ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ζαλίζομαι. Τα φλας αστράφτουν παντού γύρω μου και με τυφλώνουν. Υπομένω καρτερικά το μαρτύριο τους. Φωνές φωνάζουν το όνομα μου. Από εδώ. Από εδώ. Χαμογέλα. Δείξε μου το πιο φωτεινό σου χαμόγελο. Το έχω κολλήσει στην φάτσα μου σαν με τσιρότο. Δόντια και χείλη στρατευμένα στην υποκρισία. Πώς αλλιώς να δικαιολογήσω, ότι είναι η ημέρα της αποφοίτησης μου και αντί να χαίρομαι το μόνο που θέλω είναι να πάψω να υπάρχω; Ο χρόνος δεν με βοήθησε. Δεν μου απάλυνε τον πόνο. Αντίθετα με κάνει να σκέφτομαι συνεχώς πως σήμερα είναι η τελευταία ημέρα. Σήμερα είναι η ημέρα του αποχαιρετισμού. Μετά από σήμερα δεν θα τον δω ξανά πια. Σήμερα, μετά το πέρας της τελετής, το σχολείο τους θα φύγει και μαζί του και εκείνος. Από την ζωή μου και από τον κόσμο μου.

Οι Κουβανοί γιορτάζουν διπλά. Η Μέρσι κέρδισε στο Τρίαθλο και τους ανακήρυξε νικητές. Αφού κατεβαίνουμε όλοι από το πάλκο με τα απολυτήρια ανά χείρας, ξεκινά το πραγματικό πάρτι. Οι γονείς και οι λοιποί συγγενείς με αγκαλιάζουν και μου δίνουν συγχαρητήρια, όμως η δική μου προσοχή είναι στραμμένη αλλού. Λίγα μέτρα μακριά τα παιδιά του Κάγιος ντε Φουέντε παίζουν μπουγέλο με τις βεντάλιες τους. Φοράνε άσπρα και έτσι όπως το νερό καταλήγει με ορμή στο σώμα τους διαγράφει την επιδερμίδα τους. Μία είναι η επιδερμίδα που με καίει. Μία είναι αυτή που δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου, λες και τελικά εγώ είμαι αυτή που έχει κάνει το τατουάζ που αχνοφαίνεται μέσα από την λευκή μπλούζα και όχι εκείνος. Σφαλίζω τα μάτια μου, για να μην κλάψω.

«Συγχαρητήρια.»

Όταν τα ξανανοίγω, στέκεται μπροστά μου ο Άλεξ.

«Ευχαριστώ.»

Ξέρεις, σκέφτεσαι με το μυαλό σου, σκηνοθετείς, φτιάχνεις σενάρια, θα πω αυτό, θα κάνω εκείνο, θα γίνει το άλλο. Όμως τελικά η ζωή είναι πολύ μπανάλ. Απλά προχωρά μην δίνοντας σημασία σε αυτά που εσύ σχεδιάζεις.

«Είσαι πολύ όμορφη με την τήβεννο.»

Σηκώνει το χέρι του και σπρώχνει την φούντα που κρέμεται από το τετράγωνο καπέλο που φοράω πίσω από το πρόσωπο μου. Η έκφραση του γίνεται πολύ έντονη.

«Μου έλειψες τόσο πολύ.»

Μένω σιωπηλή.

«Θέλεις να συζητήσουμε λίγο;»

Κοιτάζω πάνω από τον ώμο μου. Καμία αλλαγή σκηνικού.

«Εντάξει.»

Απομακρυνόμαστε από το πλήθος και καταλήγουμε στις κερκίδες του Κουίντιτς. Εγώ κάθομαι. Ο Άλεξ στέκεται όρθιος μπροστά μου. Είναι ντυμένος στην πένα, με καλό παντελόνι και μεταξωτό πουκάμισο. Τα μανίκια του σηκωμένα μέχρι τους αγκώνες. Θυμάμαι πόσο πολύ μου άρεσε να χαζεύω τους βραχίονες του. Τόσο δυνατοί, τόσο αρρενωποί.

«Φαντάζομαι θα έχεις πολλές απορίες.»

Δεν περιμένει να συμφωνήσω. Είναι βέβαιος. Για αυτό μου τα εξηγεί όλα. Με κάθε λεπτομέρεια που δεν ζήτησα. Την συμφωνία, την προετοιμασία, τις μυστικές συναντήσεις, τα ψέματα, τις απειλές, τα προσημειωμένα χρήματα, τον κίνδυνο για την ζωή του.

«Δηλαδή δεν θα συνεχίσεις να παίζεις επαγγελματικά;»

«Όχι. Ποτέ δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Θα δουλεύω για την Ομοσπονδία. Στο Τμήμα Αντιμετώπισης Διαφθοράς.»

«Και το συμβόλαιο με την Πάντλμηρ;»

Τυπικά τουλάχιστον πρέπει να τηρηθούν τα προσχήματα. Δεν μπορεί να επιβεβαιωθούν αναίμακτα πληροφορίες που εμπλέκουν μία τόσο μεγάλη ομάδα όσο και αν οι φήμες κυκλοφορούν ελεύθερα. Σταδιακά θα αποσοβηθούν και θα μετατραπούν σε αστικό μύθο. Έτσι γίνεται πάντα.

«Ας πούμε ότι μέσα στο καλοκαίρι θα πάθω εντελώς ξαφνικά έναν πολύ σοβαρό τραυματισμό. Δεν θα μπορέσω να παίξω ξανά.»

«Είσαι ευτυχισμένος με την απόφαση σου;»

Δεν ρωτάω καθόλου ειρωνικά. Με ενδιαφέρει πραγματικά η απάντηση του.

«Ναι, είμαι. Βρήκα τον στόχο μου, αν το θες.»

Σκύβει το βλέμμα του για λίγο.

«Αν ήξερα, ωστόσο, ότι μπορεί να μου στοιχήσει εσένα, δεν θα το επέλεγα.»

«Άλεξ…»

Γονατίζει μπροστά μου και με αποπροσανατολίζει.

«Ξέρω πως υπήρξα άθλιος. Ξέρω πως έκανα τα άπειρα λάθη και σου είπα ψέματα και υποκρίθηκα ποιος ήμουν. Όμως τα αισθήματα μου, αυτά που αισθάνομαι για εσένα, η αγάπη μου, ο έρωτας μου, το πάθος μου, όλα είναι αληθινά. Όλα είναι για εσένα. Πάντα ήταν. Σε αγαπάω. Δεν σταμάτησα στιγμή να σε αγαπάω. Άπειρες φορές ήμουν στο τσακ να σου πω την αλήθεια. Ο λόγος που δεν το έκανα ήταν επειδή ήθελα να προστατεύσω εσένα. Δεν ήθελα να σε βάλω σε κίνδυνο. Υπήρχαν μέχρι και στιγμές που σκέφτηκα να τα παρατήσω, για να είμαι μαζί σου και μόνο. Αλλά ήμουν πολύ βαθιά μέσα στο παιχνίδι πλέον. Δεν μπορούσα να φύγω χωρίς να τινάξω την αποστολή στον αέρα. Δεν ήθελα να το κάνω αυτό και κακά τα ψέματα δεν θα μου άφηναν και το περιθώριο. Ήξερα πάρα πολλά για να με αφήσουν να φύγω έτσι αλώβητος από την σκηνή. Για αυτό έσφιξα τα δόντια και το έφτασα μέχρι τέλους.

»Για εμάς, για εσένα. Για να μπορούμε να είμαστε μαζί χωρίς παιχνίδια και ψέματα πια. Για να ζήσουμε μία φυσιολογική ζωή όπως την θέλουμε. Και ξέρω τι θα με ρωτήσεις. Και τα πάρτι και οι διασκεδάσεις για χάρη της αποστολής ήταν; Ναι, για χάρη της αποστολής. Έπρεπε να υποκριθώ τον πρωταθλητή, για να πιστέψουν όλοι ότι είμαι ένας. Ειδάλλως όλα θα πήγαιναν χαμένα. Όμως ποτέ, ποτέ, και αυτό στο λέω και στο υπογράφω, δεν έχασα τον προσανατολισμό μου. Δεν ξέχασα ποιος είμαι και ότι όλα τα κάνω για έναν ανώτερο στόχο. Αν όλη η ζωή μου τον τελευταίο χρόνο ήταν ψέμα, εσύ ήσουν η μόνη αλήθεια μου. Εσύ και όλα αυτά τα δυνατά και τα υπέροχα που αισθάνομαι για εσένα. Σε αγαπώ. Για τώρα και για πάντα.»

Βγάζει ένα κουτί από την τσέπη του παντελονιού του. Το ανοίγει και είναι αυτό που πιστεύω ότι είναι.

«Ξέρω ότι σου ζητάω πολλά, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ το μέλλον μου χωρίς εσένα. Αν μου δώσεις την ευκαιρία, κάθε ημέρα από εδώ και πέρα θα την αφιερώνω, για να σου δείχνω την αγάπη μου με κάθε ειλικρίνεια και αλήθεια. Ποτέ πια ψέματα μεταξύ μας. Λίλι Λούνα Πότερ, θα μου κάνεις την τιμή να με παντρευτείς;»

Δεν έχω πια κουράγιο να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Πλημμυρίζουν τα μάτια μου και θολώνουν την όραση μου. Θαμπώνουν την εικόνα αυτής της μεγαθηριακής πέτρας που λάμπει πιο αστραφτερά από τον ήλιο. Το δείγμα της αγάπης, της πίστης, της αφοσίωσης για μία ολόκληρη ζωή. Ενώνω την κλαμένη μου ματιά με την δική του. Μου χαμογελάει γεμάτος χαρά.

ΧΧΧ

Είναι η μυρωδιά του ζεστού καφέ που με ξυπνάει. Ανοίγω τα μάτια μου και αντικρίζω το όμορφο πρόσωπο του. Βγάζω έναν ακατάληπτο ζωώδη ήχο και στρέφω το κεφάλι μου από την άλλη προσπαθώντας να αποφύγω την διαύγεια του φωτός που μπαίνει από τα μισάνοιχτα παράθυρα. Εκείνος γελάει και σκύβοντας μού απιθώνει ένα φιλί στο κεφάλι, πριν αισθανθώ το βάρος του να μετακινείται στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. Είναι πάντα τόσο πρωινός τύπος και εγώ τόσο… καθόλου. Τον ακούω να ακουμπά την κούπα στο κομοδίνο και έπειτα να γυρίζει ξανά προς το μέρος μου και να… Όχι. Όχι αυτό. Όχι!

«Άλεξ!» φωνάζω πεταγόμενη επάνω όμως είναι πια αργά.

Έχει καταφέρει να με κλείσει στην αγκαλιά του και δεν με αφήνει να φύγω άλλο. Αντίθετα με ακινητοποιεί με το κορμί του και ο βασανισμός μου αρχίζει.

«Άλεξ, όχι, όχι, όχι!»

«Μικρή Λίλι, μην κάνεις έτσι. Ήρθε απλά η ώρα να σηκωθείς.»

«Δεν θέλω! Αχ, όχι, όχι! Όχι, άλλο! Άλεξ, σταμάτα, σταμάτα, χαχαχαχα, δεν μπορώ, σταμάτα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω!»

Επιτέλους δείχνει έλεος και το μαρτύριο του γαργαλητού φτάνει στο τέλος του.

«Το σιχαίνομαι, όταν το κάνεις αυτό,» μουτρώνω.

Ο μόνος τρόπος που μπορώ, ωστόσο, να δείξω την δυσαρέσκεια μου είναι με το βλέμμα μου, καθώς έχει μαγκώσει τα μπράτσα μου δίπλα στο κορμί μου και έχει καβαλήσει την μέση μου ισοπεδώνοντας με στο μαλακό στρώμα.

«Εγώ νομίζω ότι κατά βάθος σου αρέσει,» μουρμουρίζει χώνοντας την μύτη του στο χώρισμα μεταξύ του λαιμού και του ώμου μου φιλώντας με απαλά.

Δεν προλαβαίνω καν να αντιληφθώ την επαφή του και απομακρύνεται. Φυσικά. Έχει δουλειά σε μία ώρα και δεν κάνουμε ποτέ σεξ πριν από την δουλειά.

«Σου έφτιαξα καφέ,» με ενημερώνει έχοντας πια σταθεί όρθιος και ξεκινώντας να ντύνεται.

«Δεν θέλω,» γκρινιάζω. «Θέλω να κοιμηθώ με την ησυχία μου.»

«Χθες το βράδυ μου είπες να σε ξυπνήσω πριν φύγω, επειδή στις δέκα πρέπει να είσαι στην Χάι Στρητ.»

Ξεφυσώ αγανακτισμένα και τραβάω το πάπλωμα να σκεπάσει το κεφάλι μου.

«Θύμισε μου να μην ξανά αναλάβω ποτέ υποχρεώσεις άλλη φορά παρά μόνο μετά τις πέντε, όχι έξι, το απόγευμα.»

Ντυμένος πια έρχεται και κάθεται δίπλα μου στο κρεβάτι τραβώντας προς τα κάτω τα σκεπάσματα, αποκαλύπτοντας το πρόσωπο μου.

«Αφού κατά βάθος θέλεις να πας, απλά σου αρέσει να γκρινιάζεις.»

Με φιλά πεταχτά στα χείλη, πριν εμφανίσει ένα πακέτο και μου το προσφέρει.

«Χρόνια πολλά.»

Ανοίγω το δώρο του. Είναι μία κάρτα που γράφει Χαρούμενα 20 και δύο ταξιδιωτικά εισιτήρια ανοιχτού προορισμού και ημερομηνίας.

«Ευχαριστώ πολύ.»

«Δεν μοιάζεις ενθουσιασμένη.»

«Είμαι.»

«Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά. Και ένα διήμερο καλό θα είναι. Να αλλάξουμε λίγο παραστάσεις.»

«Βαρέθηκες να βλέπεις την φάτσα μου;»

«Νομίζω εσύ βαρέθηκες να βλέπεις την δική μου,» χαμογελάει. «Τέλος πάντων πρέπει να φύγω. Θα το συζητήσουμε το βράδυ, οκέι;»

Γνέφω καταφατικά. Μου αφήνει ένα στιγμιαίο φιλί στα χείλη, προτού σηκωθεί. Τον παρατηρώ να χώνεται μέσα στο τζάκι και να εξαφανίζεται. Έπειτα από λίγο σηκώνομαι και εγώ. Πηγαίνω μέχρι το σαλόνι και στέκομαι μπροστά από την μεγάλη τζαμαρία με θέα την θάλασσα του Μπράιτον. Πλέον το διαμέρισμα του Άλεξ είναι και δικό μου, όπως και το επίθετο του. Η βέρα στο δεξί χέρι μου το επιβεβαιώνει. Πρέπει να βιαστώ να φύγω, μου έχουν κανονίσει συνέντευξη στην Εβδομαδιαία Μάγισσα, όμως δεν γίνεται να το κάνω πριν από την πρωινή μου ιεροτελεστία. Καθήμενη στο τραπέζι της κουζίνας εμφανίζω το μυστικό μου τετράδιο και τα τσιγάρα μου. Ανάβω ένα και τραβώ απολαυστικά τον καπνό σαν μανιασμένη. Ο Άλεξ δεν ξέρει, πως καπνίζω. Το κάνω κρυφά. Ανοίγω στην τελευταία σελίδα και πίνοντας τις τελευταίες γουλιές από τον καφέ μου ξεκινώ το γράψιμο.

Έχω αποδεχτεί πια, ότι δεν λαμβάνεις τα γράμματα μου. Όλοι οι φάκελοι έχουν γυρίσει με την κόκκινη σφραγίδα του άγνωστου παραλήπτη. Και όμως, δεν σταματώ. Συνεχίζω να σου γράφω και να σου ταχυδρομώ. Όταν οι επιστολές μου επιστρέφουν, το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει με κάνουν να τις διαβάζω σαν καινούργιες. Λες και δεν τις έγραψα εγώ, μα ένα άλλο χέρι που περιγράφει την ζωή μου. Την αληθινή ζωή μου και όχι αυτήν που διαβάζει κανείς στα κουτσομπολίστικα περιοδικά που εξακολουθούν να ασχολούνται μαζί μου. Δεν γνωρίζω τον λόγο που το κάνουν. Δεν έχω κανένα νόημα ως άνθρωπος. Η ζωή μου δεν έχει κανένα ενδιαφέρον.

Είμαι παντρεμένη και ανεπάγγελτη. Τουλάχιστον αυτό το εφηβικό όνειρο μου πραγματοποιήθηκε. Τι ευτυχισμένη που είμαι! Δεν έχω με τίποτα να απασχοληθώ όλη μέρα πέρα από κοινωνικές εκδηλώσεις, σουαρέ και φιλανθρωπίες. Το βράδυ θα βρεθούμε με τον Άλεξ κάπου έξω για φαγητό, συνήθως με συναδέρφους του από την δουλειά ή κοινούς μας φίλους. Έπειτα θα επιστρέψουμε σπίτι. Κάποιες φορές θα κάνουμε έρωτα, όχι όλες. Ύστερα θα πλύνουμε τα δόντια μας, τα γεννητικά όργανα μας και θα ξαπλώσουμε να κοιμηθούμε. Την επόμενη ημέρα ξανά από την αρχή. Ξέρεις το μαρτύριο του Σίσυφου; Του αρχαίου βασιλιά της Κορίνθου που τιμωρήθηκε μετά θάνατο να ανεβάζει μία πέτρα μέχρι την κορυφή ενός λόφου μόνο και μόνο, για να την βλέπει να κατρακυλά από την άλλη πλευρά; Εις τον αιώνα των αιώνων.

Εκείνος, ωστόσο, έπρεπε να πληρώσει για τα κρίματα των πράξεων του. Εγώ για τι πράγμα πληρώνω; Ξέρω την απάντηση και είναι πολύ χειρότερη, μικρή μου. Διότι είναι χίλιες φορές προτιμότερο να τιμωρείσαι για όσα έκανες παρά επειδή δίστασες να κάνεις το οτιδήποτε. Η ζωή δεν είναι εύκολη ούτε δίκαιη ούτε καλή. Μερικές φορές, όμως, μερικές, ελάχιστες φορές, τόσο σπάνιες όσο τα παντοτινά ταίρια, σου προσφέρεται σε όλο της το μεγαλείο. Σκύβει μπροστά σου και τεντώνει τον μακρύ λαιμό της βορά στα χέρια σου να την σφάξουν. Είναι επίπονη διαδικασία, επίπονη, τρομερή και αιματοβαμμένη. Λίγοι μπορούν να την φέρουν εις πέρας. Οι περισσότεροι δειλιάζουν, φοβούνται το μαχαίρι που κόβει και από τις δύο πλευρές.

Έτσι τρόμαξα και εγώ. Οι παλάμες μου ήταν ήδη πληγιασμένες και δεν τόλμησα να τις χαράξω πιο βαθιά. Έχασα την ευκαιρία να σκοτώσω την ζωή και τώρα με σκοτώνει σιγά-σιγά εκείνη. Ίσως καλύτερα που δεν είσαι εδώ. Όλους τους μάρτυρες της αλλοτινής ύπαρξης μου τους έχω κάνει πέρα. Με την Έμιλι έχουμε να μιλήσουμε μήνες, με τον Φρανκ το ίδιο. Την οικογένεια μου την βλέπω ελάχιστα και αυτό μόνο τους γονείς και τα αδέρφια μου. Τα ξαδέρφια μου δεν ενδιαφέρονται για εμένα και εγώ δεν ενδιαφέρομαι για αυτά. Αυτήν που έχω σπρώξει περισσότερο μακριά μου είναι την Ρόουζ. Δεν μπορώ. Δεν αντέχω παρουσία της. Μέχρι και το όνομα της με πονάει να προφέρω. Επειδή στο παράδειγμα της, στην ευτυχία της, σπάνε οι αυταπάτες του τι θα μπορούσα να έχω και δεν το διεκδίκησα αρκετά. Ναι, ήταν πιο δύσκολο. Και όπως φαίνεται εγώ είμαι μόνο για τα εύκολα. Τα εύκολα, τα απλά και τα βαρετά.

Να που κατέληξα ξανά να επαναλαμβάνομαι. Έχω γράψει άπειρες φορές τα ίδια λόγια. Τα νοήματα μου γυρίζουν συνεχώς γύρω από το ίδιο κέντρο. Και, όμως, ακόμα η αποδοχή δεν με έχει λυτρώσει. Είχε δίκιο. Είχε απόλυτο δίκιο. Θέλω πάντα αυτό που δεν μπορώ να έχω. Αυτό δεν θα ήταν από μόνο του τόσο κακό, αν ταυτόχρονα δεν είχα μάθει να απαιτώ όλα να μου έρχονται στο χέρι. Αν σηκωνόμουν και έφερνα ανάποδα τον κόσμο για αυτό που θέλω, τότε ναι, τότε δικαιωματικά θα μου ανήκε. Τώρα δεν μου ανήκει τίποτα. Ούτε καν η καθημερινότητα μου. Είναι σάμπως και την έχω φορμαριστεί από εργοστάσιο. Πώς θέλετε την ζωή σας; Σε τι διαστάσεις; Έχουμε τρία μεγέθη και πέντε χρώματα. Θέλετε κάποιο άλλο; Α, λυπάμαι το σύστημα δεν το υποστηρίζει αυτό. Τελικά θα πάρετε το μεσαίο μέγεθος στο λευκό; Εξαιρετική επιλογή. Είναι ο πιο δημοφιλής κωδικός μας. Συγχαρητήρια. Μόλις μπήκατε σε καλούπι. Μην αγχώνεστε. Θα μας επιστραφεί αυτόματα μετά τον θάνατο σας.

Μακάβριες οι σκέψεις μου, μα συνηθισμένες. Τελευταία σκέφτομαι πολύ τον θάνατο. Όχι ως λύση. Ως παρηγοριά. Κάποια στιγμή όλοι θα πεθάνουμε, έτσι δεν είναι; Μπορεί, λοιπόν, τότε εγώ να καταλήξω στα Ηλύσια Πεδία. Και από εκεί κάποιο μονοπάτι θα λοξοδρομεί στα Τάρταρα. Θα φροντίσω να το βρω. Ακόμα και αν μου πάρει όλη την αιωνιότητα. Μέχρι το απόλυτο…

ΤΕΛΟΣ


Αγαπημένες μου, αυτό ήταν! Φτάσαμε στο φινάλε. Ένας χρόνος πέρασε και μου φαίνεται σαν χθες. Σας ευχαριστώ μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου που ήσασταν κοντά μου όλο αυτό το διάστημα. Με εμπνέατε, με συμβουλεύατε, ουσιαστικά με βελτιώνατε ως συγγραφέα. Η εκτίμηση και η ευγνωμοσύνη που αισθάνομαι για εσάς είναι ανεκτίμητες. Την Κυριακή του Πάσχα μπορεί να μην είχε δωράκι, αλλά αυτήν την εβδομάδα δεν θα σας κάνω να περιμένετε τόσο. Την Κυριακή θα ανέβει με το καλό ο επίλογος που θα είναι και το τελευταίο οριστικά κεφάλαιο. Πώς σας φάνηκε η κατακλείδα; Πώς σας φάνηκε όλη η ιστορία; Αναμένω τα σχόλια σας! Προσωπικά θα τολμήσω να πω πως η Λίλι μου έμαθε πάρα πολλά.

Προς Νέλι: Τελικά μήπως οι ιστορίες αγάπης χρειάζονται πιο πολλά κότσια από τις ιστορίες τρόμου;

Προς Natassa22: Πράγματι, ο Ίαν ήταν ο κακός της ιστορίας. Και όλοι θέλουμε η πρωταγωνίστρια μας να καταλήγει με το καλό παιδί, σωστά;

Προς Alexandra: Όντως τον αγαπάει πολύ. Η αγάπη όμως πάντα δεν αρκεί, όπως μας έχει δείξει και η εκπληκτική ταινία Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού που σας την συστήνω ανεπιφύλακτα.

Προς Κωστή: Πολύ αγαπημένος γαμπρός, πολύ! Δικαιώθηκε και η Λίλι μας τον παντρεύτηκε. Πολύ ευτυχισμένο τέλος, δεν βρίσκεις;

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ