Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στην Στέφανι Μέγιερ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 51: ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ

Ο Έμπρυ Κολ μπορούσε να περηφανεύεται ότι είχε πάρει στο κρεβάτι του πληθώρα ωραίων γυναικών. Ο ίδιος δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφος. Το πρόσωπο του ήταν μέτριας ευμορφίας με συνηθισμένα καστανά μάτια, ίσια μύτη και ένα φυσιολογικό ζευγάρι χείλια. Το κορμί του ήταν ψηλό και μυώδες, όπως όλων των μεταμορφιστών, ωστόσο τα χέρια του ήταν δυσανάλογα μακριά σε σχέση με την υπόλοιπη κατατομή του, γεγονός που τον έκανε να μοιάζει πιο κοντός από ότι στα αλήθεια ήταν.

Εν τούτοις όση ευειδία στερούταν, την αναπλήρωνε τα μάλα η εκ φύσεως λαμπερή προσωπικότητα του. Στην εφηβεία ήταν ένα μάλλον ντροπαλό αγόρι, το οποίο όμως έδωσε σύντομα την θέση του σε έναν γεμάτο αυτοπεποίθηση και χιούμορ άντρα. Με την άνεση και την χαλαρότητα που ανέδιδε κέρδιζε πάντοτε τα βλέμματα και κυρίως την προσοχή του ασθενούς φύλου, προσόν που εκμεταλλευόταν ανερυθρίαστα για να δελεάζει κάτω από τα σκεπάσματα του νεαρές εκπάγλου καλλονής.

Όσο εξαιρετικές και αν ήταν πάντως οι ερωτικές παρτενέρ του μέχρι τώρα, καμία δεν δύνατο να φτάσει ούτε κατά διάνοια στο επίπεδο κομψότητας και καλαισθησίας που διακάτεχε την κοπέλα που αντίκριζε μπροστά του την παρούσα στιγμή. Επρόκειτο για μία καλοκαιρινή φαντασίωση πραγματωμένη σε θηλυκή οπτασία. Είχε ξανθά μπουκλωτά μαλλιά κομμένα σε ένα παιχνιδιάρικο χτένισμα που έκαναν τον Έμπρυ να θέλει να περάσει τα χέρια του από μέσα τους και γαλάζια φωτεινά μάτια που γυάλιζαν γεμάτα εξυπνάδα και ευστροφία.

Αυτό ωστόσο που σε έκανε να ξεχνάς το όνομα σου και το γενεαλογικό σου δέντρο μαζί ήταν οι δολοφονικές καμπύλες της. Ήταν πιο αδύνατη και ψηλή από το αυθεντικό πρότυπο αναλογίας του Έμπρυ, όμως η εμφάνιση της εξέπεμπε τέτοια σεξουαλικότητα και ερωτική απήχηση που ο Κιγιέτ έπρεπε να θυμάται να κλείνει το στόμα του για να μην του τρέξουν τα σάλια. Και με το στενό και εφαρμοστό φόρεμα της σε αυτό το απαλό ροδακινί χρώμα κάθε πτυχή της σιλουέτας της αναδεικνυόταν σε τέτοιο θανατηφόρο βαθμό που θα έπρεπε να απαγορεύεται δια νόμου.

Όταν η Ρενέσμε τον είχε πάρει τηλέφωνο για να τον καλέσει για φαγητό, ο Έμπρυ είχε μόλις ξυπνήσει. Μετά τον πρώτο καιρό στην Νέα Υόρκη όπου έτρωγε από τα έτοιμα, αποφάσισε να πιάσει δουλειά σε ένα μπαρ στο κεντρικό Σόχο – λίγα τετράγωνα μακριά από το σπίτι του. Το μαγαζί ήταν σένιο και μάζευε χλιδάτη πελατεία με φυσάτες γκόμενες ως επί το πλείστον μόνες και χειραφετημένες, οι οποίες δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να φύγουν στο τέλος της βραδιάς με τον μπάρμαν ή κιόλας να τον ακολουθήσουν για ένα γρήγορο στις τουαλέτες.

Τα λεφτά ήταν καλά, τα πουρμπουάρ ακόμα καλύτερα και ο Έμπρυ μπορούσε να κερνάει τσάμπα τους φίλους του κάθε φορά που έβγαιναν έξω. Στην τρέχουσα φάση δεν ζητούσε τίποτα περισσότερο από την ζωή του. Συνέχιζε να περνάει τις ημέρες του ανέμελα χαμένος μέσα στην ανωνυμία της μεγαλούπολης παρέα με τους κολλητούς του και αν του ερχόταν βαρεμάρα και ήθελε να ξεδώσει μεταμορφωνόταν και σκότωνε κανέναν από τους βαμπίρες που κυκλοφορούσαν σε μιλιούνια στην περιφέρεια του Μεγάλου Μήλου.

Η αλήθεια βέβαια ήταν πως κατά διαστήματα τον έπιανε μία μίνι κατάθλιψη του τύπου πού πάω, πού βρίσκομαι και τι θα απογίνω. Όλοι οι υπόλοιποι στην αγέλη του είχαν πλέον αποτυπωθεί – μέχρι και ο Σεθ και η Λία που το είχαν για ξεγραμμένο. Οι περισσότεροι από τους συνομηλίκους του είχαν μάλιστα σταματήσει να μεταμορφώνονται και είχαν κάνει παιδιά και οικογένεια. Μόνο οι νεώτεροι λύκοι της καινούργιας γενιάς που τους έριχνε πάνω από είκοσι χρόνια και τον αντιμετώπιζαν σαν παππού παρέμεναν μπακούρια σαν και εκείνον.

Εν τούτοις ο Έμπρυ το είχε φιλοσοφήσει το πράγμα. Εφόσον δεν είχε αποτυπωθεί ακόμα, δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει σύντομα την διττή του φύση. Και όσο συνέβαινε αυτό, το να τα μπλέξει αποκλειστικά με μία θνητή σύντροφο ήταν αδύνατον. Επομένως διάλεγε να μοιράζεται τον χρόνο του μεταξύ της παρέας του, της δουλειάς του και των ποικίλων εφήμερων σχέσεων που δεν του χρησίμευαν σε κάτι παραπάνω από μία εναλλακτική αυνανισμού. Ήταν ευτυχισμένος με αυτήν την επιλογή του, τουλάχιστον όσο μπορούσε ένας μη αποτυπωμένος λύκος να είναι.

Άλλωστε αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σε μία αθάνατη ζωή χωρίς κάποιον εξωγενή σκοπό ήταν η απάθεια του επαναλαμβανομένου. Για αυτό και αν δεν επρόκειτο για τους λατρεμένους κεφτέδες με μακαρόνια της Ρενέσμε, ο τριαντατριάχρονος πλέον Ιθαγενής από την Λα Πους ούτε που θα είχε διανοηθεί να σηκωθεί από το κρεβάτι και να διανύσει την μισή πόλη για να φτάσει στο διαμέρισμα του αρχηγού του στο κεντρικό Μανχάταν που μοιραζόταν με το αποτύπωμα του.

Αν ωστόσο η Ρενέσμε του είχε εξηγήσει στο τηλέφωνο πως εκτός από το εκπληκτικό φαγητό θα τον περιμένει και ένας επίγειος άγγελος, τότε αδιαμφισβήτητα ο Έμπρυ όχι μόνο θα είχε τσακιστεί να σηκωθεί και να έρθει, αλλά θα είχε φροντίσει να κάνει και ένα μπάνιο πρώτα. Τώρα αισθανόταν ελαφρώς αμήχανα που η εμφάνιση του προσιδίαζε σε εκείνη ενός άστεγου ανθρώπου με μία φαρδιά φόρμα και μία μπορεί και σκισμένη μπλούζα. Δεν ήταν τυχαίο που όταν η Ρενέσμε του άνοιξε την πόρτα, τον κοίταξε από πάνω ως κάτω με ένα υπεροπτικό βλέμμα.

«Έχουμε καλεσμένους, ζωάκι,» του ψιθύρισε σιγανά ώστε να την καταλάβει μόνο εκείνος με την υπεράνθρωπη ακοή του.

Ύστερα έκανε ένα βήμα στο πλάι αποκαλύπτοντας την περί ης ο λόγος επισκέπτρια. Του Έμπρυ του έφυγαν τα πρέκια.

«Λίγο αργά σκέφτηκες να μου του πεις,» μουρμούρισε κατηγορηματικά στον ίδιο τόνο.

Η Ρενέσμε ανασήκωσε απαθώς τους ώμους της σε μία αδιόρατη κίνηση και έκλεισε την εξώπορτα πίσω του.

«Αλέξα, να σου συστήσω τον φίλο μας τον Έμπρυ. Έμπρυ, από εδώ η συμφοιτήτρια μου Αλέξα Χάστινγκς.»

Ο Έμπρυ κάρφωσε το μωρό με το πιο γοητευτικό βλέμμα του και το πιο σαγηνευτικό χαμόγελο του. Ήλπιζε αυτό να ήταν αρκετό για να καλύψει την αμφίεση ρακοσυλλέκτη που έφερε. Μάλλον ήταν, επειδή το μανάρι όχι μόνο του γέλασε προσκλητικά, αλλά ανταπέδωσε την ματιά του με μία παιχνιδιάρικη δική της. Του άπλωσε το χέρι της που ήταν λεπτό και αδύνατο με μακριά καλλιτεχνικά δάχτυλα. Ο Έμπρυ τα φαντάστηκε να τυλίγονται σφιχτά γύρω από το πέος του και ένας ηλεκτρισμός τον διαπέρασε ολόκληρο.

«Χαίρω πολύ.»

Η φωνή της ήταν γλυκιά και αισθησιακή˙ ο ειδυλλιακός συνδυασμός σέξι θηλυκού και αθώας Λολίτας.

«Παρομοίως,» της ανταπάντησε με την δική του βαθιά χροιά.

Μετά από εκεί τα πράγματα εξελίχθηκαν γρήγορα.

Σύντομα ο Τζέικομπ επέστρεψε και ο ίδιος σπίτι και αφού έκανε ένα πρόχειρο ντους και φόρεσε καθαρά ρούχα, οι τέσσερις φίλοι κάθισαν στην τραπεζαρία του ζευγαριού και απόλαυσαν το καλομαγειρεμένο φαγητό και ο ένας την παρέα του άλλου. Ο Έμπρυ είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με την Αλέξα και για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια – τόσα πολλά που σχεδόν είχε ξεχάσει, αλλά όχι ακριβώς, πόσα – πρόσεχε εκτός από το ζωγραφιστό τριανταφυλλί της στόμα και τις αντικειμενικές λέξεις που έβγαιναν από αυτό.

«Μπορείς να πεις ότι μέχρι πρότινος μου άρεσε πολύ να βγαίνω έξω και να διασκεδάζω,» του περιέγραφε κάποια στιγμή ενώ είχαν μείνει μόνοι τους στο σαλόνι.

Ο Τζέικομπ με την Ρενέσμε ήταν υποτίθεται στην κουζίνα για να φέρουν το γλυκό, ωστόσο ο Έμπρυ δεν ήθελε να μάθει τι ακριβώς έκαναν.

«Όμως πλέον δεν με αγγίζει το θεαθήναι. Έχουν αρχίσει να με ενδιαφέρουν άλλα πράγματα, όπως το τι θα κάνω στην ζωή μου.»

«Φαντάζομαι να δουλέψεις κάπου;» ρώτησε αδαώς ο Έμπρυ.

Του είχε ήδη αναφέρει πως σπουδάζει οικονομικά και βρίσκεται στο τελευταίο έτος της σχολής της.

Η Αλέξα του χαμογέλασε με κάποια πικρία.

«Ναι, και μετά να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια.»

Ο Έμπρυ νόμιζε πως διέκρινε μία ελαφριά ειρωνεία στο σχόλιο της, εν τούτοις εκείνη άλλαξε γρήγορα θέμα και ο Κιγιέτ δεν μπόρεσε να αναρωτηθεί περαιτέρω για την παρατήρηση της.

«Εσύ με τι ασχολείσαι; Εκτός από το μπαρ που δουλεύεις;»

Ο Έμπρυ αναδεύτηκε αμήχανα στην θέση του στον καναπέ.

«Μου αρέσουν τα βιντεοπαιχνίδια,» απάντησε τελικά.

Όχι, ότι δεν ήταν αλήθεια. Απλά ήταν μονάχα ένας μέρος αυτής. Φυσικά, ήταν αδύνατον να της αποκαλύψει πώς πραγματικά περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του, τουτέστιν τρέχοντας στα τέσσερα πόδια με τον άνεμο να παιχνιδίζει στο παχύ τρίχωμα του. Εκτός του ότι θα τον θεωρούσε τρελό και ο Τζέικομπ θα τον έκοβε με τα κρεμμυδάκια, τον εμπόδιζε και η ίδια η ψυχοσύνθεση του να μιλήσει στον οποιονδήποτε εκτός από τα μέλη της φυλής του για το ποια ήταν η αληθινή του ταυτότητα.

«Α, λατρεύω το guitar hero!» αναφώνησε ενθουσιασμένη η Αλέξα. «Συγκεκριμένα είμαι πρωταθλήτρια. Πρέπει να παίξουμε κάποια στιγμή.»

Η σαγηνευτική έκφραση της και λιγότερο αυτή καθαυτή η πρόσκληση της ήταν εκείνη που κατέστησε σαφές στον Έμπρυ πως η γκόμενα το ψήνει χοντρά. Εννοείται ήταν εκεί για να ανταποκριθεί.

«Ευχαρίστως,» συμφώνησε με το πιο μαγιόρικο ύφος του. «Να είσαι όμως προετοιμασμένη πως θα χάσεις. Δεν γεννήθηκε ακόμα ο άνθρωπος που θα με νικήσει στο guitar hero.»

Η Αλέξα χαμογέλασε με νόημα.

«Αυτό θα το δούμε.»

Το γεγονός πως αψηφούσε την κυριαρχική ιδιοσυγκρασία του ήταν αρκετό για να του δημιουργήσει μία επίπονη στύση. Έπρεπε να το κάνει δικό του αυτό το μωρό και έπρεπε να το κάνει πάραυτα.

Το πόσο γρήγορα θα γινόταν αυτό ωστόσο ούτε ο ίδιος ο Έμπρυ δεν το περίμενε. Έφυγαν μαζί από το διαμέρισμα του Τζέικομπ και της Ρενέσμε αργά το απόγευμα. Μέχρι να βγουν στον δρόμο, ο Έμπρυ σκεφτόταν τρόπους να της προτείνει να ξαναβρεθούν χωρίς όμως να της δώσει και λάθος εντύπωση για ρομαντικά ραντεβουδάκια και τέτοια. Αυτό ήταν πάντα το πιο δύσκολο σε όλες του τις συναναστροφές με το γυναικείο φύλο. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός για να διατηρεί τις ισορροπίες και να μην δίνει εσφαλμένα μηνύματα.

«Λοιπόν, θα με καλέσεις σπίτι σου να παίξουμε;»

Ο Έμπρυ της κρατούσε εκείνη την ώρα την εξώπορτα για να βγει από την πυλωτή και τα έχασε προς στιγμήν. Κατάφερε όμως να συνέλθει παραχρήμα.

«Αν το θέλεις,» την κοίταξε προκλητικά διευκρινίζοντας τις προθέσεις του.

Εκείνη ανταπέδωσε στα ίσια το βλέμμα του. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην γνωρίζει τι θα παιζόταν, αν πατούσε το πόδι της στο σπίτι του.

«Το θέλω,» του απάντησε με βεβαιότητα μειδιώντας πονηρά.

Ο Έμπρυ την οδήγησε στο αυτοκίνητο του και αμέσως μετά κατευθύνονταν και οι δύο μαζί στο διαμέρισμα του στο Σόχο.

Ήταν μία μικρή γκαρσονιέρα χωρίς καμία ιδιαίτερη νότα. Παρότι η Ρενέσμε είχε επιμείνει να την αφήσει να την διακοσμήσει με το ακριβό της γούστο, ο Έμπρυ είχε πατήσει πόδι και είχε οργανώσει το σπίτι του σύμφωνα με τα δικά του πρότυπα˙ δηλαδή με έναν καναπέ που του χρησίμευε και για κρεβάτι και με μία τεράστια τηλεόραση. Εννοείται βέβαια πως το ισχυρογνώμον υβρίδιο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί από έναν τέτοιο συμβιβασμό και είχε τουλάχιστον φροντίσει να του αγοράσει οικιακά σκεύη και μερικά μπιμπελό χώρου.

Επίσης από καιρό εις καιρό η νεαρή βρικόλακας ερχόταν να του καθαρίζει, μιας και ο ίδιος – κατά τα λεγόμενα της – μπορούσε να πεθάνει πρώτα από την βρώμα, προτού μπει στην διαδικασία να σηκώσει την σκούπα και το φαράσι. Ευτυχώς αυτή η τελευταία καθαριστική επίσκεψη της ήταν μόλις το προηγούμενο Σαββατοκύριακο και άρα ο Έμπρυ δεν είχε προλάβει να λερώσει πολύ το διαμέρισμα. Επομένως η Αλέξα δεν θα ερχόταν αντιμέτωπη παρά μόνο με μερικά κουτιά από ντελίβερι και ορισμένα άπλυτα ρούχα παρατημένα εδώ και εκεί.

Εν τούτοις, την ξανθιά γκόμενα δεν έμοιαζε να την ενδιαφέρει ποσώς η ακαταστασία του χώρου. Συγκεκριμένα ο Έμπρυ αμφέβαλε ουσιαστικώς αν καταρχάς την πρόσεξε. Μάλλον όχι, καθότι με το που ο Κιγιέτ ξεκλείδωσε την πόρτα και της έκανε νόημα να περάσει η Αλέξα είχε γυρίσει απότομα προς το μέρος του, τον είχε κολλήσει στον τοίχο και είχε ενώσει το στόμα της με το δικό του σε ένα βαθύ φιλί. Ο Έμπρυ είχε μυαλό μονάχα να κλείσει ξανά την εξώπορτα, πριν πετάξει τα κλειδιά στο πάτωμα και τυλίξει τα χέρια του γύρω από την στενή της μέση.

Αποδεικνυόταν εξόχως επιδέξια με την γλώσσα της και δεν άργησε να βρει την δική του παίζοντας μαζί της σε ένα πρόστυχο κυνηγητό. Ταυτόχρονα πίεζε το κρουστό κορμί της επάνω στο δικό του επικοινωνώντας του με τον πιο απολαυστικό τρόπο την διέγερση της για εκείνον. Και όταν γράπωσε το κάτω χείλος του στα δόντια της τραβώντας το φιλήδονα προς το μέρος του, ο Έμπρυ σταμάτησε να σκέφτεται το οτιδήποτε άλλο εκτός από την άκρατη ανάγκη του να κάνει αυτό το πρόστυχο μωρό δικό του και να το κάνει αμέσως τώρα.

Με μία κίνηση την σήκωσε λες και δεν ζύγιζε παραπάνω από δύο κιλά και την μετέφερε στον καναπέ. Την απίθωσε στο στρώμα με ένα τράνταγμα και στο λεπτό βρέθηκε από πάνω της και ανάμεσα στα πόδια της, τα οποία άνοιξαν κατευθείαν για χάρη του προσκαλώντας τον στην αγκαλιά της. Τα χείλη του κλείδωσαν αυθωρεί στα δικά της και τα χέρια του ξεκίνησαν να εξερευνούν κάθε σπιθαμή του εξαίσιου κορμιού της. Η επιδερμίδα της ήταν τόσο ζεστή και απαλή˙ δεν χόρταινε να την αγγίζει. Ήθελε και άλλο. Πολύ άλλο.

Προσπάθησε στα τυφλά να εντοπίσει το κούμπωμα του φουστανιού της, ωστόσο στάθηκε αδύνατο. Η Αλέξα γέλασε δυνατά και τον έσπρωξε ελαφρά από πάνω της, ώστε να ανασηκωθεί και να της επιτρέψει να γδυθεί μόνη της. Ο Έμπρυ την άφησε και σηκώθηκε όρθιος. Ξεκούμπωσε βιαστικά το παντελόνι του και με γρήγορες κινήσεις απαλλάχτηκε από την μπλούζα, τις κάλτσες, τα παπούτσια και τέλος το μποξεράκι του. Καθόλη την διάρκεια του άτυπου στριπτίζ του δεν είχε πάρει στιγμή τα μάτια του από πάνω της, όπως και εκείνη από τον ίδιο.

Όταν ο ανδρισμός του πρόβαλε ορθωμένος μεταξύ τους, παρατήρησε τα μάτια της να διαστέλλονται έκθαμβα. Ο Έμπρυ χαμογέλασε υπερφίαλα. Ήξερε ότι σε σύγκριση με τον μέσο όρο των ανδρών ήταν αξιοπρόσεκτα παραπάνω προικισμένος, παρότι σε σχέση με τους υπόλοιπους μεταμορφιστές της αγέλης του δεν ήταν και ο μεγαλύτερος. Ο Τζέικ ερχόταν πρώτος σαν αδιαμφισβήτητος αρχηγός και ύστερα ακολουθούσε ο Σεθ προς μεγάλη έκπληξη των πάντων, καθότι μυϊκά ήταν από τους πιο αδύνατους στην ομάδα.

Ο Έμπρυ σκέφτηκε πως πλέον που ζούσαν στην ανατολική ακτή και άρα μακριά από τους υπόλοιπους λύκους της Λα Πους, αυτό τον έκανε να έρχεται τελευταίος από τους τρεις τους. Στην μεγαλύτερη όμως κλίμακα κατείχε άνετα την πέμπτη με έκτη θέση. Συνολικά από όλους το μικρότερο πουλί το είχε ο Πωλ και αυτό ήταν κάτι που ποτέ κανείς δεν άφηνε να περάσει ασχολίαστο. Τουλάχιστον μέχρι να νευριάσει επαρκώς είτε εκείνος είτε ο Τζέικομπ που δεν ήθελε να ξέρει το οτιδήποτε είχε να κάνει με την ανατομία του ανθρώπου που ξάπλωνε με την αδερφή του.

Ωστόσο ο Έμπρυ είχε προς το παρόν με πολύ σημαντικότερα πράγματα να ασχοληθεί από ότι με τα πέη των συναγελών του, πρωτίστως με αυτό το θεϊκό πλάσμα που βρισκόταν φαρδύ-πλατύ στο κρεβάτι-καναπέ του και τον προσκαλούσε με τα χέρια της να έρθει κοντά της. Δεν χρειαζόταν να του το ζητήσει δεύτερη φορά. Ο Έμπρυ πήδηξε στην κυριολεξία μέσα στην αγκαλιά της. Η Αλέξα χαμογέλασε ναζιάρικα – είχε από τα πιο όμορφα χαμόγελα που είχε δει ποτέ του, βρικολάκων και μεταμορφιστών συμπεριλαμβανομένων – και τον φίλησε ζεστά στα χείλη.

Ο Έμπρυ ξεκίνησε να εξερευνεί με τα ακροδάχτυλα του το κορμί της σε όλα τα υπέροχα σημεία του. Ξεκίνησε από τα στήθη της που ήταν μικρά αλλά στητά. Χούφτωσε την τρυφερή της σάρκα στην παλάμη του και έπαιξε με τις προτεταμένες ρώγες της τσιμπώντας τις μαλακά. Η Αλέξα βόγκηξε ηδονικά μέσα στο στόμα του και αναδεύτηκε από κάτω του τρίβοντας την ερωτική κορυφή της στην δική του. Ήταν αυτό που εκσφενδόνισε στα ουράνια το ύστατο ψήγμα συγκράτησης του.

Μετά από εκεί έσπρωξε βιαστικά τα πόδια της να ανοίξουν και χώθηκε ανάμεσα τους. Η θέρμη και η υγρασία της τον προσκάλεσαν στα πιο ιμερικά της βάθη. Δεν μπορούσε να της αντιστέκεται άλλο. Χρησιμοποιώντας το χέρι του, βρήκε την κολπική σχισμή της και μπήκε αργά και σταθερά μέσα της. Το συναίσθημα ήταν τόσο έντονο που αναγκάστηκε να κλείσει τα ματόκλαδα του για να το αντέξει. Έβγαλε μία ανιμαλιστική κραυγή και ξεφύσηξε με απόλαυση. Ήταν τόσο στενή και βελούδινη, από τις καλύτερες που είχε δοκιμάσει ποτέ του.

Όταν ξανάνοιξε τα βλέφαρα του, την είδε να τον κοιτάζει με τον πόθο της γραμμένο σε όλα τα πανέμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Στερεώθηκε στα μπράτσα του για να μπορεί να την παρατηρεί καλύτερα και σε απόσταση αναπνοής από τα χείλη της, τόσο ώστε να νιώθει την καυτή ανάσα της επάνω του αλλά μαρτυρικά μακριά για να μην τον φτάνει ακριβώς, βγήκε από μέσα της ως σχεδόν την κορυφή του και ύστερα επέστρεψε ήρεμα στην πρότερη του θέση περικυκλωμένος από τα μεταξένια τοιχώματα της.

Ακολούθησαν για λίγο τον ρυθμό του με την Αλέξα να έχει τυλίξει σφιχτά τα πόδια της γύρω από την μέση του και τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Τα γαλάζια μάτια της παιχνίδιζαν λαμπερά στο ημίφως και το γέλιο και τα μινυρίσματα της ηχούσαν μαζί με τον παφλασμό των σωμάτων τους στην ησυχία του σπιτιού. Ο Έμπρυ δεν κρατήθηκε να μην κατρακυλήσει το στόμα του στο μπούστο της και να φυλακίσει την αριστερή θηλή της – την ελάχιστα πιο μεγάλη από την δεξιά – μεταξύ των δοντιών του.

Τώρα η εμπειρία της κατάκτησης της είχε ολοκληρωθεί. Την κατείχε σε έναν ερωτικό συνδυασμό ακοής, υφής, όψης, μυρωδιάς και γεύσης. Αποδεικνυόταν σε όλα της υπέροχη. Ήταν θεογκόμενα˙ αυτό ήταν το πιο εύκολο να διαπιστώσει κανείς. Ταυτόχρονα όμως είχε και μία εκπληκτική αίσθηση, όπως και μία μυρωδιά τριαντάφυλλο και την επίγευση του βατόμουρου από το τσιζ-κέικ που είχαν φάει προηγουμένως στο σπίτι του Τζέικομπ και της Ρενέσμε αλλά και μία δική της αυστηρά προσωπική και ως εκ τούτου αχαρακτήριστη γλυκάδα.

Όμως το πιο ερεθιστικό πάνω της ήταν μακράν η φωνή της. Είχε μία βραχνή χροιά, τόσο κοριτσίστικη και σέξι παράλληλα, που ο Έμπρυ πίστευε ότι ήταν ικανός να τον φέρει και μόνο μιλώντας του. Τώρα δε που βρισκόταν χωμένος μέχρι τους όρχεις μέσα της και την έπαιρνε με δύναμη, η παραμικρότερη λέξη που έβγαινε από το στόμα της ήταν αρκετή για να τον φέρει άλλο ένα βήμα πιο κοντά στην έκρηξη. Δεν γινόταν ωστόσο να χάσει ακόμα τον εαυτό του. Έπρεπε να προνοήσει προηγουμένως για εκείνη.

Για τον λόγο αυτό, πάνω εκεί που ένιωθε τον έλεγχο να του γλιστράει από τα δάχτυλα, βγήκε από μέσα της και με μία αποφασιστική κίνηση την ανασήκωσε για να έρθει εκείνη από πάνω του. Της έδωσε έτσι την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει το κορμί του για δικό της όφελος. Και δεν τον απογοήτευσε. Τον προσέλαβε μέσα της με μία αρπακτική πείνα και άρχισε να κουνιέται επάνω του ίδια καιόμενη φωτιά. Ο Έμπρυ λάτρευε να την βλέπει να παίρνει μόνη της αυτό που ήθελε και να τον μεταχειρίζεται για την απόλαυση της.

Ήταν εμφανές πως γνώριζε πολύ καλά τι έκανε και έτσι δεν αποτέλεσε καμία κατάπληξη το γεγονός ότι δεν της πήρε παρά μερικά λεπτά για να έρθει σε έναν εκκωφαντικό οργασμό φωνάζοντας το όνομα του. Αυτό μαζί με την αίσθηση αρπάγης των συσπάσεων του αιδοίου της που ρουφούσαν το πέος του σαν βεντούζες ήταν ό,τι απαιτούσε ο μεταμορφιστής για να βρει και ο ίδιος την κορύφωση του. Έχυσε μέσα της με ένα ζωώδες βογγητό πιέζοντας την επιδερμίδα των γλουτών της σφιχτά στα χέρια του.

Η Αλέξα γέλασε για ακόμα μία φορά φιλήδονα και ύστερα κατέρρευσε αποκαμωμένη επάνω στο κορμί του ακουμπώντας το κεφάλι της στο στέρνο του. Μείνανε για κάμποση ώρα σε αυτήν την ακίνητη στάση προσπαθώντας να επαναφέρουν την καρδιά τους στους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Ο Έμπρυ ένιωσε τόσο χαλαρωμένος που μάλιστα πρέπει να αποκοιμήθηκε ορισμένα λεπτά βυθισμένος ακόμα μέσα της.

Ήταν η Αλέξα αυτή που τον ξύπνησε χαϊδεύοντας τον απαλά στον ώμο.

«Μπορώ να χρησιμοποιήσω το μπάνιο σου;»

Ο Έμπρυ έτριψε τα μάτια του νυσταγμένα και απάντησε καταφατικά. Εκείνη του χαμογέλασε τρυφερά και του απίθωσε ένα μικρό φιλί στα χείλη. Ύστερα σηκώθηκε προσεκτικά όρθια διακόπτοντας την επαφή τους. Ο Έμπρυ έφερε το μπράτσο του πίσω από τον αυχένα του και βολεύτηκε καλύτερα σε αυτήν την θέση απολαμβάνοντας ξανά την θέα του γυμνού κορμιού της. Μα τω Δία, ήταν αλήθεια από τις πιο ωραίες γκόμενες που είχε χτυπήσει ποτέ.

Την είδε να προχωρά μερικά βήματα και να σταματά στρεφόμενη πίσω προς τα εκείνον.

«Πού είναι;» ρώτησε αθώα και ήταν τόσο γλυκιά που τόσο του Έμπρυ όσο και του λύκου μέσα του τους ήρθε να την φάνε ολόκληρη.

«Από εκεί,» της υπέδειξε την κατεύθυνση της τουαλέτας – που ήταν άλλωστε η μοναδική πόρτα εκτός από την εξώπορτα μέσα στην τρύπα που έμενε.

Η Αλέξα τον ευχαρίστησε χαμογελώντας και έκανε μεταβολή προς το σημείο όπου της είχε επισημάνει. Ξαφνικά όμως ακινητοποιήθηκε και γύρισε ξανά προς το μέρος του. Αυτήν την φορά το χαμόγελο είχε χαθεί τελείως από τα χείλη της.

«Έμπρυ, δεν χρησιμοποιήσαμε προφυλακτικό.»

Θα ήταν προτιμότερο να του είχε πει πως οι Βολτούρι τον περίμεναν στην είσοδο της πολυκατοικίας.


Τατάμ! Να και η επίσημη γνωριμία του Έμπρυ με την Αλέξα! Τι λέτε να συμβεί, κόρες; Της το σκάρωσε το κουτσούβελο;

Επίσης: Yeah! Έφτασα και ξεπέρασα τα 100 σχόλια και για αυτό ευχαριστώ εσάς και μόνο εσάς αγαπημένες μου αναγνώστριες! Συνεχίστε να με γεμίζετε χαρά και έμπνευση! Σας λατρεύω όλες!

Τέλος, επειδή είδα ότι σας προβλημάτισε γενικότερα η συμπεριφορά της Ρενέσμε στο προηγούμενο θραύσμα, θα προβώ σε μία αποκάλυψη. Η στάση της σχετίζεται άμεσα με το ταξίδι στο Αλμπουκέρκε, βλέπε κεφάλαιο 22. Αλλά για να μην μπερδεύεστε, θα αποκαλυφθούν όλα στην επόμενη ιστορία που θα εξελίσει αυτήν την υπόθεση. Αναμείνατε στην οθόνη σας!

Προς Helen: Ευχαριστώ για το εκατοστό σχόλιο! Νομίζω επιβάλεται και άλλο δώρο, χαχα! Πώς σου φάνηκε το κεφάλαιο με τον Έμπρυ; Τον προτιμάς με την Αλέξα ή με την Βανέσα; Και όσον αφορά στον Τζέικομπ και εγώ τον λυπήθηκα πολύ τον καημένο! Κλαψ, κλαψ!

Προς Αθηνά: Χαχαχαχα! Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι, όπως και ότι είσαι μισή Κερκυραία. Τα νιάτα μου στα καντούνια της τα έχω φάει ως φοιτήτρια και την ξέρω καλά την τρέλα των Κερκυραίων, χεχε! Θα μπορούσε να είναι και ο λόγος που λες... αλλά δεν είναι :D

Προς Κέλλυ: Ευχαριστώ για το γλυκό σχόλιο σου! Η Ρενέσμε νομίζω μας την έκανε σε όλους σε αυτό το κεφάλαιο. Αλλά όλα γίνονται για κάποια συγκεκριμένη αιτία. Η συνέχεια μας περιμένει οσονούπω :)

Προς ElevenSword: Καλώς ήρθες στην παρέα μας! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τον εποικοδομητικό σχολιασμό σου και ελπίζω να εξακολουθήσεις να με συμβουλεύεις και να μου ασκείς κριτική. Για τον Τζέικομπ έχω και εγώ περιέργεια, αλλά ακόμα περισσότερο έχω να δω πώς θα αντιδράσει η Ρενέσμε τώρα που την έπιασε στο πράσσειν! Όσον αφορά στην Κέιτ και τον Γκάρετ και εμένα μου αρέσουν πολύ σαν ζευγάρι, οπότε σίγουρα θα γράψω κάτι σύντομα ξανά για εκείνους!

Θέλω να αναφέρω εδώ και την απάντηση στο σχόλιο της ElevenSword για το κεφάλαιο 15 και την σχέση της Δάφνη και του Ντέιβιντ, καθώς μπορεί και άλλοι αναγνώστες να έχουν ίδιες ή παρόμοιες απορίες. Συμφωνώ απόλυτα πως όταν ένας μεταμορφιστής αποτυπώνεται αυτό ανάγεται σε επίπεδο τόσο ανθρώπου όσο και λύκου. Αυτός είναι ο κανόνας και αυτό έχει συμβεί σε όλα τα άλλα αποτυπώματα. Όμως, η σχέση που συνδέει την Δάφνη με τον Ντέιβιντ είναι κάτι το μοναδικό και για αυτό έχει ενδιαφέρον να το εξετάσουμε από πιο κοντά. Ο λόγος για αυτό θα αποκαλυφθεί αργότερα και θέλω να πιστεύω πως θα είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για αυτήν την διαφορετικότητα. Εσείς τι θεωρείτε μέχρις στιγμής, καθότι είναι καθόλα εύλογη απορία το πώς ο Ντέιβιντ θέλει ακόμα την Δάφνη εφόσον έχει αποτυπωθεί στην Κέιτ. Και επιπλεόν, ποιον από τους δύο προτιμάτε για την κοπέλα μας; Τον Ντέιβιντ ή τον Μπαπτίστ; Περιμένω και για αυτό τις απαντήσεις σας :)

Συγνώμη για την τεράστια σημείωση συγγραφέα, όμως θεωρώ υποχρέωση μου να εξηγώ όσα σας μπερδεύουν. Και τελειώνοντας θα διευκρινήσω τις συγγένειες για να μην υπάρχει σύγχυση.

Ο Τζέικομπ με την Ρενέσμε έχουν τρία παιδιά: τον Σήζαρ και την Σόφι και την Δάφνη που είναι δίδυμες.

Ο Σεθ με την Κάρλα έχουν έναν γιο: τον Τάιλερ, ο οποίος έχει αποτυπωθεί στην Σόφι.

Ο Στέφαν με την Λία έχουν επίσης έναν γιο: τον Ντέιβιντ, ο οποίος έχει αποτυπωθεί στην Κέιτ, αλλά μας έχει κάνει την ζωή δράμα με την Δάφνη :)

Αυτά! Σας χαιρετώ για τώρα και ό,τι άλλες ερωτήσεις έχετε μην διστάσετε να με ρωτήσετε!

Εις το επαναδιαβάζειν!

ΧΧΧ