Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στην Στέφανι Μέγιερ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 52: ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ
Ήταν από τις ημέρες που η Κλαιρ ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη. Καλοκαίρι, με έναν ζεστό και λαμπερό ήλιο και όλους τους τους φίλους να έχουν έρθει στην Λα Πους για να διασκεδάσουν μαζί ένα ξέφρενο Σαββατοκύριακο. Και το πιο σημαντικό: ο Κουίλ να κάθεται αυτήν την στιγμή δίπλα στην πετσέτα της και να της απλώνει προσεκτικά αντηλιακό στην πλάτη.
«Ρε, μαλάκα, φτάνει! Θα της βγάλεις καινούργιο δέρμα τόση ώρα που την τρίβεις!»
Ο Κουίλ έριξε μία δολοφονική ματιά στον Έμπρυ που στεκόταν λίγα μέτρα παραπέρα, αλλά δεν είπε τίποτα. Έκλεισε μόνο το καπάκι του μπουκαλιού και το έδωσε πίσω στην Κλαιρ.
«Ορίστε, έτοιμη,» της χαμογέλασε.
Εκείνη το πήρε στα χέρια της ανταποδίδοντας του το χαμόγελο. Της έλειπε ήδη η αίσθηση των δαχτύλων του πάνω στην επιδερμίδα της. Νόμιζε ότι μετά τις δύο εβδομάδες που είχε περάσει κοντά του από την αρχή των διακοπών, θα είχε συνηθίσει στο χτυποκάρδι που της δημιουργούσε η παραμικρότερη επαφή μαζί του. Είχε κάνει ωστόσο λάθος και τα συμπτώματα αντί να υποχωρήσουν είχαν μεγεθυνθεί σε αβάσταχτο βαθμό. Τόσο πολύ που η Κλαιρ πίστευε ορισμένες φορές πως θα πεθάνει, αν δεν την έκανε επιτέλους δική του.
Από την πλευρά του όμως ο Κουίλ δεν έδειχνε κανένα σημάδι τέτοιας πρόθεσης. Η Κλαιρ μπορούσε να αισθανθεί τα βλέμμα που της απηύθυνε και το ελαφρύ τρέμουλο στα χέρια του κάθε φορά που αγγίζονταν – ακούσια ή όχι και τόσο – μα πέρα από αυτό δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε άλλη κίνηση που θα της καθιστούσε δυνατό να του εκφράσει απερίφραστα τα συναισθήματα της για εκείνον. Επομένως οι διακοπές της στον καταυλισμό των Κιγιέτ περνούσαν ταυτόχρονα μέσα στην απόλυτη χαρά και την απόλυτη απογοήτευση.
Τουλάχιστον η παρουσία των υπόλοιπων παιδιών την έκανε να ξεχνιέται λίγο, αν και το να παρακολουθεί τον Τζέικομπ με την Ρενέσμε να παραμένουν βαθιά ερωτευμένοι και τον Σεθ με την Κάρλα να επιδίδονται σε περιπτύξεις δημόσιας θέας ενέτεινε όχι μόνο την μελαγχολία της αλλά και την ζήλεια της. Δεν φθονούσε σε καμία περίπτωση τα αγαπημένα ζευγάρια, ωστόσο θα ήθελε να μπορεί και η ίδια να αγκαλιάσει τον Κουίλ από τους ώμους και να τον φιλήσει γλυκά στα χείλη μέχρι να μην μείνει αναπνοή στα πνευμόνια τους.
«Α, κορίτσια, ελάτε! Βρήκα ένα κουίζ να κάνουμε.»
Ήταν η Χάιφα εκείνη που είχε μιλήσει αποσπώντας την από τις σκέψεις της. Ήταν ξαπλωμένη σε μία ψάθα στα αριστερά της και διάβαζε ένα από αυτά τα γυναικεία περιοδικά για νέες κοπέλες που υπόσχονται σε κάθε τεύχος όλα τα μυστικά της ομορφιάς και όλες τις τεχνικές για να κατακτήσεις τον άντρα των ονείρων σου. Η Κλαιρ μπορεί να ήταν διατεθειμένη να προβεί στο οτιδήποτε για να κάνει τον Κουίλ δικό της, ωστόσο σε καμία των περιπτώσεων δεν περίμενε πως η συνταγή για την επιτυχία της θα βρισκόταν σε ένα από αυτά τα ιλουστρασιόν άρθρα.
Παρόλα αυτά την παρούσα στιγμή δεν είχε με κάτι καλύτερο να απασχολήσει τον εαυτό της. Τον Κουίλ τον είχε τραβήξει ο Έμπρυ στην αμμουδιά να παίξουν ποδόσφαιρο με τους υπόλοιπους, η Ρενέσμε κολυμπούσε με την Κάρλα στα βαθιά και η Κλαιρ είχε απομείνει μόνη με την Χάιφα και την Γιουιζάλ. Οι δύο Κιγιέτ ήταν οι μοναδικές κοπέλες από την Λα Πους που η Κλαιρ γνώριζε καλύτερα. Ανήκαν στην παρέα του Κουίλ και όπως όλοι οι άλλοι, έτσι και εκείνες ήταν ψηλές και αδύνατες με γερό σώμα.
Είχαν και οι δύο μακριά μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια και αν ήταν λίγο πιο όμορφες ή αν δεν έβλεπε μετά βεβαιότητας πως δεν υπήρχε κανένα είδος φλερτ μεταξύ τους και του Κουίλ, η Κλαιρ ίσως και να ζήλευε. Εν τούτοις τόσο η Χάιφα όσο και η Γιουιζάλ ήταν συμπαθητικά κορίτσια που της φέρονταν πάντα με ευγένεια και φιλική διάθεση και έτσι η νεαρή Μακά δεν είχε λόγο να μην τους συμπεριφέρεται ανάλογα και η ίδια. Πλησίασε έτσι λίγο περισσότερο προς το μέρος της Χάιφα και επικέντρωσε την προσοχή της στο ψυχολογικό τεστ.
«Το θέμα του κουίζ είναι: Του στέλνεις τα σωστά σημάδια; Σου αρέσει πολύ και το ξέρεις. Εκείνον όμως τον βοηθάς να πάρει το μήνυμα; Κάνε το τεστ και θα το ανακαλύψεις,» ανακοίνωσε η Χάιφα που στο μεταξύ είχε ανασηκωθεί οκλαδόν κρατώντας το περιοδικό διπλωμένο στα γόνατα της.
Έβγαλε έναν στυλό από την τσάντα της και τον άνοιξε παρατώντας το καπάκι κάπου πίσω της.
«Λοιπόν, θα σημειώνω τις δικές μου απαντήσεις με κυκλάκι, εσένα Γιουιζάλ με αστεράκι και εσένα Κλαιρ με τρίγωνο, εντάξει;»
Η Γιουιζάλ από την άλλη μεριά της ψάθας είχε σηκωθεί και εκείνη καθιστή και επεξεργαζόταν με περιέργεια τις ερωτήσεις του κουίζ κοιτώντας πάνω από τον ώμο της φίλη της. Η Κλαιρ δεν είχε δει ποτέ ούτε εκείνη ούτε την Χάιφα με κάποιο αγόρι. Συγκεκριμένα δεν τις είχε ακούσει άλλοτε να μιλάνε για αυτό το ζήτημα και μάλιστα θα έλεγε κανείς πως έμοιαζαν να μην τις απασχολεί ιδιαίτερα το θέμα. Ωστόσο ο τωρινός τους ζήλος την έκανε να αμφιβάλει για την αρχική εκτίμηση της.
Ποιον όμως να είχαν βάλει στο μάτι; Τον μεγαλόσωμο Κόλιν; Τον αρρενωπό Ρέι; Τον αστείο Όουεν; Ο Λαλ ήταν αρκετά πιο μεγάλος από εκείνες και ο Ντάγκλας και ο Ίτσα πρώτα ξαδέρφια τους, οπότε σίγουρα δεν ήταν αυτοί οι δύο. Τότε όμως ποιος ήταν; Η Κλαιρ κατέληξε γρήγορα πως δεν την ενδιαφέρει. Τα βλέμματα τους μακριά από τον Κουίλ να κρατάγανε και ας είχαν όποιον άλλον ήθελαν. Ίσως να ήταν και κάποιος που εκείνη δεν είχε γνωρίσει. Δεν τους ήξερε δα και όλους τους κατοίκους του καταυλισμού – αν ήταν και από τον καταυλισμό.
«Ωραία, ξεκινάμε,» είπε η Χάιφα. «Ερώτηση πρώτη: Βρίσκεσαι έξω με κοινή παρέα με εκείνον που έχεις βάλει στο μάτι και μία από τις κοπέλες τον φλερτάρει. Αφού φύγει από το πλάνο, του λες: α) Το T-shirt που φοράς σήμερα έχει μεγάλη επιτυχία. *χαμογελάκι*, β) Η Έλεν; Μην την δεις με μαγιό, τα πόδια της είναι γεμάτα κυτταρίτιδα. γ) Α, γνωριστήκατε με την Έλεν; Πώς σου φάνηκε;»
Η Κλαιρ έμεινε να σκέφτεται λίγο την επιλογή της. Αν έβλεπε τον Κουίλ να φλερτάρει με την οποιανδήποτε κοπέλα, ανεξαρτήτως της ποσότητας κυτταρίτιδας που θα είχε στα πόδια της, θα ήθελε να ανοίξει μία μεγάλη τρύπα στο χώμα και να κρυφτεί εκεί μέσα για πάντα. Σε καμία των περιπτώσεων δεν θα είχε την δύναμη να πάει να του μιλήσει ύστερα και μάλιστα να του παίξει και την άνετη. Όχι, καμία από τις παραπάνω απαντήσεις δεν την αντιπροσώπευε. Έπρεπε ωστόσο να διαλέξει κάτι. Η Χάιφα και η Γιουιζάλ είχαν ήδη τελειώσει και την περίμεναν.
«Το γάμα,» απάντησε τελικά μιας και ήταν η πιο κοντινή πιθανότητα για τον χαρακτήρα της.
Το ίδιο συνεχίστηκε και με τις υπόλοιπες ερωτήσεις. Κανένα από τα δοθέντα σενάρια δεν πλησίαζαν ούτε κανά διάνοια στο πώς θα αισθανόταν ή στο πως θα αντιδρούσε εκείνη. Για αυτό απαντούσε στο περίπου τι θα έκανε και ήταν βέβαιη πως το αποτέλεσμα θα αφορούσε μία παντελώς ξένη κοπέλα και ουδέποτε την ίδια. Παρόλα αυτά όταν ολοκλήρωσαν το τεστ και η Χάιφα μέτρησε τις απαντήσεις τους, το κείμενο που της διάβασε την αποκαρδίωσε ακόμα περισσότερο.
«Χρειάζεται να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου και να μην περιμένεις πάντα από την τύχη να τα κάνει όλα για εσένα. Όπως πάει και το γνωστό ρητό συν Αθηνά και χείρα κίνει,» της διάβασε με επιβλητικότητα η Χάιφα.
«Οπότε Κλαιρ, βουρ στον πατσά,» της χαμογέλασε συνωμοτικά η Γιουιζάλ ρίχνοντας μία ματιά προς την πλευρά, όπου τα αγόρια συνέχιζαν να παίζουν ποδόσφαιρο.
Η Κλαιρ ακολούθησε το βλέμμα της και έμεινε να παρακολουθεί τον Κουίλ να τρέχει επάνω στην άμμο περνώντας με ντρίπλες την μπάλα κάτω από τα πόδια του Έμπρυ και έπειτα του Λαλ και να σκοράρει θριαμβευτικά στο αυτοσχέδιο τέρμα – με σημάδια δύο τενεκεδάκια μπύρας χωμένα στο χώμα – του Ντάγκλας. Ο αγαπημένος της σήκωσε τα χέρια του ψηλά στον αέρα σχηματίζοντας το σήμα της επιτυχίας, ενώ ο Σεθ με τον Ίτσα τον συγχαίρονταν κραυγάζοντας επεφυμητικά.
Ο Κουίλ τους χαμογέλασε και ύστερα έστρεψε το κεφάλι του προς το μέρος της και την έπιασε να τον κοιτάζει. Η Κλαιρ τα έχασε και απέστρεψε βιαστικά την ματιά της κοκκινίζοντας ολόκληρη. Τα κορίτσια γέλασαν δίπλα της, αλλά όταν γύρισε να δει γιατί, τις βρήκε σκυμμένες ξανά πάνω από το περιοδικό χωρίς να φαίνεται να έχουν προσέξει την προηγούμενη σκηνή. Η Κλαιρ επέπληξε τον εαυτό της από μέσα της. Προφανώς το σχέδιο της είχε στεφθεί από απόλυτη αποτυχία. Εκείνη πίστευε πως είχε δείξει απόλυτα στον Κουίλ πόσο πολύ τον ήθελε.
Ήταν τελείως βλαμμένη.
Με ένα νοερό βογγητό αγανάκτησης, σηκώθηκε όρθια και πληροφόρησε τις δύο Κιγιέτ πως θα πάει μία βόλτα κάτω στην παραλία να περπατήσει. Εκείνες έκαναν έναν νεύμα πως την άκουσαν και επέστρεψαν στο εμφανώς συναρπαστικό ανάγνωσμα τους. Από την πλευρά του ο Κουίλ στο πρόχειρο γήπεδο ποδοσφαίρου είχε παραμείνει κολλημένος να την κοιτάζει να απομακρύνεται με ένα δύσθυμο ύφος. Ήθελε να τρέξει από πίσω της και να την κάνει να του χαμογελάσει, αλλά κάτι μέσα του τον προειδοποιούσε πως αυτήν την στιγμή ήθελε να μείνει μόνη.
«Έλα, Κουίλ, τι έγινε; Θα παίξουμε καμία φορά;» άκουσε τον Λαλ να τον φωνάζει.
«Ε, ναι, άντε,» ήταν η δική του απάντηση πριν ξαναρχίσει το παιχνίδι.
Ήταν εμφανές ωστόσο πως πλέον το μυαλό του ήταν αλλού. Ο Τζέικ που ήξερε τον ξάδερφο του από παιδιά και κυρίως επειδή ο Κουίλ είχε μοιραστεί μαζί του τον προβληματισμό του για την Κλαιρ, μπορούσε να καταλάβει πολύ καλά την αναταραχή που του έτρωγε τα σωθικά και για αυτό μετά από κανένα εικοσάλεπτο παραπάνω, είπε στους υπόλοιπους να τελειώσουν με το παιχνίδι και να ανάψουν καμία φωτιά, καθότι έπεφτε το βράδυ. Ο ίδιος έπιασε τον καρδιακό του φίλο από τον ώμο και τον οδήγησε σε μία άκρη, όπου βρισκόταν το ψυγείο με τις μπύρες.
«Δεν νομίζω πως υπάρχει λόγος να χαλιέσαι έτσι,» του είπε προσφέροντας του ένα παγωμένο μπουκάλι.
Πήρε και εκείνος ένα για τον εαυτό του και το άνοιξε με τα χέρια του. Ο Κουίλ παρέμεινε να κρατά το δικό του κοιτάζοντας το με ένα απλανές βλέμμα – χαμένος προφανώς σε άλλες σκέψεις. Ο Τζέικομπ κατέβασε μία γερή γουλιά και άφησε το υγρό να κατρακυλήσει στον οισοφάγο του ξεδιψώντας τον. Ήταν από τις αγαπημένες του αμερικάνικες μπύρες και η Νες είχε φροντίσει να εφοδιαστεί κατάλληλα πριν έρθουν εδώ, διότι ήξερε πόσο τις απολάμβανε. Τόσο ιδανική ήταν η σχέση με τα αποτυπώματα και ο Κουίλ θα το διαπίστωνε και ο ίδιος σύντομα.
«Η Κλαιρ είναι έτοιμη.»
Δεν ήταν ερώτηση, δεν ήταν παραίνεση, ήταν καθαρή διαπίστωση. Ως αρχηγός της αγέλης μπορούσε να το αντιληφθεί καλύτερα από τον καθένα. Όπως θα το κατανοούσε και ο Κουίλ ως προορισμένο ταίρι της, αν δεν φοβόταν τόσο πολύ. Το αυτό ακριβώς είχε συμβεί και σε εκείνον με την Νέσι, αλλά στην δική τους περίπτωση ήταν η ίδια εκείνη που είχε φροντίσει – με όχι και πολύ ορθόδοξο τρόπο – να του ανοίξει τα μάτια.
Η Κλαιρ ωστόσο δεν έμοιαζε σε τίποτα με την αρπακτική και σεξουαλική φύση της κοκκινομάλλας του. Ήταν ντροπαλή και συνεσταλμένη – γεγονός που δεν βοηθούσε καθόλου τα πράγματα, αλλά αντίθετα κώλωνε τον συνάγελο του σε απίστευτο βαθμό. Επομένως ο Τζέικομπ ως αρχηγός και φίλος του χρειαζόταν να τον σπρώξει να δει την κατάσταση ως είχε˙ ότι δηλαδή το αποτύπωμα του είχε φτάσει πια στην κατάλληλη ηλικία για εκείνον.
«Το ξέρω,» μουρμούρησε τελικά ο Κουίλ μετά από κάτι που έμοιαζε με αιώνας.
Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς την θάλασσα, εκεί όπου η Κλαιρ έπαιζε τόπι στην ακρογιαλιά μαζί με την Ρενέσμε, τον Σεθ και τον Έμπρυ έχοντας επιστρέψει εδώ και κάποια ώρα. Φαινόταν πιο χαρούμενη τώρα, γελώντας με το μικρό της στοματάκι. Φορούσε ένα μπορντό στράπλες μπικίνι που ταίριαζε υπέροχα με την μελαχρινή της επιδερμίδα και τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Τα λάτρευε τα μαλλιά της. Αν μπορούσε, θα ήθελε να μείνει ώρες ξαπλωμένος δίπλα της περνώντας τα δάχτυλα του από μέσα τους.
«Νομίζεις δεν το καταλαβαίνω; Δεν είμαι τυφλός.»
Τα λόγια του βγήκαν πιο επιθετικά από ότι ήθελε, αλλά τελευταία τα νεύρα του κρέμονταν διαρκώς από μία κλωστή. Ο Τζέικομπ το καταλάβαινε, οπότε δεν σχολίασε τον καυστικό του τόνο.
«Τότε γιατί δεν κάνεις κάτι να βγάλεις και τους δυο σας από την μιζέρια,» ρώτησε αντί αυτού.
«Γιατί δεν μπορώ,» εξανέστη ο Κουίλ πετώντας ψηλά τα χέρια του στον αέρα. «Την βλέπω να κάθεται εκεί τόσο τέλεια και τόσο όμορφη και τόσο δοσμένη σε εμένα και από την μία ο λύκος με προστάζει να την πιάσω στα χέρια μου και να μην την αφήσω να φύγει άλλο και από την άλλη το μυαλό μου μού πετάει απανωτές εικόνες από όταν ήταν μωρό ή έφηβη ακόμα και με βραχυκυκλώνει. Νιώθω τελείως αηδιασμένος με τον εαυτό μου.»
«Δεν θα έπρεπε,» αντέκρουσε ο αρχηγός του. «Και εγώ έτσι αισθανόμουν στην αρχή, όμως η Νέσι μου έδωσε να καταλάβω πως για εκείνη το να γίνουμε ζευγάρι ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Το ίδιο ισχύει και με την Κλαιρ. Είναι ερωτευμένη μαζί σου εδώ και πολλά χρόνια. Μίλησε στην Νες ξέρεις.»
Με αυτήν την πρόταση το κεφάλι του Κουίλ στράφηκε απότομα προς την πλευρά του φίλου του.
«Αλήθεια; Και τι της είπε;»
Ο Τζέικομπ ανασήκωσε ράθυμα τους ώμους του.
«Τα γνωστά. Ότι σε θέλει, αλλά ντρέπεται και κυρίως ότι φοβάται πως είναι πολύ λίγη για εσένα.»
Τα μάτια του Κουίλ διεστάλησαν σε επίπονο σημείο.
«Πολύ λίγη για εμένα;» αναφώνησε. «Πώς είναι δυνατόν να νιώθει κάτι τέτοιο; Εκείνη είναι το τέλειο για εμένα!»
«Αυτό το ξέρουμε εσύ και εγώ Κουίλ,» αντιγύρισε με νόημα ο Τζέικομπ. «Αν το δεις από την πλευρά της Κλαιρ – ιδίως που δεν έχει ιδέα για το αποτύπωμα – τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Είσαι εσύ, έτσι όπως είσαι, και της φέρεσαι άψογα από όταν ήταν βρέφος, σε αγαπάει τρελά και ταυτόχρονα σε βλέπει ως έναν τριαντάρη άντρα με στρωμένη ζωή και δουλειά. Πιστεύεις της είναι εύκολο να φανταστεί ότι μπορεί να ενδιαφέρεσαι για εκείνη; Ειδικά με την ψυχοσύνθεση της.»
Ο Κουίλ έμεινε να κοιτάζει τον ξάδερφο του αποσβολωμένος. Δεν είχε διανοηθεί ποτέ να σκεφτεί ότι η Κλαιρ ένιωθε έτσι.
«Ω, είμαι τόσο μαλάκας,» έφερε τα χέρια του στο πρόσωπο του κρύβοντας με αυτά τα μάτια του. «Και τα είπε όλα αυτά στην Νέσι;» ρώτησε έπειτα για να βεβαιωθεί για την ηλιθιότητα του.
«Μέσες άκρες,» απάντησε ήρεμα ο Τζέικομπ. «Ξέρεις η Κλαιρ δεν μιλάει και πολύ, αλλά η Νέσι έχει αυτήν την ικανότητα να κάνει τους ανθρώπους να ανοίγονται. Εξάλλου η Κλαιρ της έχει αδυναμία και προφανώς είναι πολύ πιεσμένη με το όλο θέμα και ήθελε να τα πει κάπου. Φυσικά την ξόρκισε να μην σου πει τίποτα όπως και η Νέσι ξόρκισε εμένα. Και ο μόνος λόγος που το κάνω είναι μπας και βγάλεις το κεφάλι σου από την άμμο και κάνεις κίνηση. Θα φάω που θα φάω την παντόφλα, μην την φάω τσάμπα.»
«Γαμώτο!» βλαστήμησε ο Κουίλ εκνευρισμένος. «Δεν μπορώ να καταλάβω ούτε και εγώ ο ίδιος γιατί κολλάω τόσο πολύ.»
Ο Τζέικομπ έμεινε να το σκέφτεται για λίγο.
«Ίσως να χρειάζεστε μία αλλαγή,» κατέληξε εν τέλει.
Ο Κουίλ του έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα.
«Θέλω να πω πως μπορεί να φταίει το ότι την συναντάς στο ίδιο περιβάλλον από όταν ήταν μωρό. Αν την δεις σε διαφορετικό συγκείμενο, τότε ενδεχομένως να σου ανοίξει το τρίτο μάτι επιτέλους.»
«Διαφορετικό συγκείμενο;» επανέλαβε κοροϊδευτικά ο Κουίλ.
Ο Τζέικομπ γέλασε, αλλά δεν σχολίασε τον εμπαιγμό του φίλου του.
«Άσε με να μιλήσω στην Ρενέσμε,» είπε αντί αυτού. «Είμαι σίγουρος πως κάτι καλό θα σκαρφιστεί.»
Ο Κουίλ δεν είχε καμία παρατήρηση να κάνει αυτήν την φορά. Ευχόταν πραγματικά και ο ίδιος να έχει δίκιο ο αρχηγός του, διότι αυτή η κατάσταση δεν γινόταν να συνεχιστεί άλλο. Θα τους έφτανε και τους δύο στην παράνοια. Το μόνο που μπορούσε να κάνει λοιπόν αυτήν την στιγμή ήταν να περιμένει να δει τι στο καλό θα κατέβαινε στο κεφάλι της Ρενέσμε. Και να ελπίζει με όλη του την ψυχή πως θα ήταν κάτι που θα πετύχαινε για όλους τους.
Ο Τζέικομπ με την σειρά του δεν τον απογοήτευσε. Το ίδιο κιόλας βράδυ, όταν επέστρεψαν με την Ρενέσμε στο σπίτι του όπου διέμεναν αυτήν την φορά κατά την παραμονή τους στην Λα Πους, αποφάσισε να της μιλήσει. Ο πατέρας του ήταν στης Ρέιτσελ και ήταν μόνοι τους. Είχαν έρθει να κάνουν μονάχα ένα γρήγορο μπάνιο και ύστερα θα πήγαιναν και οι ίδιοι στην αδερφή του για δείπνο και για να δουν την μικρούλα Σάρα.
Προς το παρόν βρίσκονταν στην παιδική κρεβατοκάμαρα του που πλέον εκτελούσε χρέη κοινού τους υπνοδωματίου. Η Ρενέσμε τακτοποιούσε τα πράγματα που είχαν φέρει από την παραλία μουρμουρίζοντας έναν μελωδικό σκοπό και ο ίδιος καθόταν στο στρώμα, το οποίο είχε παραμείνει έτσι χωρίς κρεβάτι από όταν το είχαν σπάσει με την Ρενέσμε αρκετά χρόνια πίσω. Άρεσε ωστόσο και στους δυο τους να θυμούνται αυτήν την ανάμνηση και δεν είχαν φροντίσει να το αντικαταστήσουν.
«Μωρό μου, θέλω να σου πω κάτι,» μίλησε τελικά ο Τζέικομπ έπειτα από ορισμένα λεπτά συλλογισμού.
Η Ρενέσμε του έριξε μία τρυφερή ματιά.
«Φυσικά, αγάπη μου. Τι είναι;»
Της άπλωσε το χέρι του και εκείνη καταλαβαίνοντας το πήρε στο δικό της και τον άφησε να την τραβήξει στην αγκαλιά του καθίζοντας την στα πόδια του. Η Ρενέσμε πέρασε το ελεύθερο μπράτσο της γύρω από το λαιμό του και περίμενε να δει τι είχε να της πει.
«Μίλησα στον Κουίλ σήμερα.»
Η Νέσι σφίχτηκε επάνω του.
«Γιατί, βρε μωρό μου; Αφού η Κλαιρ με είχε βάλει να της υποσχεθώ πως δεν θα μάθει τίποτα.»
«Ήταν για καλό σκοπό,» βιάστηκε να της εξηγήσει ο Τζέικομπ. «Πρέπει να τον βοηθήσουμε να ξεκολλήσει και να κάνει το τελικό βήμα.»
«Και πώς πιστεύεις ότι μπορεί να συμβεί αυτό;» απόρησε η νεαρή βρικόλακας.
«Είχα μία ιδέα. Να πάμε οι τέσσερις μας ένα ταξίδι.»
«Ταξίδι;» τόξωσε ερωτηματικά τα φρύδια της η Ρενέσμε.
«Ναι. Κάπου κοντά σχετικά, με το αυτοκίνητο ίσως. Έχω την εντύπωση πως αν αλλάξουν λίγο παραστάσεις θα λυθεί το πρόβλημα. Πιστεύω ο Κουίλ κωλώνει, γιατί είναι όλοι εδώ και ξέρουν ότι την ξέρει από μωρό και είναι και η Έμιλυ και ο Σαμ…»
«Ναι, καταλαβαίνω,» έγνεψε καταφατικά η Νέσι.
Παρέμεινε σιωπηλή για μερικά δευτερόλεπτα και ο Τζέικομπ ήξερε ότι είχε ξεκινήσει να σχεδιάζει διαφορετικές εναλλακτικές στο μυαλό της. Φτηνά την είχε γλιτώσει αυτήν την φορά. Όχι μόνο δεν του φώναξε, αλλά συμφώνησε και μαζί του. Προφανώς συμπονούσε και η ίδια πολύ την Κλαιρ μα και τον Κουίλ.
«Δώσε μου μία ημέρα να το οργανώσω,» του απάντησε τελικά. «Και να πείσω και την Έμιλυ να αφήσει την Κλαιρ να έρθει μαζί μας.»
Ο Τζέικομπ της έδωσε ένα στοργικό φιλί στα χείλη.
«Το ήξερα πως είσαι το καλύτερο τερατάκι στον κόσμο,» της είπε γλυκά κατηφορίζοντας το στόμα του στον λαιμό της.
«Τζέικ, μας περιμένουν,» μουρμούρισε εκείνη χωρίς τα λόγια της να έχουν ωστόσο καμία πειθώ.
«Ας περιμένουν λίγο,» αντέκρουσε εκείνος και μετατοπίζοντας την στην αγκαλιά του την ξάπλωσε στο στρώμα ακολουθώντας και ο ίδιος από πάνω της.
Τελικά κατέληξαν να τους περιμένουν πολύ. Αλλά όπως κάθε άλλη φορά, άξιζε σε κάθε περίπτωση τον κόπο.
Άργησα λίγο να ανεβάσω αυτήν την φορά, αλλά τα κατάφερα :) Αφήστε μου σχολιάκι να μου πείτε πώς σας φαίνεται ο Κουίλ και η Κλαιρ!
Ευχαριστώ πολύ Κέλλυ, ElvenSword, kristi1976 και Helen, λατρεμένες μου σχολιάστριες! Από ότι βλέπω ο Ντέιβιντ βγαίνει πρώτος πανηγυρικά! Όσον αφορά στην παρατήρηση της ElvenSword για τον Τζέικομπ, όντως αναφέρεται πως είναι αδερφός της Δάφνη, αλλά αυτό είναι μόνο για τους ανυποψίαστους κοινούς θνητούς (βλέπε Μπαπτίστ) που δεν γνωρίζουν ότι ο Τζέικομπ δεν γερνάει και επομένως φαίνεται πολύ νέος για πατέρας της. Επίσης, θα ήθελα να μάθω πώς πιστεύεις ότι θα ξεπεραστεί το εμπόδιο Δάφνη και Ντέιβιντ. Μου κέντρισες την περιέργεια :)
Κατά τα άλλα εις το επανιδείν, φίλες μου, και ελπίζω το επόμενο ερωτικό θραύσμα να μπορέσω να το ανεβάσω πιο σύντομα, χεχε!
ΧΧΧ
