Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στην Στέφανι Μέγιερ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 50: ΑΙΕΝ ΑΠΙΣΤΕΙΝ

Έβρεχε την νύχτα που έγιναν όλα. Η Ρενέσμε το θυμόταν πολύ καλά. Καθόταν στον καναπέ παρατηρώντας τις χοντρές στάλες να πέφτουν με δύναμη πάνω στο τζάμι και για πρώτη φορά στην ζωή της η βροχή της έμοιαζε ανυπόφορη. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε μείνει στην ίδια θέση τυλιγμένη πρόχειρα σε μία κουβέρτα – περισσότερο από συνήθεια και όχι επειδή κρύωνε – όταν ξύπνησε εκείνος και ήρθε να την βρει. Φορούσε μόνο ένα μποξεράκι όμως η θέα του γυμνού του κορμιού δεν της προκάλεσε τίποτα.

«Τι κάνεις μέσα στα σκοτάδια;»

Η φωνή του ήταν βραχνή από τον ύπνο. Την πλησίασε και έκατσε στον καναπέ δίπλα της, υπερβολικά κοντά της. Το άρωμα του γέμισε τις αισθήσεις της σε ασφυκτικό βαθμό.

«Δεν μπορούσα να κοιμηθώ,» ψέλλισε μόνο και γύρισε ξανά το βλέμμα της προς το παράθυρο.

«Νέσι, μωρό μου, τι συμβαίνει;» τον άκουσε να την ρωτά με ανησυχία.

«Τίποτα δεν συμβαίνει!» του απάντησε απότομα. «Πάψε να μου κάνεις την ίδια ερώτηση ξανά και ξανά!»

Ο εχθρικός της τόνος τον έπιασε εξ απήνης. Ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα βλέφαρα του απορημένα και ύστερα κατέληξε σε μία στενοχωρημένη έκφραση.

«Νέσι, δεν είμαι χαζός. Από όταν γύρισες από το Αλμπουκέρκε έχεις αλλάξει. Δεν τρως, δεν κοιμάσαι, δεν πηγαίνεις στο Πανεπιστήμιο, με αποφεύγεις.»

Κατάπιε αμήχανα.

«Έχουμε να κάνουμε έρωτα τρεις βδομάδες,» προσέθεσε χαμηλόφωνα.

Τα λόγια του εξερέθισαν ακόμα περισσότερο τα ήδη τεντωμένα νεύρα της.

«Συγνώμη που δεν ανοίγω τα πόδια μου με κάθε κάλεσμα σας, κύριε Μπλακ!» του πέταξε με κακία.

«Σταμάτα να διαστρεβλώνεις όσα λέω!» ανταπάντησε έντονα εκείνος.

«Διαστρεβλώνω;» σήκωσε ειρωνικά τα φρύδια της. «Μεγάλη λέξη αυτή για σένα, Τζέικι. Τέσσερις συλλαβές. Μπράβο, εύχομαι και πέντε!» σάρκασε και αποτράβηξε για ακόμα μία φορά το βλέμμα της μακριά του.

«Όταν μιλάμε, θα με κοιτάς!» απαίτησε ο Τζέικομπ και πήγε να την πιάσει από τους ώμους για να την στρέψει προς το μέρος του.

Δεν πρόλαβε να σηκώσει τα χέρια του και η Ρενέσμε τον είχε χτυπήσει στο μπράτσο τόσο δυνατά που εκσφενδονίστηκε τρία μέτρα μακριά της προσκρούοντας στον απέναντι τοίχο και πέφτοντας ύστερα κάτω στο πάτωμα. Η κοκκινομάλλα βρικόλακας αναπήδησε όρθια κοιτάζοντας το θέαμα μπροστά της έκθαμβη. Δεν του είχε επιτεθεί ποτέ ξανά έτσι στο παρελθόν. Μπορεί ορισμένες φορές να γινόταν πιο βίαιη, αλλά ήταν πάντα στο πλαίσιο των παιχνιδιών τους. Τώρα ήθελε εσκεμμένα να τον πονέσει.

Ο Τζέικομπ στάθηκε ξανά στα δύο του πόδια χωρίς καμία αμυχή ή μελανιά. Ωστόσο το πρόσωπο του ήταν καλυμμένο από θλίψη αναμεμειγμένη με οργή και κατηγόρια.

«Ποιο στο διάολο είναι το πρόβλημα σου;» την ρώτησε με μάτια που πετούσαν φλόγες.

Η Ρενέσμε έμεινε να τον κοιτάζει για μερικά δευτερόλεπτα. Ο έρωτας της ζωής της δεν ήταν πια παρά ένας ξένος.

«Θέλω να φύγεις,» είπε τελικά.

Η φωνή της ήταν καθαρή και ψυχρή, όμως ο Τζέικομπ φάνηκε να μην άκουσε.

«Τι είπες;» ρώτησε με έναν τρόπο που ήταν σαν να την προκαλούσε να επαναλάβει τα λόγια της.

«Θέλω να φύγεις,» δέχτηκε την πρόκληση του χωρίς δισταγμό.

«Να φύγω να πάω πού;» συνέχισε να μην καταλαβαίνει εκείνος.

Η Ρενέσμε ένιωσε πολύ κουρασμένη. Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της.

«Στο σπίτι σου, πίσω στο Φορκς. Δεν με νοιάζει. Θέλω απλά να φύγεις.»

Ο Τζέικομπ κάγχασε χωρίς χιούμορ.

«Είσαι σοβαρή; Μου ζητάς να χωρίσουμε;»

«Γιατί πρέπει πάντα να βάζεις ετικέτες;» ύψωσε αγανακτισμένα τον τόνο της φωνής της. «Ρενέσμε, είμαστε φίλοι. Ρενέσμε, είμαστε ζευγάρι. Ρενέσμε, είμαστε χωρισμένοι,» μιμήθηκε χλευαστικά τον τρόπο που μιλούσε.

«Το παρατραβάς!» την διέκοψε εκείνος κάνοντας απειλητικά ένα βήμα προς το μέρος της.

«Το έχω ήδη σπάσει,» του ανταπάντησε ανταποδίδοντας την κίνηση του με μία εξίσου εκφοβιστική δική της.

Ο Τζέικομπ παρέμεινε στην ίδια θέση παρατηρώντας την με μία εξεταστική ματιά, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει κάποιο κρυφό μήνυμα πίσω από την συμπεριφορά της.

«Εντάξει, λοιπόν,» απάντησε τελικά μετά από κάποια δευτερόλεπτα. «Αφού αυτό θέλεις. Ξέρεις πως δεν μπορώ να σου αρνηθώ τίποτα,» σημείωσε με καυστικότητα.

Η Ρενέσμε τον είδε να της γυρίζει την πλάτη και να χάνεται μέσα στην κρεβατοκάμαρα και άφησε μία ανάσα ανακούφισης να της ξεφύγει. Κάθισε πάλι στον καναπέ και δεν πέρασαν παρά ελάχιστα λεπτά πριν ο Τζέικομπ εμφανιστεί ξανά ντυμένος πρόχειρα και με ένα μικρό σακίδιο πλάτης ανά χείρας. Δεν σταμάτησε καθόλου, αλλά πήγε ως την εξώπορτα και την άνοιξε.

«Οπότε τα λέμε,» είπε μόνο χωρίς να την κοιτάξει και έφυγε από το διαμέρισμα της όπως του είχε ζητήσει εκείνη.

Η Ρενέσμε άφησε την σιωπή να την τυλίξει περιμένοντας να βρει επιτέλους ησυχία. Μετά από μισή ώρα εσωτερικής πάλης σηκώθηκε όρθια και πήγε στο υπνοδωμάτιο της. Τα σκεπάσματα στο κρεβάτι ήταν ακόμα ξέστρωτα από όταν είχαν ξαπλώσει μαζί, πριν από κάτι που έμοιαζε με αιωνιότητα. Δεν τους έδωσε σημασία και προχώρησε κατευθείαν στην ντουλάπα της.

Διάλεξε ένα μίνι και στενό φόρεμα που της είχε αγοράσει η θεία της η Άλις και που ο Τζέικομπ δεν της είχε επιτρέψει να φορέσει μέχρι εκείνη την στιγμή και δυσθεώρητα ψηλοτάκουνες γόβες. Ντύθηκε και βάφτηκε πιο έντονα από το κανονικό. Όταν ήταν έτοιμη, πήρε τα κλειδιά της καινούργιας της κόκκινης Πόρσε που της είχαν κάνει δώρο οι γονείς της την αμέσως επομένη ημέρα από την επιστροφή της από το Αλμπουκέρκε και βγήκε έξω από το σπίτι της.

Κατέβηκε στο πάρκινγκ, ξεκλείδωσε το αμάξι και μπήκε μέσα. Έβαλε μπρος την μηχανή και απόλαυσε τον ανιμαλιστικό ήχο σαν καλωσόρισμα εραστή. Όταν βρέθηκε στον ανοιχτό δρόμο, δεν δίστασε να πατήσει στο τέρμα το γκάζι οδηγώντας πολύ πάνω από το επιτρεπόμενο όριο. Η ώρα ήταν κοντά μία και είχε ακόμα κίνηση. Αυτό έκανε την οδήγηση της περισσότερο επικίνδυνη και πολύ περισσότερο ερεθιστική.

Αποφάσισε να κατευθυνθεί στα βόρεια προάστια της πόλης και τα μπαράκια της Μπαλάρντ. Τα επισκεπτόταν σπάνια και έτσι η πιθανότητα να συναντήσει κάποιον γνωστό ήταν μικρή. Πάρκαρε το αυτοκίνητο της σε ένα ιδιωτικό υπόγειο γκαράζ και περπάτησε την υπόλοιπη διαδρομή μέχρι την πολύβουη γειτονιά. Ήταν Παρασκευή βράδυ και η βροχή δεν είχε εμποδίσει τους κατοίκους του Σιάτλ να βγουν έξω να διασκεδάσουν.

Για να μην βραχούν τα μαλλιά της χώθηκε στο πρώτο μπαράκι που βρήκε στον δρόμο της. Έπαιζε τζαζ μουσική και ήταν σχεδόν γεμάτο. Παντού υπήρχαν νέοι άνθρωποι σε ζευγάρια ή παρέες που μιλούσαν δυνατά, γελούσαν και έπιναν κλασικά ποτά με πάγο. Προχώρησε ανάμεσα στον κόσμο και έπιασε ένα σκαμπό μπροστά από το κεντρικό μπαρ. Κάθισε αναπαυτικά και παράγγειλε ένα τζιν με τόνικ και λεμόνι από τον μπάρμαν.

Το ήπιε μονορούφι και ζήτησε δεύτερο. Ο υπάλληλος την κοίταξε κάπως περίεργα και για αυτό αποφάσισε να μειώσει την ταχύτητα της για να μην κινήσει υποψίες. Αυτό όμως σήμαινε πως θα αργούσε να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα της μέθης, καθώς ο οργανισμός της θα είχε όλο τον χρόνο να αποτοξινώσει το αλκοόλ από το αίμα της. Δεν την πείραζε. Αυτή η νύχτα ήταν δικιά της και κανείς δεν θα της την στερούσε.

Δυστυχώς δεν ήταν της ίδιας γνώμης και διάφοροι άλλοι θαμώνες του μπαρ που θεώρησαν καλό να την προσεγγίσουν και να προσπαθήσουν να πιάσουν κουβέντα μαζί της. Τους αποθάρρυνε περισσότερο αγενώς από ότι συνήθως κάνοντας σαφείς τις προθέσεις της ότι θέλει να μείνει αποκλειστικά μόνη της. Μετά από κάποια ώρα το μήνυμα επιτέλους ελήφθη και η Ρενέσμε κατάφερε να φτάσει στο τρίτο τζιν τόνικ της με λεμόνι σε ευδαιμονική ησυχία.

«Ρενέσμε;»

Η κοκκινομάλλα έπαιξε τα μάτια της με απηύδηση πριν γυρίσει να δει ποιος γνωστός της την είχε ξετρυπώσει σε αυτό το απίθανο μέρος. Ήξερε πως δεν ήταν κάποιος επικίνδυνα κοντινός της, καθότι θα είχε αναγνωρίσει και την φωνή του και κυρίως την μυρωδιά του, αλλά όταν στράφηκε και αντίκρισε το χαμογελαστό πρόσωπο του Ρικ Μολάμπρι, του συγκατοίκου του Τζέικομπ, η αναταραχή της επέστρεψε μονομιάς.

«Γεια σου, Ρικ,» τον χαιρέτισε τυπικά ενώ ταυτόχρονα σάρωνε τον χώρο γύρω της μην τυχόν και ξεπηδούσε από πουθενά ο ίδιος ο Τζέικομπ.

Ευτυχώς δεν σημείωσε το οτιδήποτε ανησυχητικό, αλλά ήθελε να σιγουρευτεί.

«Είσαι μόνος;» ρώτησε καχύποπτα.

«Όχι, είμαι με κάτι παιδιά από το μπάσκετ,» της είπε δείχνοντας προς ένα τραπέζι πίσω του.

Η Ρενέσμε έριξε μία βιαστική ματιά όμως δεν είδε καμία γνωστή φάτσα – τουτέστιν εκείνη του Σεθ.

«Εσύ;» της γύρισε την ερώτηση.

«Όπως βλέπεις,» του απάντησε με ένα μικρό χαμόγελο.

«Ο Τζέικομπ;» απόρησε ο Ρικ.

Με το δίκιο του. Τον ένα περίπου χρόνο που έμενε μαζί με τον Τζέικομπ, δεν υπήρχε ημέρα που να μην τους συναντήσει μαζί. Η Ρενέσμε σκεφτόταν να πει μία καλή δικαιολογία, όταν κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή της.

«Αιμορραγείς,» παρατήρησε.

Ο Ρικ πήρε μία ερωτηματική έκφραση και ύστερα έφερε τα δάχτυλα του στην άκρη του πάνω χείλους του από το οποίο έτρεχε μία μικρή γραμμή αίματος.

«Α, ναι. Είχαμε αγώνα πριν και ένας αντίπαλος μου έσκασε μία αγκωνιά στο στόμα,» της εξήγησε. «Ο γιατρός της ομάδας μου είπε δεν χρειάζομαι ράμματα, αλλά επίσης ότι δεν πρέπει να τεντώνω πολύ τα χείλια μου για μερικές ημέρες. Δύσκολο, ε;» της χαμογέλασε εντείνοντας ελαφρά την αιμορραγία του.

Ωστόσο πριν η Ρενέσμε προλάβει να σχολιάσει το παραμικρό, ο Ρικ συνέχισε να μιλάει.

«Βασικά, θα ήθελες να έρθεις να κάτσεις μαζί μας; Κερνάμε για την νίκη μας,» της έκλεισε το μάτι.

«Ευχαριστώ, Ρικ, αλλά μία άλλη φορά καλύτερα,» αρνήθηκε εκείνη.

«Ω, μα έλα τώρα! Μία στο τόσο κερδίζουμε,» αστειεύτηκε. «Όλα τα παιδιά είναι πολύ κουλ, θα δεις. Εκτός αν δεν σε αφήνει ο Τζέικομπ,» την κοίταξε προκλητικά.

Ήταν αυτό που χρειαζόταν να ακούσει η Ρενέσμε.

«Οκέι, για ένα ποτό,» δέχθηκε.

Το χαμόγελο του Ρικ έφτασε μέχρι τα αυτιά. Η Ρενέσμε ήξερε ότι την γούσταρε, αλλά θα φρόντιζε να τον κρατήσει σε ασφαλή απόσταση. Είναι μόνο για διασκέδαση, μόνο για διασκέδαση, επανέλαβε στο μυαλό της καθησυχάζοντας την συνείδηση της. Ύστερα έπιασε το ποτήρι με το τζιν της και την τσάντα της από το μπαρ και ακολούθησε τον ψηλό νέο στο τραπέζι όπου τον περίμεναν οι συμπαίκτες του.

Ο Ρικ την σύστησε σε όλους – παραλείποντας την πληροφορία πως είναι η γκόμενα του συγκατοίκου του και φίλη του Σεθ όπως παρατήρησε η βρικόλακας, εν τούτοις η Ρενέσμε δεν μπήκε στον κόπο να συγκρατήσει κανένα όνομα. Έκατσε μόνο σε μία άκρη του καναπέ που περιτριγύριζε το τραπέζι με τον Ρικ δίπλα της. Της έπιασε την κουβέντα μιλώντας την περί ανέμων και υδάτων και κάνοντας της όσο περισσότερες ερωτήσεις μπορούσε για εκείνη. Η Ρενέσμε απαντούσε λακωνικά και προσπαθούσε αντίθετα να στρέφει συνεχώς την συζήτηση προς το μέρος του.

Παρόλα αυτά το μόνο που πραγματικά την ενδιέφερε ήταν να γίνει τελείως γκολ. Αφού τελείωσε το ποτό της, δέχτηκε το ποτήρι με ουίσκι και κόκα κόλα που της προσέφερε ο Ρικ και το οποίο συνέχιζε να της ανανεώνει καθόλη την διάρκεια της βραδιάς. Μετά από κάμποση ώρα – η Ρενέσμε δεν ήταν σίγουρη πόση ακριβώς, οι τοξίνες στον οργανισμό της άρχισαν επιτέλους να επιδρούν. Η όραση της έγινε απλανής, τα νεύρα της χαλάρωσαν και το σώμα της κατρακύλησε λιγωμένο στον κάθισμα και σύντομα στην αγκαλιά του Ρικ.

Μέσα από τις θολωμένες αισθήσεις της αναγνώριζε πως είχε έρθει πολύ κοντά της και είχε περάσει το αριστερό του χέρι πάνω από τον ώμο της, ώστε η Ρενέσμε ένιωθε την θέρμη του κορμιού του να ακτινοβολεί κάτω από τα ρούχα του και το άρωμα του – ένα μείγμα ανδρικού ιδρώτα, κολόνιας και σαπουνιού – να παρεισφρέει στα ρουθούνια της μεγαλώνοντας την παραζάλη της. Το πρόσωπο του ήταν εκατοστά μακριά από το δικό της και τα δάχτυλα του σχημάτιζαν άναρχα μονοπάτια στην επιδερμίδα της που την ανατρίχιαζαν.

«Είσαι τόσο όμορφη,» της ψιθύρισε κάποια στιγμή – η ανάσα του να μυρίζει αλκοόλ και αίμα.

Η Ρενέσμε χαμογέλασε σαρδόνια.

«Ω, ναι, είμαι,» πρόφερε με συρτή φωνή.

Σήκωσε το χέρι της και γρατζούνισε με τα νύχια της μία γραμμή από την κορυφή της μύτης του μέχρι την άκρη του πηγουνιού του.

«Και εσύ είσαι ένα κακό, κακό παιδί,» ανταπάντησε με ναζιάρικο ύφος.

Ο Ρικ γέλασε ξέπνοα. Η Ρενέσμε μπορούσε να αντιληφθεί την διέγερση του να τους τυλίγει σαν πέπλο αιθάλης, αποκόπτοντας τους από τον υπόλοιπο κόσμο γύρω τους.

«Και γιατί το λες αυτό;» την ρώτησε βραχνά.

Η βρικόλακας σούφρωσε φιλήδονα το στόμα της σε μία αυτάρεσκη έκφραση μαγνητίζοντας αμαχητί το βλέμμα του.

«Γιατί,» πέρασε την γλώσσα της από τα χείλη της διαβρέχοντας τα σε μία λάγνα κίνηση, «εποφθαλμιάς αυτό που δεν είναι δικό σου.»

Ο Ρικ κατάπιε με εμφανή δυσκολία.

«Τι εννοείς;» κατάφερε να ψελλίσει.

Η κοκκινομάλλα κοπέλα ήξερε πέρα από κάθε αμφιβολία πώς είχε κερδίσει κάθε ψήγμα της προσοχής και της νουνέχειας του. Ακούμπησε το χέρι της στο στέρνο του και το αισθάνθηκε να συσπάται αυτόκλητα στο άγγισμα της. Τον πλησίασε ακόμα περισσότερο ψιθυρίζοντας γητευτικά στο αυτί του.

«Πάμε να φύγουμε από εδώ;»

Δεν χρειάστηκε να του το ζητήσει δεύτερη φορά. Προτού καν ολοκληρώσει την πρόταση της, ο Ρικ είχε σηκωθεί όρθιος, είχε πληρώσει τα ποτά τους και την είχε ακολουθήσει έξω από το μαγαζί μουρμουρίζοντας μετά βίας ένα καληνύχτα στους φίλους του. Εξακολουθούσε να βρέχει δυνατά και έτρεξαν βιαστικά μέχρι το αυτοκίνητο της Ρενέσμε. Ο Ρικ μπήκε μέσα αφήνοντας ένα επιφώνημα θαυμασμού να του ξεφύγει στο θέαμα του αριστοτεχνικού αμαξιού.

«Σου αρέσει;» τον ρώτησε πονηρά η Νέσι με ένα στραβό υπομειδίαμα.

Ο Ρικ την κοίταξε ευθεία στα μάτια.

«Όλα μου αρέσουν.»

Αν κάποιος του έλεγε μία ημέρα πριν πως θα βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού με την Ρενέσμε να οδηγεί σε τρελή ταχύτητα προς την έξοδο της πόλης, τότε στην καλύτερη περίπτωση θα είχε σκάσει στα γέλια. Στην χειρότερη θα τον έπιανε μία από τις γνωστές του πλέον κρίσεις κατάθλιψης που από όλες τις κοπέλες που θα μπορούσε να έχει, εκείνος είχε κολλήσει στην μία και μοναδική που θα παρέμενε για πάντα άπιαστη.

Κόντευε ένας χρόνος από την πρώτη τους συνάντηση και ο πόθος που φώλιαζε μέσα του και μόνο στην σκέψη της δεν είχε λιγοστέψει στο παραμικρό, αντίθετα θέριευε μέρα με την ημέρα απειλώντας να τον κατασπαράξει ολοσχερώς. Είχε προσπαθήσει να την βγάλει από το μυαλό του, να τα φτιάξει με άλλα κορίτσια, να την απομυθοποιήσει ακόμα. Όλες οι απόπειρες του είχαν αποβεί τρομακτικά άκαρπες.

Χώριζε την μία κοπέλα μετά την άλλη ανίκανος να βρει στο άκομψο και λάθος κορμί τους αυτό που αληθινά έψαχνε. Έψεγε τον εαυτό του που παρότι κάθε φορά υποσχόταν στην συνείδηση του να μην υποκύψει ξανά στα θέλγητρα της, με την παραμικρότερη επαφή του μαζί της – είτε αυτή ήταν ένα βλέμμα είτε μία λέξη ή ένα χαμόγελο – οποιοδήποτε ίχνος αυτοελέγχου του χανόταν και παραδινόταν άβουλος στην σαρωτική έλξη της.

Τον πρώτο καιρό βασανιζόταν σε τέτοιο σημείο, ώστε είχε σχεδιάσει μέχρι και να μετακομίσει σε άλλο σπίτι και να ξεκόψει τελείως από τον Σεθ και κυρίως τον Τζέικομπ, η ζήλεια που αισθανόταν για τον οποίο εξαπλωνόταν μέσα του σαν τοξικό φαρμάκι. Είχε φτάσει στον βαθμό της απέχθειας και αν δεν φοβόταν τον μεγαλόσωμο Ινδιάνο και την απίστευτη κτητικότητα που έδειχνε για την Ρενέσμε, ενδεχομένως και να τον είχε αντιμετωπίσει στα ίσια.

Στο τέλος εν τούτοις κατέληξε, πως προτιμούσε μία ζωή κόλαση παρά έναν παράδεισο χωρίς εκείνη. Έτσι εγκατέλειψε παντελώς την όποια υποψία να βρει άλλο μέρος να μείνει και υποτάχθηκε αδύναμος στην μοίρα του. Μετά από εκεί η καθημερινότητα του ξεκίνησε να ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Κάποιες ημέρες, τις ημέρες που την έβλεπε και την συναναστρεφόταν, ήταν το μέγιστο της ευτυχίας που μπορούσε να νιώσει. Τις υπόλοιπες απλά τις υπέφερε.

Επομένως όταν σήμερα την είδε να κάθεται στο μπαρ μόνη της, η καρδιά του έχασε έναν χτύπο στην θέαση της. Ήταν τόσο υπέροχη και τόσο λαμπερή και τόσο έξω από αυτόν τον κόσμο που τον πονούσαν τα μάτια να την κοιτάζει για πολλή ώρα. Δεν ήξερε πού ακριβώς βρήκε το θράσος να την πλησιάσει. Προφανώς η λογική του ήταν τόσο ζαλισμένη από την νίκη και τις ήδη ικανοποιητικές ποσότητες αλκοόλ που είχε καταναλώσει, ώστε είχε πάψει να λειτουργεί.

Φυσικά ακόμα και μετά που δέχτηκε να πιει ένα ποτό μαζί του, ούτε καν είχε διανοηθεί ο Ρικ πως το βράδυ τους θα είχε αυτήν την εξέλιξη. Δεν θα μπορούσε να ευχηθεί κάτι ευνοϊκότερο από την καλή του τύχη. Όλα του τα όνειρα γίνονταν αληθινά το ένα μετά το άλλο. Και από τις γεμάτες φλερτ και σεξουαλική ένταση ματιές που του έριχνε η Ρενέσμε καθώς κατευθύνονταν σε έναν δρόμο που μόνο εκείνη γνώριζε, ο Ρικ είχε την πεποίθηση πως απόψε θα πραγματοποιούταν και η κορυφαία φαντασίωση του.

Δεν την ρώτησε που πάνε και ούτε τον ενδιέφερε. Δεν επρόκειτο να χαλάσει την ευδαιμονία του με ερωτήσεις. Ίσως αν ήταν πιο νηφάλιος, να απορούσε για αυτήν την ξαφνική τροπή της κατάστασης. Ως εκείνη την χρονική στιγμή η Ρενέσμε δεν του είχε δώσει κανένα δείγμα αρέσκειας, παρά αμιγώς φιλικής συμπάθειας. Αλλά και στην περίπτωση που ήταν ξεμέθυστος, μάλλον πάλι δεν θα διερωτώταν το παραμικρό.

Δεν τον ένοιαζε αν ήταν απλά ένα καπρίτσιο της ή αν ήταν μιλούσε το ποτό ή αν ήθελε να εκδικηθεί τον Τζέικομπ για κάτι. Του ήταν ολωσδιόλου αδιάφορο αν τον χρησιμοποιούσε για μία νύχτα και το πρωί θα προσποιούταν πως δεν τρέχει κάστανο μεταξύ τους. Με μία κοπέλα σαν την Ρενέσμε και η μία φορά ισοδυναμούσε με αιώνια και αυτό ο Ρικ το είχε συνειδητοποίει πολύ βαθιά. Δεν θα έκανε λοιπόν το οτιδήποτε που να κατέστρεφε την ερωτική διάθεση που επικρατούσε ανάμεσα τους.

Μία μικρή φωνή κάπου στα άδυτα του εγκεφάλου του τον προειδοποιούσε για τις συνέπειες, που έφερναν επικίνδυνα στην μορφή ενός εξαγριωμένου δίμετρου Ιθαγενή ικανού να τον σκοτώσει έτσι και ανακάλυπτε τι παίχτηκε με εκείνον και την γκόμενα του – έστω και στην ακραία πιθανότητα να είχαν χωρίσει και να μην ήταν πια ζευγάρι με την Ρενέσμε – όμως την φίμωσε γρήγορα χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις. Τίποτα δεν θα άφηνε να μπει εμπόδιο στην μία ευκαιρία του για την απόλυτη απόλαυση.

«Δεν σιχαίνεσαι απλά την βροχή;»

Τα λόγια της τον επανάφεραν στο παρόν βγάζοντας τον από τις ονειροπολήσεις του. Ήταν τόσο χαμένος στην ομφαλοσκόπηση του και την εξάρτηση της εικόνας της που δεν κατάλαβε καν πως η Ρενέσμε είχε σταματήσει το αυτοκίνητο και πως πλέον βρίσκονταν παρκαρισμένοι σε μία έρημη αλάνα – άγνωστο πού στην περιφέρεια του Σιάτλ. Ο Ρικ έτριψε τα χείλη του μεταξύ τους και κοίταξε έξω από το μπροστινό παρμπρίζ. Δεν μπορούσε να δει τίποτα από την δυνατή νεροποντή που έπεφτε με δύναμη στο τζάμι και το σκοτάδι που επικρατούσε γύρω τους.

Παρόλα αυτά δεν πρόλαβε να απαντήσει. Ήταν η Ρενέσμε εκείνη που μίλησε ξανά.

«Σε σιχαίνομαι!» φώναξε έξαλλα πετώντας με λύσσα τις λέξεις της προς ένα απροσδιόριστο σημείο του ορίζοντα μπροστά της.

Ο Ρικ αναρωτήθηκε αν ήταν τόσο εκτός ελέγχου, ώστε να είχε φτάσει σε βαθμό να συνομιλεί με την καταιγίδα που τους είχε περικυκλώσει. Η απορία του απαντήθηκε αμέσως μετά, όταν η Ρενέσμε έπιασε φρενιασμένα στα χέρια της το τιμόνι και ξεκίνησε να το χτυπά με μανία ουρλιάζοντας πια σχεδόν.

«Σε σιχαίνομαι! Σε σιχαίνομαι!»

Ο νεαρός φοιτητής παρέμεινε να την παρατηρεί έκθαμβος. Αμφιταλαντευόταν με το μουδιασμένο του μυαλό, αν έπρεπε να αντιδράσει κάπως, ωστόσο μέχρι να πάρει κάποια απόφαση, η Ρενέσμε είχε ανοίξει την πόρτα του οδηγού και είχε ξεχυθεί ορμητικά έξω από την Πόρσε. Ο Ρικ έμεινε μερικά λεπτά άφωνος από την συμπεριφορά της και ύστερα πετάχτηκε και αυτός έξω από το αμάξι. Την βρήκε μερικά μέτρα παραπέρα με το φουστάνι και τα μαλλιά της ήδη μουσκεμένα να κολλάνε στο σώμα της και τα χέρια της υψωμένα προς τον ουρανό.

«Σε σιχαίνομαι! Σε σιχαίνομαι, σε σιχαίνομαι, σε σιχαίνομαι! Σε σιχαίνομαι!» αλυχτούσε με τα ξεφωνητά της να σκίζουν την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και τον θόρυβο της θεομηνίας.

Ύστερα στράφηκε και τον κοίταξε και ο Ρικ ήταν βέβαιος πέρα από κάθε αμφιβολία πως δεν είχε δει άνθρωπο πιο όμορφο και φοβερό ταυτόχρονα. Τα μάτια της έλαμπαν μέσα στην νύχτα σαν αιλουροειδούς και τα χείλη της έμοιαζαν πιο κόκκινα και πιο ποθητά από κάθε άλλη φορά. Με μία κίνηση βρισκόταν πάνω του και αυτό το αμαρτωλό στόμα ενώθηκε με το δικό του. Ο Ρικ δεν μπορούσε παρά να παρασυρθεί από την ωδίνη της.

Η γλώσσα της μάλαξε σαγηνευτικά την δική του και έπειτα τα δόντια της γράπωσαν αιμοβόρικα το επάνω χείλος του δαγκώνοντας και σκίζοντας την ήδη τραυματισμένη σάρκα˙ ματώνοντας τον με τον ηδύστερο τρόπο. Ήταν η πιο ερωτική εμπειρία που είχε βιώσει ποτέ στην ζωή του και δεν θα τολμούσε να την απαρνηθεί ακόμα και αν αναγκαζόταν να δαπανήσει μέχρι και την τελευταία ρανίδα του αίματος του.

Ήταν και οι δύο τόσο απορροφημένοι από την επαφή τους που κανείς δεν πρόσεξε μία μεγαλόσωμη σκοτεινή φιγούρα να τους πλησιάζει σε μερικά βήματα απόσταση. Κανείς δεν αντιλήφθηκε την κατάπληξη και την θλίψη και την οδύνη από την πικρή γεύση της προδοσίας να κοσμεί το μελαμψό οστεώδες πρόσωπο με τα καλογραμμένα ζυγωματικά και τα εβένινα μάτια. Και κυρίως κανείς δεν παρατήρησε τις σταγόνες να κυλούν στις γραμμωμένες παραυτίδες˙ τις πιο αλμυρές και για αυτό παράταιρες από το γλυφό νερό της βροχής.

«Νες;»

Η κοκκινομάλλα βρικόλακας αισθάνθηκε και δεν άκουσε την προσφώνηση του ονόματος της. Ένας πνιχτός πόνος της καρφώθηκε στο στομάχι και απομακρύνθηκε από το στόμα που λεηλατούσε για να τον αντέξει. Το βλέμμα της γύρισε και αντίκρισε την πληγωμένη ματιά. Η συνειδητοποίηση των πράξεων της την ξέσκισε σαν χίλια κοφτερά μαχαίρια. Η ανάσα της πιάστηκε στον λαιμό της και η φωνή της βγήκε όχι δυνατότερη από έναν ασυνάρτητο ψίθυρο.

«Τζέικ.»


Ανυπομονώ πραγματικά να ακούσω τις εντυπώσεις σας από αυτό το κεφάλαιο που είναι τόσο διαφορετικό από τα προηγούμενα. Ποιος περίμενε αυτήν την εξέλιξη και ποια θεωρείτε πως είναι η αιτία της. Τι αναμένετε να συμβεί μετά; Να θυμάστε ότι στο σύμπαν των Ερωτικών Θραυσμάτων τίποτα δεν γίνεται χωρίς λόγο!

Προς Κέλλυ: Σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο σου! Ελπίζω αυτό το κεφάλαιο να σου κράτησε αρκετά το ενδιαφέρον! Περιμένω την γνώμη σου!

Προς maroulita: Σε ευχαριστώ πολύ για την αγάπη που έχεις για την Δάφνη. Πρέπει να ομολογήσω πως είναι και εμένα από τις αγαπημένες μου, αν όχι η αγαπημένη μου. Την ιστορία της την έχω σχεδιάσει στο μυαλό μου και σιγά-σιγά θα ξεδιπλωθεί. Ανάμενε την συνέχεια :) Όσον αφορά στο παρελθόν των ηρώων, η αλήθεια είναι πως οι ιστορίες εποχής με δυσκολεύουν, επειδή θέλουν αρκετή έρευνα για να είναι σωστές, όμως θα αναλάβω με χαρά την πρόκληση, οπότε το δωράκι σου θα εκπληρωθεί, μην φοβού, χεχε!

Προς Helen: Ευχαριστώ για τα όμορφα σου λόγια! Το πρώτο δώρο σου όπως βλέπεις είναι έτοιμο! Πώς σου φάνηκε ο τρόπος που χρησιμοποίησα την βροχή; Ανυπομονώ να μου πεις! Και επειδή και εμένα μου αρέσει ο Έμπρυ και έχω και καιρό να γράψω για αυτόν, το επόμενο θραύσμα αφιερωμένο σε αυτόν και σε εσένα :)

Προς Guest: Να φανταστώ είσαι η 26η/12 ή κάνω λάθος; Το γεγονός πως με εξισώνεις με την Κάντι και το Όσα παίρνει ο άνεμος είναι το μεγαλύτερο κομπλιμάν που θα μπορούσες να μου κάνεις, χιχι! Σε ευχαριστώ πολύ για την θετική κριτική σου και για την αρέσκεια σου στις ιστορίες μου. Το τρίπτυχο που λες είναι όντως σκέτη αμαρτία :D Ελπίζω να σου άρεσε και η σημερινή περιπέτεια. Αναμένω τον σχολιασμό σου!

Ευχαριστώ και όλους τους υπόλοιπους αναγνώστες μου που εύχομαι να μοιραστούν και εκείνοι τις ιδέες τους μαζί μας κάποια στιγμή. Αν δεν θέλετε δημόσια, μπορείτε πάντα να μου στείλετε προσωπικό μήνυμα. Θα χαρώ πολύ να συνομιλήσω μαζί σας!

Μέχρι το επόμενο θραύσμα,

ΧΧΧ