Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils. Εύχομαι να είναι υγιής, με μια ζωή γεμάτη περιπέτειες και συνταρακτικά γεγονότα.
Ο κόσμος ολάκερος ας είναι μια ιστορία, που θα χωρέσει μέσα στην καρδιά μας.
A/N: Especially for Dream Plane,
Thank you so much for your reviews. The fact that you are reading my story, even if it is written in a language you probably cannot talk, makes me very proud. To use one the google translator is a clever idea by their side. However, I'm not so sure about the results of the translator, since I have used this method myself with a poor outcome. I was unable to understand completely the text I was reading. Some other times, I have noticed that an individual word has been translated correctly; albeit for the same word in a whole text, the translator gives a completely wrong meaning. If you like, you can always PM me (or e-mail, if you do not have an account), and I will gladly explain anything obscure or hardly understandable. Again, I thank you for reading the story.
Η επιστροφή
Από την ώρα που η απόφαση της επιστροφής του στην Ουρου'μπαίην – εξ αιτίας της επιτακτικής ανάγκης του κόκκινου αυγού – πάρθηκε, ο Μέρταγκ ένοιωθε μέσα του μια ακαταμάχητη αποφασιστικότητα να ατσαλώνει τη θέλησή του. Παρότρυνε διαρκώς τον Τόρνακ αφήνοντας χαλαρό το χαλινάρι, επιτρέποντας στο γκρίζο, πολεμικό άτι να καλπάζει ξέφρενα πάνω στον φαρδύ αμαξιτό δρόμο, που οδηγούσε προς την πρωτεύουσα. Ήταν το ίδιο εκείνο ξημέρωμα που είχε αφήσει πίσω του τον δρακοκαβαλάρη και τον δράκο του μαζί με το αναίσθητο ξωτικό, ζητώντας από τον Έραγκον να περιμένει τον γυρισμό του κρυμμένος για μία ημέρα και μία μόνο νύχτα. Βιαζόταν τώρα να επιστρέψει στην Ουρου'παίην διατηρώντας την ελπίδα – τη σιγουριά ίσως – ότι ο βασιλιάς θα είχε παρατείνει τη διαμονή του στη Ντρας-Λεόνα, αναμένοντας τον ίδιο να φέρει εις πέρας την αποστολή που του είχε αναθέσει, εκπληρώνοντας την υπόσχεσή του.
Όσο πιο κοντά πλησίαζε στην πρωτεύουσα, τόσο περισσότερο η έλξη που ασκούσε το κόκκινο αυγό επάνω του ήταν ισχυρότερη· η παρόρμηση να βρεθεί κοντά του ακατανίκητη και υπερισχύουσα όλων των άλλων συναισθημάτων. Εκείνος, ο πάντοτε λογικός και προσεκτικός Μέρταγκ, που όλες τις φορές συνήθιζε να υπολογίζει διπλά και τρίδιπλα τις κινήσεις του – όχι μονάχα κατά τους μήνες που έζησε στην αυλή του Γκαλμπατόριξ, αλλά και ανάμεσα στους Βάρντεν – δρούσε τώρα αφημένος τελείως στο συναίσθημα και στην απώτερη ανάγκη του, να ανταποκριθεί στο ποθητό κάλεσμα. Παρά το μεγάλο ρίσκο που αναλάμβανε με την επάνοδό του στο παλάτι, παρέμενε προσηλωμένος στο πρωταρχικό του σχέδιο για την απόκτηση του αυγού, χωρίς να λογιάζει φόβους και κινδύνους, δίχως να κατέχεται από το παραμικρό αρνητικό συναίσθημα αποτυχίας για έναν τέτοιο σκοπό όπως αυτός. Όσο η ανάγκη για τον 'θησαυρό' του Γκαλμπατόριξ ισχυροποιούταν μέσα του, τόσο περισσότερο παρέμενε προσηλωμένος σε ένα πείσμα που ενίσχυε την επιμονή του.
Έφτασε στις πύλες της τοιχισμένης πολιτείας περασμένο μεσημέρι και αφότου ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει την καθοδική πορεία του σ' ένα νεφοσκέπαστο ορίζοντα. Οι χειμωνιάτικες, χλωμές ακτίνες διαχέονταν πλαγιαστά ανάμεσα από τα σύννεφα, σκορπίζοντας κομμάτια από χρυσαφένιο φως επάνω στα λιθόστρωτα, στενά δρομάκια της κάτω πόλης, μακραίνοντας τις σκιές. Ο Μέρταγκ βιάστηκε να προσπεράσει τους βρώμικους δρόμους που οδηγούσαν προς την αγορά, που εκείνη την ώρα είχε σχεδόν αδειάσει από κόσμο. Λίγοι ακόμα έμποροι και πραματευτάδες συμμάζευαν την απούλητη πραμάτεια και τους πάγκους τους βιαστικοί κάτω από το φως που γοργά λιγόστευε, σκυφτοί από τον κάματο μιας ακόμα κουραστικής ημέρας που όδευε στο τέλος της.
Ο νέος άντρας προσπέρασε γοργά τις πλουσιότερες συνοικίες των εμπόρων συγκρατώντας το άλογο – που φρούμαζε να τρέξει – στη μια πλευρά του δρόμου, κατευθυνόμενος προς το εσωτερικό τείχος της ακρόπολης. Η σκέψη να αποφύγει την κεντρική πύλη κάνοντας την είσοδό του από κάποιο παραπόρτι του καλοφάνηκε. Η επιθυμία του να μην τον δουν πολλοί να επιστρέφει, είτε οι φρουροί στις πύλες, είτε αργοπορημένοι στην πόλη ευγενείς, φάνταζε εφικτή στο νου του. Παρά τα σχέδιά του όμως, βρήκε το παραπόρτι των τειχών σφραγισμένο. Το ίδιο και όλα τα παράπλευρα, όπου και αν δοκίμασε. Το γεγονός του φάνηκε παράξενο. Πάντα οι πύλες έκλειναν λιγάκι πριν το δειλινό, με την κεντρική τελευταία απ' όλες. Η ώρα όμως ήταν σχετικά νωρίς. Ακόμα δεν είχε κρυφτεί ο ήλιος, για να έχουν σφραγιστεί τα παραπόρτια για τη νύχτα. Το δειλινό αργούσε και το φως της μέρας φέγγιζε δειλά πάνω στα τείχη. Ήταν ακόμα η ώρα, που οι πλάγιες πύλες εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των υπηρετών, των στρατιωτών, ακόμα ίσως και κάποιων από τους αργοπορημένους προμηθευτές του κάστρου.
Απογοητευμένος έστρεψε το άλογό του, για να κατευθυνθεί προς την κεντρική πύλη της ακρόπολης, τη μόνη που παρέμενε ανοιχτή. Το πρόσωπο και η κορμοστασιά του ήσαν γνωστά, το ίδιο και το άλογό του. Οι φρουροί τον αναγνώρισαν και τον χαιρέτησαν σαν γιο του Μόρζαν. Αυτό αντέβαινε το αρχικό του σχέδιο, που ήταν να προσπαθήσει να φτάσει απαρατήρητος στο αυγό κατά τις βαθιές ώρες της νύχτας, μιας και ο βασιλιάς σίγουρα ακόμα θα βρισκόταν στη Ντρας-Λεόνα, κατόπιν να αποπειραθεί να φύγει πάραυτα από το παλάτι πριν χαράξει διαβαίνοντας τις πύλες με τους πρώτους. Ήλπιζε να προφτάσει τον Έραγκον και τη Σαφίρα στο κρησφύγετό τους, αλλά ακόμα και αν εκείνοι είχαν ξεκινήσει το ταξίδι, καλπάζοντας στο δρόμο θα τους έφτανε.
Από τη στιγμή που πέρασε τα τείχη της ακρόπολης πλησιάζοντας τις εγκαταστάσεις του κάστρου, ένιωσε μέσα του το 'κάλεσμα' πιο έντονο, ώστε η δυσαρέσκεια για την αναγνώρισή του παραγκωνίστηκε. Οδήγησε το άλογο προς την κεντρική αυλή, που την ώρα ετούτη ήταν σχεδόν κενή από φρουρούς και στρατιώτες. Την στιγμή που αφίππευσε κατευθυνόμενος προς τους στάβλους, με φρίκη παρατήρησε ότι ο ψηλός πύργος του δρακοστάσιου δεν έστεκε αδειανός. Ο γιγαντιαίων διαστάσεων κάτοικός του στεκόταν στο ανατολικό άνοιγμα σκύβοντας προς τα κάτω. Τα κέρατά του φάνταζαν σαν κλώνοι δέντρων απλωμένοι, που αντανακλούσαν το τελευταίο κοκκινωπό φως του ήλιου, σαν να ήταν βαμμένα με αίμα.
Από την απόσταση που τους χώριζε, ο Μέρταγκ είδε τον Σρούικαν να τον παρατηρεί εξεταστικά, λες και περίμενε τον ερχομό του. Με την καρδιά να χάνει έναν χτύπο, του φάνηκε πως η ξεθωριασμένη, γαλανόχρωμη ίριδα του μαύρου δράκου ήταν στραμμένη απειλητικά κατ' επάνω του. Όταν ολόκληρος ο πύργος του δρακοστάσιου δονήθηκε από το μουγκρητό του, ο Μέρταγκ ένοιωσε το αίμα στις φλέβες του να παγώνει. Δίχως να καταλαβαίνει το γιατί, όταν ο Σρούικαν έσκυψε πιότερο προς τα έξω κοιτάζοντάς τον, του δόθηκε η εντύπωση πως έδειχνε έτοιμος να επιτεθεί στον ίδιο.
Η αυθόρμητη αίσθηση του φόβου άλλαζε μέσα του γοργά σε απογοήτευση και δυσφορία. Η παρουσία του δράκου ψηλά στον πύργο του δρακοστάσιου ένα σήμαινε. Είτε ο Γκαλμπατόριξ είχε επιστρέψει στην πρωτεύουσα, είτε δεν έφυγε ποτέ απ' αυτήν. Και στις δύο περιπτώσεις η παρουσία του βασιλιά καθιστούσε παντελώς απραγματοποίητο αυτό στο οποίο διακαώς ήλπιζε, να φτάσει μυστικά στο κόκκινο αυγό. Επιπλέον θα ήταν τώρα υποχρεωμένος να δώσει εξηγήσεις στον Γκαλμπατόριξ για την αποτυχία της αποστολής του και για την ανυπακοή του να τον συναντήσει στη Ντρας-Λεόνα. Οδήγησε μηχανικά το άλογο στους στάβλους, ενώ ταυτόχρονα πλήθος ιδέες γεννιόνταν γοργά για να πεθάνουν άμεσα μεσ' στο μυαλό του. Καμία δεν του φάνηκε κατάλληλη για δικαιολογία. Τι θα μπορούσε να ισχυριστεί για την αιτία που επέστρεφε μονάχος, ή για το ότι απέφυγε τη Ντρας-Λεόνα που τον περίμεναν;
Προτού ακόμα προλάβει να ξεσελώσει ή ν' αποφασίσει τι θα ηχούσε σαν την μικρότερη απόκλιση απ' τις διαταγές του στα βασιλικά αυτιά, άκουσε τον βαρύ βηματισμό στρατιωτών να πλησιάζουν. Το ποδοκρότημα από τις μπότες τους επάνω στο λασπωμένο πλακόστρωτο της αυλής και το κροτάλισμα από πανοπλίες που κινούνταν σταμάτησε ακριβώς έξω από τον στάβλο. Ο Μέρταγκ ένοιωσε την χειμωνιάτικη παγωνιά του απογεύματος να ξεχύνεται πάνω του, να γεμίζει την καρδιά του. Είχε φτάσει η στιγμή όπου ο γεμάτος άλικο χρώμα κόσμος, μέσα στον οποίο εδώ και τόσες ώρες ζούσε κι ονειρευόταν, μεταστρεφόταν απότομα στο μουντό γκρίζο της πατημένης λάσπης, που κάλυπτε την αυλή έξω από τους στάβλους.
Στράφηκε απότομα ακούγοντας πίσω του τη βαριά φωνή του αξιωματικού, να τον καλεί με τ' όνομά του, να τον προστάζει ν' ακολουθήσει. Ή ομάδα ήταν μέλη της προσωπικής φρουράς του Γκαλμπατόριξ. Πάνοπλοι άντρες καλυμμένοι με σκούρο μέταλλο από την κορφή έως τα νύχια, με μοναδικό χρώμα πάνω τους την κόκκινη συστρεμμένη φλόγα στο στήθος, το βασιλικό σύμβολο, περίμεναν γι' αυτόν έξω από την είσοδο του στάβλου. Τα πρόσωπά τους έμεναν κρυμμένα στην ανωνυμία πίσω από τις κατεβασμένες προσωπίδες του κράνους. Μονάχα ο αξιωματικός είχε σηκώσει το κάλυμμα του προσώπου, για να αποκαλύψει το σκληρό βλέμμα επάνω στο βλοσυρό του πρόσωπο.
"Ο μεγαλειότατος προστάζει να οδηγηθείς πάραυτα μπροστά του" διέταξε. "Παρέδωσε τα όπλα σου και ακολούθα!"
Θέλοντας και μη ο Μέρταγκ υπάκουσε αφήνοντας το άλογο στην φροντίδα του σταβλίτη, ακολουθώντας τον αξιωματικό του Γκαλμπατόριξ. Οι υπόλοιποι φρουροί στοιχήθηκαν γύρω του, σαν να οδηγούσαν κάποιον αιχμάλωτο. Τον παραξένεψε όταν είδε πως δεν κατευθύνονταν προς την αίθουσα του θρόνου, ούτε προς τα βασιλικά διαμερίσματα. Η προηγούμενη ανησυχία μέσα του μεταστράφηκε σε βαθιά αγωνία σφίγγοντας το στομάχι του σε κόμπο.
"Πού με πηγαίνετε;" ζήτησε να μάθει, για να μην πάρει την παραμικρή απόκριση. Οδηγήθηκε μέσα από αφώτιστους και ασύχναστους διαδρόμους προς κάποια πτέρυγα του κάστρου, όπου κατά τον χρόνο που έζησε στην Ουρου'μπαίην, είχε παραμείνει γι' αυτόν παντελώς άγνωστη. Μία στενή, φιδογυριστή σκάλα ξετυλιγόταν μπροστά του, οδηγώντας προς τα ψηλότερα επίπεδα ενός μισοερειπωμένου πύργου. Χώματα και πεσμένοι σοβάδες, μούχλα που έτρεχε πάνω στις πέτρες και φυτρωμένες ρίζες από αγριόφυτα εμφανίζονταν μετά από κάθε απότομη στροφή. Παρά το ότι το μέρος έμοιαζε εγκαταλειμμένο από χρόνια, κάθε γύρισμα της σκάλας αυτής ήταν καλά φρουρούμενο από τους προσωπικούς φρουρούς του βασιλιά. Ο Μέρταγκ στάθηκε ξαφνικά γυρίζοντας απότομα, αντικρίζοντας τον αξιωματικό που βάδιζε ακριβώς πίσω του. "Πού με πηγαίνετε;" ξαναρώτησε. "Απαιτώ να μάθω!"
"Είπα, μπροστά στον βασιλιά! Σώπασε λοιπόν και ακολούθα αδιαμαρτύρητα!" ήταν η σκαιή απόκριση του αξιωματικού, καθώς άδραξε τον Μέρταγκ από τον βραχίονα οδηγώντας τον.
Το μέρος φάνηκε στον νέο άντρα ολότελα δυσοίωνο για μια συνάντηση εκεί με τον Γκαλμπατόριξ, υποτάχθηκε όμως αναγκαστικά στη θέληση των φρουρών του ακολουθώντας υπάκουα, δίχως να κάνει άλλες ερωτήσεις.
Το τέλος της ανηφορικής σκάλας κατέληγε στο κυκλικό δωμάτιο του πυργίσκου. Μια χαμηλή πόρτα από χοντρό ξύλο ενισχυμένη με μέταλλο, καρφωμένο πάνω του με στρογγυλά διπλόκαρφα, τους χώριζε τώρα από τον εσωτερικό χώρο. Εκατέρωθεν της πόρτας στέκονταν δύο θηριώδεις στη σωματική διάπλαση φρουροί του βασιλιά, εξοπλισμένοι με μακριές σπάθες και βαριά δόρατα από ξύλο μελιάς, που άμεσα σταύρωσαν μπροστά τους απαγορεύοντας την είσοδο.
"Ο μεγαλειότατος αυτόν περιμένει!" γάβγισε ο αξιωματικός και αμέσως οι αλεβάρδες τραβήχτηκαν πέρα. Η πόρτα άνοιξε αποκαλύπτοντας το εσωτερικό του κυκλικού δωματίου και ο αξιωματικός έσπρωξε απότομα τον Μέρταγκ μέσα. Η πόρτα έκλεισε πίσω του τρίζοντας δυσοίωνα.
Παρά το ότι ξεγελούσε απ' έξω, το δωμάτιο δεν ήταν μεγάλο. Στη μία μεριά του παρατήρησε ένα σαραβαλιασμένο κρεβάτι με γυμνό από κλινοσκεπάσματα αχυρόστρωμα. Στην άλλη έστεκε ένα μικρό, ραγισμένο τραπέζι κι ένα σαθρό, τρίποδο σκαμνί, όπου και τα δύο είχε φάει το σαράκι χρόνων. Υπήρχε ψηλά στον αντικριστό τοίχο ένας μικρός, σιδερόφραχτος φεγγίτης, κάτω από τον οποίο στεκόταν ο Γκαλμπατόριξ. Στο τελευταίο φως της μέρας που τρύπωνε στο δωμάτιο ανάμεσα από τα χοντρά κάγκελα, ο βασιλιάς κρατούσε ένα παλιό χειρόγραφο και διάβαζε.
Ο Μέρταγκ υποκλίθηκε βαθιά μπροστά του. "Μεγαλειότατε!" Μιας όμως και ο βασιλιάς δεν του έδωσε την παραμικρότερη σημασία, υποχρεώθηκε να παραμείνει σκυφτός για πολύ ώρα ακόμα.
Τέλος η προσοχή του Γκαλμπατόριξ τραβήχτηκε από το παλιό χειρόγραφο. Τα δάχτυλά του βοήθησαν τον πάπυρο να πάρει πάλι το κυλινδρικό του σχήμα και τον απόθεσε αργά επάνω στο τραπέζι. Κατόπιν στράφηκε προς τον φεγγίτη αγναντεύοντας για λίγο τα μαβιά σύννεφα του δειλινού, να ταξιδεύουν επάνω στον θόλο του ουρανού. "Πού είναι ο θησαυρός, που ανέλαβες να μας φέρεις, γιε του Μόρζαν;" ρώτησε. "Πού είναι ο κλέφτης και κουβαλητής του θησαυρού μας;"
Η χροιά της φωνής του Γκαλμπατόριξ ίσως ακουγόταν ουδέτερη σε κάποια ανεξοικείωτα αυτιά, σαν να έπαιρνε μέρος σε μια αδιάφορη γι' αυτόν συζήτηση. Κάτι όμως βαθιά στον τόνο του ηχούσε σαν κρυμμένη απειλή, σαν κάτι σκοτεινό και επικίνδυνο να εξυφαινόταν μέσα του. Όταν στράφηκε προς τη μεριά του σκυμμένου νέου, τα μαύρα μάτια του γυάλιζαν απ' τον συγκρατημένο του θυμό μέσα στο μισόφωτο της κάμαρας.
Ο Μέρταγκ κατάπιε δύσκολα τον κόμπο που είχε σταθεί εδώ και ώρα στον λαιμό του. "Μεγαλειότατε, όσο και αν προσπάθησα, στάθηκε αδύνατο να συναντήσω τον κλέφτη του θησαυρού σας. Όμως…"
Δεν είχε προλάβει να τελειώσει ούτε την πρόταση, όταν ένα αίσθημα πνιγμονής διέκοψε τη φωνή του. Ήταν σαν κάποια δύναμη αόρατη να σφίγγει τον λαιμό του όπως μια μέγγενη· να αποκόπτει την ανάσα από τους πνεύμονες, να στραγγαλίζεται. Φέρνοντας και τα δύο χέρια στον λαιμό του που πονούσε, σωριάστηκε βαρύς στα γόνατα πάνω στο βρώμικο πάτωμα. Ο Γκαλμπατόριξ γύρισε μια στροφή γύρω του αργά, κοιτάζοντάς τον με μάτια αγριεμένα αδιάφορος στην αγωνία του. Τον άφησε να βασανιστεί κάμποση ώρα, σαν τιμωρία για το ψέμα που είπε, προτού πνιγεί τελείως όμως, το σφίξιμο στο λαιμό του έπαψε και η ανάσα του επανήλθε. Βήχοντας και βαστώντας τον πονεμένο του λαιμό, ο Μέρταγκ προσπάθησε να ανακτήσει την ανάσα.
"Θα σε ρωτήσω μία φορά ακόμα" είπε ο βασιλιάς γέρνοντας πάνω του με ύφος πεινασμένο. "Πρόσεξε όμως τι θα 'ναι αυτό που θ' απαντήσεις, γιατί ίσως η επόμενη απόκρισή σου να βγει παρέα με την τελευταία ανάσα της ζωής σου."
Η υπομονή του Γκαλμπατόριξ έδειχνε να έχει εξαντληθεί. Ο Μέρταγκ κατάλαβε πως η αλήθεια, που τόσο μάταια προσπάθησε να κρύψει, ήταν με κάποιον τρόπο παράξενο σ' αυτόν γνωστή. "Μεγαλειότατε, οι Ρά'ζακ…"
Με μια απότομη κίνηση του χεριού του ο βασιλιάς και πάλι τον διέκοψε. "Γνωρίζουμε πολύ καλά τι δοκίμασαν να κάνουν οι Ρά'ζακ, γιε του Μόρζαν!" Τι ακριβώς προσπαθούσε να καταφέρει το παλιόπαιδο; Να κοροϊδέψει αυτόν; Τον Γκαλμπατόριξ; Τον βασιλιά του; Άφησε την μέχρι λίγο πριν συγκρατημένη του οργή να εκδηλωθεί αλύπητα επάνω στον νέο. Ένα καινούριο κύμα αγωνίας έλουσε τον Μέρταγκ κάνοντάς τον να συστραφεί πάνω στο πάτωμα. Όχι! Δεν ήταν τούτος εδώ ικανός για να τον ξεγελάσει. Θα αναγκαζόταν θέλοντας και μη, να αποκαλύψει όλη την αλήθεια.
Ο Μέρταγκ έσφιξε με αγωνία το στήθος. Ένα αβάσταχτο βάρος γέμιζε όλο του το είναι, μια αγωνία θανάτου. Είδε τα μάτια του βασιλιά να έχουν πεταχτεί σχεδόν από τις κόγχες, να είναι τόσο αγριεμένος, όσο ο Μέρταγκ ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Η ανεξέλεγκτη οργή του Γκαλμπατόριξ ξυπνούσε μέσα του μνήμες μακρινές από το παρελθόν. Μονάχα τον Μόρζαν είχε δει κάποτε έτσι… την νύχτα εκείνη που…
Προσπάθησε γοργά να διώξει την τρομερή ανάμνηση. Προσπάθησε και να στηριχτεί πάνω στα γόνατά του, για να μην σέρνεται. Με όλη του τη δύναμη προσπάθησε… Ως φαίνεται ο Γκαλμπατόριξ γνώριζε πολλά περισσότερα, απ' όσα αρχικά είχε ο ίδιος νομίσει. Ίσως να γνώριζε τα πάντα.
Χρειάστηκε όλη η ψυχική δύναμη που διέθετε, όσο σθένος μπορούσε να ανακαλέσει την ώρα ετούτη. "Μεγαλειότατε… Συνάντησα τον… συνάντησα τον δρακοκαβαλάρη." Κατάφερε να στηριχτεί με χέρια και με γόνατα στο πάτωμα. Κατάφερε να υψώσει τη ματιά του στα φλογισμένα από θυμό μάτια του βασιλιά. Μετάνιωνε που διάλεξε σαν δικαιολογία του το ψέμα. Ο τρόπος να αντιμετωπίσει την επικίνδυνη κατάσταση έπρεπε να είναι άλλος. "Συναντηθήκαμε… ναι… τον έσωσα από την επίθεση των Ρά'ζακ. Δεν φάνηκα στη Ντρας-Λεόνα, γιατί… γιατί τα σχέδια του δρακοκαβαλάρη ήταν άλλα… κι εγώ… εγώ είχα λάβει τη διαταγή, να παραμείνω πλάι του. Προσπάθησα ν' αποκτήσω την εμπιστοσύνη του… προσπάθησα…"
"Τα σχέδια του δρακοκαβαλάρη ήταν άλλα!" Ο Γκαλμπατόριξ σταύρωσε πίσω του τα χέρια και βάλθηκε να πηγαινοέρχεται. Οι σκιές που ξέφευγαν από τους τοίχους αγκαλιάζοντας ολοένα το δωμάτιο, κάλυπταν το πρόσωπό του και το σκληρό βλέμμα στα μάτια του. Τέλος στάθηκε πάλι μπροστά στον γονατισμένο νέο. "Τα σχέδιά του, που εσύ φρόντισες να γίνουν πράξη, ήταν να επιτεθεί στην άμαξα, που οι πιστοί σε εμάς στρατιώτες οδηγούσαν στην Ουρου'μπαίην" είπε ευθέως κατηγορώντας τον. "Εσύ είσαι η αιτία, γιε του Μόρζαν, που ελευθερώθηκε το ξωτικό, που ο Ίσκιος μας εξουδετερώθηκε και χάθηκαν καλοί άντρες της αυτοκρατορίας." Έσκυψε ξανά πάνω από τον Μέρταγκ κατηγορώντας τον. "Νόμισες μήπως, πως δεν θα λαβαίναμε ειδοποίηση για την άδεια άμαξα και τους νεκρούς της; Νόμισες μήπως, ότι οι ανιχνευτές μας δεν θα παρατηρούσαν τα σημάδια από τα νύχια του δράκου και τα πατήματα πάνω στο χώμα; Νόμισες μήπως, ότι δεν θα ήμαστε ενήμεροι για τη δική σου ανάμειξη σε τούτο το έγκλημα κατά του βασιλιά σου;"
Ο Μέρταγκ απόμεινε γονατισμένος και με σκυμμένο το κεφάλι. Ταυτόχρονα ο νους του δούλευε πυρετωδώς προσπαθώντας να ανακαλύψει διεξόδους. "Ξέρει!" Πώς στην ευχή τα είχε μάθει όλα τούτα με τόσες λεπτομέρειες; Πώς ήταν δυνατόν να γνωρίζει για την δική του παρουσία στην επίθεση της άμαξας παρέα με τον δρακοκαβαλάρη; Αφού δεν είχαν υπάρξει επιζώντες… Ίσως όμως… ο Ίσκιος; Ο Μέρταγκ τόλμησε να σηκώσει πάλι το βλέμμα. "Μεγαλειότατε, ότι και αν σας έχουν πει πως έγινε, εξακολουθώ να είμαι πιστός στο πρόσωπό σας, αφοσιωμένος σας υπήκοος και…"
Είδε το χέρι του βασιλιά να εξακοντίζει καταπάνω του με δύναμη μία κυρτή λόγχη, που διαπέρασε το στομάχι του παρασύροντάς τον με την ορμή της, καρφώνοντάς τον στον αντικρινό τοίχο. Κατάλαβε τα πόδια του να μην αγγίζουνε το πάτωμα και τινάχτηκε με αγωνία. Έφερε ενστικτωδώς τα δύο χέρια στην κοιλιά του εξετάζοντας μετά με φρίκη τις παλάμες, αναμένοντας να είναι βουτηγμένες στο αίμα. Παρά τον πόνο τον αφόρητο, δεν διαπίστωνε να έχει πάνω του κάποια πληγή. Η πρότερη αγωνία του εντάθηκε και αναμείχθηκε με απορία. Δεν είχε δει τον βασιλιά να είναι οπλισμένος. Και τώρα δα… ούτε η κυρτή λεπίδα τον διαπερνούσε. Ο πόνος όμως μέσα στο στομάχι τον κομμάτιαζε. Σίγουρα τον κατέβαλε κάποια παράκρουση και το σώμα του είχε αντιδράσει σπασμωδικά. Η αίσθηση της καυτερής λάμας όμως παρέμενε διαρκώς εκεί, να περιστρέφεται μέσα στην πληγή που δεν υπήρχε… να τον σουβλίζει… Το μαρτύριο συνεχίστηκε για χρόνο που του φάνηκε ατέλειωτα μακρύς, μέχρι που η αγωνία του τον έκανε να φωνάξει από τον πόνο.
Το βάσανο του γιου του Μόρζαν φάνηκε τέλος να καταλαγιάζει τον θυμό του Γκαλμπατόριξ, ώστε όταν βαρέθηκε να τον τυραννά απελευθέρωσε το σώμα από την μαρτυρική αυτή τιμωρία. Ο νέος σωριάστηκε πάλι στο πάτωμα βαστώντας την κοιλιά του. Φαινόταν εξουθενωμένος, σαν να συνέχιζε να τον κατατρύχει ο πόνος. Ο βασιλιάς τον κοίταξε με βλέμμα κενό. Ήταν απίστευτο τελικά σε ποια κατάσταση μπορούσε να οδηγήσει κάποιον η αδυναμία του μυαλού του, να αντιδράσει στη δύναμη της υποβολής. Ο γιος του Μόρζαν φαινόταν και φερόταν σαν πράγματι πληγωμένος. Ο Γκαλμπατόριξ τον σκούντησε με το πόδι. "Υπάρχει κάτι άλλο που έχεις να μας πεις;" Θεωρούσε το αγόρι εξυπνότερο απ' όσο δειχνόταν τώρα. Πώς ήταν δυνατόν να έχει πέσει τόσο έξω στις εκτιμήσεις του γι' αυτόν;
Και πάλι ο Μέρταγκ στηρίχτηκε στα γόνατα με το ένα χέρι στο στομάχι, το άλλο να υποστηρίζεται στο πάτωμα. Τούτη τη φορά δεν τόλμησε να σηκώσει προς τον βασιλιά το βλέμμα. Η φωνή του ακούστηκε μάλλον σαν ψίθυρος. "Ντρέπομαι πολύ, μεγαλειότατε, που δεν κατόρθωσα να ανταποκριθώ στις προσδοκίες σας… Όσο για την αποτυχία μου να οδηγήσω στην Ουρου'μπαίην το ζευγάρι… είχα σχεδόν πείσει τον καβαλάρη να με ακολουθήσει, όταν ο πονηρός του δράκος επενέβη και με έδιωξε από κοντά τους, γιατί δεν μ' εμπιστεύθηκε. Πιότερο όμως ντρέπομαι για το ψέμα που είπα… που προσπάθησα να γελάσω τον βασιλιά μου, πράξη για την οποία μετανοώ και ζητώ συγχώρεση. Επαφίεμαι στη μακροθυμία σας να με δεχτείτε πάλι κοντά σας, να υπηρετώ τα συμφέροντά του βασιλιά μου σαν πιστός του υπήκοος."
"Θα υπάρξουν επιπτώσεις, Μέρταγκ, για την ανυπακοή σου" είπε ο βασιλιάς με φωνή και πάλι συγκρατημένα οργισμένη. "Πάντοτε υπάρχουν επιπτώσεις για μια αποτυχία."
Ο νέος παρέμενε ακόμα με σκυμμένο το κεφάλι, το πρόσωπο κρυμμένο μέσα στις σκιές. "Είναι αλήθεια, ότι βοήθησα τον δρακοκαβαλάρη να ελευθερώσει την ξωτικιά. Το έκανα για ν' αποκτήσω την πλήρη εμπιστοσύνη του, αλλά απέτυχα. Είμαι όμως εδώ, δικός σας, μεγαλειότατε" ψιθύρισε. "Μπορείτε να μου κάνετε ό,τι επιθυμείτε."
Τα λόγια αυτά του νέου παραξένεψαν τον Γκαλμπατόριξ. Ποτέ δεν θα περίμενε μια παρόμοια δήλωση από τη μεριά του γιου του Μόρζαν. Απ' όσο γνώριζε τον Μέρταγκ, δεν ήταν στη φύση του η παράδοση, ούτε η τόση υποταγή. Ίσως βέβαια η μικρή αυτή δόση τιμωρίας, να είχε πιάσει τόπο επάνω του. "Ομολογείς λοιπόν ότι απέτυχες;"
Ο Μέρταγκ τόλμησε να σηκώσει πάνω στον βασιλιά τα μάτια. "Είναι οι αποτυχίες μου που πάντα με διδάσκουν περισσότερο. Είναι αυτές προκλήσεις, όπου με κάνουν να προσπαθώ ξανά μέχρι να επιτύχω."
Ο Γκαλμπατόριξ διέκρινε μια φλόγα αποφασιστικότητας να τρεμοπαίζει μέσα στα μάτια του νέου κι αυτό του άρεσε. Τον κοίταξε με ύφος υστερόβουλο και το πρότερο, πεινασμένο βλέμμα φάνηκε πάλι στα μαύρα μάτια του. "Και τι θα στόχευες γι' αυτή την πρόκληση;"
"Ορκίζομαι, μεγαλειότατε, ότι θα κάνω τα πάντα για να συναντήσω ξανά τον καβαλάρη του γαλάζιου δράκου το συντομότερο δυνατόν και να αναγνωριστώ απ' αυτόν και από τον δράκο του σαν ο πιστός τους σύντροφος. Ορκίζομαι ότι θα προσκολληθώ κοντά τους και ότι ο θάνατος θα με πάρει προτού αποτύχω να εκπληρώσω τον σκοπό μου." Τα μάτια του έλαμπαν με ειλικρίνεια βεβαιώνοντας για την αλήθεια των λόγων του. Φυσικά και εννοούσε τον όρκο που πήρε. Απέφυγε όμως να διευκρινίσει στον βασιλιά, ότι σκόπευε να συναντήσει και πάλι τον δρακοκαβαλάρη, να ενωθεί μαζί του σαν πιστός του σύντροφος, με σκοπό και στόχο να τον οδηγήσει προς τους Βάρντεν.
Αν η απόκριση αυτή ικανοποίησε τον βασιλιά, αν κατάφερε να τον πείσει να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, ο Γκαλμπατόριξ δεν το έδειξε. Αλλάζοντας απότομα ύφος και συζήτηση – δεν ήταν μήπως οι απότομές του αλλαγές ίδιον και απόδειξη της συναισθηματικής του αστάθειας, κάτι για το οποίο είχε προειδοποιήσει ο Άτζιχαντ; – έπιασε πάλι τον αρχαίο πάπυρο στα χέρια του. Δείχνοντας με αυτόν ένα γύρω το κυκλικό δωμάτιο, ξεκίνησε να μιλά με τόνο ήρεμο. "Τούτος εδώ ο χώρος, γιε του Μόρζαν, έχει κάποια δική του, σκοτεινή ιστορία. Εδώ μέσα έζησε τις τελευταίες μέρες της ζωής του και πέθανε ένας στρατηγός πιστός στο πρόσωπό μας" είπε, καθώς αποτραβήχτηκε σε μία άκρη αφήνοντας τις σκιές να τον σκεπάσουν εντελώς. "Γνωρίζεις βέβαια τα σχετικά με την απώλεια της επαρχίας της Σούρντα, τη μάχη που χάθηκε στο Κίθρι, την προδοσία της λαίδης Μαρέλντα. Ο στρατηγός που είχε οδηγήσει τότε τις δυνάμεις μας στη μάχη απέτυχε." Ο Γκαλμπατόριξ έπαψε να μιλά κι απόμεινε να κοιτά για λίγο το αρχαίο χειρόγραφο με βλέμμα θλιμμένο. "Τον θεωρούσαμε πιστό σ' εμάς άνθρωπο, Μέρταγκ. Τον είχαμε τιμήσει ακόμα και με την φιλία κι εμπιστοσύνη μας. Στάθηκε όμως μικρότερος από τις περιστάσεις και τις προσδοκίες που τρέφαμε γι' αυτόν. Οι παραβλέψεις του συντέλεσαν στο, αντί να γυρίσει πίσω νικηφόρος, να χρεωθεί με την ήττα και την απώλεια της Σούρντα. Μαζί με την απώλεια μίας προσοδοφόρας επαρχίας, η αυτοκρατορία έχασε και τις ζωές άξιων γιων της στο πεδίο της μάχης. Ο διακεκριμένος στρατηγός απέτυχε κι απογοήτευσε τον βασιλιά του, που τον είχε τιμήσει με την εμπιστοσύνη του. Τότε η θλίψη μας ήταν μεγάλη."
Ο Γκαλμπατόριξ εγκατέλειψε τις σκιές γυρνώντας και πάλι στη μέση του μισοσκότεινου δωματίου. Τα μάτια του τώρα στράφηκαν προς τα δοκάρια της οροφής, σαν να παρατηρούσε εκεί επάνω κάτι που δεν υπήρχε. "Έζησε στο δωμάτιο αυτό τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του" είπε μουρμουριστά, σαν να μιλούσε στον εαυτό του. "Σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει την αποτυχία του και τις λάθος στρατηγικές επιλογές του, έγραψε τούτο το χειρόγραφο εξιστορώντας τη μάχη από την σκοπιά του. Κατόπιν τερμάτισε την άθλια ζωή του, αφού κρεμάστηκε από τα δοκάρια χρησιμοποιώντας τις κουβέρτες του." Ο Γκαλμπατόριξ έδειξε με το δάχτυλο ψηλά. "Τούτος είναι και ο λόγος, που το κρεβάτι αυτό στέκει δίχως κλινοσκεπάσματα." Έμεινε πάλι σιωπηλός για λίγο, μετά η φωνή του επανήλθε στεντόρεια, σαν να απευθυνόταν σ' ένα μεγάλο πλήθος. "Εσένα, που σου αρέσει να περνάς τον χρόνο σου σε βιβλιοθήκες μελετώντας αρχαία χειρόγραφα, μελέτησε και τούτο. Ίσως να καταλάβεις καλύτερα διαβάζοντάς το τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει σε μια αποστολή η αποτυχία. Σκέψου, ότι εκ του αποτελέσματος κρίνεται κάποιος κι όχι αν πρωτύτερα έχαιρε της στοργής κι αγάπης του βασιλιά του. Είσαι ακόμα νέος πολύ και πρέπει να διδαχθείς ποιο είναι το τίμημα της αποτυχίας. Να μάθεις, ότι ύστερες δικαιολογίες δεν υπάρχουν!"
Ο Γκαλμπατόριξ στράφηκε απότομα, ο Μέρταγκ τον είδε να εγκαταλείπει το δωμάτιο με βήμα γοργό. Απ' έξω ακούστηκε η φωνή του να προστάζει τους φρουρούς, να τον φυλάνε άγρυπνα νύχτα και ημέρα, κανένας τους να μην μπει μέσα στο δωμάτιο, κανένας να μην του απευθύνει καν τον λόγο.
Ο νέος κατέρρευσε στο πάτωμα ένα κουβάρι. Οι σκιές της νύχτας τρύπωσαν ύπουλα στο δωμάτιο από τον σιδερένιο φεγγίτη· ξεδιπλώθηκαν τριγύρω από τα σαρακοφαγωμένα έπιπλα· σύρθηκαν πάνω στη σκόνη, τη μούχλα και την εγκατάλειψη δεκαετιών. Η αγωνία και ο φόβος εμφανίστηκαν σαν δύο κακοί σύμβουλοι μέσα από το σκοτάδι. Το σχέδιό του είχε παντελώς αποτύχει. Μετανοούσε για την ανόητη πράξη του, να επιστρέψει και πάλι στο παλάτι για το κόκκινο αυγό. Ήταν ίσως ευθύς εξ αρχής ανοησία, το να φροντίσει να βρεθεί τόσο κοντά στον Γκαλμπατόριξ. Ο Τόρνακ κάποτε είχε κινδυνέψει τη ζωή του, για να τον απομακρύνει από την επιρροή του βασιλιά κι αυτός είχε επιστρέψει στην Ουρου'μπαίην με τη θέλησή του. Η απρονοησία του αυτή ήταν σαν να είχε φτύσει στον τάφο του νεκρού του 'πατέρα', κάτι για το οποίο ένοιωθε τύψεις τώρα. Σε λίγες ώρες ο δρακοκαβαλάρης με τον δράκο του θα έφευγαν από το σημείο της συνάντησης και ο Μέρταγκ δεν θα ήταν συνοδός τους. Δεν θα γινόταν να τους προστατεύει κατά το επικίνδυνο ταξίδι. Δεν θα επέστρεφε μαζί τους πανηγυρικά στους Βάρντεν, όπως σκόπευε. Αντί ν' ακούσει τα λόγια αγάπης του η Ναζουάντα, θα έπαιρνε τώρα από τα ξένα χέρια την επιστολή του αποχαιρετισμού του.
Αργότερα, κατά τη μέση της νύχτας, μια αδύναμη ασημιά ακτίνα από το φεγγάρι, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στη χάση του, έριξε το λιγοστό της φως ανάμεσα από τα κάγκελα σχηματίζοντας ένα φωτεινό σημάδι επάνω στο πάτωμα. Μαζί της μπήκε στο κελί και μια μικρή ελπίδα, φέρνοντας την εικόνα της Ναζουάντα στο νου του. Είχε αντιμετωπίσει τον βασιλιά και ήταν ζωντανός ακόμα! Ίσως οι όρκοι του να είχαν πείσει τον Γκαλμπατόριξ, για να του δώσει μία δεύτερη ευκαιρία.
Ήταν τα όμορφα δάχτυλα της αγάπης του, που άρχισαν να κλώθουν γύρω από το κορμί του το νήμα της ζωής και πάλι, υφαίνοντάς το σε όνειρα πολύτιμα, που με αγωνία προσπάθησε να τα κρατήσει κοντά όσο μπορούσε, σαν μια πραγματικότητα. Με δυσκολία περισσή σύρθηκε προς το φως μπαίνοντας στον κύκλο της μικρής αυτής ακτίνας. Η ένταση του βασανιστικού πόνου στο στομάχι στιγμή δεν είχε πάψει.
.*.*.*.
Μετά από μία νύχτα ανάστατη εξ αιτίας της συμπεριφοράς του κόκκινου αυγού, με το πρώτο σκάσιμο της αυγής ο βασιλιάς ανέβηκε στον πύργο του δρακοστάσιου. Ο Γκαλμπατόριξ ήταν παντελώς άυπνος, αφού τα διαπεραστικά συρίγματα, δυναμικά ξυσίματα νυχιών και κροταλίσματα που ακούγονταν από το εσωτερικό κέλυφος του αυγού, τον είχαν ξαγρυπνήσει. Ο άμετρος θυμός που είχε βιώσει όλες τις τελευταίες ώρες, είχε απότομα ξεσπάσει επάνω στον γιο του Μόρζαν και είχε σταδιακά καταλαγιάσει. Μετά και την αποψινή νύχτα, η διαίσθησή του, ότι ένας καινούριος δρακοκαβαλάρης ίσως γεννιόταν πολύ σύντομα, είχε ενισχυθεί αρκετά. Μπορεί ο Μέρταγκ να είχε αποτύχει να οδηγήσει κοντά του το άλλο ζευγάρι, μπορεί να είχε πρόσκαιρα συνταχθεί εναντίων των συμφερόντων του, μπορεί να τον είχε εξοργίσει με την ανυπακοή του και τα ψέματα, οι εξελίξεις όμως όδευαν προς τη δική του ωφέλεια. Έμπαινε τώρα στον κόπο να επισκεφτεί τον δράκο του, όχι μεν πλήρως ικανοποιημένος όπως ήλπιζε ότι θα ήταν, αλλά αρκετά ευχαριστημένος από τα γεγονότα.
Ο Γκαλμπατόριξ δεν συνήθιζε να ενημερώνει τον Σρούικαν για τα θέματα της κρατικής διοίκησης της Αλαγαισίας, ούτε και για τις εσώτερες σκέψεις, τις διαθέσεις, τα όνειρά του. Εδώ και χρόνους πολλούς είχε διαπιστώσει, ότι όλα αυτά άφηναν παντελώς αδιάφορο τον δράκο, σε σημείο που να αγνοεί εκούσια τις διαθέσεις του καβαλάρη του· ίσως ακόμα και να τις εχθρεύεται. Η σημερινή ημέρα όμως ξημέρωνε απροσδόκητα ελπιδοφόρα και ο βασιλιάς επιθυμούσε να μοιραστεί την ανέλπιστα καλή διάθεσή του με τον μαύρο δράκο.
Προτού ακόμα φτάσει ο Γκαλμπατόριξ στο δρακοστάσιο, είχε ενημερώσει διανοητικά τον Σρούικαν για τον ερχομό του ξυπνώντας τον. Η είσοδός του έγινε δεχτή με ένα χαμηλής έντασης διαρκές μούγκρισμα, σημάδι της δυσαρέσκειας του δράκου που λίγο πριν κοιμόταν. Ο μαύρος καβαλάρης είχε διακόψει την ανάπαυσή του, κάτι που πάντα συντελούσε στο να εντείνει την επιθετικότητα και το ευερέθιστο της διάθεσής του. Δεν θα έφτανε ποτέ βέβαια σε σημείο να επιτεθεί στον βασιλιά, που κάτεχε καλά τον τρόπο να τον ελέγχει, δεν παρέλειψε όμως να εκφράσει την απαρέσκειά του χτυπώντας με ρυθμικό εκνευρισμό την ουρά πάνω στους τοίχους. Τα υγρά ρουθούνια του ξεφύσηξαν μαύρο καπνό και τα σαγόνια του στάλαξαν πυρωμένο σάλιο, που καψάλισε το άχυρο της φωλιάς του.
"Ω, μεγάλε Σρούικαν" καλημέρισε φωναχτά ο Γκαλμπατόριξ, που, όσες φορές μπορούσε, απέφευγε να συνομιλεί διανοητικά με τον δράκο. "Οι μέρες που έπονται πρόκειται να είναι γεμάτες από απρόσμενες και φερέλπιδες εξελίξεις."
"Επέστρεψε ο νεοσσός του Μόρζαν" δήλωσε ο Σρούικαν γρυλίζοντας κακόβουλα "κι ορθά εκδήλωσες πάνω του τον θυμό σου. Απ' την στιγμή που αποφάσισε να φύγει, δεν θα έπρεπε να έχει επιστρέψει καν." Ο δράκος άλλαξε πλευρό, τύλιξε την ουρά του γύρω από τα φτερά του, ακούμπησε το ρύγχος στα νυχάτα πόδια του και έκλεισε επιδεικτικά τα μάτια προφασιζόμενος ότι θα κοιμηθεί και πάλι. Ο Γκαλμπατόριξ όμως φαινόταν υπέρ του δέοντος ευτυχής για την κακή, πρωινή διάθεση του Σρούικαν, που δεν είχε καμία όρεξη να τον ακούσει να μοιραστεί μαζί του τα χθεσινά.
"Δεν θα ισχυριστούμε, μεγάλε δράκε, ότι ο γιος του Μόρζαν δεν μας απογοήτευσε" συνέχισε ακάθεκτος ο βασιλιάς, δίχως να λαμβάνει υπ' όψιν του τον εκνευρισμό του Σρούικαν. "Οι άφρονες πράξεις του δυσαρεστούν ακόμα την καρδιά μας." Ο τόνος της φωνής του Γκαλμπατόριξ ήταν στυφός, το ύφος του όμως δεν φανέρωνε καμία πικρία από τις εν' λόγω πράξεις του Μέρταγκ. Καθ' όλες τις προηγούμενες ημέρες είχε παρακολουθήσει τις κινήσεις του στην επιφάνεια του υγρού και μπορεί να του ήταν αδύνατον να 'δει' τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, αντιλαμβανόταν όμως καθαρά τις διαθέσεις τους από τις κινήσεις του γιου του Μόρζαν. Υποπτευόταν ότι ευθύς εξ αρχής σκόπευαν να αποφύγουν παντελώς την επιρροή του και να δραπετεύσουν από την επικράτειά του. "Ομολογώ, ότι περιμέναμε περισσότερα από τον γιο του φίλου και συμπολεμιστή μας."
Ο δράκος δεν σχολίασε το παραμικρό, παρά περιορίστηκε να ξεφυσήξει ένα ακόμα σύννεφο μαύρου καπνού πάνω στα μούτρα του Γκαλμπατόριξ.
Ο βασιλιάς γύρισε απότομα την πλάτη βήχοντας μέσα στο μαντήλι του, κατόπιν ήρθε να σταθεί κοντά στο μεγάλο άνοιγμα του δρακοστάσιου, μέσω του οποίου έφευγε και επέστρεφε κάθε φορά ο μαύρος δράκος. "Ο Μέρταγκ όμως μας υποσχέθηκε, ότι θα προσπαθήσει ξανά· κι εμείς, καλή τη πίστη, αποφασίσαμε να του δώσουμε μία δεύτερη ευκαιρία. Δεν έδωσε βέβαια την υπόσχεση στην αρχαία γλώσσα, αυτό όμως μπορεί να τακτοποιηθεί κατά την κατάλληλη περίσταση."
Ο Σρούικαν ανοιγόκλεισε γοργά το διπλό του βλέφαρο, το φως της μέρας που δυνάμωνε ενόχλησε την σχιστή κόρη του ματιού του. Ο μαύρος καβαλάρης δεν συνήθιζε να δίνει σε κάποιον εύκολα μια νέα ευκαιρία. Το ότι ο νεοσσός του Μόρζαν ζούσε ακόμα κάπου μέσα στην ακρόπολη, σήμαινε ότι ο βασιλιάς τον είχε συμπαθήσει από την πρώτη στιγμή που ήρθε στο παλάτι. Όσο βεβαίως μπορούσε να συμπαθεί κάποιον ο Γκαλμπατόριξ.
"Επίσης, και αυτό είναι το πλέον αξιοθαύμαστο, το κόκκινο αυγό βρίσκεται σε πλήρη διέγερση, από την στιγμή που ο γιος του Μόρζαν έχει επιστρέψει. Κάτι που μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους με το γεγονός, μιας και, κάτω από τις νέες εξελίξεις, ένας νέος δρακοκαβαλάρης είναι αναγκαίος να βρίσκεται στο πλευρό μας."
Το μέχρι τώρα σιγανό μούγκρισμα του δράκου μετατράπηκε σε ηχηρότερη παρέμβαση. Στον Σρούικαν δεν άρεσε η εξέλιξη αυτή και θα μπορούσε κάλλιστα να συνθλίψει το κόκκινο αυγό και να κομματιάσει τον νεοσσό που τόσους και τόσους χρόνους βρισκόταν μέσα του εν υπνώσει. Η παραδοχή του βασιλιά ανάδευσε περίσσια τον θυμό του. Ούρλιαξε δυνατά τεντώνοντας προς τα πάνω το κεφάλι, ενώ ένας πίδακας φωτιάς εκσφενδονίστηκε προς την οροφή του θολωτού πύργου, για να καψαλίσει τα χοντρά και με σίδερο ενισχυμένα δοκάρια. Το τεράστιο κεφάλι κατέπεσε και πάλι και ένα πονεμένο γρύλισμα συνέχισε να δονεί τους πέτρινους τοίχους.
"Ίσως ο Μέρταγκ να είναι κάπως αφελής" συνέχισε ασυγκράτητος ο Γκαλμπατόριξ να ξεδιπλώνει τις σκέψεις του, δίχως να δώσει την παραμικρή σημασία στην πονεμένη αντίδραση του δράκου. "Τι άλλο θα μπορούσε να είναι άλλωστε κάποιος, που έχει μεγαλώσει στα χέρια ενός άσχετου φρουρού και όχι στο παλάτι κάτω από την επιρροή του βασιλιά του; Κανένας δεν προετοίμασε αυτό το αγόρι για τα κατάλληλα αξιώματα, παρά το ότι ίσως έχει τα προσόντα." Ο βασιλιάς στράφηκε και πάλι προς τα μέσα αντικρίζοντας τον Σρούικαν, απέφυγε όμως να τον πλησιάσει περισσότερο. "Ο χρόνος που πέρασε κοντά μας είναι σχετικά μικρός και, παρά τους λογίους καθηγητές και την ελεύθερη πρόσβαση στις βιβλιοθήκες που του παρείχαμε, εξακολουθεί ίσως να πιστεύει σε αφελείς έννοιες." Ο βασιλιάς χτύπησε με ρυθμό τα χέρια του το ένα με το άλλο πίσω από την πλάτη. "Οι εξελίξεις όμως μας κάνουν αισιόδοξους" δήλωσε χαμογελώντας ανάμεσα από τα περιποιημένα του μουστάκια. "Κάτω από την δική μας καθοδήγηση και εν καιρώ, θα μάθει."
Ο Γκαλμπατόριξ είχε τιμωρήσει πολύ σκληρά τον Μέρταγκ για την αποτυχία και την παρέκκλιση από τη διαταγή του. Πίστευε ακράδαντα, ότι η τιμωρία αυτή του είχε γίνει πια μάθημα· ένα μάθημα, που θα έπρεπε να έχει λάβει από καιρό. Αλλά ποιος έμελλε να του το διδάξει, αφού ο Μόρζαν είχε τόσο νωρίς χαθεί; Ποιος έμενε για να τον προγυμνάσει για θέσεις εξουσίας, όσο βρισκόταν μακριά του; Εκείνος ο άχρηστος φρουρός που τον μεγάλωσε, ο Τόρνακ; Τώρα που ο Μέρταγκ βρισκόταν κάτω από την σφαίρα επιρροής του και όταν η τιμωρία του ολοκληρωνόταν, ο Γκαλμπατόριξ είχε αποφασίσει να φέρει τον γιο του Μόρζαν μπροστά στο κόκκινο αυγό και πάλι. Όχι βέβαια άμεσα, σύντομα πάντως.
Ο Σρούικαν άνοιξε το τεράστιο μάτι του, η γαλανή του ίριδα έλαμψε μέσα στο μισόφωτο της αίθουσας εξαπολύοντας προς τον βασιλιά ένα πύρινο βλέμμα. "Σκέφτηκες να τον βάλεις κοντά στον νεοσσό…" Δεν ήταν ερώτηση αυτή, αλλά δήλωση· μια δήλωση που έγινε με δηκτικό τόνο. Το τεράστιο κεφάλι με τα αλαβάστρινα κέρατα τεντώθηκε προς το φως, τα μάτια στένεψαν περισσότερο, εικόνες μισοξεχασμένες από μιαν άλλη εποχή ξεχύθηκαν στο νου του δράκου.
"Η αρχική μας σκέψη ήταν να κυνηγήσουμε εμείς οι ίδιοι το γαλανό ζευγάρι" παραδέχτηκε ο Γκαλμπατόριξ. "Αυτό όμως ήταν κάπως δύσκολο. Θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε και πάλι την πρωτεύουσα, στην οποία μόλις είχαμε επιστρέψει. Θα έπρεπε να επαναλάβουμε μία σειρά από επίπονα ξόρκια για την ασφάλειά μας, κατόπιν να αναζητήσουμε το νεαρό ζευγάρι προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα μπορούσαμε βέβαια να ανακρίνουμε τον Μέρταγκ. Ίσως μαθαίναμε απ' αυτόν τα σχέδιά τους και την περιοχή στην οποία σκοπεύουν να κατευθυνθούν, αν βέβαια ο γιος του Μόρζαν το είχε ακούσει απ' αυτούς, ή αντιληφθεί τον προορισμό τους την τελευταία φορά που τους είδε. Τώρα όμως πλέον είναι αργά." Ο Γκαλμπατόριξ αναστέναξε θλιμμένα. "Θα έπρεπε να τον είχαμε ανακρίνει εχθές, μόλις επέστρεψε, όμως η απείθεια του Μέρταγκ στάθηκε αιτία για τον ανεξέλεγκτο θυμό μας και ο χρόνος χάθηκε μάταια." Ο βασιλιάς απομακρύνθηκε από το άνοιγμα του πύργου. "Μετά τα χθεσινά γεγονότα βέβαια, ο Μέρταγκ έδωσε βαρύ όρκο, ότι θα προσπαθήσει να ξαναέρθει σε επαφή με τον δρακοκαβαλάρη, έτσι, ω μεγαλόπρεπε δράκε, θα πρέπει να βασιστούμε και πάλι πάνω του. Μπορεί η πρώτη αποστολή του να ήταν για μας σκέτη απογοήτευση, το αγόρι του Μόρζαν όμως είναι φιλόδοξο και φαίνεται ότι και ο ίδιος επιδιώκει μία μεγάλη θέση κοντά στον βασιλιά του. Είμαστε σίγουροι, ότι η τιμωρία που ακολούθησε το ψέμα του θα πρέπει να έχει βάλει μυαλό τώρα πια σ' αυτό το παιδί μας." Ο βασιλιάς άνοιξε απολογητικά τα χέρια μπροστά στον Σρούικαν. "Τι άλλο είναι ένας υπήκοος παρά παιδί στα χέρια του βασιλιά του; Ένα παιδί αγαπητό, που, αν και παρανόμησε, μετά την τιμωρία γίνεται και πάλι αποδεκτό με κατανόηση και αγάπη; Μπορούμε να είμαστε λοιπόν αισιόδοξοι. Εάν ο Μέρταγκ γίνει δρακοκαβαλάρης, θα έχουμε κοντά μας ένα ζευγάρι απόλυτα ελεγχόμενο από εμάς για τους σκοπούς μας. Εάν όχι, τότε το ανεξέλεγκτο ακόμα γαλανό ζευγάρι θα έρθει σταδιακά στα χέρια μας μέσω του Μέρταγκ."
Στο άκουσμα των τελευταίων λόγων η ουρά του Σρούικαν με τα θανατηφόρα της καρφιά εκτινάχτηκε προς την μεριά του Γκαλμπατόριξ μαστιγώνοντας τους τοίχους. Τα γιγαντιαίων διαστάσεων σαγόνια άνοιξαν και τα σουβλερά δόντια γυάλισαν απ' τα γεννήματα μιας φλόγας. "Μόνος!" ούρλιαξε ο δράκος με παράφορη οργή μέσα στο μυαλό του βασιλιά. "Όχι άλλος! Όχι δράκος… ούτε εκλεκτός! Μόνος!" Ταυτόχρονα εικόνες γεμάτες βία εξακοντίστηκαν με ακατάσχετη μανία προς αυτόν. Φτερά ξεσχισμένα… κορμιά τσακισμένα… αυγά σπασμένα… Ένας κόσμος ολάκερος να καίγεται μέσα στη φωτιά.
"Ήσυχα!" Διέταξε ο Γκαλμπατόριξ. Ταυτόχρονα πλησίασε προσεκτικά προς την έξοδο του δρακοστάσιου, έτοιμος να ξεστομίσει το πραγματικό όνομα του δράκου, να ελέγξει την οργή του.
Ο Σρούικαν κυλίστηκε πάνω στο δάπεδο ουρλιάζοντας, αυλακώνοντας με τα σκληρά του νύχια την πέτρα, ξερνώντας φλόγα μαζί με τον πόνο της καρδιάς του. Η εικόνα ενός αγοριού… εκείνου… του εκλεκτού του… είχε ύπουλα ξεπροβάλει και πάλι πίσω από το τείχος του 'πριν' στοχεύοντας την εύθραυστη ισορροπία στον κατακερματισμένο κόσμο του 'μετά'… Το αγόρι έτεινε την παλάμη προς την μεριά του αγγίζοντας τρυφερά το μικροσκοπικό του ρύγχος… ο μαύρος νεοσσός να τρέμει από το κρύο βρεγμένος… μόλις να έχει βγει από το αυγό του… Το ευγενικό άγγιγμα τον είχε ζεστάνει…
Ο δράκος σύριξε και χτυπήθηκε από τον ένα τοίχο μέχρι τον άλλο δονώντας με τον όγκο και τη δύναμή του τα ντουβάρια. Πύρινη λαίλαπα ξεχύθηκε από τα σαγόνια του και έκαψε το άχυρο του δαπέδου και τα κομμάτια της τροφής του. Αν ο Γκαλμπατόριξ δεν είχε ξεστομίσει ύπουλα τις δύο αυτές μοιραίες λέξεις που τον προσδιόριζαν, ο δράκος θα είχε πετάξει στα ουράνια, να κάψει τον κόσμο ολάκερο, να ικανοποιήσει την διαταραγμένη ψυχή του. Αντί για τούτο, "μόνος…" έσκουξε και σύρθηκε πάνω στο καμένο άχυρο της φωλιάς του σκεπάζοντας συντετριμμένος το κεφάλι με τις φτερούγες. Δεν θα μπορούσε να ανεχτεί πλάι του το ζευγάρι που υπήρχε, ούτε βέβαια και κάποιο καινούριο, που έμελλε να γεννηθεί από την ένωση δράκου και δίποδου.
Δίχως να δώσει περισσότερη σημασία στον θυμό του Σρούικαν, ο Γκαλμπατόριξ επέστρεψε και πάλι στα δωμάτιά του, για να διαπιστώσει για μία φορά ακόμα την αναστάτωση του κόκκινου αυγού. Η συμπεριφορά του νεοσσού μέσα σ' αυτό εξακολουθούσε να είναι η ίδια, όπως και χθες. Ο βασιλιάς χαμογέλασε ευχαριστημένος. Η επιρροή της εγγύτητας του γιου του Μόρζαν επάνω στον αγέννητο νεοσσό εξακολουθούσε να είναι ισχυρή. Το αυγό φαινόταν έτοιμο να εκκολαφθεί για τον εκλεκτό του. Με μεγάλη ικανοποίηση το είδε ο βασιλιάς να τραμπαλίζεται επάνω στα μαλακά μαξιλάρια του βάθρου του, χτυπήματα και γρατζουνίσματα παρόμοια με της προηγούμενης νύχτας ηχούσαν μέσα στην μικρή αντικάμαρα. Από το εσωτερικό του κελύφους ακουγόταν ένας μακρόσυρτος συριγμός, σαν το κλάμα μωρού παιδιού, που πεινασμένο ζητούσε να τραφεί.
Ο βασιλιάς πλησίασε τείνοντας το χέρι πάνω από την κόκκινη, στιλπνή επιφάνεια, που φάνταζε να φλέγεται καθώς παλλόταν. Ο πειρασμός να υποτάξει τον κόκκινο νεοσσό – χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο όπως δεκάδες χρόνους πριν είχε κάνει με τον Σρούικαν – ήταν μεγάλος. Δεν θα μπορούσε να τον αφήσει να εκκολαφθεί με την ελπίδα της ένωσής του με το παιδί του Μόρζαν, κατόπιν να είναι αυτός που θα τον άγγιζε καθυποτάσσοντάς τον για τις δικές του ανάγκες; Γοργά όμως η γνώμη του άλλαξε. Μια νέα αφύσικη ένωση θα τον οδηγούσε σταδιακά στο ίδιο σημείο, όπου βρισκόταν και τώρα. Στο σημείο του να έχει στο πλευρό του έναν δράκο, που θα χρειαζόταν εξαναγκασμό κάθε φορά που θα έπρεπε να υπακούσει στο θέλημά του. Η πραγματική σχέση δράκου και καβαλάρη ήταν μοναδική και ένα αληθινά πιστό ζευγάρι, ήταν αυτό που ο ίδιος χρειαζόταν στην υπηρεσία του· πιστό μεταξύ τους, αλλά και πιστό στον ίδιον.
Ο Γκαλμπατόριξ απομακρύνθηκε προσεκτικά ελπίζοντας ότι η απουσία του θα ηρεμούσε το μαγικό πλάσμα, που έναν αιώνα τώρα κοιμόταν παθητικά μέσα στο αυγό του. Όσες φορές είχε επιχειρήσει να φέρει σε επαφή μαζί του κάποιον δυνητικά ικανό για δρακοκαβαλάρη, ο κόκκινος νεοσσός είχε απαξιώσει την επιλογή του. Κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί και με τον γιο του Μόρζαν. Η ώρα όμως να φέρει αυτούς του δύο τον έναν κοντά στον άλλο, δεν είχε φτάσει ακόμα. Ο Μέρταγκ είχε μεν με κάθε επιφύλαξη τη χάρη του βασιλιά, πρώτα όμως όφειλε να μάθει καλά το μάθημά του.
Ο Γκαλμπατόριξ κλείστηκε στο γραφείο του αναλογιζόμενος τα υπέρ και τα κατά της ένωσης του κόκκινου νεοσσού με τον γιο του Μόρζαν. Αν πράγματι ο Μέρταγκ γινόταν ο επόμενος δρακοκαβαλάρης – και στον βασιλιά πράγματι χρειαζόταν ένα πραγματικός δρακοκαβαλάρης σαν αντίπαλο δέος του άλλου ζευγαριού, που δρούσε ακόμα ανεξέλεγκτο στις ερημιές – ο βασιλιάς θα έπρεπε να είναι σίγουρος για την πίστη του στο πρόσωπό του. Θα έπρεπε να είναι βέβαιος, ότι δράκος και καβαλάρης θα εξυπηρετούσαν τα δικά του και μόνο συμφέροντα. Καλοί ήταν οι όρκοι, ιδίως στην αρχαία γλώσσα, καλύτερο ακόμα το να ανακάλυπτε τα αληθινά ονόματά τους. Τότε και μόνο τότε θα ήταν βέβαιος για την πίστη τους στην υπηρεσία του.
Το μένος του Σρούικαν επίσης δεν ήταν κάτι που δεν θα έπρεπε να λαμβάνει σοβαρά υπ' όψιν του, ούτε και την αρνητική του στάση ελαφρά τη καρδία. Έπρεπε να επιδείξει μεγάλη προσοχή στις επόμενες κινήσεις του. Ο Σρούικαν μπορεί να μην συνεργαζόταν και να αντιδρούσε με κρίσεις τρέλας, μπορούσε όμως σιγά-σιγά να εξαναγκαστεί να συνηθίζει την ιδέα, για να αποδεχθεί το νέο ζευγάρι. Ή ίσως – γιατί όχι; – και τα δύο νέα ζευγάρια.
.*.*.*.
"Για κάποιον λόγο που δεν τον γνωρίζω, θυγατέρα, ο πράκτοράς μας αποφάσισε να παρατείνει τη διαμονή του στην Ουρου'μπαίην. Βέβαια, η ξωτικιά πληροφοριοδότης δεν ανέφερε στην Τριάννα τίποτε σχετικό για τη συνάντησή τους. Δεν γίνεται να γνωρίζουμε ούτε το πού, ούτε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναντήθηκαν. Δεν ξέρουμε ακόμα ούτε τι ήταν αυτό, που ανάγκασε τον Μέρταγκ να εμπιστευθεί τις πληροφορίες του σε κάποιον τρίτο. Αν και μπορώ να υποθέσω, ότι το έκανε γιατί δεν υπήρχε άλλο μέσο να τις στείλει σε εμάς."
Ο Άτζιχαντ στράφηκε σκεπτικός και βάλθηκε να εξετάζει τον μεγάλο χάρτη της ηπείρου, σκαλισμένο επάνω στον γρανίτη από τα χέρια παλιών καλλιτεχνών των νάνων, που κοσμούσε μέρος του τοίχου πίσω από το γραφείο του. Ημιπολύτιμοι λίθοι σημάδευαν τις τοποθεσίες των μεγαλύτερων πόλεων της Αλαγαισίας κι ένα κατακόκκινο ρουμπίνι, που σκόρπιζε τριγύρω του άλικες λάμψεις, τη θέση της Ουρου'μπαίην. "Για να πάρει όμως ο άνθρωπός μας μία τέτοια δύσκολη απόφαση, όπως το να ρισκάρει την επιπλέον εκεί παραμονή του, σίγουρα θα έχει κάποιον πολύ σοβαρό λόγο."
Από τη στιγμή που η μάγισσα Τριάννα είχε έλθει σε επαφή μαζί του ανιστορώντας όλες τις πληροφορίες, που ο πράκτοράς τους είχε στείλει μέσω της πρέσβειρας των ξωτικών και κομίστριας του αυγού, ο αρχηγός των Βάρντεν είχα άμεσα δραστηριοποιηθεί. Είχε καλέσει με πλήρη μυστικότητα μέσω του Τζόρμανταρ τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου των Βάρντεν και αυτοί με τη σειρά τους είχαν ειδοποιήσει όσους αξιωματικούς κατείχαν κάποια αρχηγική θέση στο στράτευμα των επαναστατών.
Η Ναζουάντα ήταν παρούσα όταν όλες οι πληροφορίες που έστειλε ο Μέρταγκ αναφέρθηκαν και συζητήθηκαν, ιδίως αυτές που αφορούσαν την προδοσία των διδύμων μάγων, την ύπαρξη ενός Ίσκιου και την συμμαχία του βασιλιά με τα Ούργκαλ. Η γνώση, ότι οι άνθρωποι που πιο πολύ απ' όλους εμπιστεύονταν ήταν αυτοί που πρόδιδαν τα μυστικά τους στον βασιλιά, γέμισε με αποτροπιασμό όλους τους παρευρισκομένους. Κανένας τους όμως δεν παραξενεύτηκε, ούτε αμφισβήτησε την πληροφορία, μιας κι έτσι εξηγούνταν οι γνώσεις της αυτοκρατορίας για τους πράκτορες-προμηθευτές τους και τις επιθέσεις εναντίων των καραβανιών τους. Μονάχα η Σάμπρε φρόντισε να δηλώσει με ύφος περισπούδαστο "το ήξερα εγώ" κουνώντας με σημασία το κεφάλι, δήλωση που κανένας δεν έλαβε υπ' όψιν, μιας και κανένας δεν είχε ποτέ ακούσει τη γυναίκα, να καταφέρεται εναντίων των διδύμων. Όσο για τον Ίσκιο, η ύπαρξή του ήταν παλιά και ο Άτζιχαντ ο ίδιος είχε κάνει κάποτε τη γνωριμία του. Μια ασημόχρωμη αμυχή επάνω στη λεπίδα του σπαθιού που εκείνος μαχόταν, την είχε προκαλέσει ο Άτζιχαντ με το σπαθί του. Το άλλο μεγάλο νέο, η πιθανή συμφωνία του βασιλιά με τα Ούργκαλ, τους γέμισε όλους φρίκη. Τόσο πολύ είχε λοιπόν ξεπέσει ο Γκαλμπατόριξ, ώστε να καλέσει – εκτός από έναν Ίσκιο και τους Ρά'ζακ – σε βοήθειά του τα δίποδα αυτά κτήνη;
Όλοι συμφώνησαν ότι οι πληροφορίες έπρεπε να συζητηθούν εκτενέστερα και να αναλυθούν, να ξεχωριστούν τα γεγονότα από τις φήμες και νέα μέτρα να ληφθούν δίχως αργοπορία. Το γεγονός της προδοσίας όμως, έχρηζε άμεσης αντιμετώπισης από τη μεριά τους. Κανένας βέβαια δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία των διδύμων κατά τις τελευταίες αυτές ώρες, ούτε και βρέθηκαν στα δωμάτιά τους όταν η φρουρά τους αναζήτησε. Ο Άτζιχαντ ο ίδιος, που πάντοτε κρατούσε τον έναν από τους δύο αδελφούς στο πλευρό του, δεν ήταν ενήμερος για το πού θα μπορούσαν να βρίσκονται. Η απόφαση που πάρθηκε ομόφωνα απ' όλους ήταν, ότι θα έπρεπε να εξολοθρευτούν το δίχως άλλο και μάλιστα να τοξευθούν από απόσταση, άμα τη εμφανίσει. Κανένας δεν θα μπορούσε να είναι σίγουρος για τις εχθρικές διαθέσεις τους, ούτε τις μαγικές δυνάμεις που μπορούσαν να διαθέτουν και την αντίδρασή τους σε μια τέτοια κατηγόρια όπως της προδοσίας.
Ο Άτζιχαντ απομακρύνθηκε από τον χάρτη και στράφηκε και πάλι προς τη μεριά της Ναζουάντα. Η κοπέλα γνώριζε καλά, ότι ο αρχηγός των Βάρντεν ένοιωθε απόλυτα υπεύθυνος για την παρουσία δύο προδοτών τόσο κοντά του και μάλιστα στους χώρους του γραφείου του. Για όλα όσα μετείχε και η ίδια, τα έγγραφα και τα μυστικά του, οι δίδυμοι μάγοι ήσαν ενήμεροι. Οι Βάρντεν είχαν προδοθεί οικτρά από δύο συμμάχους που εμπιστεύονταν και οι συνέπειες γι' αυτό θα ήσαν βαριές. Συνέπειες που λόγω της κρισιμότητας της στιγμής κανείς δεν τόλμησε να αναφέρει. Η Ναζουάντα καταλάβαινε επίσης τη δυσφορία του Άτζιχαντ για τη διαταγή της άμεσης εξολόθρευσης των διδύμων. Ο πατέρας που εκείνη γνώριζε και αγαπούσε ήταν φυσικό να δυσφορεί για τη διαταγή που είχε εγκρίνει, να φονευθούν δύο παντοδύναμοι μάγοι· δύο άνθρωποι έστω, χωρίς να τους έχει πρότερα δοθεί η δυνατότητα να απολογηθούν, μόνο και μόνο με μια καταγγελία του Μέρταγκ.
"Όλες οι πληροφορίες που μας έστειλε ο Μέρταγκ είναι για μας χρήσιμες, θυγατέρα, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο" έλεγε τώρα ο Άτζιχαντ. "Αυτή όμως για την προδοσία των διδύμων, είναι μακράν η σημαντικότερη απ' όλες. Οι Βάρντεν θα χρεωστούμε στον φίλο σου, όταν και αν επιστρέψει, κάτι που καθησυχάζει κι εμένα, ότι η επιλογή που έκανα στο πρόσωπό του ήταν η σωστή. Και άλλο τίποτε ακόμα αν δεν είχαμε μάθει ή αν δεν μάθουμε ποτέ απ' αυτόν, η κατηγορία για προδοσία των διδύμων αρκεί και περισσεύει."
Η κόρη αναστατώθηκε μ' αυτά τα λόγια του πατέρα, όμως δεν το έδειξε. Όταν ο Μέρταγκ επιστρέψει και αν, είχε πει ο Άτζιχαντ. "Αν όμως η προδοσία των διδύμων είναι μονάχα μια παρανόηση, πατέρα μου; Ίσως ο Μέρταγκ…"
"Προτιμώ να έχω το βάρος του θανάτου αυτών των δύο στη συνείδησή μου, παρά να διακινδυνεύσω την ασφάλεια των Βάρντεν" διέκοψε απότομα τον λόγο της ο Άτζιχαντ. "Πρώτα θα τελειώνουμε με την υπόθεση των μάγων, κατόπιν θα δούμε πώς θα αντιμετωπίσουμε την συμφωνία του βασιλιά με τα Ούργκαλ."
"Όσον αφορά όμως αυτή τη συμφωνία, ο ίδιος ο Μέρταγκ αναφέρει πως πρόκειται για φήμη που άκουσε στο παλάτι, να επαναλαμβάνεται ανάμεσα στους αυλικούς του Γκαλμπατόριξ" υπενθύμισε η Ναζουάντα.
"Μια φήμη, ναι! Φήμη όμως απόλυτα ανησυχητική" ένευσε ο Άτζιχαντ. "Όπως και να έχει, σκοπεύω να λάβω τα μέτρα μου για όλες τις περιπτώσεις. Αν αληθεύει έστω και μέρος της φήμης αυτής, οι Βάρντεν δεν πρόκειται να πιαστούν απροετοίμαστοι. Ο βασιλιάς είναι κατά πολύ το ισχυρότερο άτομο που κατοικεί στην Αλαγαισία. Το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει κάποιος, είναι να υποεκτιμήσει τις δυνατότητες του εχθρού του. Και οι Βάρντεν δεν πρόκειται να κάνουν το λάθος αυτό, όχι τουλάχιστον κάτω από την δική μου αρχηγία." Ο Άτζιχαν έριξε αποφασιστικά στους ώμους τη βαριά του κάπα. "Επίσης η συμφωνία αυτή είναι ένα μάθημα για μας, τους Βάρντεν. Είναι ένα μάθημα για όλους. Κανένας δεν μπορεί να ξέρει αν ο χθεσινός του εχθρός μπορεί να γίνει ο αυριανός του σύμμαχος, θυγατέρα. Αυτό να το θυμάσαι!"
Ο Άτζιχαντ κίνησε κατά την έξοδο. "Είναι καιρός να σπεύδω για τη συνάντησή μου με τον βασιλιά των νάνων" δήλωσε με ύφος σκαιό. "Θα έχει σίγουρα ειδοποιηθεί από τους φρουρούς του για την κινητικότητά μας, όσο κι αν προσπαθήσαμε να μείνει μυστική. Οι νάνοι θα έχουν σίγουρα καταλάβει, ότι κάτι παράξενο συμβαίνει. Όσο νωρίτερα φροντίσω να έλθω σε επαφή μαζί του, να τον ενημερώσω, τόσο καλύτερα. Θα πρέπει άλλωστε να διατάξει τους μαχητές του, να ψάχνουν για τους διδύμους μάγους ταυτόχρονα με τους Βάρντεν." Ο Άτζιχαν πισωγύρισε μια στάλα. "Είμαι όμως σίγουρος, ότι ο Ρόρθγκαρ θα αποφύγει να κοινοποιήσει το νέο αυτής της προδοσίας στο συμβούλιο των αρχηγών των φυλών. Πολλά προβλήματα έχει μαζί τους έτσι κι αλλιώς, από την ώρα που αποφάσισε να δώσει καταφύγιο στους επαναστάτες."
Προτού τα μέλη του συμβουλίου και οι ανώτατοι αξιωματικοί της διοίκησης αποχωρήσουν, είχε κανονιστεί να είναι ο Άτζιχαντ αυτός που θα αναλάμβανε να ενημερώσει αυτοπροσώπως τον βασιλιά προστάτη των Βάρντεν, τον Ρόθγκαρ. Κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται ήδη κοντά του τώρα, μιας και η αρωγή των μαχητών των νάνων στην εξολόθρευση των μάγων είχε θεωρηθεί απ' όλους απαραίτητη. Οι νάνοι γνώριζαν τις σήραγγές τους καλύτερα από τους Βάρντεν και οι μυστικές έξοδοι από τα λαγούμια τους φυλάγονταν ανελλιπώς. Ο Άτζιχαντ όμως, άνθρωπος διόλου αναβλητικός, είχε καθυστερήσει μπαίνοντας στον κόπο να συζητήσει με τη Ναζουάντα για τον Μέρταγκ. Η κοπέλα έκανε αρχικά τη σκέψη, ότι η συζήτηση αυτή δεν ήταν άλλο παρά μια δικαιολογία, που θα του έδινε τον χρόνο να προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει τον νάνο βασιλιά, γοργά όμως την έδιωξε. Ο Άτζιχαντ εξακολουθούσε να είναι προς αυτήν ο στοργικός πατέρας που ήταν πάντα, παρά το ότι είχαν περάσει χρόνοι και καιροί από την εποχή που την ταχτάριζε στα γόνατά του, αφήνοντάς την να παίξει με την πλούσια γενειάδα του. Μπορεί η στοργή του να μην γινόταν εύκολα αντιληπτή λόγω της αυστηρής του, καμιά φορά ακόμα και τραχιάς, συμπεριφοράς απέναντί της, γνώριζε όμως και κατανοούσε την καρδιά της. Η κόρη δεν θα άλλαζε την συμπεριφορά αυτή του πατέρα για αντάλλαγμα κανένα χάδι του κόσμου όλου.
Ο Άτζιχαντ στάθηκε μπροστά από τη θυγατέρα του αγγίζοντας με τις βαριές παλάμες του τους λεπτούς της ώμους. "Δεν το φαντάζομαι, ο παραπάνω χρόνος απουσίας του φίλου σου να γίνει αιτία θλίψης;" τη ρώτησε. Τα βάθη των ματιών του, αυτές οι απολήξεις της ψυχής, της φάνηκαν γεμάτα ανησυχία για την ίδια.
Η κοπέλα τον κοίταξε το ίδιο σοβαρά. "Τίποτε και κανένας δεν πρόκειται να σταθεί εμπόδιο στην πίστη και την αφοσίωσή μου στην υπόθεση των Βάρντεν" αποκρίθηκε.
Ευχαριστημένος ο Άτζιχαντ τη φίλησε τρυφερά στο μέτωπο. "Πήγαινε τώρα, θυγατέρα, γιατί πολλά είναι αυτά που πρέπει σύντομα να γίνουν ακόμα. Μετά τη συνάντησή μου με το Ρόρθγκαρ και την ενημέρωση του νάνου, πρόκειται να καλέσω πάλι τη μάγισσα Τριάννα· ξανά τους στρατηγούς και το συμβούλιο των Βάρντεν."
Η Ναζουάντα υποκλίθηκε με χάρη και αποχώρησε. Στους ημιφωτισμένους διαδρόμους παρατήρησε γοργή κίνηση ομάδων των μαχητών των Βάρντεν, που σίγουρα θα είχαν ενημερωθεί και τώρα δραστηριοποιούνταν για την ανεύρεση των διδύμων. Η κοπέλα ένοιωσε απρόσμενα κουρασμένη. Η μέρα ήταν πλούσια σε γεγονότα κι εγκυμονούσε εξελίξεις. Όλα όσα είχαν πληροφορηθεί μέσω της Τριάννα, που και αυτή με τη σειρά της είχε μάθει από την Άρυα την ξωτικιά, γύριζαν τώρα δα σαν κυκεώνας μέσα στο μυαλό της. Πιότερο όμως από το βάρος στο κεφάλι, ένοιωθε να είναι βαριά τα βλέφαρα και η καρδιά της. Εκείνο το 'όταν' και το 'αν' του Άτζιχαντ την είχαν επηρεάσει, παρά τις υπερήφανες προηγούμενες δηλώσεις της.
Η Ναζουάντα έφτασε στα δωμάτιά της, για να βρει την καμαριέρα της να την περιμένει ανάστατη. Τα νέα ως φαίνεται είχαν με κάποιο τρόπο παράδοξο εισχωρήσει μέχρις εδώ.
"Κυρία;"
Η Ναζουάντα έγνεψε στην κοπέλα καθησυχαστικά. "Όλα είναι υπό έλεγχο, Φάρικα" την καθησύχασε. "Οι μαχητές μας είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε κάθε δυσκολία. Όλα θα πάνε μια χαρά, μονάχα τώρα θέλω να αναπαυθώ λιγάκι. Πήγαινε σε παρακαλώ κι αργότερα θα σε καλέσω."
Δίχως κουβέντα δεύτερη, το κορίτσι υποκλίθηκε κι έφυγε κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Η Ναζουάντα κάθισε επάνω στο φαρδύ κρεβάτι κλείνοντας γύρω της τις κουρτίνες, δημιουργώντας έναν κόσμο από σκιά, που ταίριαζε με τον εσωτερικό της. Τα βλέφαρα βάρυναν περισσότερο, τα πρώτα δάκρυα κύλησαν δίχως να το καταλάβει στα τρυφερά της μαγουλά. Σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης την υγρασία εξετάζοντας παραξενεμένη μετά το χέρι. Ποιος ήταν ο λόγος που τώρα έκλαιγε; Ο Μέρταγκ; Σήμερα είχαν λάβει την πρώτη είδηση από τη μεριά του εδώ και πάνω από έναν χρόνο. Από τη μέρα που είχε φύγει με προορισμό την Ουρου'μπαίην, κανένας δεν είχε μάθει ή ακούσει τίποτε γι' αυτόν. Κανονικά θα έπρεπε να χαίρεται, που αποδεικνυόταν ότι εκείνος ζούσε και υγίαινε. Δεν θα έπρεπε να κλαίει.
Υπήρχε όμως ένα μικρούλι, τόσο δα μικρό, στίγμα μέσα στην καρδιά της. Μην ήταν εκείνο το 'όταν' και το 'αν' του Άτζιχαντ, όπου είχαν χαλάσει τη διάθεσή της; Μην ήταν άραγε το κρυφοψιθύρισμα κάποιου ενστίκτου, που την προειδοποιούσε ότι ο φίλος της κινδύνευε; Η απόφασή του ήταν παράτολμη, να παρατείνει για τόσο χρόνο τη διαμονή του κοντά στον βασιλιά. Δεν ήταν μήπως ο ίδιος ο Μέρταγκ που τη διαβεβαίωνε κατά την τελευταία τους συνάντηση, ότι θα γύριζε πάλι κοντά της πριν κλείσει ο χρόνος, γιατί μακριά απ' αυτήν να ζήσει δεν γινόταν;
Παρά τα συνήθειά της, το στήθος της Ναζουάντα συσπάστηκε από τους λυγμούς. Τα πρώτα της βουβά δάκρυα αντικαταστάθηκαν από γοερό, παρατεταμένο κλάμα. Ρίχτηκε πάνω στα μαξιλάρια της, έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια κι έκλαψε με αναφιλητά, που την συντάραζαν ολόκληρη. Τώρα που βρέθηκε μονάχη δίχως άλλη παρουσία πλάι της, ανάμεσα στον κόσμο της σκιάς, τον φτιαγμένο απ' τις κλειστές κουρτίνες του κρεβατιού της, θα έπρεπε ίσως να το παραδεχτεί τουλάχιστον στον εαυτό της. Η παρουσία του της είχε λείψει.
.*.*.*.
"Εμπρός, αδελφέ! Βάδιζε δίχως να διαμαρτύρεσαι, γιατί μέσα απ' αυτό το σκοτεινό λαγούμι ξανοίγεται για μας ο δρόμος της διαφυγής, ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία."
"Προφανώς ο γιος της φόνισσας του Μόρζαν ανακάλυψε με κάποιον τρόπο τη συμμαχία μας με τον βασιλιά. Εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω όμως, είναι το πώς κατόρθωσε να ειδοποιήσει τους επαναστάτες. Το αγόρι, καλά το ξέρω, δεν κατέχει τρόπους μαγείας για να επικοινωνεί."
"Αυτές είναι συζητήσεις για κάποια άλλη ώρα. Το μόνο μέλημά μας τώρα, είναι να εξαφανιστούμε γρήγορα. Ο δρόμος που μας οδηγεί μακριά από τις σκοτεινές σήραγγες των νάνων του Φάρδεν Ντουρ, είναι αυτός ο μόνος δρόμος που μας έχει απομείνει."
"Πόσο μισώ τον γιο της Μαύρης Χείρας! Αν ίσως μπορούσα…"
"Θα λάβεις την εκδίκησή σου και πάνω σ' αυτόν και πάνω στον Άτζιχαντ και σ' όλους τους Βάρντεν. Όχι όμως τώρα. Όλα θα γίνουν την ώρα την κατάλληλη. Βάδιζε όσο πιο γρήγορα μπορείς και μην γκρινιάζεις άλλο."
"Ήταν μεγάλο λάθος μας, που αργοπορήσαμε να ενημερώσουμε τον βασιλιά για την παρουσία του αγοριού κοντά του. Λάθος, που τώρα δα πληρώνουμε και με περίσσιο κόπο."
"Μπορεί ο γιος της φόνισσας να βρήκε τρόπο να επικοινωνήσει με τη μάγισσα Τριάννα παρακάμπτοντας εμάς, είμαστε όμως και οι δύο τυχεροί, γιατί είχα πάντοτε το νου μου για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτσι παρά την μυστικότητα που κράτησε η μάγισσα και ο αρχηγός των Βάρντεν, εγώ πληροφορήθηκα για τα συμβάντα. Δεν πρέπει να αργοπορούμε όμως, μιας κι όλοι οι μαχητές των επαναστατών θα ψάχνουν να μας βρουν. Ίσως να έχουν ήδη προστεθεί σ' αυτούς κι όλοι αυτοί των νάνων."
"Θα μας καρφώσουν με τα καταραμένα βέλη τους και τα αιχμηρά ακόντιά τους από απόσταση λες και είμαστε σκυλιά. Φοβούνται βλέπεις τη μαγεία μας!"
"Αυτός είναι ένας λόγος παραπάνω να βιαστούμε!"
"Αυτό το αγόρι… μια μέρα θα μου το πληρώσει!"
"Θα γίνει κάποτε αυτό, όταν μπορέσουμε. Στιγμή δεν πρέπει τώρα να καθυστερούμε. Ούτε και να λυπάσαι που δεν ειδοποιήσαμε τον βασιλιά για την παρουσία του αγοριού κοντά του. Έχω ακράδαντη πεποίθηση, ότι ο γιος της Μαύρης Χείρας πρόκειται να μας φανεί χρήσιμος πολύ κάποια στιγμή."
"Καλά ήταν όσο ζούσαμε κοντά στους Βάρντεν και διπλοπληρωνόμαστε σε ασήμι και χρυσάφι αρκετό για τις υπηρεσίες μας· κι από διπλούς εργοδότες. Τώρα, για πού θα κινηθούμε, αδελφέ μου;"
"Κοντά στον βασιλιά θα πάμε, στην Ουρου'μπαίην. Έτσι όπως έχει εξελιχθεί η ζωή μας, μονάχα κοντά στον Γκαλμπατόριξ και κάτω από την προστασία του θα βρούμε καταφύγιο για την ασφάλειά μας. Να είσαι σίγουρος, ότι οι Βάρντεν σύντομα θα μας επικηρύξουν."
"Στην Ουρου'μπαίην θα είναι το βρομόπαιδο… ο γιος της Χείρας…"
"Που είτε θα μας πληρώσει με χρυσάφι, αν έχει, εξαγοράζοντας τη σιωπή μας, είτε προσφέροντάς μας ειδικές υπηρεσίες. Σίγουρα δεν θα τολμά να μάθει ο Γκαλμπατόριξ ό,τι γι' αυτόν γνωρίζουμε και για τη σχέση του με τους επαναστάτες."
"Κι όταν δεν θα μας είναι χρήσιμος πια… Χεχ! Δίκιο που έχεις, αδελφέ μου! Το να τον παραδώσουμε στον Γκαλμπατόριξ προδίδοντας τον ρόλο του, είναι ίσως η καλύτερη εκδίκηση που θα γινόταν να λαβαίνουμε απ' το άτομό του."
"Κάποτε, άκουσα, για να εκδικηθεί ο βασιλιάς έναν προδότη, τον είχε υποβάλει σε διαρκή μαρτύρια. Αυτός παρακαλούσε να πεθάνει. Του πήρε όμως τρεις ολάκερες βδομάδες."
"Ναι, ένα τέτοιο είναι το μέλλον που σίγουρα αξίζει στον γιο της φόνισσας. Μονάχα θα ζητήσω από τον βασιλιά, να είμαι κι εγώ εκεί μπροστά, να βλέπω."
.*.*.*.
Η μαρτυρική νύχτα έφτασε στο τέλος της. Η αυγή ξεχύθηκε μέσα από τον σιδερόφρακτο φεγγίτη, για να χαϊδέψει τα κλειστά βλέφαρα του νέου, που πετάρισαν στο πρώτο φως. Κάποια στιγμή, λίγο πριν το ξημέρωμα, ο Μέρταγκ είχε γλιστρήσει σε έναν παρηγορητικό ύπνο βυθισμένος στη σκέψη της Ναζουάντα. Του πήρε κάποιες στιγμές για να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν τώρα και ότι αυτό που ζούσε δεν ήταν εφιάλτης αλλά η στυγνή πραγματικότητα. Αισθανόταν ακόμα στο στομάχι τον καυτερό πόνο της πληγής που δεν υπήρχε. Καταλάβαινε επίσης τις κλειδώσεις του σώματός του καταπονημένες, εξ αιτίας της παγωμένης νύχτας που είχε περάσει πάνω στο γυμνό πάτωμα· τα χέρια και πόδια του μουδιασμένα από το κρύο.
Η αγωνία που είχε εμφυσήσει μέσα του ο Γκαλμπατόριξ δεν έμοιαζε να τον έχει ακόμα εγκαταλείψει παρά τη βραδινή, ονειρώδη παρουσία της Ναζουάντα. Τα μισοσκότεινα δοκάρια, που στήριζαν πάνω από το κεφάλι του την οροφή, φάνταζαν στοιχειωμένα ακόμα και στο πρωινό φως. Για μια στιγμή φαντάστηκε ένα σώμα ανθρώπινο κρεμασμένο από εκεί, γοργά όμως έδιωξε από το νου την ζοφερή εικόνα.
Ο Μέρταγκ σύρθηκε μέχρι τον έναν τοίχο, όπου ανακάθισε ακουμπώντας την πλάτη στους ξεφτισμένους σοβάδες. Πίσω του ένοιωσε την υγρασία της πέτρας να παγώνει περισσότερο το ρούχο του. Έμεινε ακίνητος με τα πόδια μαζεμένα στο στήθος ένα κουβάρι, προσπαθώντας να ζεσταθεί. Καθώς το πρωινό φως ξεδιπλωνόταν μέσα στην κάμαρα διαλύοντας τη νύχτα, αναζήτησε βαθιά μέσα στην καρδιά του το κουράγιο και τη δύναμη, που την προηγούμενη του είχαν λείψει. Βάλθηκε να κάνει ότι πάντα έκανε, τις λίγες εκείνες φορές που είχε λιποψυχήσει. Αναζήτησε ανάμεσα στο ρούχο του το ξύλινο φυλαχτό της κουκουβάγιας, το χάρισμα της Ναζουάντα, που πάντοτε φορούσε κατάσαρκα, κρεμασμένο από πέτσινο κορδόνι γύρω απ' τον λαιμό του. Σφίγγοντας με όση δύναμη είχε μέσα στην παλάμη του το μικροσκοπικό αντικείμενο, ζήτησε σ' αυτό παρηγοριά κι ελπίδα.
Ήταν το σύμβολο της θεάς της σοφίας, που εκείνη λάτρευε, όμως τι κρίμα… Αυτόν δεν τον είχε βοηθήσει στο ελάχιστο, ώστε η κρίση του να τον οδηγήσει στη σωστή κατεύθυνση. Έτσι είχε βρεθεί στην τωρινή του δυσχερή κατάσταση. Με θλίψη του ο Μέρταγκ θυμήθηκε ξανά τα λόγια της αγαπημένης, την ώρα που εκείνη περνούσε γύρω απ' τον λαιμό του το φυλαχτό … "Η κουκουβάγια είναι το σύμβολο της ευστροφίας πνεύματος και της σοφίας. Είθε να σε οδηγεί πάντοτε, ώστε με σύνεση να διαβαίνεις τους ασφαλέστερους δρόμους της ζωής και με σοφία να κάνεις πάντα τις επιλογές σου"… Έτσι του είχε πει λιγάκι πριν να τον ξεπροβοδίσει. Εκείνος όμως, κάθε άλλο παρά με σύνεση είχε κάνει την επιλογή του.
Η σκέψη της Ναζουάντα ήταν ότι του είχε απομείνει στη ζωή, ώστε να κρεμαστεί επάνω σ' αυτήν αναζητώντας την ελπίδα. Και τώρα όμως, όπως και καθ' όλη τη διάρκεια που είχε παραμείνει στην Ουρου'μπαίην, φρόντισε να διώξει μακριά του αυτή τη σκέψη εξ αιτίας του φόβου στον Γκαλμπατόριξ. Ο Μέρταγκ θα φρόντιζε να επιβιώσει με κάθε τρόπο για το χατίρι αυτής της αγάπης. Θα φρόντιζε να επιστρέψει μια μέρα κοντά στη Ναζουάντα, να εκπληρώσει τους όρκους του στον αρχηγό των Βάρντεν. Για τώρα όμως, όφειλε να πάψει να τους σκέφτεται. Το γεγονός, ότι ο βασιλιάς γνώριζε όλα όσα συνέβησαν κατά το διάστημα που αυτός ταξίδευε παρέα με τον Έραγκον και τη Σαφίρα, τον προβλημάτισε. Κάποια διαβολική μαγεία, που ο Γκαλμπατόριξ είχε φροντίσει να θέσει επάνω του, είχε προσφέρει στον βασιλιά αυτή την γνώση. Με ποιόν άλλο τρόπο μπορούσε να εξηγηθεί το γεγονός, ότι εκείνος γνώριζε τα πάντα; Καλά θα έκανε λοιπόν να αναζητήσει την ελπίδα, με κανέναν όμως τρόπο να μην την συνδυάζει με τη σκέψη της Ναζουάντα ή των Βάρντεν.
Όσο για το κόκκινο αυγό, αυτό που είχε γίνει βασική αιτία της απερισκεψίας και κακοδαιμονίας του, είχε αποφασίσει να μην το ξανασκεφτεί ποτέ.
Οι ώρες της υπόλοιπης ημέρας συνέχισαν να κυλούν αργά και βασανιστικά. Τα παγωμένα ρεύματα χώνονταν ύπουλα στο δωμάτιο ενισχύοντας το κρύο του χειμώνα και στάλες από το ανεμοβρόχι ράντιζαν το δάπεδο κάτω από τον φεγγίτη. Στο μαρτύριο της παγωνιάς ήρθε να προστεθεί και αυτό της δίψας, που έκαιγε τον πονεμένο του λαιμό εδώ και ώρες. Τουλάχιστον ο οδυνηρός πόνος στο στομάχι είχε αρχίσει σταδιακά να υποχωρεί. Οι βάρδιες των φρουρών άλλαζαν η μία μετά την άλλη έξω από την πόρτα του κελιού του. Τα βαριά βήματά τους, που κροτάλιζαν επάνω στα πέτρινα σκαλοπάτια την ώρα που ανέβαιναν και κατέβαιναν, προειδοποιούσαν για την συνεχή τους παρουσία εκεί έξω. Ο θόρυβος από τις σιδερένιες πανοπλίες τους ηχούσε στ' αυτιά του το ίδιο δυσοίωνα, όσο και η σιωπή τους.
Έφτανε πια το σούρουπο – εικοσιτέσσερις ώρες είχαν ήδη περάσει, από την ώρα που ο Γκαλμπατόριξ τον περιόρισε σε τούτο το κελί – όταν τα σίδερα της πόρτας έτριξαν και το ενισχυμένο φύλο υποχώρησε προς τα μέσα. Στο άνοιγμα παρουσιάστηκε ένας άγνωστος σ' αυτόν υπηρέτης, ντυμένος με την άχρωμη, γκρίζα φορεσιά που φορούσαν συνήθως οι προσωπικοί υπηρέτες του Γκαλμπατόριξ. Στο ένα του χέρι βαστούσε πήλινο κύπελλο, στο άλλο ένα κομμάτι κρίθινου ψωμιού. Πλησίασε με αργά βήματα το ραγισμένο τραπέζι κι απίθωσε με προσοχή την κούπα και το ψωμί επάνω του, κατόπιν στράφηκε να φύγει.
Ο Μέρταγκ στηρίχτηκε στον τοίχο και με μεγάλη προσπάθεια σηκώθηκε ορθός εμποδίζοντας την έξοδο του υπηρέτη. "Μπορείς, καλέ μου άνθρωπε, να φέρεις τον μάλλινο μανδύα μου; Τον έχω αφήσει μαζί με το άλογό μου στους στάβλους. Δεν έχεις παρά να τον ζητήσεις από τον σταβλίτη."
Ο υπηρέτης στάθηκε για μια στιγμή μπροστά στο εμπόδιο, γρήγορα όμως δοκίμασε να παρακάμψει το σώμα του νέου συνεχίζοντας προς την έξοδο. Ο Μέρταγκ παρατήρησε με αποστροφή, ότι τα μάτια του άντρα ήσαν απλανή κι ανέκφραστο το πρόσωπο. Έδειχνε να μην τον έχει καν ακούσει. Δοκίμασε και πάλι να τον σταματήσει αρπάζοντας το μπράτσο του. "Αν σου είναι δύσκολο να βρεις την κάπα μου, φέρε τουλάχιστον μία κουβέρτα… ένα κερί, για να φωτίσω το δωμάτιο" είπε επιτακτικότερα.
Ο υπηρέτης τίναξε με απάθεια το χέρι ελευθερώνοντάς το από το κράτημα και με το ίδιο, αργό βήμα που είχε μπει, βγήκε από το δωμάτιο. Η πόρτα έτριξε πάνω στους μεντεσέδες κι έκλεισε πίσω του. Ακούστηκε για άλλη μια φορά η αμπάρα που την σφράγιζε απ' έξω και το κροτάλισμα από τις πανοπλίες των φρουρών, ύστερα ησυχία.
Ο Μέρταγκ στέναξε και πλησίασε το τραπέζι, για να ελέγξει το περιεχόμενο της κούπας. Διαπίστωσε ότι ήταν γεμάτη με νερό μονάχα ως τη μέση. Δεν ήταν παρά λίγες γουλιές, που σίγουρα δεν θα του αρκούσαν, για να καταλαγιάσει η δίψα του. Το ψωμί ήταν τόσο σκληρό, που θα μπορούσε ίσως να το χρησιμοποιήσει σαν πέτρα, για να συνθλίψει το κεφάλι του υπηρέτη, αν αυτός θα ξαναρχόταν. Ήπιε με λαιμαργία το νερό δίχως η δίψα του να σβήσει. Παρά την πρώτη αντίδρασή του στο ψωμί, αργότερα το γεύτηκε ψίχουλο-ψίχουλο. Ως φαίνεται, ο Γκαλμπατόριξ είχε αποφασίσει να τον θρέψει τόσο, όσο να μην πεθάνει από την πείνα και τη δίψα.
Κατά την επόμενη ημέρα την ίδια ακριβώς ώρα, ο αμίλητος υπηρέτης ξανάρθε. Έφερε μαζί του και πάλι την ίδια λιτή τροφή κι ελάχιστο νερό. Όση ώρα βρισκόταν στο κελί, ο Μέρταγκ δεν έπαψε να του ζητά ρούχα ζεστότερα και ένα φως, για να φωτίσει τις νύχτες τη σκοτεινιά του χώρου. Όσο όμως και αν επέμενε, δεν πήρε καμία απόκριση από τον υπηρέτη, που εξακολουθούσε να έχει πάντοτε την ίδια απλανή όψη. Αυτή τη φορά όμως πριν βγει από το δωμάτιο, ο άντρας του έγνεψε να τον ακολουθήσει. Μαζί με συνοδεία τους φρουρούς του τον οδήγησε να επισκεφτεί τον χώρο ενός αποχωρητηρίου. Δεν βρήκε βέβαια εκεί καθόλου νερό για να πλύνει το πρόσωπο, τα χέρια ή το σώμα, μπόρεσε όμως να ανακουφίσει τις σωματικές ανάγκες του.
Κατά τον γυρισμό προς το κελί, στο πρόσωπο του ενός φρουρού ο Μέρταγκ αναγνώρισε κάποιον γνωστό του. Πολλές ήταν οι φορές, που με τον άντρα αυτόν είχαν διασταυρώσει τα σπαθιά τους στην αυλή της εξάσκησης. Όσο όμως και να επέμενε να πληροφορηθεί από αυτόν, αν είχε ακούσει για τα σχέδια του βασιλιά όσον αφορά την κράτησή του στο κελί του πύργου, ο φρουρός παρέμεινε το ίδιο αμίλητος κι ανέκφραστος, όπως κι ο υπηρέτης.
Η ίδια τελετουργία ακολουθήθηκε για μέρες. Το κάθε σούρουπο ο υπηρέτης έφερνε μέχρι το κελί μία μισογεμάτη κούπα με νερό και το σκληρό κομμάτι του ψωμιού, για να πάρει μετά μαζί του την χθεσινή άδεια, που ο Μέρταγκ είχε αυτοστιγμεί στραγγίσει. Όσο κι αν ζήτησε ο νέος περισσότερο να πιει, το αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε· ούτε αυτό, ούτε άλλο κανένα, όπως ρούχα ζεστότερα και φως για τη σκοτεινιά του κελιού του. Αμίλητος πάντα ο υπηρέτης και οι φρουροί του τον οδηγούσαν για λίγη ώρα στο αποχωρητήριο, για να τον επιστρέψουν και πάλι σιωπηλοί κι ανέκφραστοι στο κελί του.
Μετά από την πρώτη εκείνη φορά, ο ίδιος ο Μέρταγκ δεν καταδέχτηκε ν' απευθυνθεί ξανά προς τους φύλακές του, παρά τους αντιμετώπιζε πάντα με περηφάνια. Φρόντιζε να παρουσιάζεται μπροστά τους όσο πιο ευπρεπής γινόταν, βαδίζοντας ευθυτενής, σκεπάζοντας με μαεστρία τα συναισθήματά του.
Το μόνο που διαπίστωσε από τις ολιγόστιγμες εκείνες αποδράσεις, ήταν πως, εκτός από τους δύο στρατιώτες που φύλαγαν έξω από την πόρτα του κελιού του, υπήρχε ένα ακόμα ζευγάρι στην βάση της σκάλας που οδηγούσε στον πύργο· ακόμα ένα, στον σκοτεινό διάδρομο που ξεδιπλωνόταν μέχρι το αποχωρητήριο. Τουλάχιστον δεν υπήρχε εκείνη η πληθώρα των ανδρών, που προστάτευαν προφανώς τον ίδιο τον Γκαλμπατόριξ κατά την πρώτη συνάντηση μαζί του στον πύργο.
Με ένα κομμάτι πεσμένου σοβά από τους ξεφτισμένους τοίχους ο Μέρταγκ υπολόγιζε τις μέρες που περνούσαν, σχηματίζοντας ένα μικρό σύμβολο για την κάθε μία πάνω στην πέτρα. Εκτός από τη δίψα – που ποτέ δεν καταλάγιαζε – και το κρύο, είχε ν' αντιπαλέψει και τις δυσοίωνες σκέψεις και συναισθήματα της καρδιάς του. Ως φαίνεται, ο βασιλιάς δεν είχε πειστεί στους όρκους του, ούτε και σκόπευε να του δωρίσει μια νέα ευκαιρία. Το ότι τον είχε κρατήσει ζωντανό ως τώρα τίποτε δεν θα μπορούσε να σημαίνει, μιας και ήταν πιθανό να του έχει χαριστεί προσωρινά, μόνο και μόνο για να τον ταπεινώσει περισσότερο στο μέλλον. Η ελάχιστη τροφή και το μετρημένο σε στάλες νερό που του παρείχε, το κρύο και η έλλειψη καθαριότητας, μονάχα στον εξευτελισμό του συντελούσαν.
Σκέψεις να δραπετεύσει άρχισαν μοιραία να στριφογυρίζουν στο μυαλό του.
Εσωτερικά του κάστρου ήταν αδύνατον να αποδράσει, μιας και οι φρουροί του ήσαν πολλοί, πάνοπλοι και καλοταϊσμένοι. Η όλη προσοχή του στράφηκε προς τον φεγγίτη. Η σιδεριά έδειχνε γερή, όσο και η με σίδερα δεμένη πόρτα. Βρισκόταν όμως τόσο ψηλά από το πάτωμα, που δύσκολα μπορούσε να την φτάσει. Στη μια προσπάθεια που έκανε, να σκαρφαλώσει τοποθετώντας το σκαμνί επάνω στο τραπέζι, εκείνο πάραυτα θρυμματίστηκε, σαθρό καθώς ήταν από τα χρόνια. Ακόμα και το τραπέζι κάτω του κλυδωνίσθηκε επικίνδυνα, έτοιμο να ανοίξει και αυτό σε δυο κομμάτια.
Η αλόγιστη προσπάθεια έληξε προτού ακόμα αρχίσει. Ακόμα και αν κατόρθωνε ποτέ να φτάσει μέχρι τον φεγγίτη, ακόμα και αν γινόταν με κάποιο τρόπο μαγικό να περάσει το κορμί μέσα από τα σιδερένια κάγκελα, θα ήταν ίσως αδύνατη η καταρρίχηση ως το έδαφος. Και στην φανταστική περίπτωση ακόμα που θα έφτανε ως εκεί, μήπως δεν θα τον σταματούσαν οι στρατιώτες που περιπολούσαν, φροντίζοντας και πάλι να τον συλλάβουν;
Οι αλλαγές των φρουρών έξω από την πόρτα του κελιού συνεχίζονταν αδιαλείπτως, κάνοντάς τον να νοιώθει εκεί την διαρκή τους παρουσία. Ήταν συνεχώς φρουρούμενος… φυλακισμένος… Και αντίθετα με τα αντικείμενα του δωματίου που κατέρρεαν, τα σίδερα που τον κρατούσαν μέσα τους δεμένο αποδεικνύονταν ανθεκτικότατα.
Όσο οι μέρες διάβαιναν η μία μετά την άλλη, όσο τα σχήματα που τις σημάδευαν επάνω στην γυμνή πέτρα του τοίχου πολλαπλασιάζονταν, παρά το κρύο, την πείνα ή την δίψα, ο ψυχισμός του δεν έμελλε ν' αλλάξει. Αν νόμιζε ο βασιλιάς ότι θα καμφθεί, ήταν γελασμένος. Εδώ και μέρες είχε πάψει να μιλά στον υπηρέτη, μάλιστα καμωνόταν πως ούτε τον έβλεπε, ούτε και αντιλαμβανόταν την παρουσία του. Φρόντιζε πάντοτε, κατά την ώρα που ο άντρας θα έμπαινε στο δωμάτιο, να στέκει ολόρθος. Με την πλάτη γυρισμένη προς την πόρτα και τα μάτια του στραμμένα στο μικρό κομμάτι του ουρανού που εμφανιζόταν ανάμεσα από τα κάγκελα του φεγγίτη, έμοιαζε να αγναντεύει τον έξω κόσμο… την λευτεριά του. Αν ο Γκαλμπατόριξ είχε μέλημα να παίρνει από τον υπηρέτη του ραπόρτο, ας μάθαινε ότι αυτός, ο Μέρταγκ, δεν είχε λυγίσει. Ούτε επρόκειτο!
Παρά τις παγωμένες νύχτες προτιμούσε να ξημερώνει πλαγιασμένος στο πάτωμα. Το αχυρόστρωμα ήταν τελείως σάπιο και βρωμούσε και το κρεβάτι τόσο σαθρό, όσο και το σκαμνί που είχε θρυμματιστεί. Ούτε καν ένα ρόπαλο της προκοπής δεν θα μπορούσε να σκαρώσει από το ξύλο που διαλυόταν, αστεία βοήθεια για μια επίθεση στους πάνοπλους φρουρούς του.
Το μόνο που του απέμενε για να περνά τις ώρες της ημέρας του, ήταν ν' ακολουθήσει την παρότρυνση του Γκαλμπατόριξ και να διαβάζει πάλι και πάλι το αρχαίο χειρόγραφο. Ήταν η μόνη κίνηση που θα μπορούσε να αποσπάσει το νου του από τις ζοφερές σκέψεις για την τύχη του και η ανάγνωση αυτή τον βοηθούσε να σκοτώνει τον χρόνο, που με τίποτε δεν περνούσε.
Σύμφωνα με τις ιστορικές του γνώσεις, οι καβαλάρηδες της λαίδης Μαρέλντα είχαν υπερισχύσει του αυτοκρατορικού πεζικού. Η τοποθεσία κοντά στο Κίθρι, που είχαν διαλέξει για την επίθεσή τους, ήταν ιδανική για να πλευροκοπήσουν τα στρατεύματα πεζικάριων του Γκαλμπατόριξ. Διαβάζοντας το χειρόγραφο που είχε αφήσει πίσω του ο στρατηγός, ο Μέρταγκ εμβάθυνε με το αναλυτικό μυαλό του στις τακτικές της μάχης. Ανέλυε τα λάθη που έπρεπε να έχουν αποφευχθεί και εξέταζε πιθανές κινήσεις του στρατηγού, που θα του είχαν δώσει ίσως τη δυνατότητα να έχει επικρατήσει.
Οι ώρες της νύχτας ήταν πολύ χειρότερες. Το φεγγάρι βρισκόταν στη χάση του και το μόνο φως που απόμενε να φωτίζει το σκοτεινό κελί, ήταν αυτό των μακρινών, ψυχρών άστρων. Καθώς καθόταν άπραγος μέσα στην παγωμένη σκοτεινιά και ο ύπνος δεν ερχόταν, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε την αίσθηση μίας παρουσίας απόκοσμης να επικρέμεται από πάνω του. Την ώρα που σηκώνονταν οι σκιές και κάποιες από αυτές γλιστρούσαν για λίγο στον αντικρινό τοίχο, έμοιαζαν με το σώμα άντρα κρεμασμένου από τα ψηλά δοκάρια. Η ψευδαίσθηση τρεμόπαιζε για λίγο στο βλέμμα του, για να σβηστεί αμέσως μετά μέσα στα απλωμένα σκοτάδια που αγκάλιαζαν το δωμάτιο. Να ήταν άραγε η μορφή του κρεμασμένου στρατηγού, που ακόμα στοίχειωνε τις νύχτες τον πύργο; Ή μήπως κάποιο είδος μαγείας του Γκαλμπατόριξ, που ζητούσε με τέτοιες μεθόδους να καταβάλει το πνεύμα του νεαρού φυλακισμένου;
Ο Μέρταγκ βάλθηκε να ξαναθυμηθεί τις διανοητικές ασκήσεις, που κάποτε είχε διδαχθεί από τον γέροντα καθηγητή του στη Σούρντα. Αρχίνησε με ζέση να τις επαναλαμβάνει πάλι και πάλι, προσπαθώντας να μην τρελαθεί από μοναξιά κι από την απραξία. Αν η τροφή και το νερό που έπαιρνε δεν ήταν αρκετά για να διατηρήσουν το σώμα του ακμαίο και δυνατό, τουλάχιστον οι διανοητικές ασκήσεις ενίσχυαν το πνεύμα του.
Γρήγορα σχηματίστηκε μια επαναλαμβανόμενη, ατέρμονη ρουτίνα, που δεν χώριζε πια τις μέρες από τις νύχτες όπως στην αρχή της φυλάκισής του. Τότε διαχωρίζονταν ακόμα οι ανιαρές, επίπονες ώρες του φωτός από τις αγωνιώδεις, εξαντλητικές του σκοταδιού. Ο ύπνος πια – συχνά ήταν λήθαργος – δεν περιοριζόταν όπως άλλοτε μόνο τα βράδια. Ο Μέρταγκ διαπίστωνε με ανησυχία, ότι η ραγδαία του σωματική εξάντληση τον έκανε να θέλει να κοιμάται περισσότερο, ακόμα και σε σκόρπιες ώρες μέσα στη μέρα. Ακόμα και τις λίγες εκείνες φορές, που ο άνεμος παράσερνε μακριά τα σύννεφα και ένα μικρό κομμάτι από παρήγορο ηλιόφωτο έμπαινε στο κελί του ζεσταίνοντάς τον. Μέσα στον λήθαργο αυτόν περνούσε ώρες-ώρες από μπροστά του σαν κορδέλα η παλιά ζωή του. Ο Τόρνακ… η Ναζουάντα… το κόκκινο αυγό του δράκου… οι φασματικές εικόνες τους διαδέχονταν η μία την άλλη, απλώνονταν πάνω του σκεπάζοντάς τον παρήγορα. Το πρώτο του μέλημα μόλις συνερχόταν, ήταν να βιαστεί να διώξει τ' αγαπημένα φάσματα από κοντά του, προλάβαινε όμως να κρατήσει μέσα του κομμάτι απ' την αγάπη τους.
Υπήρχαν ακόμα κάποιες στιγμές, που έπιανε τον εαυτό του να αναμένει τον ερχομό του υπηρέτη με αδημονία και όχι μονάχα για την παροχή του νερού και της τροφής, ή την επίσκεψη στο αποχωρητήριο για ανακούφισή του. Παρά το γεγονός, ότι η μικρή αυτή απόσταση ολοένα και τον κούραζε περισσότερο, ώστε είχε καταντήσει κάποιες φορές στις σκάλες ή στον διάδρομο να παραπαίει, η ελάχιστη αυτή – αν και ψυχρή – επαφή με πλάσματα ανθρώπινα τον έκανε να νοιώθει πως ήταν ζωντανός ακόμα. Και μόλις οι φρουροί του τον επέστρεφαν στο κελί κι ο υπηρέτης αποχωρούσε, ένα καινούριο σύμβολο μίας ακόμα μέρας που πέρασε σαν φυλακισμένος χαραζόταν πάνω στην πέτρα. Τότε η ανησυχία του όλη και ο φόβος δεν ήταν άλλα, παρά πως ίσως πριν να χαραχτεί το επόμενο σημάδι, ο υπηρέτης και οι στρατιώτες μπορεί να χρειαζόταν να τον υποβαστάζουν.
Όσο αυτοί οι ατέρμονοι βρόγχοι της ρουτίνας συνεχίζονταν, παρά τη δύναμη που με αγωνία αναζητούσε μέσα του διαρκώς, έφτανε κάποιες ώρες να πιάνει τον εαυτό του να λογίζεται έναν συγκεκριμένο βρόγχο, που θα μπορούσε να φορέσει γύρω από τον λαιμό του. Να κρεμαστεί κι αυτός απ' το ψηλό δοκάρι, όπως είχε κάποτε κάνει κι ο προηγούμενος τρόφιμος του κελιού του. Αν και δεν ήταν σίγουρος, ότι θα κατάφερνε να φτάσει ως εκεί ψηλά.
Ήρθε όμως ένα σούρουπο, όπου αντί για τον ερχομό του υπηρέτη, δέχτηκε εντελώς απρόσμενα την επίσκεψη του Γκαλμπατόριξ.
Ο θόρυβος έξω από την πόρτα του κελιού ήταν που τον προειδοποίησε, ότι κάτι το εξαιρετικό συνέβαινε, κάτι που αντέβαινε την καθημερινή ρουτίνα. Πληθώρα βημάτων, φωνές και ήχοι από κροταλίσματα πανοπλίας τον ξύπνησαν από τον λήθαργο, στον οποίο η εξάντληση μοιραία τον είχε κυλήσει. Η πόρτα άνοιξε και στο άνοιγμά της, αντί για τον συνηθισμένο υπηρέτη, φάνηκε ο βασιλιάς ο ίδιος.
Ο Γκαλμπατόριξ μπήκε με βήμα αποφασιστικό μέσα στο δωμάτιο, ενώ ένας στρατιώτης βιάστηκε να φέξει μ' έναν πυρσό το εσωτερικό του χώρου. Πίσω απ' αυτόν έρχονταν δύο φορτωμένοι υπηρέτες, που κουβαλούσαν ένα βαρύ, κέδρινο κιβώτιο κρεμασμένο με σχοινιά από δύο κοντάρια στερεωμένα στους ώμους τους. Οι υπηρέτες απίθωσαν το κιβώτιο στη μέση του δωματίου, υποκλίθηκαν μπροστά στον βασιλιά και βιάστηκαν να φύγουν. Ο στρατιώτης με τον πυρσό παρέμεινε.
Ο Γκαλμπατόριξ έριξε μια ματιά γύρω του σουφρώνοντας τη μύτη, κατόπιν το γερακίσιο βλέμμα του καρφώθηκε στον νέο. Ο Μέρταγκ βιάστηκε να σηκωθεί από τη γωνιά του, να υποκλιθεί μπροστά στον βασιλιά στηριγμένος στο ένα γόνατο. Γνέφοντας στον στρατιώτη να φέρει τον πυρσό πιο κοντά, ο βασιλιάς απέμεινε να τον παρατηρεί για μερικά λεπτά. Αν έμεινε ευχαριστημένος με την κατάσταση που βρήκε τον φυλακισμένο του, αποτέλεσμα της μεταχείρισης που ο ίδιος είχε διατάξει, δεν το έδειξε. Στάθηκε πλάι στο ξύλινο κιβώτιο αγγίζοντας το κάλυμμα με τις άκρες των δακτύλων.
"Μέρταγκ! Ω, γιε του αγαπημένου μας συντρόφου, συμπολεμιστή και φίλου, είναι η φιλία μας αυτή του παρελθόντος, πάνω στην οποία βασίζεται η τόση επιείκειά μας στο πρόσωπό σου. Πάρα το ότι απέτυχες να τηρήσεις τη συμφωνία μας και δεν επέστρεψες σ' εμάς τον θησαυρό μας, παρά το ότι παράκουσες την εντολή μας, να μας συναντήσεις στη Ντρας-Λεόνα που περιμέναμε, αποφασίσαμε, μετά από σκέψη, να τηρήσουμε από τη μεριά μας το δικό μας σκέλος αυτής της συμφωνίας. Ελπίζοντας ότι συμπτώματα ανυπακοής, όπως το πρόσφατο, δεν θα επαναληφθούν και λαμβάνοντας υπ' όψιν τις υποσχέσεις σου για συμμόρφωση, ευπείθεια και υπακοή, αποφασίσαμε να παραδώσουμε σ' εσένα αυτό που επιθυμεί η καρδιά σου. Ευχόμαστε ότι στο μέλλον θα βρίσκεσαι κοντά μας πιο εχέφρων, νουνεχής και συνετός απ' όσο στο παρελθόν."
Μετά από το λογύδριο αυτό, ο Γκαλμπατόριξ ξεσφράγισε ο ίδιος το κάλυμμα του κιβωτίου παρατώντας το ανοιχτό στη μέση του δωματίου. Χωρίς να περιμένει τις αντιδράσεις του νέου, έγνεψε στον φρουρό του να αποσύρει τον πυρσό και τον ακολούθησε κι ο ίδιος προς την έξοδο. Η πόρτα έκλεισε και πάλι πίσω του, ακούστηκε η αμπάρα που ασφάλιζε τη φυλακή και ο Μέρταγκ απόμεινε ξανά μονάχος. Στηρίχτηκε στα δύο του γόνατα και με περιέργεια τεντώθηκε, να εξετάσει το περιεχόμενο του κιβωτίου. Ίσως η δίψα και η πείνα του, η σκοτεινιά και το κρύο ικανοποιούνταν με ότι περιείχε μέσα εκεί. Ήδη μια ζωηρή λάμψη ξεχυνόταν από μέσα φωτίζοντας τα σκοτάδια, λάμψη που τον παρέσυρε να πλησιάσει πιο κοντά, να εξετάσει.
Κι εκεί… το είδε!
Με το άλικο χρώμα του να φλέγεται από φως, τις ανοιχτόχρωμες φλέβες του κελύφους να διαχέονται στην επιφάνεια σαν ποταμοί ασημιού ανάμεσα από λάβα, επάνω στα παχιά του μαξιλάρια κι ανάμεσα στις ανάκατες πλεξούδες, τα μάλλινα υφάσματα και τα μεταξωτά, που σκέπαζαν πρωτύτερα το βάθρο του, βρισκόταν εκεί, εντυπωσιακό όσο ποτέ και μυστηριώδες, το κόκκινο αυγό του δράκου.
Σ/Σ: Σας ευχαριστώ που διαβάσατε αυτό το κεφάλαιο.
