Όπου ο Μέρταγκ επισκέπτεται τους κατοίκους του μυστικού χωριού προσπαθώντας να καθησυχάσει τους φόβους τους.


Βορράς

Κεφάλαιο 14

Ο Μέρταγκ ακολούθησε για λίγο τον σκοτεινό διάδρομο, που ξετυλιγόταν από την άλλη πλευρά του προθαλάμου και οδηγούσε μέσα από τα βάθη του βουνού προς τον καταρράκτη. Πολλές ήταν οι φορές, που κατά το παρελθόν είχε αποζητήσει τη μοναξιά μέσα στα σκοτεινά σπήλαια και ο θόρυβος του νερού που κατακρημνιζόταν στα βάθη του χάσματος υπήρξε πάντοτε κατευναστικός για τον ψυχισμό του. Το μεγαλείο του καταρράκτη θύμιζε στον νεαρό δρακοκαβαλάρη την απεραντοσύνη του κόσμου, καθώς και τη δύναμη της ζωής. Του υπενθύμιζε κάθε φορά, ότι, παρά τις μαγικές δυνάμεις που διέθετε, δεν θα έπρεπε ποτέ του να επιχειρήσει να τα καθυποτάξει. Ο Μέρταγκ χρησιμοποιούσε τη μαγεία – αυτή είχε γίνει δεύτερη φύση του από τη στιγμή που ενώθηκε με τον δράκο του – αλλά ποτέ περισσότερο απ' όσο ήταν αναγκαίο. Η κατάχρηση των μαγικών δυνάμεων έφερνε πάντοτε στο νου του τον Γκαλμπατόριξ και όλα όσα μαρτύρια είχαν περάσει στα χέρια του αυτός και ο Θορν. Η μεγαλοσύνη των στοιχείων της φύσης, όπως ο καταρράκτης, τον έκανε πάντοτε να νιώθει ταπεινός. Αυτή η ταπεινοφροσύνη ηρεμούσε την καρδιά του.

Έτσι και τώρα κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου ο όγκος του νερού γκρεμιζόταν μέσα στην άβυσσο του βουνού. Αντί όμως να καθίσει στην άκρη της σπηλιάς παρακολουθώντας το νερό να καλύπτει το στόμιό της, όπως το είχε συνήθειο, αυτή τη φορά κατευθύνθηκε προς ένα από τα ανοίγματα, που έχασκαν παράπλευρα στην επιφάνεια του εδάφους. Με ένα επιδέξιο πήδημα μέσα στο σκοτεινό πηγάδι ο Μέρταγκ βρέθηκε για λίγο να αιωρείται στο κενό. Χρησιμοποιώντας τις μαγικές του δυνάμεις προσγειώθηκε ανάλαφρα λίγα μέτρα πιο κάτω, σε έναν παράλληλο διάδρομο με αυτόν που προηγουμένως είχε βαδίσει. Μπροστά του ξετυλιγόταν μία παρόμοια σκοτεινή σήραγγα, στην άκρη της οποίας όμως αντιφέγγιζε το θολό φως της νεφοσκέπαστης μέρας.

Ο Μέρταγκ τράβηξε προς τα εκεί με γοργό, αποφασιστικό βηματισμό. Σε λίγη ώρα βρέθηκε μπροστά σε ένα από τα ανοίγματα του βουνού, εκείνα που σε μερικά σημεία φώτιζαν τα λαξευμένα σκαλοπάτια προς τα κάτω. Η θυγατέρα του άρχοντα Φιόρν, η μικρή Νολβέν, είχε βρεθεί στον προθάλαμό του την προηγούμενη. Προφανώς είχε δει τους δύο δράκους και είχε ακούσει μέρος της συνομιλίας του με τον Έραγκον. Ο πατέρας της και οι κάτοικοι του χωριού θα είχαν ήδη ειδοποιηθεί για την παρουσία του γαλάζιου ζευγαριού μέσα στα δωμάτιά του. Ο Μέρταγκ ήταν σίγουρος, ότι καλά θα έκανε να καθησυχάσει τους όποιους φόβους είχαν γεννηθεί στις καρδιές των κατοίκων με την ίδια την παρουσία του. Με γοργό, ανάλαφρο βήμα αρχίνησε να κατεβαίνει τα πέτρινα σκαλοπάτια του βουνού, που οδηγούσαν από τους χώρους του προς την κατοικία του άρχοντα Φιόρν και το κρυμμένο χωριό.

Ρίχνοντας μια ματιά προς τα έξω από τα μικρά ανοίγματα του βράχου, διαπίστωσε ότι ο καιρός δεν είχε καλυτερέψει στο ελάχιστο. Ο παγωμένος άνεμος παρέσερνε τούφες χιονιού στο εσωτερικό της σκάλας, καθιστώντας τα πέτρινα σκαλοπάτια γλιστερά κι επικίνδυνα. Παρ' όλα αυτά ο Μέρταγκ δεν μετρίασε τον βηματισμό του. Συνέχισε να κατεβαίνει γοργά τα αμέτρητα σκαλιά, που ένωναν την κατοικία του με τις σπηλιές και τις πέτρινες τρώγλες του χωριού των προσφύγων και αρκετά λεπτά αργότερα βρέθηκε πολύ κοντά στους πρόποδες του βουνού. Το τέλος της σκάλας κατέληγε στη σπηλιά που ο άρχοντας Φιόρν του Γκίλ'ιντ είχε διαλέξει για δική του κατοικία. Μετριάζοντας τον γοργό βηματισμό του, ο δρακοκαβαλάρης κάλυψε τα λίγα τελευταία σκαλοπάτια που απόμεναν και παρουσιάστηκε ξαφνικά στο εσωτερικό της, για να αντικρίσει τα όμορφα μάτια της Νολβέν στραμμένα όλο αγωνία πάνω του. Λίγο πιο πίσω της στεκόταν ο ίδιος ο πατέρας της και ολόγυρά του οι πολεμιστές του χωριού, πάνοπλοι και πανέτοιμοι σαν να περίμεναν μάχη.


Όλη την προηγούμενη νύχτα η αναστάτωση ήταν έκδηλη ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού και ελάχιστοι απ' αυτούς είχαν κατορθώσει να κοιμηθούν έστω και λίγο. Ο ίδιος ο άρχοντας Φιόρν είχε περάσει την μεγαλύτερη διάρκεια της νύχτας καθιστός επάνω στο κρεβάτι του κρατώντας στην αγκαλιά του τη νεότερη σύζυγό του, παρηγορώντας την αναστάτωσή της που άγγιζε τα όρια του πανικού. Μέχρι που λίγο πριν το ξημέρωμα η αρχόντισσα είχε παραδοθεί σε έναν ληθαργικό ύπνο, που συχνά-πυκνά διακοπτόταν από ασυνείδητους λυγμούς.

Κατά τη διάρκεια της μαρτυρικής αυτής νύχτας, ο Φιόρν είχε εγκαταλείψει πλείστες φορές την κάμαρά του, πότε εποπτεύοντας την φαινομενικά κοιμισμένη θυγατέρα του, πότε τους οπλισμένους άντρες του χωριού, που είχε επίτηδες κρατήσει μέσα στους χώρους της κατοικίας του. Η γνώση πως ο γαλάζιος δράκος και ο καβαλάρης του – οι σύμμαχοι των επαναστατών – βρίσκονταν κάπου τόσο κοντά τους, τον τρόμαζε. Η ίδια του η θυγατέρα είχε εκτεθεί σε αφάνταστο κίνδυνο και αυτό τον Φιόρν τον τρέλαινε. Όλες τις φορές που έλεγξε τον χώρο που κοιμόταν η κοπέλα, η Νολβέν φαινόταν ήσυχη. Έδειχνε παραδομένη σε έναν ήρεμο ύπνο, σαν να μην είχε αντικρίσει τη φρίκη λίγες ώρες πριν. Όσο για τον Γιάν Σβένσον και τη φρουρά του, οι άντρες παρέμεναν πάντα στη θέση τους και σε πλήρη ετοιμότητα γι ότι ήθελε συμβεί.

Ούτε ο ήσυχος ύπνος την κόρης του, ούτε η παρουσία των φρουρών του συνετέλεσαν στον εφησυχασμό του Φιόρν. Καθώς οι ώρες περνούσαν και το ξημέρωμα της νέας μέρας έφτανε χωρίς να έχει συμβεί το παραμικρό, η ανησυχία μέσα του μετάλλαζε σε αγωνία, που επιδέξια κατάφερε να κρύψει. Μοναδική του ελπίδα ήταν, ότι ο άρχοντάς του Μέρταγκ θα φρόντιζε να κρατήσει την ύπαρξη του χωριού και των κατοίκων του μυστική από τον εχθρό του.

Όσο για τον Γιάν Σβένσον και τους φρουρούς του, είχαν φροντίσει από νωρίς να οπλιστούν με ότι όπλο μπορούσαν να διαθέσουν στον μακρινό τόπο της εξορίας τους. Μετά την πρόσκληση-διαταγή του άρχοντα Φιόρν είχαν στρατοπεδεύσει μέσα στον σπηλαιώδη χώρο της κουζίνας του, σημείο όπου κατέληγε και η πέτρινη σκάλα, που οδηγούσε στα δωμάτια του δρακοκαβαλάρη. Με μάτια στραμμένα προς την σκοτεινή κατάληξη των πέτρινων σκαλιών, οι άντρες είχαν παραμείνει όλη τη νύχτα ακίνητοι μουρμουρίζοντας πότε-πότε μεταξύ τους και προετοιμάζοντας του εαυτούς τους να αντιμετωπίσουν όποιον κίνδυνο πιθανών εμφανιζόταν από εκεί απειλώντας τους. Όσοι από αυτούς δεν συμφωνούσαν με τον τρόπο που είχαν επιφορτιστεί να φυλάγουν τον άρχοντά τους, την οικογένειά του, καθώς και τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού, το κράτησαν για τον εαυτό τους. Πιο πιθανό ήταν ο εχθρικός, γαλάζιος δράκος και ο καβαλάρης του να έκαναν την εμφάνισή τους στο οποιοδήποτε άλλο σημείο του χωριού στους πρόποδες του βουνού, παρά κατεβαίνοντας τα εσωτερικά σκαλοπάτια.

Ο Γιάν Σβένσον πέρασε μία ακόμη φορά την ακονόπετρα στη λεπίδα του γυμνού σπαθιού του. Αν ο εχθρικός δρακοκαβαλάρης αποφάσιζε να επιτεθεί στον άρχοντά του Μέρταγκ, θα ανακάλυπτε με μεγάλη δυσφορία του, ότι αυτός δεν ήταν μόνος. Ο Γιάν και οι άντρες του ήταν αποφασισμένοι, να υπερασπιστούν τα λίγα γυναικόπαιδα και τους γέροντες του χωριού. Ήταν πανέτοιμοι να κάνουν τα πάντα, για να διατηρήσουν τα ελάχιστα κεκτημένα της μακρινής εξορίας τους, τη ζωή και την ελευθερία τους. Κανένας τους δεν θα υπέκυπτε τόσο εύκολα. Ο νεαρός αξιωματικός του Γκίλ'ιντ καθησύχασε με ένα νεύμα τους άντρες, που είχαν αρχίσει να ψιθυρίζουν δυνατότερα και οι στρατιώτες αμέσως υπάκουσαν. Ο άρχοντας Φιόρν πίστευε ότι η παρουσία τους ήταν καλύτερα να περάσει απαρατήρητη και ο Γιάν συμφωνούσε μαζί του. Μέχρι στιγμής δεν είχαν την παραμικρή ένδειξη, ότι ο γαλάζιος δράκος και ο καβαλάρη του γνώριζαν για την ύπαρξή τους, αν όμως χρειαζόταν, έπρεπε να είναι πανέτοιμοι να αντιδράσουν. Κρυφοψιθυρίζοντας και μεταδίδοντας τους φόβους τους ο ένας στον άλλον, δεν ήταν η καλύτερη μέθοδος άμυνας. Εκδηλώσεις ακραίου φόβου δεν είχαν την παραμικρή θέση ανάμεσά τους.

Το πρωινό της νέας ημέρας είχε ξημερώσει το ίδιο βαρύ, σκοτεινό και κρύο, όπως και της προηγούμενης. Ο Φιόρν Έγκελσσον, μετά από ελάχιστο και ταραχώδη ύπνο κατά την διάρκεια της νύχτας, σηκώθηκε γεμάτος έγνοια από το στρώμα του. Αφήνοντας την κατά πολλά χρόνια νεώτερη σύζυγό του να παρηγορήσει τους λυγμούς της μέσα στη ζέστη του κρεβατιού, σκεπάστηκε όσο καλύτερα μπορούσε με την κάπα του και τράβηξε για πολλοστή φορά προς την εξώτερη σπηλιά της κατοικίας του, αυτή από την οποία ξεκινούσε η πέτρινη σκάλα, που ένωνε το χωριό με τα δωμάτια του δρακοκαβαλάρη. Παρά το κρύο και την αϋπνία, βρήκε τον Γιάν Σβένσον και όλους τους άντρες του να μην έχουν κουνήσει στιγμή από τις θέσεις τους, κάτι που ικανοποίησε τον Φιόρν. Η Νολβέν του είχε ήδη σηκωθεί και σκυμμένη μπροστά στην πυροστιά ανακάτευε το τσουκάλι, μέσα στο οποίο ετοιμαζόταν η σούπα για το πρωινό των στρατιωτών.

Το κορίτσι δεν είχε κοιμηθεί ούτε στιγμή κατά την προηγούμενη νύχτα. Είχε αντιληφθεί τον πατέρα της να πηγαινοέρχεται γεμάτος αγωνία ελέγχοντας την ίδια και τους στρατιώτες και όλες τις φορές είχε καμωθεί την κοιμισμένη, μη θέλοντας να τον ανησυχήσει περισσότερο. Χαράματα είχε σηκωθεί για να φροντίσει για το γεύμα εκείνων που φύλαγαν την ίδια, την οικογένειά της και τη σκάλα που ένωνε το χωριό τους με την κατοικία του άρχοντά τους. Οι άντρες δεν είχαν κουνηθεί από τις θέσεις τους όλη τη νύχτα, παρά πάνοπλοι παρέμεναν εκεί, πανέτοιμοι για όλα. Ο ίδιος ο αρχηγός τους φρόντιζε γι' αυτό, όπως πάντοτε φρόντιζε για την ασφάλεια όλων των κατοίκων.

Η καρδιά της Νολβέν ήταν βαριά ετούτο το πρωινό. Δεν ήταν μοναχά το κρύο ή τα μαύρα σύννεφα που σκέπαζαν το φως, ούτε ο παγωμένος άνεμος που έφερνε το χιόνι. Ήταν ο φόβος για την τύχη του άρχοντα δρακοκαβαλάρη αυτό που περισσότερο απασχολούσε το μυαλό της. Το κορίτσι ήξερε πως ήταν δυνατός – ω, ναι! δυνατότερος άντρας απ' αυτόν δεν υπήρχε – ήξερε πως ήταν επιδέξιος με το σπαθί, μιας και τον είχε δει να ξιφομαχεί με τους καλύτερους από τους στρατιώτες, ήταν και ικανός να προστατεύει τον εαυτό του χρησιμοποιώντας τη μαγεία του. Όμως για έναν παράξενο λόγο, που έκανε την καρδιά της να χτυπά πιο δυνατά, ανησυχούσε. Μακάρι να γινόταν να ξέκλεβε λίγες στιγμές – που οι άντρες δεν θα την πρόσεχαν – να κατάφερνε να ανεβεί κρυφά και πάλι μέχρι την κατοικία του, να σιγουρευτεί ότι είναι καλά! Τα μάτια όμως του Γιάν Σβένσον και των στρατιωτών του ήταν στραμμένα διαρκώς κατά τη σκάλα. Η Νολβέν καταλάβαινε ότι δεν είχε καμία ελπίδα να καταφέρει να τους ξεγλιστρήσει.

Τη στιγμή εκείνη, ο πατέρας της μπήκε στον χώρο της εστίας και απευθύνθηκε στον αρχηγό των στρατιωτών.

"Γιάν, παλικάρι μου, υπάρχει τίποτε νεώτερο;" ο άρχοντας Φιόρν χτύπησε φιλικά τον ώμο του πολεμιστή.

"Όλα φαίνονται εντάξει, άρχοντα" απάντησε ο Γιάν Σβένσον καθώς σηκωνόταν και έγνεφε καθησυχαστικά δείχνοντας προς την σκάλα. "Εκτός από τον δυνατό άνεμο, τίποτε άλλο δεν ακούστηκε να κατεβαίνει από το βουνό όλη τη νύχτα. Φαίνεται πως ο δρακοκαβαλάρης μας και ο άξιος δράκος του προστατεύουν καλά το χωριό μας."

Ευχαριστημένος από τα λεγόμενα του φρουρού του, ο Φιόρν ένευσε επικροτώντας τις πράξεις του πολεμιστή, ζητώντας του να συνεχίσει να επαγρυπνεί. Κατόπιν πλησίασε την γλυκιά του Νολβέν, φίλησε τρυφερά το μέτωπό της και σερβιρίστηκε ο ίδιος μια γαβάθα από τη μυρωδάτη σούπα. Θρονιάστηκε μετά μπροστά στην πέτρινη, οριζόντια πλάκα που χρησιμοποιούσαν για τραπέζι και βάλθηκε να τρώει το πρωινό του.

Η μέρα προχωρούσε αργά. Το φυσικό φως εμποδιζόταν από τα μαύρα σύννεφα, που σκέπαζαν τον θόλου του ουρανού. Ο μοναδικός φωτισμός που απέμενε μέσα στην πέτρινη κουζίνα, προερχόταν από τα κάρβουνα της πυροστιάς. Η Νολβέν σηκώθηκε από τη γωνιά της, έτοιμη να μοιράσει τη σούπα των στρατιωτών στις γαβάθες. Την κίνησή της διέκοψε θόρυβος γοργών βημάτων, που έρχονταν από τη μεριά της σκάλας· βήματα, που ο στενός πέτρινος διάδρομος επέτεινε τον ήχο τους και ο φόβος τον διπλασίασε σε ένταση. Τα μάτια της κοπέλας, μαζί και όλων των παρευρισκόμενων, στράφηκαν προς τα εκεί γεμάτα αγωνία. Η Νολβέν είδε τον Γιάν Σβένσον να τινάζεται από τη θέση του σφίγγοντας τη λαβή του σπαθιού του. Οι υπόλοιποι φρουροί αντέδρασαν παρόμοια.

Η φιγούρα του άντρα που κατέβαινε εμφανίστηκε σκοτεινή ανάμεσα στις σκιές της αξημέρωτης μέρας. Ήταν όμως σίγουρα εκείνος. Η Νολβέν θα αναγνώριζε τον ήχο των βημάτων του ανάμεσα σε δεκάδες άλλα· θα ξεχώριζε το σουλούπι του ανάμεσα σε εκατοντάδες άντρες, ακόμα και μέσα στο σκοτάδι. Όταν ο Μέρταγκ βγήκε στο φως η καρδιά της κοπέλας πέταξε στα ουράνια. Ο συνήθης τρόπος που ο δρακοκαβαλάρης επισκεπτόταν το χωριό τους ήταν πάνω στις πλάτες του γενναίου του δράκου, καλύπτοντας την απόσταση από τις κορυφές του βουνού ως τη γη πετώντας. Ήταν η πρώτη του φορά που κατέβαινε πεζή τη σκάλα.

Η Νολβέν είδε τον πατέρα της να παρατά το κουτάλι του μέσα στην μισογεμάτη του γαβάθα. Ο Γιάν Σβένσον και οι άντρες του παρατάχθηκαν όπως άρμοζε να υποδεχτούν τον άρχοντά τους και υποκλίθηκαν με σεβασμό μπροστά του.

"Άρχοντα," είπε ο νεαρός αξιωματικός. "Είμαστε βέβαιοι πως ο κίνδυνος εσένα δεν μπορεί να σε αγγίξει. Παρ' όλα αυτά, παραμένουμε πάντοτε σε ετοιμότητα, μόλις διατάξεις."

Το κορίτσι έκανε με λαχτάρα ασυναίσθητα ένα βήμα προς τη μεριά του. Η παρουσία όμως του πατέρα της και των στρατιωτών την έκανε να συναισθανθεί τη θέση της, ώστε τελικά έγειρε σε μια χαριτωμένη υπόκλιση για να καλωσορίσει τον άρχοντά της. Πλάι της αισθάνθηκε τον πατέρα της να λυγίζει ταπεινά τη μέση σε έναν δουλικό χαιρετισμό.

"Άρχοντά μου," είπε ο Φιόρν Έγκελσσον "είναι πάντοτε μεγάλη η χαρά μας να σε υποδεχόμαστε στο φτωχικό μας. Ειδικά μετά από μια νύχτα σαν και την προηγούμενη." Τα πονηρά, αεικίνητα μάτια του στράφηκαν ερευνητικά προς το πρόσωπο του δρακοκαβαλάρη ανιχνεύοντας τις διαθέσεις του και αποζητώντας να ανακαλύψουν τα γενόμενα. "Η αγαπημένη και πανάξια κόρη μου, μετά το δώρο που άφησε στην ευγένειά σου, μας μετέφερε απρόβλεπτα, αν όχι ανησυχητικά, νέα."

Ρίχνοντας μία απλή ματιά στους άντρες, η προσοχή του Μέρταγκ επικεντρώθηκε στο κορίτσι. Η συμπεριφορά της κόρης του άρχοντα Φιόρν καθόλου δεν έμοιαζε με αυτή του πατέρα της. Η γλυκιά Νολβέν ήταν πάντοτε ευγενική, καλόκαρδη, συμπονετική με τους άλλους. Κλίνοντας και ο Μέρταγκ το κεφάλι σε έναν ευγενικό χαιρετισμό και φέροντας το δεξί χέρι στο στήθος, απευθύνθηκε στη νεαρή κοπέλα. "Δεσποσύνη, μένω υπόχρεος για το πολύτιμό σου χάρισμα. Δώρα σαν αυτό είναι ανεκτίμητης αξίας μέσα στις δυσκολίες των καιρών. Σ' ευχαριστώ για τη νόστιμη πίτα." Κατόπιν στράφηκε προς τον πατέρα της και τον αξιωματικό. "Ομολογώ ότι η επίσκεψη που δεχτήκαμε την προηγούμενη ήταν μη αναμενόμενη. Όμως η παρουσία του γαλάζιου δράκου και του καβαλάρη του δεν θα πρέπει να σας αναστατώνει. Από τις συζητήσεις που έχουμε κάνει μαζί τους, κρίνουμε ότι κίνδυνος δεν υπάρχει κανένας. Παρ' όλα αυτά, έχουμε κρατήσει την ύπαρξή σας και την ύπαρξη του χωριού αυτού μυστική. Συνεχίστε λοιπόν κανονικά τη ζωή σας χωρίς έγνοια, αλλά χωρίς και ιδιαίτερα θορυβώδη και ανοικτή δραστηριότητα. Ας γνωρίζετε ότι ο Θορν και εγώ πάντοτε φροντίζουμε για την ασφάλειά σας. Πάντως, όπως και να έχει, επιθυμία μας είναι να μην ανέβει άλλος κανείς από εσάς τη σκάλα. Όχι τουλάχιστον μέχρι να λάβετε από μας νέα πρόσκληση."

Αφού καθησύχασε τους στρατιώτες και τον αρχηγό τους, ο Μέρταγκ παρέμεινε για λίγο βλοσυρός. Περισσότερο έψεγε τον εαυτό του, που την προηγουμένη δεν είχε καταφέρει να αντιληφθεί την παρουσία της κοπέλας στον προθάλαμό του.

Η Νολβέν ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν από τις φιλοφρονήσεις του δρακοκαβαλάρη. Χωρίς να χάσει καθόλου καιρό, πήρε μία καθαρή γαβάθα στα χέρια της και ένα ξύλινο κουτάλι, τη γέμισε ζωμό από τη χύτρα και του την προσέφερε. "Το σημερινό πρωινό είναι εξαιρετικά κρύο, ευγενικέ μου άρχοντα. Πάρε λίγο ζωμό, να ζεσταθείς."

Ο Φιόρν χαμογέλασε βεβιασμένα ακούγοντας τα καθησυχαστικά λόγια του Μέρταγκ. Ο δρακοκαβαλάρης ούτε καν είχε μπει στον κόπο να αναφέρει την αιτία αυτής της τόσο απρόσμενης επίσκεψης που είχε δεχτεί. Τουλάχιστον ο άρχοντας Μέρταγκ είχε τιμήσει τη μοναχοθυγατέρα του με ευγένειες κι ευχαριστίες και ο Φιόρν πολύ υπολόγιζε σ' αυτή την εύνοια. Βλέποντας τη Νολβέν να ετοιμάζει πρωινό για τον δρακοκαβαλάρη επικρότησε αυτή την ενέργεια. "Πολύ σωστά, θυγατέρα! Δεν υπάρχει καλύτερο για τον άρχοντά μας ένα κρύο πρωινό σαν αυτό, από ένα ζεστό πιάτο με τη νόστιμη σούπα σου. Κόπιασε, άρχοντά μου, κόπιασε στο φτωχικό μου" και πρόσφερε πρόθυμα το κάθισμα στο τραπέζι.

Με ένα άλλο του νεύμα ο Φιόρν έδωσε σήμα στο Γιάν Σβένσον να πάρει τους πολεμιστές του και να φεύγουν. Όσο λιγότεροι παρευρίσκονταν στη συζήτηση που θα ακολουθούσε, τόσο το καλύτερο. Ίσως ο Φιόρν κατάφερνε με την πονηριά και την εξυπνάδα του να εκμαιεύσει κάποια ακόμα πληροφορία από τον δρακοκαβαλάρη. Ακόμα κι αν αποτύγχανε να μάθει περισσότερα, η παρουσία της Νολβέν του στο πλευρό του Μέρταγκ αρκούσε. Οι υπόλοιποι άντρες θα του αποσπούσαν την προσοχή. Περίσσευαν λοιπόν και ενοχλούσαν.

Ο Γιάν Σβένσον υποκλίθηκε σιωπηλά και ένευσε προς τους άντρες του. Αφού ο άρχοντας δρακοκαβαλάρης έκρινε ότι κίνδυνος δεν υπήρχε, τότε η παρουσία τους ίσως είχε αρνητικό αντίκτυπο στις υποθέσεις του. Μαθημένος να υπακούει στον άρχοντα Φιόρν, συμμορφώθηκε άμεσα στην υπόδειξή του. Οδήγησε τους άντρες του έξω από τον χώρο της κουζίνας και τους προέτρεψε να γυρίσουν στα καταλύματά τους. Όλοι τους είχαν αγρυπνήσει την προηγούμενη και η υπερένταση τους είχε κουράσει.

Μέσα στην σπηλαιώδη κατοικία του άρχοντα Φιόρν, ο παλιός αυλικός του Γκαλμπατόριξ λύγισε για μία ακόμα φορά την πολύπειρη μέση του. "Ίσως… ίσως ο άρχοντάς μου θα ήθελε να κατατοπίσει κι εμάς για την αιτία αυτής της τόσο απρόσμενης επίσκεψης;" Η διαβεβαίωση του Μέρταγκ, ότι ούτε ο ίδιος, ούτε οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού κινδύνευαν, δεν καθησύχασε στο ελάχιστο τον πονηρό γέροντα. Ο καβαλάρης των Βάρντεν και ο δράκος του ήταν αυτοί που είχαν υπερνικήσει έναν πανίσχυρο βασιλιά. Ποια διαβεβαίωση θα μπορούσε να του δοθεί τώρα, ότι κανένας τους δεν κινδύνευε από τις απροσδιόριστες και πιθανόν απρόσμενες διαθέσεις τους;

Ο Μέρταγκ δέχτηκε αμήχανος την γαβάθα του ζωμού από το κορίτσι και την πρόσκληση του πατέρα της στο τραπέζι του. Ήξερε καλά ότι χρόνος πολύς δεν υπήρχε για να παρατείνει την παραμονή του στο χωριό. Έπρεπε να γυρίσει πίσω στον Έραγκον, που τον περίμενε. Καταλάβαινε όμως ότι ο άρχοντας Φιόρν δεν είχε πειστεί τόσο εύκολα στους καθησυχασμούς του. "Είστε και οι δύο πολύ ευγενικοί και γενναιόδωροι" παραδέχτηκε ενώ καθόταν στο προσφερόμενο κάθισμα. "Αλλά ειλικρινά, δεν είναι απαραίτητο να μοιράζεστε επιπλέον μερίδες φαγητού μαζί μου. Ο Θορν κι εγώ τα καταφέρνουμε, ίσως καλύτερα από όλους." Ακούμπησε το φαγητό στο τραπέζι και έστρεψε κατόπιν το βλέμμα στον γέροντα αυλικό. "Άρχοντα Φιόρν, ο λόγος της απρόσμενης επίσκεψης του γαλάζιου ζευγαριού είναι ένα θέμα καθαρά μεταξύ των δρακοκαβαλάρηδων. Σε τίποτα δεν έχει να κάνει με τις δυνάμεις ηγεσίας της Αλαγαισίας." Με τα λόγια αυτά ο Μέρταγκ έκοψε την περαιτέρω συζήτηση αποθαρρύνοντας τον γέροντα αυλικό να ρωτήσει περισσότερα.

Η παρουσία του άρχοντα δρακοκαβαλάρη στους δικούς της χώρους, έκανε την καρδιά της Νολβέν να χτυπά δυνατότερα. Τα πάντα ρόδινα μάγουλά της είχαν φλογιστεί από την ώρα που τον αντίκρυσε. Τα μάτια της στράφηκαν παρακλητικά πάνω του, ελπίζοντας ότι θα καταδεχόταν μερικές κουταλιές από τον ζωμό της. Το κορίτσι κάθισε και πάλι κοντά στην εστία της με το βλέμμα πάντα στραμμένο στον πολύτιμο επισκέπτη. Η εγγύτητά του – περισσότερο και από τη σκέψη του – της προκαλούσε εκτός από το έντονο χτυποκάρδι και άλλα πολύπλοκα συναισθήματα. Συναισθήματα που δεν μπορούσε ούτε να καταλάβει, αλλά ούτε και να ελέγξει.

"Καταδέξου έστω μερικές γουλιές, άρχοντά μου, ο ζωμός της Νολβέν μου θα σε ζεστάνει και είναι πολύ νόστιμος, σε βεβαιώ." Με τα μάτια να παίζουν από το δρακοκαβαλάρη προς το κορίτσι και πάλι πίσω, ο Φιόρν επέμενε – αν και όχι φορτικά – να γευτεί εκείνος την μαγειρική της. Πρόσεξε το κοκκίνισμα της κοπέλας, πρόσεξε και το ντροπαλό, χαμηλωμένο της βλέμμα. Ο δρακοκαβαλάρης όμως, πέρα από τις προηγούμενες φιλοφρονήσεις του, δε φάνηκε να δίνει περισσότερη προσοχή στην παρουσία της. Αυτό δυσαρέστησε τον πονηρό και συμφεροντολόγο άρχοντα του Γκίλ'ιντ, το ίδιο και η αόριστη απόκριση που έλαβε για την παρουσία του γαλάζιου καβαλάρη και του δράκου του. Σαν έμπειρος πολιτικός όμως που ήταν, δεν άφησε να φανεί στο ελάχιστο αυτή η δυσαρέσκεια. "Αφού μας βεβαιώνεις εσύ, είμαστε απόλυτα σίγουροι, άρχοντά μου, ότι κανείς από μας δεν κινδυνεύει" πρόσθεσε με εντελώς διαφορετικό τόνο αυτή τη φορά. "Είμαστε ευγνώμονες για την προστασία που μας παρέχετε, εσύ και ο δράκος σου, αλλά καταλαβαίνεις φαντάζομαι… έχουμε μαζί μας κάποιες γυναίκες και παιδιά, έχουμε και λίγους γέροντες. Η ανησυχία μας γι' αυτούς είναι υπέρμετρη και δικαιολογημένη."

Για να μην προσβάλει τους οικοδεσπότες, ο Μέρταγκ δέχτηκε τυπικά μερικές κουταλιές από τη σούπα που τόσο ευγενικά του προσφέρθηκε. Ήταν πραγματικά νόστιμη και τον ζέστανε μέσα του. Τέλος άφησε το χρησιμοποιημένο κουτάλι πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού και σηκώθηκε αποφασιστικά. Περαιτέρω συζήτηση με τον άρχοντα Φιόρν ήταν μάταιη. Ο πανέξυπνος γέροντας έκρυβε καλά τις αντιρρήσεις του πίσω από ευγένειες και φιλοφρονήσεις. Αν ο Μέρταγκ παρέμενε περισσότερο στη συντροφιά του, ο Φιόρν θα συνέχιζε να ρωτά αενάως και να τον κατατρύχει με τις ανησυχίες του. "Ας μην αφήνεις, άρχοντα, την έγνοια να σκιάζει την ημέρα τη δική σου και της οικογένειάς σου" του είπε κάπως απότομα. "Όπως σε διαβεβαίωσα προηγουμένως, κανένας κίνδυνος δεν απειλεί τους κατοίκους του χωριού. Ούτε και ο δρακοκαβαλάρης έρχεται σταλμένος από τους άρχοντες της Αλαγαισίας. Μόλις ο καιρός καλυτερεύσει, αυτός θα φύγει."

Ο Μέρταγκ γύρισε προς τη μεριά της κοπέλας που, καθισμένη δίπλα στη φωτιά με μάτια χαμηλωμένα και πάλι, έδειχνε απόμακρη. "Ευχαριστώ κι εσένα, όμορφη δεσποσύνη, για τη νόστιμη σούπα σου. Πράγματι, μια κρύα μέρα όπως αυτή ήταν το καλύτερο πρωινό." Χωρίς να πει άλλο τι, ο Μέρταγκ στράφηκε απότομα προς την πέτρινη σκάλα και άρχισε γοργά να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια.

Τη στιγμή που εκείνος εξαφανίστηκε στη στροφή, η Νολβέν σήκωσε και πάλι τα μάτια. Τα ρόδινα μάγουλά της φαίνονταν ακόμα πιο κόκκινα απ' τη ντροπή για την επίκλησή του να την πει 'όμορφη' και για τις επιπρόσθετες ευχαριστίες του. Σηκώθηκε γοργά από τη γωνιά της για να μαζέψει το μισογεμάτο πιάτο και το χρησιμοποιημένο κουτάλι. Αντί να τα καθαρίσει μέσα στη γούρνα με το νερό, τα φύλαξε με προσοχή μέσα σε ένα αυτοσχέδιο ερμάρι. Καθώς ήταν σκυμμένη και με την πλάτη γυρισμένη προς τη μεριά του πατέρα της, ώστε να μην μπορεί να δει τις κινήσεις της, χάιδεψε τρυφερά τη λαβή του ξύλινου, χρησιμοποιημένου κουταλιού που λίγο πριν άγγιζε το δικό του το χέρι. Το σίγουρο ήταν ότι η Νολβέν θα φρόντιζε να μη χρησιμοποιήσει άλλος κανένας ποτέ αυτό το αντικείμενο.

Ο άρχοντας Φιόρν κάθισε και πάλι στη ζεστή του γωνιά αναμασώντας τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας, καθώς και τις ελάχιστες πληροφορίες που είχε κατορθώσει να εκμαιεύσει από τον άρχοντα προστάτη του. Αν ο δράκος και ο καβαλάρης των Βάρντεν είχαν έρθει σε επαφή με τον Μέρταγκ για …"υπόθεση μεταξύ των δρακοκαβαλάρηδων", όπως εκείνος είχε ισχυριστεί, αυτό πολλά μπορεί να σήμαινε. Είχε φτάσει ως εδώ το γαλάζιο ζευγάρι για να προκαλέσει τον γιο του Μόρζαν; Αν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, τότε αυτή η πρόκληση δεν είχε ακόμα απαντηθεί. Θα απαντιόταν άραγε το ερχόμενο διάστημα; Υπήρχε περίπτωση να ακολουθήσει μια μάχη μεταξύ τους; Και ποιο θα ήταν το αποτέλεσμά της; Ποια η θέση των κατατρεγμένων; Αφού ο Μέρταγκ είχε ήδη νικηθεί μία φορά από το γαλάζιο ζευγάρι, μήπως αυτό σήμαινε, ότι μια επερχόμενη ήττα του ήταν το πιθανότερο; Καθόλου σίγουρος δεν ένοιωθε ο Φιόρν όσο αναλογιζόταν τα γεγονότα που είχαν συμβεί κατά το παρελθόν. Μπορεί ο ίδιος να έλειπε από την Ουρου'μπαίνη κατά το διάστημα της τελευταίας και οριστικής μάχης με τους επαναστάτες, οι μάγοι όμως του παλατιού είχαν φροντίσει να τον ενημερώσουν με λεπτομέρειες για τα καθέκαστα αμέσως μετά την πτώση του Γκαλμπατόριξ.

Ίσως ακόμα ο λόγος της απρόσμενης επίσκεψης του ξένου δρακοκαβαλάρη και του δράκου του να ήταν πολύ πιο πολύπλοκος. Θα μπορούσαν να βρίσκονται εδώ, για να ζητήσουν ίσως από το κόκκινο ζευγάρι να ενωθεί μαζί τους. Η πιθανότητα αυτή ήταν ίσως χειρότερη από την προηγούμενη. Μια αναχώρηση των Μέρταγκ και Θορν από τα εδάφη τους άφηνε τους πρόσφυγες της Αλαγαισίας μονάχους και απροστάτευτους. Οι συνθήκες ζωής στον απομονωμένο βορρά ήταν σκληρές και δύσκολες. Δίχως αυτούς τους δύο δεν θα κατόρθωναν να επιβιώσουν.

Και στις δύο περιπτώσεις, ο Φιόρν και οι κάτοικοι του χωριού, θα έχαναν τους μοναδικούς τους προστάτες και αρωγούς στη δύσκολη ζωή της εξορίας.

Η καρδιά του γέροντα αυλικού σφίχτηκε από τον φόβο. Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είναι προετοιμασμένος. Αν υπήρχε θέμα επικράτησης μεταξύ των δρακοκαβαλάρηδων, έπρεπε να βρεθεί τρόπος – έστω και ύπουλα – ο δικός τους να μη είναι αυτός που θα έβγαινε νικημένος από μία μεταξύ τους μάχη. Στην δεύτερη περίπτωση, έπρεπε να βιαστεί να δέσει τον νεαρό άρχοντα με τη μοναχοθυγατέρα του. Έτσι μόνο θα ήταν σίγουρος, ότι ο Μέρταγκ θα παρέμενε προσκολλημένος στα δικά του συμφέροντα, να προστατεύει τον ίδιο και την οικογένειά του.


(συνεχίζεται)