Όπου ο Έραγκον εξερευνά για μία ακόμα φορά και συνεχίζει να υποπτεύεται.
Βορράς
Κεφάλαιο 15
Την ίδια ώρα που ο Μέρταγκ περνούσε τον χρόνο του στο κρυμμένο χωριό στους πρόποδες του βουνού καθησυχάζοντας τους πρόσφυγες, ο Έραγκον τελείωνε την πίτα του πρωινού του. Άδειασε αργά την κούπα του πίνοντας μέχρι το κατακάθι το τσάι της μέντας, αναλογιζόμενος με νοσταλγία την απόμακρη γι' αυτόν ξωτικοχώρα, που όμως δεν βρισκόταν και τόσο μακριά της πια. Κατόπιν μετέφερε τα άπλυτα σκεύη στην αποθήκη και τα καθάρισε μέσα στη γούρνα του καθαρού νερού. Περνώντας στον χώρο του δρακοστάσιου, είδε ότι η Σαφίρα ήταν ακόμα απασχολημένη να ξεκοκαλίζει ένα κυνηγημένο ζώο παρέα με τον Θορν. Χωρίς να θέλει να ενοχλήσει τους δύο δράκους, ο Έραγκον ξαναγύρισε στην αποθήκη των προμηθειών του αδελφού του και άρχισε να εξετάζει με προσοχή τα αντικείμενα που περιείχε. Σύντομα αποφάσισε ότι η οργανωτικότητα του Μέρταγκ ήταν αξιοθαύμαστη. Το κάθε τι είχε την δική του ξεχωριστή θέση, ώστε κάποιος να το βρίσκει πολύ εύκολα. Θαύμασε ακόμα και τα αυτοσχέδια εργαλεία που ο Μέρταγκ χρησιμοποιούσε για τις κατασκευές του και ο θαυμασμός του ξεχείλισε με τις ίδιες τις κατασκευές επίσης.
Η περιέργεια του Έραγκον ήταν τόση, ώστε έφτανε στο σημείο να μην αρκείται μονάχα να παρατηρεί, αλλά να αρέσκεται να αγγίζει το κάθε ένα από τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσε ο Μέρταγκ. Στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό του, ότι η άμεση επαφή με τα ξένα αντικείμενα θα μπορούσε να θεωρηθεί συμπεριφορά ανάγωγη. Η σχεδόν παιδική εκδήλωση αυτής της περιέργειας προκαλούσε στην καρδιά του μια τεράστια ευχαρίστηση. Ο έμμεσος τρόπος που μπορούσε να μετέχει στη ζωή του Μέρταγκ, ζωή που ο αδελφός του είχε ζήσει μονάχος για πέντε ολόκληρα χρόνια, ένοιωθε να τους φέρνει πιο κοντά. Με την σκέψη ότι ο Μέρταγκ θα αποφάσιζε τελικά να τον ακολουθήσει στην χώρα των δράκων, ο Έραγκον γύρισε στα προσωπικά δωμάτια του αδελφού του και στην προοπτική να ψαχουλέψει και εκεί περισσότερο.
Μόλις βρέθηκε ξανά μέσα στους ιδιαίτερους χώρους του Μέρταγκ, ο Έραγκον διαπίστωσε με απογοήτευση ότι δεν υπήρχαν και πολλά περισσότερα να δει. Εκτός από το στρώμα που κοιμήθηκε την προηγούμενη, το λυχνάρι στην εσοχή του πέτρινου τοίχου και τους χώρους του λουτρού και του αποχωρητηρίου, πάνω στο λαξεμένο, πέτρινο τραπέζι υπήρχαν ελάχιστα αντικείμενα. Πρόσεξε ωστόσο ένα παλιό βιβλίο, που του είχε διαφύγει την προηγούμενη. Ήταν γραμμένο στην αρχαία γλώσσα και αναφερόταν στην ιστορία του τάγματος των δρακοκαβαλάρηδων, τελείωνε μάλιστα πολύ πριν την κατάληψη της εξουσίας από τον Γκαλμπατόριξ. Υπήρχε ακόμα μία κούπα για νερό μαζί με ένα πήλινο κανάτι και μια κοκάλινη κτένα.
Κάτω από το τραπέζι πρόσεξε αφημένη μια δερμάτινη θήκη, κατάλληλη για σέλα αλόγου, σαν αυτή που ο αδελφός του χρησιμοποιούσε τον πρώτο καιρό της συνάντησής τους· τότε που, φυγάδες και οι δύο, διέσχιζαν μέσα από κινδύνους τη γη της Αλαγαισίας. Μέσα σ' αυτές τις θήκες δεν βρισκόταν άλλο, παρά μονάχα είδη ρουχισμού. Ο Έραγκον παρατήρησε ότι τα ρούχα του Μέρταγκ ήσαν λιγοστά και, αν και ραμμένα από φίνα υλικά, ξεχώριζαν εδώ κι εκεί μερικά ξεφτίδια του υφάσματος, ή πρόχειρα μπαλώματα. Ήταν προφανές ότι η μοναξιά και η εξορία καθιστούσαν δύσκολη – αν όχι αδύνατη – την αντικατάστασή τους.
Εκείνο που τον παραξένεψε πιότερο από το κάθε τι, ήταν ότι ο αδελφός του φύλαγε τα είδη ένδυσης μέσα στον δερμάτινο σάκο και όχι στο πέτρινο σεντούκι. Αλλά βέβαια, στο πέτρινο σεντούκι υπήρχε… Με μία αποφασιστική κίνηση ο Έραγκον άνοιξε ξανά το κάλυμμα από την πέτρινη κρυψώνα του Μέρταγκ.
"Γκάρτζλα!"
Ένα γαλάζιο δυνατό φως έλαμψε μερικά εκατοστά πάνω απ' το κεφάλι του φωτίζοντας το σκοτεινό εσωτερικό της πέτρινης θήκης, όπου το βρώμικο και ματωμένο κουρέλι απόμενε σαν τρομερή ανάμνηση από μακάβριες και άνομες πράξεις. Ο Έραγκον έπιασε ξανά το κομμάτι του ρούχου στα χέρια του. Ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία, η λεπτή γυναικεία δαντέλα, καθώς και η μεταξένια υφή του υφάσματος βεβαίωναν ότι ανήκε σε γυναίκα και μάλιστα από πλούσια, αρχοντική γενιά. Ο Έραγκον θυμόταν τον Μέρταγκ επάνω στην ταράτσα της ακρόπολης, να σχίζει το ρούχο της Ναζουάντα για να τη θεραπεύσει. Όμως το κουρέλι που τώρα κρατούσε σίγουρα δεν ανήκε σ' εκείνη την άκομψη και χοντροφτιαγμένη πουκαμίσα, που η Ναζουάντα φορούσε την ώρα εκείνη. Η καρδιά του Έραγκον σφίχτηκε. Θυμόταν καλά και τις άγριες πληγές πάνω στο σώμα της αρχηγού των Βάρντεν, ακόμα και το ανακουφισμένο της ύφος κάθε φορά που το χέρι του Μέρταγκ περνούσε πάνω από την κάθε μία απ' αυτές, θεραπεύοντάς την. Πότε άραγε ο αδελφός του είχε αποκτήσει το μακάβριο τούτο λάφυρο; Και ήταν σίγουρο ότι ανήκε στη Ναζουάντα; Σίγουρο πάντως ήταν, ότι ο Μέρταγκ φυλούσε ένα τραγικό μυστικό μέσα στην κασέλα του. Κάτι, που παρά του ότι ίσως πολύ θα ήθελε, δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα να ξεχάσει.
Ο Έραγκον έβγαλε την λινή πετσέτα με το μονόγραμμα από την τσέπη του, για να την συγκρίνει με το ματωμένο κουρέλι. Και τα δύο αποτελούνταν από ακριβό υλικό. Μονάχα μία αρχόντισσα θα μπορούσε να κατέχει κάτι το τόσο λεπτό και φίνα δουλεμένο. Ανήκαν όμως στο ίδιο άτομο; Αν ναι, τότε η πετσέτα υπήρξε ίσως το έπαθλο μιας καλύτερης και πρότερης ανάμνησης από το καμένο, ματωμένο κομμάτι υφάσματος.
Αφού πρώτα τακτοποίησε και πάλι το ματωμένο κουρέλι μέσα στο πέτρινο σεντούκι, ο Έραγκον επέστρεψε στο κεντρικό δωμάτιο με το τζάκι. Πάνω στο τραπέζι είχε παραμείνει το μικρό ταψί με τη λιγότερη από τη μισή πίτα αφάγωτη μέσα του. Ο Έραγκον χρησιμοποίησε τη λινή πετσέτα με το μονόγραμμα για να σκεπάσει το φαγητό. Αργότερα θα μπορούσε ίσως να ρωτήσει τον Μέρταγκ για την προέλευση αυτού του κεντημένου κομματιού από ύφασμα. Η Σαφίρα είχε τελειώσει το φαγητό της και είχε πιει αρκετό από το φρέσκο νερό της γούρνας. Δεν είχε επιστρέψει όμως στο δωμάτιο πλάι στο τζάκι, παρά είχε προτιμήσει να μείνει στο δρακοστάσιο. Προφανώς ο κόκκινος δράκος είχε ακολουθήσει το παράδειγμά της.
Στις άκρες του νου του ο Έραγκον ένιωσε τη γαλάζια δράκαινα να μοιράζεται και άλλες εικόνες, γεγονότα και συναισθήματα με τον Θορν. Η επικοινωνία τους γινόταν με έναν παράξενο τρόπο, που μόνο οι δράκοι μπορούσαν να αντιληφθούν. Ο Έραγκον κάθισε στην άκρη του πέτρινου πάγκου του τραπεζιού και σκέπασε με τις παλάμες των χεριών του το πρόσωπο. Μέσα του ευχήθηκε να λήξει σύντομα αυτή η κακοκαιρία. Δράκοι και καβαλάρηδες ήσαν πλάσματα φτιαγμένα για τους ουρανούς. Όχι για να παραμένουν κρυμμένοι μέσα στα έγκατα της γης. Αναρωτήθηκε επίσης αν ο Μέρταγκ θα αποφάσιζε να τους συνοδεύσει μαζί με τον δράκο του. Ακόμα όμως και αν συναντούσαν την άρνησή του για ένα άμεσο ταξίδι μαζί τους, τουλάχιστον τώρα πια ήξεραν τον τόπο της κατοικίας του. Ο Έραγκον ευχήθηκε μέσα του, να μην φρόντιζε ο Μέρταγκ να αλλάξει τόπο διαμονής αργότερα εγκαταλείποντας το προστατευμένο αυτό μέρος, όταν αυτοί θα έφευγαν και αν τελικά ο ίδιος είχε αρνηθεί να τους ακολουθήσει. Πάντα ήλπιζε, ότι θα υπήρχε τρόπος να πείσει τον αδελφό του να έρθει μαζί τους στην χώρα των δράκων. Δεν ήταν όμως απόλυτα σίγουρος ότι, αν ο Μέρταγκ με τον Θορν έμεναν πίσω, θα τους ξανάβρισκε στο ίδιο μέρος αργότερα.
Ο Έραγκον άφησε τις αισθήσεις του να πλανηθούν μέσα στη σήραγγα που ένωνε την κατοικία του αδελφού του με τον καταρράκτη. Όμως, τι παράξενο… δεν ένιωσε την παραμικρή μορφή ζωής. Πού βρισκόταν τώρα ο Μέρταγκ; Άπλωσε τις αισθήσεις του ακόμα μακρύτερα. Και πάλι τίποτα! Θα έλεγε κανείς ότι οι μόνοι κάτοικοι του βουνού ήταν ο ίδιος και οι δύο δράκοι. Αυτό το γεγονός παραξένεψε ακόμα περισσότερο τον νεαρό δρακοκαβαλάρη και κέντρισε την περιέργειά του ακόμα πιο πολύ. Ο Μέρταγκ φύλαγε κρυμμένα μυστικά μέσα στο κάστρο του. Μυστικά που, ακόμα και για τον Έραγκον με τις τόσες δυνάμεις, ήταν αδύνατο να αποκρυπτογραφηθούν.
"Σαφίρα, νομίζω ότι θα αναζητήσω τον Μέρταγκ μέσα στις σπηλιές του βουνού" προειδοποίησε ο Έραγκον τη γαλάζια δράκαινα. Καθόταν τόση ώρα μονάχος στο τραπέζι και είχε βαρεθεί χωρίς συντροφιά. Θα μπορούσε να δανειστεί βέβαια το βιβλίο του αδελφού του για να περάσει λίγη από την ώρα του, αλλά η απουσία ζωής μέσα στο βουνό είχε κεντρίσει την άκρατη περιέργειά του.
"Είχα την εντύπωση ότι ο Μέρταγκ επιθυμούσε να μείνει μόνος, για να αποφασίσει." Ο τόνος της δράκαινας έδειχνε καθαρά ότι δεν συμφωνούσε με την απόφαση του εκλεκτού της. "Ο Θορν δεν θα ευχαριστηθεί μ' αυτή την έρευνά σου."
"Ίσως, αλλά ο Μέρταγκ λείπει αρκετή ώρα. Επιπλέον, πράγμα παράξενο, δεν νοιώθω την διάνοιά του πουθενά μέσα στο βουνό, όπως θα έπρεπε."
"Είναι πολύ φυσικό, μικρούλη! Ο Μέρταγκ έχει μάγια να προστατεύουν την παρουσία του. Ούτε κατά την ώρα που ερχόμαστε νοιώσαμε κάτι."
"Όπως και να 'χει, εγώ θα τον αναζητήσω."
Ο Έραγκον βγήκε στον προθάλαμο και ακολούθησε την ίδια εκείνη σήραγγα που οδηγούσε προς τον καταρράκτη. Καθ' οδόν προς τον όγκο του νερού έλεγξε τα χάσματα του εδάφους ένα προς ένα. Ο Μέρταγκ γνώριζε το εσωτερικό του βουνού χίλιες φορές καλύτερα απ' ότι ο ίδιος, οπότε δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να έχει πέσει μέσα σε ένα από αυτά, αλλά ο Έραγκον ένιωσε πιο σίγουρος μ' αυτή του την ενέργεια. Φτάνοντας στο άνοιγμα της σπηλιάς που κάλυπτε ο όγκος του νερού σαν κουρτίνα, ώστε να μην φαίνεται από την αντίθετη πλευρά, ο Έραγκον άφησε τη δύναμη του μυαλού του να εξαπλωθεί σε όλους τους χώρους γύρω του. Ο θόρυβος του νερού ήταν η μοναδική απάντηση που έλαβε. Εκτός από τον ίδιο και τους δράκους, ψυχή δεν υπήρχε. Πού είχε πάει ο Μέρταγκ για να σκεφτεί;
Απογοητευμένος ο Έραγκον κίνησε προς τα πίσω. Την προηγούμενη φορά που είχε ελέγξει το δρόμο προς τον καταρράκτη, είχε λησμονήσει να εξετάσει τον τεράστιο, σπηλαιώδη χώρο του προθαλάμου. Είχε απλά ακολουθήσει τον προφανή διάδρομο διαμέσου του βουνού, που τον είχε οδηγήσει στο χάσμα. Τώρα εξαπολύοντας ένα δυνατό μαγικό φως, έκανε τα τοιχώματα να λάμψουν με αποχρώσεις του γαλάζιου. Η οροφή ξεχώριζε αμυδρά πάνω από το κεφάλι του σε μεγάλο ύψος από το πάτωμα. Εκεί όμως δεν φάνηκε κάποιο άλλο άνοιγμα, τουλάχιστον ικανό να χωρέσει το σώμα ενός ανθρώπου. Τα τοιχώματα είχαν παραμείνει στην αρχική, φυσική τους κατάσταση, όπως σε μια οποιαδήποτε σπηλιά ενός βουνού. Ο Έραγκον άρχισε να τα ερευνά λίγο-λίγο. Αρκετή ώρα μετά διαπίστωσε ότι ούτε αυτή η έρευνά του οδηγούσε κάπου. Η γκρίζα ακατέργαστη πέτρα έμοιαζε το ίδιο κρύα και συμπαγής όσο οπουδήποτε αλλού.
Με οξυμένη ακόμα περισσότερο την περιέργειά του, ο Έραγκον ετοιμάστηκε να επιστρέψει στο δωμάτιο του τζακιού. Η ματιά του στράφηκε ασυναίσθητα στο σημείο εκείνο που την προηγούμενη είχε βρει το ταψί με την πίτα κι εκεί παρέμεινε για λίγο, ενώ άφησε το γαλάζιο φως του να χαμηλώνει σταδιακά σε ένταση, μέχρι να σβήσει. Πράγμα παράξενο, για μια στιγμή του φάνηκε πως μια αμυδρά θολή λάμψη φώτιζε το μέρος του πατώματος πίσω απ' το σημείο που κοιτούσε και χανόταν σε μια μικρή εσοχή μέσα στην πέτρα. Ο Έραγκον πλησίασε προς τα κει με την περιέργειά του ανανεωμένη. Η μικρή εσοχή έδειχνε το ίδιο συμπαγής, όσο και τα υπόλοιπα τοιχώματα του χώρου. Όταν όμως έβαλε το χέρι του μέσα της ψάχνοντας κατά μήκος, το χέρι του εξαφανίστηκε σα να πέρασε μέσα στο κενό.
Ένα μικρό επιφώνημα ξέφυγε από τον δρακοκαβαλάρη. Στιγμιαία η ανάμνηση της κρυφής σπηλιάς του Χελγκράιντ ξαναγύρισε στο νου του δίνοντάς του τη βεβαιότητα, ότι εδώ υπήρχε κάποιο άνοιγμα καλυμμένο με μαγεία. Ο Έραγκον έκανε ένα βήμα πίσω. "Σαφίρα, πρόκειται να χρησιμοποιήσω το όνομα όλων των ονομάτων, για να αποκαλύψω την κρυμμένη μαγεία που βρίσκεται εδώ."
"Πρόσεχε, Έραγκον!" Η προειδοποίηση της Σαφίρα ακούστηκε τόσο έντονη, η φωνή της χρωματισμένη με μια χροιά μεγάλης ανησυχίας. "Αν χρησιμοποιήσεις το όνομα όλων των ονομάτων, ίσως καταφέρεις να χαλάσεις τις εύθραυστες σχέσεις που προσπαθείς να δημιουργήσεις με τον Μέρταγκ."
Ο Έραγκον πισωγύρισε μια στάλα. Η γαλάζια δράκαινα, η σύντροφος της ζωής και του νου του ήταν σοφή. Σ' αυτό που μόλις είπε είχε απόλυτο δίκιο. "Έχεις δίκιο, γλυκιά μου Σαφίρα. Δεν θα το κάνω. Θα περιμένω με υπομονή την επιστροφή του Μέρταγκ, αλλά δεν θα παραλείψω να τον ρωτήσω γι' αυτό το φαινόμενο."
Ο Έραγκον επέστρεψε στο δωμάτιο του τζακιού για να καθίσει και πάλι στην προηγούμενη θέση του περιμένοντας. Θα φρόντιζε να φέρει με τρόπο την ερώτηση στον Μέρταγκ, αλλά θα επέμενε σε μία πειστική απάντηση από την μεριά του. Όση ώρα περίμενε την επιστροφή του αδελφού του, ο νους γύριζε διαρκώς στο ίδιο φυσικό φαινόμενο που είχε παρατηρήσει στον τοίχο και το δάπεδο του προθαλάμου. Το φως που είχε δει να αχνοφέγγει πάνω στην πέτρα προερχόταν σίγουρα από το φως της ημέρας, ακόμα κι αν τα μάγια του αδελφού του είχαν σκεπάσει τόσο επιδέξια την έξοδο αυτή του βουνού. Το ότι το προηγούμενο βράδυ δεν είχε καταφέρει να παρατηρήσει το φαινόμενο, οφειλόταν προφανώς στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας.
Πέρασε την επόμενη ώρα με το να μηχανεύεται τρόπους, για να ρωτήσει τον Μέρταγκ σχετικά, μόλις αυτός θα επέστρεφε. Το γεγονός ότι υπήρχε ένα ακόμα άνοιγμα – και αυτό καλυμμένο με τόσο επιδέξια μάγια προς το εξωτερικό του βουνού – έμοιαζε εξαιρετικά ύποπτο στα μάτια του νεαρού δρακοκαβαλάρη. Τι να υπήρχε άραγε εκεί, που ο Μέρταγκ είχε φροντίσει να κρύψει με τόσο επιδέξιο τρόπο;
Ο Μέρταγκ επέστρεψε και πάλι στην κατοικία του στο βουνό χρησιμοποιώντας τον ίδιο δρόμο από τον οποίο είχε κατέβει. Αργοπόρησε για μερικές στιγμές στον προθάλαμο, εξετάζοντας τα μάγια που κάλυπταν το άνοιγμα της σκάλας. Βρίσκοντάς τα όλα εντάξει ξαναμπήκε στο δωμάτιο με το τζάκι. Ο Έραγκον ήταν ακόμα καθισμένος στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει, αλλά τα σκεύη του προγεύματος δεν υπήρχαν πια πάνω στο τραπέζι. Σημάδι ότι ο αδελφός του είχε αξιοποιήσει τον χρόνο που εκείνος είχε λείψει.
"Θορν, συνέβη κάτι όσο έλειψα;" Ρώτησε ο Μέρταγκ τον δράκο του, για να πάρει σαν απάντηση μία σειρά από πανέμορφες εικόνες των ελεύθερων δράκων. Οι κάτοικοι των αιθέρων εμφανίζονταν άλλοτε κουρνιασμένοι στις απόμακρες κορυφές των βουνών της χώρας του Έραγκον· άλλοτε πετούσαν στα ουράνια, ή κολυμπούσαν στα ζεστά νερά του παραποτάμου. Ο Μέρταγκ συγκινήθηκε. Κατάλαβε ότι όσο χρόνο αυτός είχε επισκεφθεί το μυστικό χωριό, η Σαφίρα και ο Θορν είχαν επικοινωνήσει με τον μοναδικό τρόπο που δύο δράκοι μπορούσαν.
Ο Θορν τώρα πρόβαλε μέσα στο νου του εκλεκτού του την εικόνα μίας πανέμορφης δράκαινας με φολίδες στο χρώμα του μπρούντζου, που τα λευκά κέρατά της γυάλιζαν κάτω από το ηλιόφως. "Το όνομά της είναι Ναγκέντρα και δεν έχει διαλέξει ακόμα τον σύντροφό της. Τη φωνάζουν Ναγκέντρα η περήφανη, γιατί ζει χωριστά από τους άλλους. Για σπίτι της έχει διαλέξει μια μοναχική κορυφή, εκεί όπου τα δυνατά φτερά της την οδηγούν με ευκολία να φτάσει."
Μέσα στο νου και την καρδιά του ο Μέρταγκ μπορούσε να καταλάβει τον άμετρο θαυμασμό του Θορν, τη μοναξιά του επίσης και την ανάγκη του για συντροφιά. Ακόμα και την ελπίδα του για ζευγάρωμα και τη δημιουργία μιας μελλοντικής δικής του οικογένειας. Το συναίσθημα που τον γέμιζε για την όμορφη δράκαινα, ήταν ως τώρα μοναδικό για το νεαρό κόκκινο δράκο.
Ο Μέρταγκ στέναξε ελαφρά καθώς έπαιρνε τη θέση του απέναντι από τον Έραγκον και πάλι. Δεν είχε μονάχα τους κατοίκους του χωριού για να φροντίσει. Έπρεπε να λάβει υπ' όψιν του και τις ανάγκες του ίδιου του τού δράκου. "Ο καιρός δεν έχει καλυτερέψει ακόμα" δήλωσε στον αδελφό του για να πει κάτι. "Το κρύο είναι τσουχτερό, ο άνεμος δυνατός και η χιονόπτωση το ίδιο πυκνή όπως εχθές." Ο Μέρταγκ καταλάβαινε πως ο Έραγκον περίμενε απ' αυτόν μια απάντησή, αν θα τον ακολουθούσε ή όχι. Μια απάντηση που πολύ σύντομα έπρεπε να δώσει. Παρ' όλα αυτά, ακόμα διστακτικά καθυστερούσε.
"Φαντάζομαι ότι έχεις τους τρόπους σου, να ελέγχεις τον έξω κόσμο από τα βάθη του βουνού σου." Ο Έραγκον κοίταζε τώρα τον Μέρταγκ με ύφος καχύποπτο. Με την πρώτη ευκαιρία που θα παρουσιαζόταν, θα τον ρωτούσε για τα μάγια που κάλυπταν την έξοδο του προθάλαμου προς το φως. Κάρφωσε τώρα προσεκτικά τον αδελφό του με τη ματιά του παίρνοντας ένα πιο αποφασισμένο ύφος. "Οι δύο δράκοι είχαν όλο το πρωινό μια πολύ μακριά και εποικοδομητική συζήτηση" του είπε. "Νομίζω ότι μετά απ' αυτό, ο Θορν θα ήθελε πολύ να μας ακολουθήσει. Έχεις εσύ πάρει τις αποφάσεις σου;"
Επάνω στο τραπέζι είχε απομείνει το μικρό ταψί με τα υπολείμματα της πίτας σκεπασμένο με τη λινή πετσέτα. Ο Έραγκον έτριψε με τα δάχτυλά του το καλλιγραφικό μονόγραμμα δήθεν τυχαία. Άλλη μία ερώτηση για ένα θέμα, που ευχαρίστως θα συζητούσε με τον Μέρταγκ αργότερα.
Το ολοφάνερα καχύποπτο ύφος του Έραγκον προβλημάτισε τον Μέρταγκ. Δεν του διέφυγε επίσης η κίνησή του, να ψαύσει τη λινή πετσέτα που σκέπαζε το ταψί με την πίτα της Νολβέν. Τα μάτια του δρακοκαβαλάρη καρφώθηκαν στο κεντημένο μονόγραμμα ανάμεσα στα δάχτυλα του μικρότερου αδελφού, καταλαβαίνοντας ότι ο Έραγκον το είχε προσέξει. Επρόκειτο για ένα φίνο εργόχειρο επάνω σε ακριβό λινό, προφανώς φερμένο μαζί με την παιδούλα από χρόνους καλύτερους. Ο Μέρταγκ δεν είχε απάντηση στην περιέργεια του Έραγκον για αυτό το ''Ν''.
"Όλοι έχουμε τους τρόπους μας" αποκρίθηκε στην πρώτη παρατήρησή του. "Εσύ ειδικά θα πρέπει να το καταλαβαίνεις καλύτερα από τον καθένα."
Ο Μέρταγκ θεώρησε ότι αυτά τα λόγια ήταν αρκετά για να σταματήσουν την όποια επιθυμία του Έραγκον να εισβάλει στην προσωπική του ζωή με μία αυθάδικη έρευνα. Όσον αφορά τις επιθυμίες του Θορν, ήταν ο ίδιος που τις κατανοούσε καλύτερα από τον κάθε άλλον. Και βέβαια θα επιθυμούσε να τις ικανοποιήσει, ακόμα και με το κόστος του να αντιμετωπίσει ο ίδιος την περιφρόνηση των ξωτικών που περιτριγύριζαν την κατοικία του Έραγκον.
"Αυτό θα το κρατήσω ως σημείωση" σχολίασε ο κόκκινος δράκος σκώπτοντας τις αμφιβολίες του καβαλάρη του.
"Δεν υπάρχουν μονάχα τα ξωτικά, Θορν," δικαιολογήθηκε δυσανασχετώντας ο Μέρταγκ "αλλά και οι νάνοι…"
"Νόμιζα ότι έχουμε αποφασίσει για το πώς θα αντιμετωπίσουμε τους νάνους! Μόλις το πρώτο αυγό δράκου εκκολαφθεί για ένα δικό τους παιδί, εμείς προτιθέμεθα να το θεωρήσουμε μονάχα δρακοκαβαλάρη. Αν παρ' όλα αυτά, διαπιστώσουμε ότι εισπράτουμε διαιωνιζόμενη εχθρότητα από τη μεριά του, τότε θα αποχωρήσουμε πάραυτα."
"Τα προβλήματά μας δεν είναι μονάχα αυτά. Ας μην ξεχνάμε, ότι έχουμε αναλάβει υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους του χωριού." Το ύφος του δρακοκαβαλάρη άλλαζε τώρα. Ο εκνευρισμός του μετατρεπόταν σε βαθιά αγωνία και υπευθυνότητα.
"Γνωρίζω πως πήγες σ' αυτούς!" Ο τόνος του Θορν ήταν κοφτός. Ο Μέρταγκ δεν θα μπορούσε να κρατήσει το παραμικρό μυστικό απ' αυτόν, ακόμα και αν το ήθελε. "Η γνώμη μου εξακολουθεί να είναι, ότι καλά θα κάνεις να μιλήσεις με τους φιλοξενούμενους για το θέμα αυτό. Ο Έραγκον θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις γνωριμίες του με την αρχή της Αλαγαισίας, ώστε να λυθεί μια για πάντα το πρόβλημα."
Χωρίς να αποκριθεί στον δράκο του ο Μέρταγκ επέστρεψε στο τελευταίο σχόλιο του αδελφού του. "Ο Θορν κι εγώ έχουμε πάρει κάποιες αποφάσεις. Θα θέλαμε να σας ακολουθήσουμε στην κατοικία σας, έστω για κάποιο χρονικό διάστημα. Θα θέλαμε ακόμα και να κατοικήσουμε μαζί σας περισσότερο, αν γίνεται. Υπάρχουν όμως υποθέσεις μας, που μας υποχρεώνουν να αναβάλουμε αυτή την επίσκεψη προς το παρόν. Ο χειμώνας είναι ακόμα μπροστά μας και όσο περνούν οι μέρες, οι καιρικές συνθήκες θα επιδεινώνονται. Ίσως κατά την άνοιξη… αν βέβαια αφήνατε για μας οδηγίες, για το πώς θα σας συναντήσουμε στην κατοικία σας."
Η απόκριση του Μέρταγκ κάθε άλλο παρά ευχαρίστησε τον Έραγκον. Σαν υπεκφυγή του φάνηκε μάλλον, παρά σαν αποδοχή της πρόσκλησής του. Ο Έραγκον θα προτιμούσε μια καθαρή απάντηση, ένα 'ναι' ή ένα 'όχι' στο κάλεσμά του, παρά αυτά τα δισυπόστατα περί καιρού και υποθέσεων. Τι είδους υπόθεση ήταν αυτή που μπορούσε να κρατά τον Μέρταγκ και τον δράκο του στις ερημιές του βορρά; Μήπως το κεντημένο από γυναικείο χέρι 'Ν' επάνω στη λινή πετσέτα; Το ματωμένο κουρέλι με τη φίνα δαντέλα; Η κρυμμένη με μάγια έξοδος από το βουνό;
"Πρόσεξε πώς θα χειριστείς το ζήτημα, Έραγκον! Δεν βρισκόμαστε εδώ ούτε για να τον προσβάλουμε, ούτε για να τον μετατρέψουμε σε εχθρό μας" προειδοποίησε η Σαφίρα. "Προτιμούμε να τον πείσουμε, για όλους εκείνους τους λόγους που έχουμε συζητήσει στο παρελθόν."
"Μην ανησυχείς, Σαφίρα, θα τον πάρω με το καλό. Φρόντισε εσύ να έχουμε τουλάχιστον τον Θορν σύμμαχό μας."
Ο Έραγκον ένιωσε μέσα στο νου του το αυτάρεσκο συναίσθημα της δράκαινας.
"Μην ανησυχείς γι' αυτό, μικρούλη. Του έδειξα την εικόνα της περήφανης Ναγκέντρα και – σε διαβεβαιώνω – δεν έμεινε καθόλου ασυγκίνητος."
"Μέρταγκ" αποτάθηκε με φιλικό ύφος στον αδελφό του ο Έραγκον αφήνοντας κατά μέρος τις καχυποψίες. "Δεν είναι πολλές ώρες πριν, που μοιράστηκα μαζί σου τις εικόνες από τη ζωή μας στη χώρα των δράκων. Θα σου άνοιγα ευχαρίστως το νου μου επιτρέποντάς σου να μετέχεις μαζί μου σε όλες τις εμπειρίες μου από τη ζωή μαζί τους, αλλά εσύ επέλεξες αλλιώς. Παρ' όλα αυτά σέβομαι την επιθυμία σου, αδελφέ, και είμαι πραγματικά ευγνώμων, γιατί κι εσύ επέλεξες να μοιραστείς μαζί μου κάποιες δικές σου, σημαντικές αναμνήσεις. Αναφέρομαι στις αναμνήσεις που έχεις από παιδί για την κοινή μας μητέρα." Ο Έραγκον σηκώθηκε από τη θέση του, πέρασε στην άλλη μεριά του τραπεζιού και κάθισε στον πέτρινο πάγκο, ακριβώς πλάι στον Μέρταγκ. "Ίσως κάποτε τα φέρει η ώρα να συζητήσουμε περισσότερα για εκείνη που μας έφερε στον κόσμο, όταν θα είμαστε και οι δύο μας έτοιμοι γι' αυτό. Αλλά ας αφήσουμε προς το παρόν το θέμα της μητέρας. Εκείνο που θέλω να πω είναι, ότι όπως δεν δίστασες ν' ανοίξεις κάποιες αναμνήσεις σου σ' εμένα, ίσως κάποια στιγμή θα ήθελες ν' ανοίξεις και την καρδιά σου. Τα βάρη, όταν μοιράζονται, παύουν να είναι τόσο δυσβάσταχτα. Αν έχετε προβλήματα, η Σαφίρα κι εγώ, ευχαρίστως θα κάνουμε ότι μπορούμε, για να βοηθήσουμε εσένα και τον Θορν. Γι' αυτό βρισκόμαστε εδώ, Μέρταγκ. Ίσως μπορούμε να προσφέρουμε κάποιο είδος βοήθειας γι' αυτές τις 'υποθέσεις' σου και έτσι θα μπορέσετε κι εσείς να ταξιδέψετε μαζί μας. Γιατί, θα πρέπει να πω, είναι ίσως δύσκολο να ανακαλύψει κάποιος τον μακρινό μας τόπο, χωρίς να έχει για οδηγό του κάποιον από μας τους ίδιους. Γι' αυτό, αδελφέ, αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσα να κάνω για σένα, μην διστάσεις να μου το ζητήσεις."
Το γεγονός ότι ο Έραγκον κάθισε πλάι του, έκανε τον Μέρταγκ να στραφεί λιγάκι προς τη μεριά του αδελφού του. Μιας και δεν ήταν συνηθισμένος σε τόσο άμεση γειτνίαση με κάποιο άλλο πρόσωπο, ένοιωσε τη σπονδυλική του στήλη άκαμπτη και τους μύες της πλάτης και τα νεύρα να τεντώνονται από υπερένταση. Τα μάτια του καρφώθηκαν αυθόρμητα πάνω στα χέρια του Έραγκον, σαν να μελετούσε μέσα του ασυναίσθητα την πιθανότητα μιας ξαφνικής επίθεσης.
"Ησύχασε! Η πρόθεσή του είναι κάθε άλλο παρά να σε βλάψει." Ο Θορν ακούστηκε σίγουρος μέσα στο νου του, με μία σκωπτική διάθεση επίσης.
"Ποτέ κανείς δεν μετανόησε επειδή ήταν προσεκτικός" δήλωσε ο Μέρταγκ, αλλά ταυτόχρονα προσπάθησε να χαλαρώσει όσο μπορούσε. Το πρόσωπό του παρέμεινε το ίδιο απαθές όπως και πριν, χωρίς να δίνει την εντύπωση ότι μέσα του γίνονταν όλες αυτές οι διεργασίες.
Ο Έραγκον είχε μιλήσει χρησιμοποιώντας φιλικό, αλλά και συμβουλευτικό ύφος, προσπαθώντας να τον συγκινήσει, θυμίζοντάς του τις αναμνήσεις για τη μητέρα που είχαν μοιραστεί την προηγούμενη. Προσπάθησε ακόμα να τον πείσει, ότι αυτός και η Σαφίρα θα μπορούσαν να βοηθήσουν στα προβλήματα που πιθανών είχε. Αλλά ο πλέον κύριος σκοπός του ήταν και πάλι να κατοπτεύσει μέσα στην ιδιωτική ζωή του. Να μάθει ποιες ήταν αυτές οι 'υποθέσεις' του, που τον κρατούσαν δέσμιο στα βόρεια της Αλαγαισίας.
Ο Μέρταγκ όμως δεν ήταν από εκείνους που συγκινούνταν εύκολα. Μπορεί την προηγούμενη να είχε μοιραστεί με τον Έραγκον κάποιες αναμνήσεις του από τη Σελίνα, αλλά ποτέ δεν είχε ξεχάσει τα γεμάτα υπεροψία λόγια του αδελφού του σχετικά με τις διαφορές τους, επίσης και την πατρότητά του. 'Δεν είμαι καθόλου όπως εσύ' έτσι δεν του είχε πει ο Έραγκον κάποτε; 'Εγώ δεν έχω πια στην πλάτη μου την ουλή.' Ο τρόπος που είχε επίσης κομπάσει μπροστά στον Γκαλμπατόριξ, πως δεν ήταν καθόλου γιος του Μόρζαν, αλλά γιος του Μπρομ, δηλώνοντας δημόσια τη Σελίνα σαν μια άπιστη γυναίκα, είχε πονέσει τον Μέρταγκ περισσότερο ακόμα κι από το ατσάλι που είχε δεχτεί αργότερα μέσα στα σπλάχνα του. Επιπλέον ο Μέρταγκ μια ζωή βασιζόταν περισσότερο στη λογική του σκέψη και λιγότερο στο θυμικό, για να συγκινείται εύκολα. Έτσι και τώρα δεν συγκινήθηκε.
"Ευχαριστώ πολύ, Έραγκον," δήλωσε με σταθερό τόνο στη φωνή του "αλλά οι όποιες υποθέσεις μου δεν έχουν να κάνουν σε τίποτε μ' εσένα και τη Σαφίρα. Ούτε και είναι από τα θέματα που θα μπορούσατε να μου προσφέρετε την παραμικρή βοήθεια."
"Όπως νομίζεις, αδελφέ." Χωρίς δεύτερη λέξη ο Έραγκον σηκώθηκε άνετα από τη θέση του και στάθηκε αμίλητος για λίγο μπροστά στο τζάκι κοιτάζοντας σκεπτικός τις φλόγες της φωτιάς να γλύφουν το ξύλο. Μέσα στο νου του παίδευε ένα σχέδιο, που θα του επέτρεπε να αναγκάσει τον Μέρταγκ να ομολογήσει ανοικτά για το τι έκρυβαν τα μάγια του προθαλάμου.
Ο Μέρταγκ παραξενεύτηκε για την στάση του Έραγκον και την παντελή έλλειψη προσπάθειας να τον πείσει. Ιδίως για το ότι δεν διέκρινε ίχνος δυσαρέσκειας στη φωνή του αδελφού του εξ αιτίας της απόκρισής του.
"Από πότε οι υποθέσεις του χωριού και των κατοίκων του αποτελούν προσωπικό σου θέμα;" Αυτή τη φορά ο Θορν ακούστηκε μάλλον δυσαρεστημένος μαζί του. "Και αν όχι ο Έραγκον και η Σαφίρα, τότε ποιοι είναι οι πλέον κατάλληλοι για να βοηθήσουν αυτούς του δυστυχείς απόκληρους;"
"Για περίπου πέντε χρόνια εσύ κι εγώ φροντίζουμε αυτούς τους ανθρώπους" έκοψε ο Μέρταγκ την συζήτηση. "Εξασφαλίζοντάς τους επαρκείς προμήθειες, θα μπορούσαμε την άνοιξη να ταξιδέψουμε στη γη του Έραγκον. Όχι όμως τώρα!"
"Τώρα όμως βρίσκονται εδώ και μας προσκαλούν μαζί τους" επέμενε ο κόκκινος δράκος. "Και είσαι γελασμένος αν πιστεύεις, ότι οι προμήθειες που θα τους εξασφάλιζες θα επαρκούσαν για περισσότερο από μερικούς μήνες. Όσους δηλαδή χρειάζονται για το ταξίδι μας. Δεν έχουμε σκοπό να πάμε ως εκεί για να επιστρέψουμε αμέσως. Βρες μία πιο μόνιμη λύση."
Σ' αυτό ο Θορν είχε απόλυτο δίκιο. Ο Μέρταγκ δεν είχε κανένα επιχείρημα να αντιτάξει.
Χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του αδελφού του, ο Έραγκον αναρωτήθηκε φωναχτά για την ώρα της αποχώρησής του, σα να μονολογούσε.
"Φαντάζομαι ότι ο καιρός τέτοια εποχή θα έχει μερικές διακυμάνσεις. Εκείνο που εννοώ είναι, ότι μπορεί σήμερα να είναι το ίδιο άσχημος όπως εχθές, αλλά ίσως αύριο ή μεθαύριο καλυτερέψει· κάτι που θα μας επιτρέψει να φύγουμε." Σ' αυτό το σημείο ο Έραγκον γύρισε και πάλι προς τη μεριά του Μέρταγκ, το ύφος του τελείως αλλαγμένο. "Αναρωτιέμαι όμως, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε κατά τις επόμενες ώρες, που θα μας επέτρεπε να ξοδέψουμε το χρόνο μας δημιουργικά." Χαμογελώντας ο Έραγκον χτύπησε με το χέρι το θηκάρι του σπαθιού του κάτω απ' τη λαβή. "Ξέρεις τι έχω πεθυμήσει, Μέρταγκ; Έναν αγώνα εξάσκησης μαζί σου, σαν αυτούς που και οι δύο απολαμβάναμε κάποτε, τον καιρό που υπήρξαμε συνταξιδιώτες στις ερημιές της Αλαγαισίας. Τι λες λοιπόν γι' αυτό, αδελφέ;"
(συνεχίζεται)
