου, που πια δεν είναι η μύτη μου αλλά αυτού του Κινέζου που πήγα και μεταμορφώθηκα, και της απευθύνω το πιο απελπισμένο μου βλέμμα.

«Μην μου στενοχωριέσαι, όλα θα τα φτιάξουμε.»

«Ρόουζ, μπορείς να κάνεις κάτι;» ρωτάει γεμάτος ελπίδα ο Χιούγκο.

«Δεν ξέρω ακριβώς τι έχει γίνει. Πρέπει να την πάμε στο νοσοκομείο.»

«Όχι, στο νοσοκομείο!» επεμβαίνει ο Όλιβερ. «Δεν έχει κάτι, μία χαρά είναι. Απλά μιλάει Κινέζικα. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό;»

Ούτε εγώ θέλω να πάω στο νοσοκομείο και κυρίως δεν θέλω να χάσουμε τον αγώνα εξαιτίας μου. Έτσι και γίνει αυτό, οι Χάφλπαφ θα πάρουν αμέσως όλους τους βαθμούς και έτσι αποκλείεται να τους φτάσουμε ποτέ και να βγούμε πρώτοι. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό στην ομάδα μου. Για αυτό πιάνω το χέρι της Ρόουζ και της το σφίγγω απαλά προσπαθώντας να της μεταφέρω ότι συμφωνώ. Πρέπει να το καταλαβαίνει, επειδή αφήνει μία βαθιά ανάσα που όποιος ξέρει τόσο καλά την Ρόουζ όσο εγώ μπορεί να την μεταφράσει σωστά ως ας είναι.

«Το μόνο που μπορώ να κάνω για την ώρα είναι να φτιάξω έναν μεταφραστή, ώστε να μεταφράζει αυτόματα τα όσα λέει στα Αγγλικά.»

«Ναι, ναι, μια χαρά είναι αυτό! Κάνε αυτό,» λέει ο Όλιβερ.

«Επιμένω ωστόσο πως κανονικά πρέπει να πάει στο νοσοκομείο. Δεν ξέρουμε τι μαγικό είναι αυτό και πόσο επιβλαβές μπορεί να είναι.»

«Καλά-καλά. Μόλις τελειώσει ο αγώνας θα την πάω εγώ ο ίδιος. Σου το υπόσχομαι.»

Η Ρόουζ παίζει με πάρεση τα μάτια της. Ύστερα βγάζει το ραβδί της από την τσέπη του χοντρού παλτού της.

«Έχεις κανένα φυλαχτό, κάποιο κόσμημα κάτι;» με ρωτάει.

Κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά. Το βραχιόλι του Άλεξ το βγάζω στους αγώνες όπως και όλα τα χρυσαφικά μου για να μην τα χαλάσω.

«Μφφ, καλά.»

Ξεκουμπώνει τα σκουλαρίκια από τα αυτιά της. Είναι δύο μαργαριτάρια. Τα τοποθετεί στην χούφτα της και με το ραβδί της επιτελεί ένα μαγικό περίπλοκο και δύσκολο που δεν έχω ξανακούσει. Πρέπει να πιάνει, επειδή το ολοκληρώνει ικανοποιημένη και έπειτα μου δίνει τα σκουλαρίκια να τα φορέσω.

«Για μίλα να δούμε.»

«Μιλάω, μιλάω. Ένα-δύο-ένα.»

Χαμόγελα ανακούφισης απλώνονται στα πρόσωπα όλων.

«Ω, Ρόουζ, σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ!» πέφτω επάνω της και την γεμίζω φιλιά. «Τι θα έκανα χωρίς εσένα;»

Παραμένω Κινέζος, όμως τουλάχιστον οι γύρω μου μπορούν τώρα να καταλάβουν τι στο καλό λέω.

«Έλα, εντάξει, δεν έκανα και τίποτα. Φροντίστε όμως να κερδίσετε!»

«Όσα τέρματα βάλω είναι αφιερωμένα σε εσένα!»

Την φιλάω ξανά.

«Δεν θέλω να χαλάσω την συναισθηματική στιγμή, όμως τσακιστείτε! Ο αγώνας έχει καθυστερήσει ήδη είκοσι λεπτά!» γκαρίζει ο Γουντ.

Πετάγομαι επάνω. Δεν θα αφήσω αυτήν την αναποδιά να με πτοήσει. Θα τα δώσω όλα για όλα σήμερα.

«Καλή επιτυχία,» μας εύχεται η Ρόουζ και αποχωρεί.

Η ομάδα συγκεντρωνόμαστε στην μέση και πιανόμαστε αγκαλιά.

«Ένα, δύο, τρία, σντό!» κραυγάζουμε την ιαχή του νικητή.

Μένει μόνο να δούμε, αν θα καταφέρουμε να είμαστε εμείς αυτός.

ΧΧΧΧ

Είμαι στην πτέρυγα του νοσοκομείου και είμαι ακόμα Κινέζος. Να σας πω όμως κάτι; Δεν με απασχολεί καθόλου! Γιατί; Γιατί ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ! Ευτυχώς το σώμα του Κινέζου με επηρέασε μόνο εξωτερικά και όχι στην φυσική κατάσταση μου και έτσι δεν είχα κανένα πρόβλημα να παίξω. Αντιθέτως, έκανα τρελό παιχνίδι. Όλοι το είπανε. Έχω μία τάση να εκτονώνω στο κουίντιτς ό,τι ενέργεια από αρνητικά αισθήματα συσσωρεύω μέσα μου. Αυτό είναι θετικό, αν λάβουμε υπόψη πως έχω πάντα μιλούνια αρνητικά αισθήματα. Απόψε ωστόσο είμαι χαρούμενη, ειλικρινά. Οι Χάφλπαφ έφαγαν την σκόνη μας.

«Καλά και εκεί που λες στην Καμ θα πάω αριστερά και πήγες όντως αριστερά, ενώ αυτή είχε πάει δεξιά για να σε σταματήσει και γύρισε τόσο απότομα που έπεσε από την σκούπα της είχε τρελό γέλιο,» χαχανίζει ο Γκουστάβ με τα κατορθώματα μου.

Είμαστε όλη η ομάδα στο νοσοκομείο. Κάθομαι σε ένα κρεβάτι και οι υπόλοιποι είναι διασκορπισμένοι γύρω μου. Μιλάμε για τον αγώνα και τρελαινόμαστε στα γέλια.

«Και εκεί, εκεί που πας να σκοράρεις και στέλνεις φιλάκια στον Γκόχορν. Χαχαχαχαχα! Η φάτσα του ήταν όλα τα λεφτά!»

Το φαντάζομαι. Δεν βλέπεις άλλωστε καθημερινά έναν άσχετο Κινέζο να σου στέλνει φιλάκια.

«Πωω, εντάξει, έπρεπε να μαγνητοσκοπήσουμε τις φάτσες τους, όταν βγήκαμε στο γήπεδο,» λέει ο Χιούγκο. «Σε κοίταζαν λες και ήσουν ουρανοκατέβατη.»

Που υπό μία έννοια ήμουν.

Εδώ οι δικοί μου δεν με αναγνώρισαν. Και με τα δίκια τους. Η Ρόουζ μου είπε, ότι ο πατέρας μου καθόταν δίπλα της και την ρώτησε ποιος είναι αυτός ο Κινέζος. Θα πλήρωνα για να έβλεπα την έκφραση του, όταν του απάντησε η κόρη σου.

«Ωααα, ήταν φοβερό παιχνίδι.»

Ο Χιούγκο πέφτει στα μαξιλάρια δίπλα μου.

«Με τόσους πόντους διαφορά δεν πιστεύω να έχουμε πρόβλημα να βγούμε πρώτοι μέχρι τα Χριστούγεννα,» σχολιάζει ο Μόργκαν.

«Ναι! Τα έχουμε σίγουρα τα εισιτήρια για την Πάντλμηρ,» ζητωκραυγάζουν μαζί Πωλ και Πήτερ.

Η αναφορά στην ομάδα του Άλεξ μου προκαλεί ένα σφίξιμο στο στομάχι παρά την χαρά μου. Δεν ήρθε. Μου έστειλε μόνο ένα μήνυμα ότι δεν θα μπορέσω, ελπίζω την επόμενη φορά. Βέβαια ούτε ο Τζέιμς κατάφερε να έρθει, επομένως θέλω να πιστεύω πως είχε να κάνει κάτι με την ομάδα. Αντιθέτως, όλη μου υπόλοιπη οικογένεια ήταν εκεί. Και όταν λέω όλη, εννοώ όλη. Ήρθαν μέχρι και η γιαγιά με τον παππού. Μία ολόκληρη εξέδρα είχαν γεμίσει οι Γώτερς. Μετά με συγχάρηκαν και βγάλαμε και φωτογραφίες και από όλα. Θα έχει πολύ πλάκα να τις βλέπω μετά από κάποιο καιρό και να παρατηρώ εμένα, τον Κινέζο.

Παλαμάκια ακούγονται και η μαντάμ Μάνφυ εμφανίζεται.

«Έλα, παιδιά, τελείωσε το επισκεπτήριο. Αύριο πάλι. Αφήστε την ασθενή να ξεκουραστεί.»

Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τι έχω και ίσως χρειαστεί τελικά να διακομιστώ το πρωί στο Σαιντ Μούνγκος. Για το βράδυ η μαντάμ Μάνφυ επέμενε πως πρέπει να παραμείνω στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. Προσωπικά αισθάνομαι μία χαρά και εφόσον δεν μου φύτρωσαν αρχίδια πάλι καλά να λέω. Βέβαια, εννοείται ανυπομονώ να επιστρέψω στην κανονική μου μορφή. Όμως ούτε ο πατέρας μου δεν ήξερε τι ουσία είχε αυτό το βιβλίο και πώς αντιπαρέρχεται. Δώσαμε διορία μία νύχτα, μήπως και περάσει μόνη της η επήρεια μέσα στο πρώτο εικοσιτετράωρο, και έτσι και είμαι ακόμα σε αυτήν την κατάσταση αύριο, θα ειδοποιήσουμε τους γονείς μου να έρθουν να με πάρουν. Η Τζινέβρα φρίκαρε εντελώς όταν είδε το μουσάκι μου. Της λέω: μάνα, τώρα έχεις τρία αγόρια. Δεν το βρήκε ιδιαίτερα αστείο. Περιττό να αναφέρω, πως ο Βιβλιοφάγος της Κινεζούλας δεν θα πάρει άδεια ούτε τον επόμενο αιώνα, ενώ πραγματικά εύχομαι αυτή να μην βρίσκεται ακόμα στην Αγγλία, επειδή έτσι και την πιάσει ο πατέρας μου στα χέρια του, δεν την βλέπω καθόλου καλά.

Τα παιδιά με αποχαιρετάνε, η μαντάμ Μάνφι κλείνει το φως και μέσα σε λίγα λεπτά κοιμάμαι έναν μπαμπακένιο ύπνο.

Ξυπνώ μέσα στην μέση της νύχτας και συνειδητοποιώ, πως δεν είμαι μόνη. Το μοναδικό φως που μπαίνει στο δωμάτιο είναι του φεγγαριού μέσα από τα μεγάλα παράθυρα και στο γαλαζωπό μισοσκόταδο παρατηρώ μία φιγούρα να στέκεται δίπλα μου. Τρομάζω ελαφρά και ενστικτωδώς κάνω να φωνάξω, μα συγκρατούμαι όταν αναγνωρίζω αυτήν την σκοτεινή μορφή. Η έκπληξη μου ωστόσο δεν μετριάζεται.

«Τι κάνεις εδώ;» ανασηκώνομαι στα μαξιλάρια.

Προχωρά ένα βήμα μπροστά και το μισό του πρόσωπο φωτίζεται από το φεγγαρόφωτο. Μοιάζουν αλλιώτικα τα χαρακτηριστικά του έτσι. Πιο ομιχλώδη, λιγότερο ευδιάκριτα, σαν σκιαγραφημένα.

«Ήθελα να δω μόνος μου το θέαμα.»

Χαμογελάει και έχω τόσο καιρό να δω ολόκληρο το χαμόγελο του που κάτι πεταρίζει μέσα μου. Ειδικά που επιλέγει να καθίσει στο κρεβάτι πλάι μου και η θέρμη του σώματος του μου μεταφέρεται παρά τα σκεπάσματα που μας χωρίζουν.

«Καλά τα κατάφερες και πάλι.»

«Ναι, η γκαντεμιά είναι το μεσαίο μου όνομα.»

Χαμογελώ και εγώ.

«Το δικό σου ποιο είναι;»

Ασήμαντη ερώτηση, θα μου πείτε. Είναι όμως τέτοιες αδιάφορες λεπτομέρειες που καθιστούν τον άνθρωπο απέναντι σου και αντιλαμβάνομαι, πως αν μου έχει λείψει κάτι από την στιγμή που μπήκε ξανά στην ζωή μου είναι ακριβώς αυτό. Να τον αισθανθώ ανθρώπινο.

Κάνει μία γκριμάτσα.

«Αν σου πω, θα πρέπει να σε σκοτώσω.»

«Έλα!» με ιντριγκάρει. «Δεν θα το πω σε κανέναν. Υπόσχεση.»

«Αυγερινός.»

Συγκρατώ έναν καγχασμό.

Ίαν Αυγερινός Πάρκινσον. Αλήθεια τι σκεφτόταν η μάνα του όταν τον βάφτιζε; Μετά συλλογίζομαι πως η μάνα του έχει σκοτωθεί υπό αδιευκρίνιστες μέχρι στιγμής συνθήκες και πως γενικά δεν σκεφτόταν και ιδιαίτερα και σωπαίνω. Με φοβίζει όμως η σιωπή. Στις άκρες της ελλοχεύει η φυγή και για αυτό την σπάω με ό,τι βρίσκω.

«Πώς είναι η ζωή στην Κούβα;»

Δεν απορεί με την τετριμμένη ερώτηση μου. Σάμπως η κανονικότητα να είναι αυτό που έχει έρθει να αναζητήσει και η αποδοχή του με ενθουσιάζει και ηρεμεί ταυτόχρονα.

«Ξέγνοιαστη, αν την περιέγραφα με μία μόνο λέξη. Διαφορετική αρκετά από εδώ. Ίσως να ευθύνεται ο καιρός, δεν ξέρω. Όμως εκεί ό,τι προβλήματα και αν υπάρχουν κανείς δεν ασχολείται ιδιαίτερα με αυτά. Ο ήλιος δικαιολογεί τα πάντα.»

Μου λέει και άλλα, και άλλα, και άλλα πολλά. Τον ρωτάω ακατάπαυστα μην θέλοντας να σιωπήσει και εκείνος μοιάζει πρόθυμος να μου απαντήσει σε όλα. Για το πώς ήταν το σχολείο στο Μεξικό, πώς μετακόμισε στην Κούβα, πώς είναι τα μαθήματα εκεί, τι κάνουν στις ελεύθερες ώρες τους, τι σκέφτεται να κάνει μετά, αν θα επιστρέψει ποτέ Αγγλία. Αποφεύγω όλα τα ζητήματα που αφορούν σε εμάς ή στην Άνα. Θέλω να μάθω για εκείνον και μόνο. Θέλω να μάθω τόσα πολλά όσα δεν είχα μάθει όσο καιρό ήμασταν μαζί. Όχι μόνο ζευγάρι, αλλά και συμμαθητές. Δεν νομίζω πως έχουμε ξαναμιλήσει τόση πολλή ώρα συνολικά.

Παρατηρώ στο πρόσωπο του την μεταβολή από το ασημί της νύχτας στο πιο βαθύ σκοτάδι και έπειτα στο γκρίζο του λυκαυγούς.

Στρέφεται προς το παράθυρο πίσω από το κρεβάτι μου.

«Ξημερώνει.»

Η φωνή του έχει γρεζάρει από την συνεχόμενη ομιλία. Εγώ περισσότερο άκουγα. Είχα ανάγκη να ακούσω.

Τα μάτια του επιστρέφουν σε εμένα.

«Φαντάζομαι δεν θέλεις να μείνεις έτσι;»

«Όχι, η αλήθεια είναι θα προτιμούσα να έχω πίσω τα κόκκινα μαλλιά μου, όσο και αν γκρινιάζω για αυτά.»

Απλώνει το χέρι του και μου χουφτώνει το μάγουλο. Είναι τόσο απρόσμενη η χειρονομία του και τόσο ξεχασμένο το χάδι του που κοκαλώνω στην θέση μου. Ενώνει τα βλέμματα μας και είναι μία ένωση τέτοιας έντασης που δεν μου επιτρέπεται να ανοιγοκλείσω καν τα βλέφαρα μου. Κρατάει μονάχα ένα λεπτό. Ύστερα η παλάμη του απομακρύνεται και στα δάχτυλα του μπλέκονται μερικές κόκκινες τούφες.

«Πώς-πώς το έκανες αυτό;»

Αποπροσανατολισμένη και κατάπληκτη ψηλαφώ το κορμί μου. Το δέρμα μου είναι ξανά άσπρο με μικρούλες φακιδούλες. Το πρόσωπο μου απαλλαγμένο από την ανεπιθύμητη τριχοφυΐα, τα μαλλιά μου ξανά μακριά, ενώ είμαι σίγουρη πως αν κοιτάξω σε καθρέφτη η γνώριμη φάτσα μου θα με περιμένει.

Δεν γίνεται αυτό που έκανε. Απλά δεν γίνεται! Ούτε η Ρόουζ δεν μπορούσε να το κάνει που δεν υπάρχει καλύτερη στα ξόρκια. Ούτε ο πατέρας μου ούτε η ΜακΓκόναγκαλ. Κανείς δεν ήξερε πώς να σπάσει την επίδραση του ελιξιρίου. Και εκείνος χρειάστηκε ένα άγγισμα και μερικά δευτερόλεπτα. Τον παρατηρώ ενεή και είναι τόσο αντικρουόμενα τα συναισθήματα που με κατακλύζουν. Ο άνθρωπος Ίαν που αποκάλυψα απόψε με κόπο παραμορφώνεται πίσω από την διάθλαση ενός μάγου που δεν γνωρίζω.

«Μου λες ευχαριστώ άλλη φορά.»

Τον βλέπω να σηκώνεται από το κρεβάτι και να φεύγει από το νοσοκομείο και δεν αντιδρώ. Παραμένω σε κατάσταση βραχυκυκλώματος. Μου παίρνει αρκετή ώρα να πεταχτώ όρθια και να τρέξω στον καθρέφτη του μπάνιου. Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό που αντικρίζω. Η Λίλι είναι ξανά εδώ.


Κεφαλαιάρα σήμερα! Από όλες τις απόψεις, αν μου επιτρέπεται, χαχα! Λίλι Κινέζος και χαμούλης κακός! Σχολιάστε!

Προς Νέλι: Επειδή ο Μάλφοϋ έσωσε τον Φρεντ δεν σημαίνει πως στην αρχή δεν ήταν νεκροφάγος, αλλά αυτό είναι πλοκή για άλλη ιστορία, χιχι! Φυσικά, η Λίλι σε εκείνο το σημείο κάνει πλάκα με το γνωστό χονδροειδές της χιούμορ. Ο Ίαν δεν έβγαλε την μπλούζα του, αλλά σαν κάπως να αποκαταστάθηκαν τα πράγματα, τι λες; Την Ζουλιέτ Μανού την φαντάζομαι σαν την Ζουλιέτ Μπινός στο Μπλε του Κισλόφσκι που είναι ταινιάρα και να την δείτε σίγουρα!

Προς Yolanda: Χαχαχα! Το κόλλημα σου με τον Ζαμπίνι είναι χειρότερο από της Λίλι για τον Άλεξ.

Προς Κωστή: Όντως κόπιασε πολύ για αυτήν την σχέση. Νομίζω αν δεν είχε κοπιάσει τόσο, θα ήταν τελείως διαφορετική η συμπεριφορά της.

Προς Natassa22: Πολύ καλύτεροι κιόλας; Πάντως, παραδέξου το, θα ήταν πάρα πολύ εύκολο απλά να βγάλει την μπλούζα του! Θέλουμε πιο πολύ ζουμί!

Προς Κάταλιν: TeamIanCap μου τα χαλάς! Τώρα θες και τον Ζαμπίνι! Μου φαίνεται εκτός από τον Ίαν μοιάζεις και στην Λίλι που δεν ξέρει ούτε αυτή τι θέλει!

Προς Nushka: Μήπως αυτό είναι πιο απολαυστικό; Λέω εγώ τώρα! Χαχαχα, εννοείται δεν χαλιόμαστε για τον Αλεξάκο!

Σας ευχαριστώ πολύ-πολύ και σας αγαπώ περισσότερο!

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ