Όπου τα κρυμμένα μυστικά μοιραία αποκαλύπτονται.
Βορράς
Κεφάλαιο 16
Ο τρόπος αντίδραση του Έραγκον παραξένεψε τον Μέρταγκ. Η πρότασή του ήταν η τελευταία που περίμενε να ακούσει, έτσι απέμεινε για λίγο ενεός να τον κοιτάζει.
"Γιατί όχι;" Παρά τη διαρκή επαφή του με τη Σαφίρα, ο Θορν δεν είχε πάψει στιγμή να παρακολουθεί με μεγάλη περιέργεια τη συζήτηση και τις αντιδράσεις του εκλεκτού του. "Μέσα από τις αναμνήσεις σου έχω δει μερικές από αυτές τις αναμετρήσεις. Η εντύπωση που αποκόμισα ήταν ότι πολύ το διασκέδαζες άλλοτε."
Παρά την παρότρυνση του Θορν ο Μέρταγκ δεν μοιραζόταν τα αισιόδοξα συναισθήματα του δράκου. Η τελευταία αναμέτρηση που είχε με τον Έραγκον, μέσα στην αίθουσα του θρόνου και μπροστά στον Γκαλμπατόριξ, είχε λήξει με δυσάρεστες και για τους δύο συνέπειες. Οι αναμνήσεις του απ' αυτήν ήταν ακόμα χειρότερες. Παρ' όλα αυτά, ο Έραγκον φαινόταν να εννοεί αυτό που μόλις είχε προτείνει. Τι ήταν και τούτο πάλι; Ήθελε απλά ο αδελφός του να σκοτώσει τον χρόνο του μέχρι να έρθει η ώρα της αποχώρησής του; Είχε τελικά αποδεχθεί την απόκριση και τη θέληση του Μέρταγκ, χωρίς να σχολιάσει άλλο τι; Ή επρόκειτο για κάποιο τέχνασμα που μηχανευόταν; Ποιος ο λόγος να έχει αλλάξει έτσι απότομα τη συζήτηση;
Ο Μέρταγκ σηκώθηκε κι αυτός ορθός και αναμετρήθηκε με το βλέμμα με τον Έραγκον.
"Απ' όσο θυμάμαι – και υποθέτω το ίδιο και εσύ – η τελευταία μας αναμέτρηση είχε κοστίσει και στους δύο μας περισσό πόνο. Γιατί τώρα να συναινέσω σε μία παρόμοια αντιπαράθεση, ιδίως χωρίς τον τότε εξαναγκασμό μου;"
Ο Έραγκον γέλασε. Βγάζοντας από τη θήκη το σπαθί του αρχίνησε να στομώνει την κόψη της λεπίδας χρησιμοποιώντας τα μαγικά λόγια, όπως έκανε κάποτε πριν τις αναμετρήσεις τους.
"Μήπως γιατί είναι πολύ διασκεδαστικό και γιατί επίσης κι εσύ βαριέσαι κι έχεις σκουριάσει εδώ μέσα το ίδιο όπως κι εγώ;" Ο Έραγκον τελείωσε τη δουλειά του και κίνησε το στομωμένο σπαθί προς τη μεριά του Μέρταγκ προκαλώντας τον. "Ή μήπως ζώντας μόνος στις ερημιές του βορρά έχεις χάσει τελείως τη φόρμα σου και όλα τα άλλα δεν είναι παρά δικαιολογίες;"
Ο Έραγκον στράφηκε προς την έξοδο της αίθουσας που οδηγούσε στον αινιγματικό προθάλαμο νεύοντας στον Μέρταγκ να ακολουθήσει. "Το μέρος εκεί έξω είναι κατάλληλο για μια αναμέτρηση με το σπαθί, αφού πρώτα το φωτίσουμε λίγο" είπε, καθώς άφηνε από την παλάμη του να ξεφύγει ένα θαμπό, αχνογάλανο φως. Χωρίς να γυρίσει για να διαπιστώσει αν ο Μέρταγκ ακολουθούσε, του φώναξε τα παρακάτω λόγια, που πολύ καλά το ήξερε, ότι θα τον προκαλούσαν να συμμετάσχει στη μονομαχία. "Κι εγώ έχω βαρεθεί να εξασκούμαι μονάχα με τα πολύπειρα ξωτικά, που τις περισσότερες φορές νικούν. Ένας πιο αδύναμος απ' αυτά αντίπαλος είναι ότι μου χρειάζεται."
Μόλις οι προσβλητικού αυτοί λόγοι ειπώθηκαν, τα μάτια του Μέρταγκ άστραψαν από θυμό. Με σφιγμένες τις γροθιές του ακολούθησε τον Έραγκον έξω από το δωμάτιο του τζακιού. "Ίσως, αδελφέ, θα ήταν καλύτερα να φερόσουν με περισσότερη ευγένεια στον οικοδεσπότη σου. Σε πληροφορώ άλλωστε, ότι αν εσύ συνηθίζεις να εξασκείσαι με τα ξωτικά, εγώ μετράω τρόπαια κατά των Ούργκαλ εδώ και χρόνους."
Ο Μέρταγκ έβγαλε το Ζάρ'ροκ απ' το θηκάρι και με μία του λέξη στόμωσε την κόψη της λεπίδας. Τα χείλη του ήταν σφιγμένα, όπως και όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, όταν αναζήτησε τον Έραγκον στο ημίφως του προθαλάμου. Χωρίς να ενισχύσει το θαμπό φως που είχε εξαπολύσει εκείνος, πήρε θέση απέναντι στον εν δυνάμει αντίπαλό του. "Αν θυμάμαι καλά τις παλιές αναμετρήσεις μας, όλες μας είχαν αναδείξει ισοδύναμους στο σπαθί. Ποτέ δεν είχες καταφέρει να υπερισχύσεις κι ας ήσουν από τότε δρακοκαβαλάρης" του είπε σκληρά κρατώντας και με τα δύο χέρια τη λαβή του Ζάρ'ροκ. "Όπως και να έχει όμως, είμαι πάντοτε έτοιμος να τιμωρήσω την ξιπασιά σου."
Στις άκρες του μυαλού του ο Μέρταγκ ένιωσε τον ενθουσιασμό του Θορν. Ο κόκκινος δράκος ξεσηκώθηκε από τη βολή του στο δρακοστάσιο και – παρ' όλο που γνώριζε καλά, ότι ο όγκος του δεν χωρούσε από τη μικρή είσοδο του προθαλάμου – ερχόταν τώρα να διασκεδάσει με τον αγώνα του εκλεκτού του.
Ο Έραγκον απλά χαμογέλασε ευχαριστημένος. Η αυθάδειά του και η προκλητικότητα των λόγων του είχαν εξυπηρετήσει τον σκοπό του, που δεν ήταν άλλος παρά να παρασύρει τον Μέρταγκ σε μια μονομαχία στο χώρο του προθαλάμου. Εκεί θα φρόντιζε να υποχωρήσει σταδιακά μέχρι το μέρος όπου είχε ανακαλύψει ότι το σκέπαζαν τα μάγια, που είχε υπ' όψιν του να 'ανακαλύψει'. Τότε άλλο δεν θα έμενε στον αδελφό του, από το να παραδεχτεί την ύπαρξη των μαγικών του και κατόπιν να εξηγήσει την αιτία της ύπαρξής τους.
Ο Έραγκον πρωτύτερα είχε αποφύγει ν' ακολουθήσει το 'εξαφανισμένο' του χέρι. Ποτέ δεν θα έθετε τον εαυτό του – και κατά συνέπεια και τη Σαφίρα του – σε κίνδυνο που δεν γνώριζε, όχι τουλάχιστον χωρίς σοβαρό λόγο. Τώρα, δίχως ν' απαντήσει στον θυμό του Μέρταγκ, πήρε θέση με την πλάτη προς το μαγεμένο μέρος. Με το αριστερό του χέρι ένευσε προκλητικά στον αδελφό του να του επιτεθεί, ενώ καλύφθηκε με τη στομωμένη λεπίδα του Μπρίσινγκρ σε μια αμυντική στάση.
Παύοντας να δίνει περισσότερη σημασία στην προκλητικότητα του Έραγκον, ο Μέρταγκ πήρε μερικές βαθιές ανάσες και συγκεντρώθηκε. Αν ο 'αδελφός' του σκόπευε να τον καθοδηγήσει ώστε να επιτεθεί την ώρα που ο θυμός σκίαζε το νου του, είχε αποτύχει. Όταν επρόκειτο για επίθεση, είτε στη μάχη είτε στο πεδίο της εξάσκησης, ο Μέρταγκ δεν ήταν άλλο από μία καλοκουρδισμένη μηχανή. Το πρώτο μάθημα που του είχε δοθεί από τον παλιό οπλοδιδάσκαλό του, τον Τόρνακ, ήταν να μην αφήνει ποτέ τον θυμό να επηρεάζει τις κινήσεις του. Και ο Έραγκον τον ήξερε αρκετά καλά, για να μην αναμένει απ' αυτόν μία τυφλή επίθεση. Περίμενε μήπως, ότι ο Μέρταγκ θα είχε αλλάξει τακτική με τον χρόνο;
Ο Μέρταγκ ερεύνησε με τα μάτια τον αντίπαλο που χαμογελούσε προκλητικά προσπαθώντας να μαντέψει την επόμενη κίνησή του. Ούτε και η θέση που κατέλαβε ο Έραγκον πέρασε απ' αυτόν απαρατήρητη. Αντί να σταθεί στη μέση της μεγάλης αίθουσας, πράγμα παράξενο, είχε προτιμήσει τον ακρινό χώρο, σημείο που πολύ εύκολα ένας επιτιθέμενος θα μπορούσε να τον στριμώξει.
Ο Μέρταγκ κράτησε μπροστά του το Ζάρ'ροκ και με αργές, προσεκτικές κινήσεις βάδισε κυκλικά, στοχεύοντας το αριστερό πλαϊνό του Έραγκον και προσπαθώντας να τον οδηγήσει κοντά στην είσοδο του δωματίου με το τζάκι. Είχε κάθε λόγο να απομακρύνει τον αντίπαλό του από το σημείο που στεκόταν.
Η κυκλωτική κίνηση που επιχειρούσε ο Μέρταγκ, παρά μια άμεση επίθεση, ήταν κάτι που ο Έραγκον περίμενε. Είχαν μονομαχήσει πολλές φορές μαζί, ώστε να γνωρίζει πολύ καλά τις πιθανές κινήσεις του αντιπάλου του. Ο Μέρταγκ σχεδίαζε προφανώς να τον καθοδηγήσει σταδιακά προς το κέντρο του δωματίου και από εκεί να τον σπρώξει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αν ο Έραγκον μάντευε σωστά – και ήταν σίγουρος ότι αυτό έκανε – ο Μέρταγκ θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να προφυλάξει το μυστικό του. Αντί λοιπόν να περιμένει την επίθεση του αδελφού του από τα πλάγια, ο Έραγκον τινάχτηκε απότομα με απίθανα μεγάλη ταχύτητα – που θα ταίριαζε σε αυτήν ενός ξωτικού – προς την κατεύθυνσή του. Σκοπός του ήταν να διασταυρώσει τη λεπίδα του Μπρίσινγκρ με αυτή του Ζάρ'ροκ. Ο Μέρταγκ σίγουρα θα προλάβαινε να αμυνθεί, αλλά θα είχε χάσει το πλεονέκτημα του να τον οδηγήσει προς το σημείο προτίμησής του.
Από το άνοιγμα της πόρτας που οδηγούσε στο δωμάτιο με το τζάκι, ο Έραγκον πρόλαβε να δει στιγμιαία το γαλάζιο μουσούδι της Σαφίρα, να ξεχωρίζει κάτω από το κεφάλι του Θορν. Οι δύο δράκοι είχαν έρθει μαζί, να παρακολουθήσουν τον αγώνα.
Ο Μέρταγκ έπρεπε να παραδεχθεί ότι ο Έραγκον ήταν γρήγορος! Γρηγορότερος ακόμα απ' όσο τον θυμόταν από τις παλιές αναμετρήσεις τους. Τα χρόνια που είχε περάσει ζώντας μαζί με τα ξωτικά, δεν είχαν αλλάξει μοναχά το παρουσιαστικό του, αλλά του είχαν προσθέσει και περισσότερες θετικές ιδιότητες στην δεξιοτεχνία του με το σπαθί, όπως ήταν η εξωφρενική ταχύτητα με την οποία κινούταν. Και ο Μέρταγκ όμως ήταν εξ ίσου γοργός στις αντιδράσεις του και αποφασιστικός με τις κινήσεις του. Αποκρούοντας με τη λεπίδα του Ζάρ'ροκ την επίθεση κατάφερε να υπερισχύσει μερικά βήματα την ορμή του αντιπάλου, ώστε να βρεθεί και πάλι αυτός επιτιθέμενος.
Μέσα του ένιωθε τον ενθουσιασμό του Θορν να ξεχειλίζει, την ίδια ώρα που τα μάτια του δράκου, στο χρώμα του κινναβαρίτη, έλαμπαν από την άλλη μεριά της εισόδου του προθαλάμου. Όσο γρήγορο και να είχαν κάνει τον Έραγκον τα ξωτικά, εκείνον, τον Μέρταγκ, δεν θα κατάφερνε να τον καταβάλει.
Ο Έραγκον χαμογέλασε ευχαριστημένος. Η αντεπίθεση του Μέρταγκ ήταν αυτό που περίμενε και στο οποίο αποσκοπούσε. Για λίγο άφησε τον αδελφό του να έχει εκείνος το πάνω χέρι και να τον οδηγήσει προς το σημείο που προτιμούσε· δηλαδή πίσω στην είσοδο της αίθουσας του τζακιού. Καταλάβαινε πολύ καλά, ότι στόχος του Μέρταγκ ήταν να στρέψει τη μονομαχία τους προς το κέντρο του προθαλάμου, σε σημείο όπου υπήρχε σαφώς περισσότερος χώρος να ελιχθούν στις κινήσεις τους, αλλά και μακριά από το προστατευμένο με μαγικά μέρος. Αυτό το χατίρι όμως δεν θα του το έκανε.
Δίχως να χάσει καιρό, ο Μέρταγκ πλευροκόπησε τον αντίπαλο με δυνατές κινήσεις. Ο Έραγκον είχε προτιμήσει να στριμωχτεί κοντά στην είσοδο των θαλάμων, παρά να στραφεί προς το κέντρο της αίθουσας. Η υπόνοια, ότι ο αδελφός του είχε υποψιαστεί κάτι σχετικά με τη μαγική κάλυψη της σκάλας, που οδηγούσε στους πρόποδες του βουνού και στο μυστικό χωριό, βασάνιζε τον Μέρταγκ. Η ίδια αυτή υπόνοια προκαλούσε ευθυμία στον κόκκινο δράκο, κάτι που συντελούσε στο να επιτείνει τον θυμό του καβαλάρη του.
"Δεν πρέπει να ανακαλύψει την είσοδο προς το μυστικό χωριό, δεν πρέπει!" επαναλάμβανε διαρκώς ο Μέρταγκ μέσα του με κάθε χτύπημα της λεπίδας του Ζάρ'ροκ. Ο Έραγκον όμως δεν έδειχνε ιδιαίτερη πρόθεση να αντιδράσει δυναμικά και σε λίγο η μονομαχία μοιραία θα έληγε με νίκη δική του. Απ' όσο θυμόταν, αυτή επρόκειτο να είναι η πλέον σύντομη αντιπαλότητα που είχαν ποτέ. Αλλά και πάλι, ήταν δυνατόν ο Έραγκον να αφηνόταν έτσι απλά στην ήττα; Ο Μέρταγκ έπρεπε να προσέχει. Ποιος ξέρει τι μηχανευόταν ο αδελφός του…
Για κάμποση ώρα ο Έραγκον χρονοτρίβησε αμυνόμενος στο σημείο εκείνο που ο αντίπαλος είχε διαλέξει να τον στριμώξει. Η πλέον φυσική αντίδραση θα ήταν να κερδίσει λίγο έδαφος, ώστε να ξεφύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση, αλλά δεν το έκανε. Δεν τον ενδιέφερε που ο Μέρταγκ είχε για όλη εκείνη την ώρα το πάνω χέρι στη μονομαχία τους. Δεχόταν τα δυνατά κι επιδέξια χτυπήματα της λεπίδας του Ζάρ'ροκ προστατεύοντας το στέρνο, το κεφάλι και τα άκρα του επιτυχημένα με το σπαθί, αλλά αυτό δεν θα διαρκούσε για πολύ ακόμη. Αν ο Μέρταγκ στόχευε να τον σπρώξει πίσω και μέσα στο δωμάτιο με το τζάκι, οι δύο δράκοι έκλειναν το άνοιγμα της πόρτας με τη φυσική και ογκώδη παρουσία τους. Χωρίς τον κατάλληλο ελιγμό, σε λίγο ο Έραγκον θα έπρεπε να καταθέσει το όπλο παραδεχόμενος την ήττα του. Ο Μέρταγκ τον ωθούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση του μαγικού φαινομένου και είτε θα παραδιδόταν, είτε θα έστρεφε προς τα εκεί που η ορμή του αδελφού του τον οδηγούσε. Ο Έραγκον δεν σκόπευε να κάνει τίποτε από τα δύο.
Βλέποντας τον Έραγκον να μην εννοεί να ελιχθεί, ο Μέρταγκ σταμάτησε το άγριο πλευροκόπημα και έκανε δύο βήματα πίσω. "Γιατί δεν μάχεσαι κανονικά, Έραγκον;" ρώτησε ευθέως τον αντίπαλό του. "Σε τι αποσκοπεί αυτή η διαρκής αμυντική σου στάση; Μήπως σκοπεύεις να με πείσεις ότι έχεις γίνει τόσο αδύναμος, που δεν μπορείς παρά μόλις να αντέχεις τα χτυπήματά μου; Ή μήπως η μεγαλοψυχία σου εκτείνεται τόσο, ώστε να θελήσεις να μου παραχωρήσεις μία εύκολη νίκη, για να ικανοποιηθώ ότι σε νίκησα;" Τα μάτια του Μέρταγκ άστραφταν από θυμό, που η ευθυμία του δράκου του επέτεινε.
"Πρόσεξε, μικρούλη!" προειδοποίησε τον καβαλάρη της η Σαφίρα. "Ότι κι αν έχεις βάλει στο νου σου, τον προσβάλει. Πολέμησέ τον, όπως πρέπει και όπως περιμένει ότι θα κάνεις!"
Ο Έραγκον κατάλαβε ότι η γαλάζια δράκαινα είχε δίκιο. Ο Μέρταγκ δεν ήταν κανένας ανόητος. Σίγουρα θυμόταν τις περίφημες μονομαχίες που είχαν παλιά και σίγουρα περίμενε πιο θεαματική αντιπαλότητα. "Έχεις δίκιο, γλυκιά μου Σαφίρα" ο Έραγκον είπε στη δράκαινα. "Ο Μέρταγκ θα έχει αυτό που επιθυμεί η καρδιά του."
Με μία εξεζητημένη υπόκλιση απομακρύνθηκε από το σημείο που λίγο πριν είχε στριμωχτεί. Τώρα η πλάτη του ήταν στραμμένη προς το κέντρο της αχανούς αίθουσας. Αν ο Μέρταγκ προτιμούσε να έχει τη μονομαχία του, ο Έραγκον δεν θα ήταν αυτός που θα του την στερούσε. Επιπλέον θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο αδελφός του εκείνος που θα στριμωχνόταν στο σημείο που προστάτευαν τα μάγια και όχι ο Έραγκον. Το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. "Απλά δοκίμαζα για λίγο τη δύναμη των χτυπημάτων σου, αδελφέ" δικαιολογήθηκε. "Ας ξεκινήσουμε και πάλι και ο καλύτερος ας νικήσει."
"Ας είναι!" Ο Μέρταγκ έσφιξε τα χείλη κάνοντας ένα μορφασμό, που έδειχνε καθαρά, ότι κάθε άλλο παρά είχε πειστεί από τις εξηγήσεις του Έραγκον. "Ας ξεκινήσουμε από την αρχή." Με σταθερό βηματισμό και αποφασιστικές κινήσεις επιτέθηκε και πάλι ωθώντας τον αντίπαλο με ορμή προς το κέντρο της αίθουσας.
Αρχικά ο Έραγκον πισωπάτησε παίρνοντας καθαρά αμυντική στάση στην δυναμική επίθεση του Μέρταγκ. Σταδιακά όμως ξαναβρήκε τον βηματισμό και τον ρυθμό του. Θυμήθηκε και πάλι τις κινήσεις και το στυλ της μονομαχίας μεταξύ τους – τόσο διαφορετικό από αυτό των ξωτικών. Άρχισε να απολαμβάνει και πάλι τόσο, όσο είχε απολαύσει κάποτε τα βράδια πλάι στη φωτιά, μέσα στις ερημιές της Αλαγαισίας.
"Έτσι μπράβο, μικρούλη! Δώσε του αυτό που θέλει." Η φωνή της Σαφίρα ακούστηκε δυνατή μέσα στο νου του, αποσπώντας στιγμιαία τη συγκέντρωσή του και έχοντας σαν αποτέλεσμα να δεχτεί ένα δυνατό χτύπημα στα πλευρά.
"Ώουτς! Όχι τώρα, Σαφίρα. Πόνεσε το χτύπημα αυτό του Μέρταγκ."
"Μπορείς κάλλιστα να ανταποδώσεις" αποκρίθηκε η δράκαινα γρυλίζοντας.
Γοργά η μονομαχία τους εξελίχθηκε σε ότι ο Έραγκον θυμόταν καλά κατά την τελευταία τους αναμέτρηση στην αίθουσα του θρόνου του Γκαλμπατόριξ. Μπορεί οι λεπίδες να ήταν στομωμένες και να μην προκαλούσαν τις τότε πληγές – ο Έραγκον ποτέ δεν θα ξεχνούσε το αίμα τους που στάλαζε στο πάτωμα κάνοντάς τους να γλιστρούν, αλλά η δύναμη και δεξιότητα των χτυπημάτων ήταν εφάμιλλη. Ίσως δεν υπήρχε τώρα πια η απελπισία εκείνων των στιγμών να σημαδεύει τα χτυπήματα του ενός προς τον άλλο, υπήρχε όμως ακόμα μια ισχυρή διάθεση αντιπαλότητας.
Ο Έραγκον δεχόταν και ανταπέδιδε χτυπήματα. Χτυπήματα, που από μόνα τους ήσαν ικανά να θραύσουν τα οστά ενός κοινού ανθρώπου. Πασιφανώς όμως ούτε ο ίδιος, ούτε ο αδελφός του ήσαν 'κοινοί' άνθρωποι. Άκουγε με τα αυτιά του και ένιωθε μέσα στο νου τα άγρια, επικριτικά, ή επιδοκιμαστικά γρυλίσματα των δράκων, ανάλογα με την έκβαση του αγώνα, τα χτυπήματα που έδινε και λάμβανε, αλλά και την έξαψη των συντρόφων της ζωής τους για απόδειξη του αξιόμαχου της ράτσας τους. Ο Έραγκον ήταν σίγουρος, ότι ο Θορν και η Σαφίρα θα απολάμβαναν το ίδιο μία ελεύθερη αερομαχία στους αιθέρες, μόλις η ευκαιρία τους δινόταν.
Η μονομαχία εξελισσόταν με ισόπαλους τους δύο αντιπάλους, όπως συνέβαινε και παλιά. Πότε ο Μέρταγκ έδειχνε να έχει το επάνω χέρι ωθώντας τον Έραγκον προς το κέντρο του προθαλάμου, πότε ο Έραγκον φαινόταν να υπερισχύει. Εκείνο που είχε όμως κατορθώσει ως τώρα ο Μέρταγκ, ήταν να κρατήσει ανάμεσα στις διακυμάνσεις της μονομαχίας το έδαφός του σχετικά μακριά από την περιοχή όπου κάλυπταν τα μάγια. Ο Έραγκον είχε προσέξει ότι, όσες φορές υποχωρούσε προς το σημείο εκείνο, ο Μέρταγκ υπαναχωρούσε σχεδόν επιδεικτικά. Και η περιέργεια του Έραγκον είχε εξαφτεί τόσο, όσο έβλεπε την πασιφανή προσπάθεια του αδελφού του να κρύψει απ' αυτόν τα μάγια πάση θυσία.
Ο χρόνος είχε κυλήσει υπερβολικά αργά και στον Έραγκον τώρα φαινόταν ότι είχαν περάσει ώρες από τη στιγμή που ξεκίνησαν τη μονομαχία. Τόσες πολλές ώρες, ώστε η κόπωση άρχισε να καταβάλει τους μύες του. Ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του και έτσουζε τα μάτια του μπαίνοντας μέσα τους. Τα μαλλιά του κολλούσαν στο μέτωπο και τα ρούχα στο σώμα του.
Ο Μέρταγκ δεν βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση. Τα μακριά μαλλιά του τίναζαν στάλες ιδρώτα ένα γύρω με κάθε του κίνηση και η ανάσα έβγαινε συρίζοντας από τα ρουθούνια του. Τα χείλη του παρέμεναν πεισματικά σφιγμένα και δεν σκόπευε να παραδοθεί έτσι εύκολα. Όσο ο Έραγκον προσπαθούσε να τον στριμώξει προς το καλυμμένο με μάγια σημείο, τόσο περισσότερο αντιστεκόταν.
Ο Έραγκον είχε πια διαπιστώσει, ότι ο αδελφός του απέφευγε το σημείο εκείνο, ακόμα κι όταν ο ίδιος καμωνόταν ότι υποχωρούσε προς τα εκεί. Ο Μέρταγκ ήταν τόσο πεισματάρης, που θα προτιμούσε να παρατείνει μέχρις εσχάτων τη μονομαχία τους, ή ακόμα και να χάσει αυτόν τον αγώνα, παρά να αποκαλύψει την αιτία των μαγικών του.
Απορροφημένος καθώς ήταν στη μονομαχία του με τον Έραγκον, ο Μέρταγκ δεν είχε υπολογίσει τον χρόνο που κυλούσε. Μέσα του γέμιζε από τον ενθουσιασμό του Θορν, ο οποίος ανέβαινε στα ύψη κάθε φορά που βρισκόταν υπέρτερος του αντιπάλου. Ένιωθε και την αναστάτωσή του όταν ο ίδιος δεχόταν απανωτά χτυπήματα από τη λεπίδα του αδελφού του. Πολλά από τα χτυπήματα που δέχτηκε του προκάλεσαν αφόρητο πόνο, αλλά το ίδιο, φανταζόταν, τα χτυπήματα που είχε δώσει είχαν προκαλέσει στον Έραγκον. Στιγμή δεν διέφυγε της προσοχής του η προσπάθεια του Έραγκον, να οδηγήσει τη μονομαχία τους προς την καλυμμένη δίοδο, που οδηγούσε προς τη μυστική σκάλα, κάτι που με όλες του τις δυνάμεις προσπαθούσε να αποφύγει. Θα πρέπει να είχαν περάσει πολλές ώρες, γιατί το Ζάρ'ροκ βάραινε στα μπράτσα του κι ένιωθε το κορμί του καταβεβλημένο.
"Θα μπορούσα να σε εφοδιάσω με ενέργεια από το δικό μου σώμα" πρότεινε ο Θορν.
Ο καβαλάρης του όμως περήφανα αρνήθηκε. "Θα ήταν άτιμο κάτι τέτοιο, Θορν. Άλλωστε είμαι σίγουρος, ότι και ο Έραγκον αισθάνεται την ίδια κούραση, όπως κι εγώ."
Ο Έραγκον βρισκόταν στριμωγμένος ανάμεσα στα κεφάλια των δύο δράκων – που τεντώνονταν με περιέργεια προς τα έξω μέσα από την αίθουσα του τζακιού – και στον πέτρινο παραστάτη της εισόδου. Σε μια τελική προσπάθεια να τον απωθήσει προς το κέντρο της αίθουσας – και ίσως να τελειώνει εκεί τη μονομαχία τους – ο Μέρταγκ έδωσε όλες τις τελευταίες δυνάμεις που του είχαν απομείνει. Ο αντίπαλος όμως κατάφερε να κρατά γερά το πόστο του τόσο κοντά στην κρυμμένη σκάλα.
Στην προσπάθεια να τον ξεκολλήσει από εκεί, ο Μέρταγκ κατέφυγε σε ένα πονηρό τέχνασμα. Καμώθηκε ότι δήθεν θα υπαναχωρούσε και πάλι και μόλις του φάνηκε ότι ο Έραγκον χαλάρωσε για μια στιγμή, όρμησε γοργά χτυπώντας τον με δύναμη στο πλάι του κρανίου με το φαρδύ μέρος της λεπίδας του Ζάρ'ροκ.
Ο Έραγκον βόγκησε από τον πόνο και τρέκλισε.
Η μονομαχία τους είχε τραβήξει σε τόσο μάκρος, όσο ποτέ άλλοτε και χωρίς να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στριμωγμένος ανάμεσα στα κεφάλια των δράκων, που προεξείχαν από το άνοιγμα της αίθουσας με το τζάκι και τον πέτρινο τοίχο κοντά στον οποίο είχε πρωτοανιχνεύσει το φαινόμενο του παράξενου εκείνου φωτός, ο Έραγκον πίστεψε ότι για μία ακόμη φορά ο Μέρταγκ θα υπαναχωρούσε προς το κέντρο του προθαλάμου. Ένιωσε το Μπρίσινγκρ βαρύ στα χέρια του από την κούραση και για πρώτη του φορά σκέφτηκε σοβαρά, να προτείνει στον αδελφό του το τέλος αυτής της μονομαχίας. Εδώ και ώρα η Σαφίρα ζητούσε επιτακτικά, να ρωτήσει ευθέως τον Μέρταγκ για τα μαγικά που κάλυπταν το κενό μέσα στον τοίχο.
Ήταν λάθος του Έραγκον, που αφέθηκε να ξεγελαστεί από τον αδελφό του. Δεν θα έπρεπε να έχει κατεβάσει στιγμιαία τη λεπίδα βλέποντας τον Μέρταγκ να υπαναχωρεί. Ένα λάθος που του στοίχισε περίσσιο πόνο, καθώς το χτύπημα τον βρήκε στο πλάι του κεφαλιού. Ένα λάθος, που όμως τελικά δεν το μετάνιωνε, μιας και σηματοδότησε το τέλος αυτής της ατέρμονης μονομαχίας μεταξύ τους.
Ο Μέρταγκ δεν είχε κάνει άλλο, από μία θεαματική προσποίηση. Κατόπιν είχε επιπέσει κατ' επάνω του με εκπληκτική ταχύτητα και ορμή. Ο Έραγκον πόνεσε και φώναξε από τον πόνο. Θα έπρεπε να παραδεχτεί, ότι η προσποίηση του Μέρταγκ τον βρήκε μεν απροετοίμαστο, θα μπορούσε όμως να προλάβει να αμυνθεί και να προστατέψει τον εαυτό του απ' αυτό το χτύπημα. Είχε κουραστεί όμως για τόσες ώρες να τον αντιμάχεται, μόνο και μόνο για να τον στριμώξει στο καλυμμένο σημείο. Η ευκαιρία που παρουσιαζόταν τώρα ήταν μοναδική.
Πιάνοντας με τα δύο χέρια το κεφάλι του ο Έραγκον καμώθηκε πως ζαλίστηκε. Έπεσε καταγής και κυλώντας προς τη μεριά του τοίχου, κατάφερε να φτάσει κοντά στο σημείο όπου κάλυπταν τα μάγια. Από κει και μετά, ήταν θέμα στιγμών να χώσει μέρος από το σώμα του μέσα στην καλυμμένη περιοχή.
Στα μάτια ενός θεατή η σκηνή θα φαινόταν αλλόκοτη. Αντί ο βράχος να σταματήσει το σώμα του Έραγκον, ένα μικρό μέρος του φάνηκε σαν να χωνόταν μέσα στην πέτρα. Ο Έραγκον ανακάθισε ασθμαίνοντας, πιάνοντας ξανά το χτυπημένο του κεφάλι. Τα πόδια του ακόμα φαίνονταν εξαφανισμένα μέσα στο βράχο. Δήθεν παραξενεμένος έκανε να πιάσει την επιφάνεια της πέτρας, αλλά το χέρι του χάθηκε πίσω από ένα παράξενα σκιασμένο κενό. "Τι συμβαίνει εδώ;" Ρώτησε φωναχτά, τρίβοντας τον κρόταφό του, που πονούσε από το χτύπημα, και ψαύοντας για λίγο μέσα στο κενό. "Μέρταγκ; Υπάρχει κάτι καλυμμένο με μαγεία πίσω από αυτόν τον βράχο;"
(συνεχίζεται)
