Όπου ο Μέρταγκ εμπιστεύεται στον Έραγκον το μυστικό του.


Βορράς

Κεφάλαιο 17

Με μια απότομη κίνηση ο Μέρταγκ θηκάρωσε το Ζάρ'ροκ, χωρίς να νοιαστεί να ανασύρει τη μαγεία που στόμωνε την κόψη. Με δυο γοργές δρασκελιές και χείλη σφιγμένα από θυμό βρέθηκε στο σημείο που ο Έραγκον απόμενε καθιστός, μισοεξαφανισμένος μέσα στο βράχο. Ο Μέρταγκ έτεινε το χέρι προς τη μεριά του αδελφού του σαν βοήθεια για να σηκωθεί.

"Δεν έχει νόημα να θυμώνεις τώρα" γρύλισε σιγανά ο Θορν. "Θα ήταν καλύτερα, αν του είχες αποκαλύψει την αλήθεια ευθύς εξ αρχής. Εξ άλλου, μόλις του περιέγραψες την κατάσταση των φτωχών κατατρεγμένων της Σίουνον δάκρυσε και προθυμοποιήθηκε άμεσα να τους βοηθήσει."

Δίχως να απαντήσει στον δράκο του ο Μέρταγκ άδραξε τον βραχίονα του Έραγκον βοηθώντας τον να σηκωθεί. "Λυπάμαι πολύ αν χτύπησες" μουρμούρισε απολογητικά. "Δεν ήταν η πρόθεσή μου να σε πληγώσω. Έλα, πάμε μέσα, να τοποθετήσουμε ένα παγωμένο επίθεμα γύρω από το μέτωπό σου. Δεν φαίνεται κάποια εξωτερική πληγή, αλλά είναι πιθανόν να δημιουργηθούν μώλωπες και εκχυμώσεις."

"Σ' ευχαριστώ, αδελφέ, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται. Ήδη νοιώθω καλύτερα. Αν χρειαστεί μπορώ να χρησιμοποιήσω τη μαγεία μου, για να θεραπεύσω το πρόβλημά μου." Το κεφάλι του Έραγκον βούιζε λίγο, ο πόνος όμως δεν ήταν τόσο δυνατός, όσος είχε αρχικά προφασιστεί. Δέχτηκε όμως πρόθυμα τη βοήθεια του Μέρταγκ και βοηθήθηκε στηρίζοντας τα πόδια του στο δάπεδο, βάζοντας ώθηση προς τα επάνω. Αφέθηκε να οδηγηθεί και πάλι μέσα στον χώρο του τζακιού, όπου και κάθισε στον πέτρινο πάγκο μπροστά στο τραπέζι. Τα ρούχα του ήσαν ιδρωμένα και κολλούσαν πάνω του. Ένοιωθε τον ιδρώτα να κυλά στη ραχοκοκαλιά του και η ανάσα του έβγαινε γοργή και κοφτή. Οι γρήγοροι παλμοί της καρδιάς του έδιναν την εντύπωση τυμπάνου, που έκρουε δυνατά επάνω στους κροτάφους.

Ο Έραγκον σκέφτηκε ότι όσο πιο γρήγορα άλλαζε το πουκάμισο, τόσο καλύτερα. Πρώτα όμως θα αξίωνε κάποιες εξηγήσεις από τον Μέρταγκ. Τοποθετώντας το Μπρίσινγκρ μπροστά του, επάνω στην κρύα επιφάνεια του πέτρινου τραπεζιού, βάλθηκε να αφαιρεί τη μαγεία που στόμωνε την κόψη της λεπίδας.

Η Σαφίρα πλησίασε κοντά του μυρίζοντας τον εκλεκτό της στο πλαϊνό του κεφαλιού, ανακατεύοντας με τη ζεστή της ανάσα τα μαλλιά του. Κατόπιν αποσύρθηκε στα απλωμένα δέρματα δίπλα στο τζάκι, όπου και ξάπλωσε περιμένοντας.

Ο Έραγκον έστρεψε τη ματιά του στον Μέρταγκ κοιτάζοντάς τον πιο σοβαρός από κάθε άλλη φορά. "Δεν μου απάντησες όμως, αδελφέ. Τι βρίσκεται πίσω από το κενό που κρύβουν εκείνα τα μάγια στον τοίχο του προθαλάμου σου;"

Με ύφος δυσαρεστημένο ο Μέρταγκ ξεθηκάρωσε με μία απότομη κίνηση το Ζάρ'ροκ, για να αφαιρέσει και αυτός τη μαγεία από τη λεπίδα κάνοντάς την και πάλι αιχμηρή. Κατόπιν κάθισε εκνευρισμένος απέναντι από τον Έραγκον, δίχως να θηκαρώσει και πάλι το σπαθί του, παρά τοποθετώντας το κολλητά στο πλευρό του. Δεν του διέφυγε ότι ούτε και ο Έραγκον είχε θηκαρώσει το Μπρίσινγκρ, αλλά το είχε 'ξεχάσει' δήθεν τυχαία επάνω στο τραπέζι. "Πρόκειται απλά για μία ακόμα έξοδο από την κατοικία μου, Έραγκον" αποκάλυψε απρόθυμα. "Δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να σε απασχολεί."

Στο νου του ένιωσε την δυσαρέσκεια του Θορν για την μερική απόκρυψη της αλήθειας. Ο Μέρταγκ είχε χρησιμοποιήσει την αρχαία γλώσσα για να αποκριθεί στην ερώτηση του Έραγκον, με την ελπίδα ότι ο αδελφός του θα αρκούταν σε αυτή την εξήγηση. Όντως επρόκειτο για μία ακόμα έξοδο, αφού η πέτρινη σκάλα οδηγούσε μέσα στις σπηλιές στη βάση του βουνού, απ' όπου ο καθένας θα μπορούσε να εξέλθει. Εκείνο που δεν αποκάλυψε ο Μέρταγκ ήταν, ότι οι σπηλιές αυτές ήταν μέρος των κατοικιών των προσφύγων της Αλαγαισίας.

"Κάποτε θα πρέπει να του μιλήσεις και για αυτούς" του γρύλισε ο Θορν καθώς έπαιρνε τη θέση του πλάι στη Σαφίρα.

Η απόκριση του Μέρταγκ δεν τον ικανοποίησε, αλλά ο Έραγκον προφασίστηκε ότι είχε πειστεί από τα λόγια του. Τρίβοντας ακόμα τον πονεμένο του κρόταφο ανασηκώθηκε και επιδεικτικά τοποθέτησε και πάλι το Μπρίσινγκρ στη θήκη του θέλοντας να δείξει στον αδελφό του, ότι δεν υπήρχε λόγος να μην τον εμπιστεύεται. "Α, ωραία!" είπε αδιάφορα. "Λέω τότε να πάω μια βόλτα προς τα εκεί. Θα ήθελα να δω κι εγώ λίγο τον έξω κόσμο… σε ποια φάση βρίσκεται η κακοκαιρία… Άλλωστε μετά από την υπερένταση της μονομαχίας μας, θα με ξεκούραζε μια ήπια βόλτα."

Αμίλητος, αλλά με το μυαλό σε πλήρη εγρήγορση, ο Μέρταγκ είδε τον Έραγκον να σηκώνεται από το τραπέζι για να κατευθυνθεί προς τη μαγικά καλυμμένη έξοδο, που οδηγούσε προς το μυστικό χωριό. Όφειλε να βρει άμεσα μια δικαιολογία αποτροπής, οτιδήποτε θα μπορούσε να κάνει τον Έραγκον να καθυστερήσει, μέχρι να αποφασίσει ο ίδιος, πώς θα ήταν καλύτερα να χειριστεί την υπόθεση. "Νομίζω ότι καλύτερα θα ήταν να πλαγιάσεις για λίγο, αδελφέ" του είπε με σοβαρό ύφος. "Το χτύπημα στον κρόταφο μπορεί να μην φαίνεται σοβαρή πληγή, ίσως όμως σταδιακά σε βλάψει. Δεν θα ήθελες να ζαλιστείς απότομα πάνω από το κενό. Άλλωστε η μαγεία δεν καλύπτει παρά ένα ακόμα άνοιγμα του βουνού, προστατεύοντας το εσωτερικό του από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι θυελλώδεις άνεμοι και η παγωνιά."

"Είναι περιττό να προσπαθείς να τον καθυστερήσεις μ' ετούτα και μ' εκείνα." Η φωνή του Θορν ακούστηκε τώρα αυστηρή μέσα στο νου του καβαλάρη του. "Εφ' όσον ανακάλυψε την είσοδο της σκάλας, είναι απλά ζήτημα χρόνου να οδηγηθεί προς το χωριό. Καλύτερα είναι να του μιλήσεις σχετικά. Φαντάζεσαι το φόβο των αθώων ανθρώπων, μόλις τον αντικρίσουν αιφνίδια μπροστά τους;"

"Σίγουρα κάτι μας κρύβει και αυτό το κάτι φαίνεται να είναι πολύ σημαντικό για τον ίδιο. Θα σου συνιστούσα να προσέξεις πώς θα χειριστείς αυτή σου την αποκάλυψη, μικρούλη."

Η πρόταση της Σαφίρα προβλημάτισε τον εκλεκτό της. Η γαλάζια δράκαινα δεν είχε άδικο και ο καβαλάρης της δεν έπρεπε να δράσει τελείως παρορμητικά σ' αυτή την περίσταση. Ο Έραγκον κάθισε και πάλι στην προηγούμενη θέση του τρίβοντας με την παλάμη το κεφάλι του. "Δε θεωρώ αναγκαίο το να ξαπλώσω" απάντησε στην πρόταση του Μέρταγκ. "Θα δεχόμουν όμως ευχαρίστως μια κρύα κομπρέσα. Αργότερα ίσως θελήσεις να με συνοδεύσεις σ' αυτή τη βόλτα έξω από την κατοικία σου."

Κρύβοντας ένα συναίσθημα προσωρινής ικανοποίησης για την αλλαγή σχεδίων του Έραγκον, ο Μέρταγκ εξαφανίστηκε για λίγο στο διπλανό δωμάτιο, για να γυρίσει αμέσως μετά με ένα δοχείο γεμάτο νερό παγωμένο, απ' αυτό που στάλαζε στη γούρνα μέσα από τον βράχο. Ακούμπησε το δοχείο επάνω στο τραπέζι ανάμεσα σ' αυτόν και τον αδελφό του και από την τσέπη του έβγαλε ένα κουρέλι, αρκετά μακρύ και φαρδύ για να το χρησιμοποιήσει κάποιος τυλίγοντάς το μερικές δίπλες σαν επίδεσμο. Βρέχοντας το κουρέλι στο παγωμένο νερό, βάλθηκε να καλύπτει με αυτό το μέτωπο του Έραγκον.

"Ξέρεις, αδελφέ," η φωνή του ακούστηκε κάθε άλλο παρά διστακτική "δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να επισκεφθούμε τα μέρη στα οποία αναφέρεσαι. Η ώρα έχει περάσει και – όπως συμβαίνει σ' αυτήν την περιοχή αυτή την εποχή του έτους – το σκοτάδι έχει αρχίσει να σκεπάζει τα πάντα. Μία επίσκεψη έξω από το βουνό τέτοια ώρα, θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Ιδίως όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τέτοιου είδους χιονοθύελλα. Θυμάσαι βέβαια πόσο δύσκολο ήταν το να σκαρφαλώσουμε τους βράχους, όταν ερχόμαστε σ' αυτό το καταφύγιο."

Ο Μέρταγκ τελείωσε τη δουλειά του και κάθισε και πάλι αντικριστά στον Έραγκον. "Να αφήσεις το παγωμένο νερό να ανακουφίσει το κτύπημα" συνέστησε. "Αργότερα θα σου αλλάξω τον επίδεσμο." Έσπρωξε με το χέρι το μικρό ταψί με τα υπολείμματα της πίτας μπροστά στον Έραγκον. Οι ώρες είχαν περάσει με την επίσκεψη στο μυστικό χωριό και κατόπιν με τη μονομαχία τους. Δεν είχαν φροντίσει να ετοιμάσουν κάτι για γεύμα. Η πίτα της Νολβέν ήταν ίσως το μόνο φαγητό που υπήρχε, εκτός ίσως από μερικά παστωμένα κομμάτια κρέατος. Ο Μέρταγκ ευχαρίστως θα προσέφερε τα υπόλοιπα της πίτας στον αδελφό του. "Εμπρός, Έραγκον, σίγουρα θα πεινάς και το μοναδικό που υπάρχει εκτός από κρέας, είναι αυτή η πίτα."

Ο Έραγκον δέχτηκε με περισσή ευγνωμοσύνη την περιποίηση του αδελφού του. Το κρύο, καθαρό νερό του βουνού προσέφερε μεγάλη ανακούφιση στον πονεμένο κρόταφό του. Θα μπορούσε βέβαια πολύ εύκολα να ανακουφίσει αυτή τη μικρή δυσφορία με ένα του λόγο, η όλη όμως περιποίηση σ' αυτόν από τον Μέρταγκ τον ικανοποιούσε ιδιαίτερα. Ευχαρίστησε με ένα χαμόγελο για τον επίδεσμο και την προσφορά του γεύματος. Χωρίζοντας το υπόλοιπο της πίτας σε δύο κομμάτια, κράτησε το ένα για τον εαυτό του αφήνοντας το άλλο για τον Μέρταγκ. "Σ' ευχαριστώ πολύ, αδελφέ. Όμως δεν έχω σκοπό να κάνω κατάχρηση της φιλοξενίας σου· μισή πίτα δική μου, η άλλη μισή δική σου" του είπε και έχωσε με βουλιμιά τα δόντια στην τραγανή κρούστα, που πια είχε αρχίζει να μαλακώνει. "Όσο για την επίσκεψή μας στο εξωτερικό του βουνού, θα ακολουθήσω τη συμβουλή σου. Πράγματι, οι ώρες πέρασαν χωρίς να το καταλάβουμε απασχολημένοι με τη μονομαχία μας και το σκοτάδι θα έχει σκεπάσει ήδη τη γη. Μπορούμε να αναβάλουμε τη βόλτα μέχρι αύριο."

Ο Έραγκον βάλθηκε να τρώει με όρεξη την πίτα του και όταν τελείωσε έγλυψε ευχαριστημένος τα δάχτυλά του. Κατόπιν έπιασε τη λινή πετσέτα με το κεντημένο μονόγραμμα, που είχε μείνει και αυτή επάνω στο τραπέζι, σκούπισε τα χέρια του και κατόπιν την έτεινε προς τον Μέρταγκ. "Και αυτή, αν δεν κάνω λάθος, δική σου είναι." Κάρφωσε τον αδελφό του με τη ματιά του κοιτάζοντάς τον για λίγο με βλέμμα αποφασισμένο. "Δική σου δεν είναι;"

"Ματαίως καθυστερείς μία συζήτηση, την οποία δεν υπάρχει περίπτωση να αποφύγεις." Ο Θορν αυτήν την φορά ακούστηκε δηκτικός μέσα στο νου του καβαλάρη του. "Τείνει να θεωρηθεί καθαρή ανοησία η συμπεριφορά σου· κι εσύ, Μέρταγκ, κάθε άλλο παρά ανόητος είσαι."

Χωρίς να έχει ακόμα γευθεί το κομμάτι της πίτας του ο Μέρταγκ σηκώθηκε και αμίλητος βάλθηκε να αλλάζει τον επίδεσμο του Έραγκον μία ακόμη φορά. Μέσα στην καρδιά του δινόταν πραγματική μάχη. Εδώ και πολύ καιρό είχε θεωρήσει τον εαυτό του ασφαλή σ' αυτήν την μυστική κατοικία. Ζούσαν εκεί μαζί με τον Θορν σαν άρχοντες του τόπου, που διαφέντευαν τις ερημιές του βορρά. Είχαν κολίγους τους ανθρώπους του χωριού, οι οποίοι τους τιμούσαν, πίστευαν σ' αυτούς, τους χρειάζονταν. Και οι ίδιοι φρόντιζαν όλους αυτούς τους δυστυχείς, προσφέροντας όση βοήθεια ήταν δυνατόν και μπορούσαν. Αν αποκάλυπτε την ύπαρξή τους στον Έραγκον, δεν πίστευε βέβαια ότι ο αδελφός του θα ήθελε να τους βλάψει. Τουναντίον! Χρησιμοποιώντας ο γαλάζιος καβαλάρης τις γνωριμίες του, θα μπορούσε να εξασφαλίσει σε όλους αυτούς αμνηστία και ένα καλύτερο μέλλον, μία πιο εύκολη διαβίωση στα νοτιότερα της χώρας. Και τότε θα έφευγαν όλοι… Και ο Μέρταγκ μαζί με τον Θορν θα ήταν ελεύθεροι να ακολουθήσουν τον Έραγκον στη χώρα των δράκων…

Αλλά αν δεν έμελλε να κατοικήσουν εκεί για πολύ, θα έπρεπε μετά να γυρίσουν πίσω στον βορρά. Και τότε θα ήταν μόνοι…

"Σκέπτεσαι εγωιστικά!" τον μάλωσε ο Θορν και μέσα του ο Μέρταγκ συμφώνησε, πως ο κόκκινος δράκος είχε απόλυτο δίκιο.

Ο Μέρταγκ χρονοτρίβησε στερεώνοντας τον βρεγμένο επίδεσμο γύρω από τα μαλλιά του αδελφού του. 'Πίστη και Εμπιστοσύνη.' Αυτές οι δύο έννοιες είχαν υπάρξει οι βασικότερες, που έδεναν ανέκαθεν δράκους και καβαλάρηδες. Αυτές είχαν κάποτε εδραιώσει την κάστα των δρακοκαβαλάρηδων. Αυτές μήπως δεν θα έπρεπε να τους αναστήσουν και πάλι; Ο Θορν είχε απόλυτο δίκαιο να θέλει να ζήσει μαζί με τους δράκους της γενιάς του, εκεί όπου ανήκε. Και αυτός, ο Μέρταγκ, ο καβαλάρης του, δεν θα έπρεπε να του το στερήσει. Χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο ακούμπησε μαλακά την παλάμη του χεριού του επάνω στον ώμο του Έραγκον.

"Ξέρεις, αδελφέ" του είπε αποφασισμένος. "Υπάρχει κάτι που ως τώρα απέφευγα να σου αποκαλύψω. Θέλω όμως να δοκιμάσω να σ' εμπιστευθώ και πιστεύω ότι θα φανείς αντάξιος αυτής της εμπιστοσύνης."

Η επιπρόσθετη ανακούφιση στον πονεμένο του κρόταφο από τον κρύο επίδεσμο έκανε τα χείλη του Έραγκον να συστραφούν σε ένα ικανοποιημένο χαμόγελο. Συνήθως φρόντιζε ο ίδιος τον εαυτό του, από τον καιρό που ήταν ένα πολύ μικρό αγόρι και είχε πάψει πια να στηρίζεται στην στοργή της θείας Μάριαν. Η παρουσία του αδελφού του τώρα και η βοήθεια που αυτός παρείχε τον χαροποιούσε υπέρμετρα. Παρ' όλα αυτά, το άγγιγμα στον ώμο από το χέρι του Μέρταγκ τον έκανε να τιναχτεί απότομα ξαφνιασμένος. Ο Μέρταγκ δεν ήταν από εκείνους που συνήθιζε έτσι απλά στην όποιου είδους σωματική επαφή, ιδίως όταν αυτή φαινόταν παντελώς περιττή. Ο Έραγκον στράφηκε απότομα κοιτάζοντάς τον με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Αυτό που είχε να του αποκαλύψει ο Μέρταγκ, θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά σημαντικό γι' αυτόν.

"Ώωωπ! Ήμουν σίγουρη ότι μας έκρυβε πολλά ακόμα!" Η φωνή της Σαφίρα είχε ένα τόνο θριάμβου μέσα στο νου του καβαλάρη της. "Η ανακάλυψή σου είναι αυτό που τώρα τον εξαναγκάζει να προβεί σε αποκαλύψεις. Μικρούλη, νομίζω ότι με τον πλάγιο αυτόν τρόπο πετύχαμε τον στόχο μας."

Ο Έραγκον χαμογέλασε αχνά για τις θριαμβολογίες της Σαφίρα. Αλλάζοντας ύφος απευθύνθηκε ενθαρρυντικά στον αδελφό του. Όσα από τα μυστικά του ο Μέρταγκ αποφάσιζε να αποκαλύψει, θα ήταν ένα μεγάλο βήμα προς την αμοιβαία τους εμπιστοσύνη και συντροφικότητα. "Μπορείς να μ' εμπιστευθείς, Μέρταγκ" του είπε. "Οτιδήποτε και να είναι αυτό που σε απασχολεί, υπόσχομαι να κάνω ό,τι περνά απ' το χέρι μου για να σε βοηθήσω."

Ο Έραγκον είχε επίσης χρησιμοποιήσει την αρχαία γλώσσα για να δηλώσει την τελευταία του φράση. Ο Μέρταγκ ένευσε συγκρατημένα. "Φεύγοντας από την Ουρου'μπαίην αμέσως μετά τη μάχη, τριγυρίσαμε για καιρό τα βόρεια εδάφη της Αλαγαισίας" άρχισε να διηγείται, αφού πρώτα κάθισε και πάλι πλάι στον αδελφό του. "Στις λίγες κατοικημένες περιοχές που επισκεφτήκαμε, από ανάγκη και μόνο για την επιβίωσή μας, νοιώθαμε παντού την εχθρότητα των κατοίκων. Ακόμα και όταν δεν αντιλαμβάνονταν την κρυφή ή καλυμμένη παρουσία μας, εμείς και πάλι είμαστε ικανοί να καταλάβουμε το μίσος τους για μας μέσα από τις συζητήσεις και αντιδράσεις τους. Δυστυχώς το μίσος αυτό ήταν τόσο μεγάλο, που δεν περιοριζόταν μονάχα σ' εμάς τους δύο, ή στο πρόσωπο του νεκρού Γκαλμπατόριξ, αλλά περιλάμβανε και όλους όσους στάθηκαν ποτέ στο πλευρό του. Παλιοί αξιωματούχοι και στρατιώτες του βασιλιά, ακόμα και οι χήρες και τα ορφανά τους, έγιναν – όπως σου έχω ήδη ιστορίσει – αντικείμενο καταφρόνεσης, ταπεινώσεων και διωγμών. Στην προσπάθειά μας να απομακρυνθούμε ακόμα περισσότερο, μια μέρα καταιγίδας ανακαλύψαμε αυτό εδώ το κρησφύγετο, ακριβώς όπως συνέβη με εσάς τους δύο."

Ο Μέρταγκ σταμάτησε για λίγο να ιστορεί, σαν να προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη. Μέσα στο νου του ένοιωθε την συνεχή παρότρυνση του Θορν, να συνεχίσει να αποκαλύπτει τα σχετικά με τους κατοίκους του μυστικού χωριού. Καθησυχάζοντας τον δράκο του, ο Μέρταγκ ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι, κοιτάζοντας την ασημόχρωμη παλάμη του, παντοτινό σημάδι της ιδιότητάς του σαν δρακοκαβαλάρης. Πλάι του καταλάβαινε την περιέργεια του Έραγκον να αυξάνεται, αφού ακόμα δεν είχε φτάσει στο σημείο να φανερώσει κάτι περισσότερο, απ' όσα εκείνος ήδη γνώριζε.

Παίρνοντας βαθιά ανάσα, συνέχισε. "Περάσαμε την πρώτη νύχτα στη σπηλιά, ακριβώς όπως κι εσείς και το ερχόμενο πρωί, όταν ο άνεμος και η βροχή έπαψαν, αποφασίσαμε να ερευνήσουμε τα πέριξ. Στους πρόποδες του βουνού ανακαλύψαμε ένα ακόμα δίκτυο με σπηλιές και αποφασίσαμε προσωρινά να χρησιμοποιήσουμε εκείνες σαν κατοικία μας. Σταδιακά τα μυστικά του βουνού αποκαλύπτονταν λίγα-λίγα μπροστά στα πόδια μας και δεν ήταν παρά μονάχα μερικές ημέρες αφότου είχαμε διαμορφώσει αυτήν εδώ την κατοικία, όταν άρχισαν να καταφθάνουν."

Ο Έραγκον είχε αφεθεί να ακούει με προσοχή τις περιπέτειες του αδελφού του, που ξεκινούσαν από το σημείο στην όχθη του ποταμού Ραμρ, όταν πριν πέντε χρόνους χωρίστηκαν. Στον Έραγκον φαινόταν φυσικό η πορεία του Μέρταγκ και του κόκκινου δράκου του να σημαδευτεί από δυσάρεστα γεγονότα. Ο Μέρταγκ και ο Θορν έπρεπε να απομονωθούν για κάποιο χρονικό διάστημα, να μείνουν μόνοι και ελεύθεροι, να σκεφτούν τις πράξεις του παρελθόντος τους και τις προοπτικές του μέλλοντός τους. Αυτός ήταν και ο μόνος λόγος που τότε ο ίδιος και η Σαφίρα τους είχαν αφήσει να φύγουν.

"Ήταν λάθος μας τότε!" τόνισε για μία ακόμα φορά η γαλάζια δράκαινα. "Θα έπρεπε να επιμείνουμε μέχρι να τους πείσουμε να ενταχθούν – έστω εν μέρει – στις τάξεις μας. Αν το είχαμε κάνει, όλα θα είχαν υπάρξει πιο εύκολα και για 'κείνους και για 'μας."

"Ούτε εμείς είμαστε έτοιμοι τότε για κάτι τέτοιο. Το τέλος της μάχης, οι πληγές που είχαμε δεχτεί και δώσει ήταν τόσο πρόσφατες…"

Ο Έραγκον καθησύχασε τη Σαφίρα, ότι όλα θα πήγαιναν καλά από 'δω και πέρα. Ο ίδιος θα φρόντιζε να εξετάσει αν όλοι οι υπήκοοι της Αλαγαισίας έχαιραν των ίδιων δικαιωμάτων, αν οι έχθρες και τα μίση είχαν πάψει. Αν όχι… τότε θα επανερχόταν δριμύτερος στις κατά τόπους αρχές αξιώνοντας ίση μεταχείριση προς όλους.

Η συνέχεια της διήγησης του Μέρταγκ έκανε την περιέργεια του Έραγκον να εξαφτεί. Του άρεσε να ακούσει για τις περιπέτειες του αδελφού του, για την ανακάλυψη της σπηλιάς ανάμεσα στους βράχους του βουνού και άκουσε με περισσή έξαψη την ύπαρξη παρόμοιων σπηλαιωδών συγκροτημάτων στους πρόποδες.

Μόλις όμως ο Μέρταγκ ανέφερε τη φράση 'όταν άρχισαν να καταφθάνουν' η υπερδιέγερση του Έραγκον πέταξε στα ουράνια. "Ποιοι;" Ρώτησε γεμάτος ένταση καθώς ανασηκώθηκε από το κάθισμά του. "Ποιοι ήσαν αυτοί, που άρχισαν να καταφθάνουν;"

"Επρόκειτο για πρόσφυγες, Έραγκον. Πρόσφυγες, που άρχισαν να καταφθάνουν σταδιακά κατά ομάδες. Η πρώτη ομάδα αποτελούνταν από κάποιους δημόσιους λειτουργούς της Σίουνον και τις οικογένειές τους. Άνθρωποι πιστοί στην υπηρεσία του Γκαλμπατόριξ, αντιμετώπισαν αμέσως μετά την πτώση του την έχθρα των συντοπιτών τους, προφανώς εξ αιτίας της στάσης τους κατά τη διάρκεια της βασιλείας εκείνου. Έφυγαν κυνηγημένοι από την πόλη αναζητώντας άσυλο στις σπηλιές του βουνού, τις οποίες και κατοίκησαν. Την ολιγομελή εκείνη πρώτη ομάδα, ακολούθησε μερικές εβδομάδες αργότερα μία πολυπληθέστερη. Κάποιος αυλικός από το Γκίλ'ιντ με την οικογένεια και τους υπηρέτες του εμφανίστηκε ένα σούρουπο στους πρόποδες του βουνού. Τους συνόδευε μία ομάδα στρατιωτών και αξιωματικών, που έτυχε να συναντηθούν στον δρόμο. Είχε υποπέσει από καιρό στην αντίληψή μας, ότι ομάδες ατάκτων και ληστοσυμμορίες τριγύριζαν την ύπαιθρο κλέβοντας και κακοποιώντας τους κατοίκους. Είχαμε όμως αποφασίσει, ότι δεν ήμαστε σε θέση να επέμβουμε. Δεν θεωρούσαμε τους εαυτούς μας κατάλληλους, ούτε και θέλαμε τότε να εμπλακούμε. Η ομάδα του συγκεκριμένου αυλικού άρχοντα υπήρξε πολύ τυχερή. Παίρνοντας τον δρόμο προς την εξορία συναντήθηκε με αυτούς τους στρατιώτες, άνδρες που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα στους επαναστάτες, μετά τη λήξη της μάχη στην Ουρου'μπαίην. Ήταν αυτοί οι στρατιώτες που προστάτεψαν τους ανθρώπους του αυλικού στον δρόμο και έτσι κατόρθωσαν να φτάσουν μέχρι εδώ, ταλαιπωρημένοι μεν αλλά σώοι και αβλαβείς."

Ο Μέρταγκ σταμάτησε για λίγες στιγμές παίρνοντας βαθιά ανάσα. Με το βλέμμα αναζήτησε τα μάτια του Έραγκον, προσπαθώντας να καταλάβει από το ύφος του τι εντύπωση του είχαν κάνει οι παραπάνω ειδήσεις. Μέσα στο μυαλό του άκουγε την επιβράβευση του Θορν για τις αποκαλύψεις και ένοιωθε τη χαρά του κόκκινου δράκου. Από τη στιγμή που είχε τολμήσει να αποκαλύψει αυτό το μυστικό, ο Μέρταγκ ένοιωθε ήδη την καρδιά του ελαφρύτερη από πριν.

"Όλοι οι παραπάνω είτε υπήρξαν πιστοί του παλιού βασιλιά, που υπηρέτησαν σαν αξιωματικοί και στρατιώτες στο στρατό του, είτε αυλικοί και άρχοντες ή δημόσιοι λειτουργοί. Οι ίδιοι, τα μέλη των οικογενειών τους, ακόμα και οι υπηρέτες τους εγκατέλειψαν τον τόπο της κατοικίας τους. Άλλοι γιατί εδιώχθησαν και άλλοι από τον φόβο των πιθανών διώξεων. Η αιτία για κάποιους απ' αυτούς ήταν, ότι έμειναν πιστοί στους όρκους τους. Άλλοι έγιναν απλά θύματα του φόβου τους. Τα αντίποινα γι' αυτούς ήταν πιθανά, εξ αιτίας των θέσεων που κατείχαν στο παλαιό καθεστώς. Είτε έτσι είτε αλλιώς, όλοι έψαχναν έναν καινούριο τόπο, όπου θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς φόβο για τις ζωές τους."

Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά, σαν να έβγαζε το μυστικό του μαζί με την ανάσα. "Τους εγκαταστήσαμε στους πρόποδες του βουνού, Έραγκον. Τους βοηθήσαμε τόσο, όσο μπορούσαμε για το νέο τους ξεκίνημα. Από τότε ζουν κοντά μας, στηριζόμενοι στις δυνάμεις μας. Ο τόπος είναι σκληρός και άγονος, το κυνήγι δύσκολο και λίγο, αλλά τουλάχιστον υπάρχει σιγουριά και ασφάλεια."

Με ανοιχτό το στόμα άκουσε ο Έραγκον την ιστορία του Μέρταγκ. Απόλυτα σίγουρος για το γεγονός ότι η βασίλισσα Ναζουάντα είχε τις καλύτερες προθέσεις να φέρει την ειρήνη, προθέσεις που θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν όλους τους κατοίκους όλων των φυλών της Αλαγαισίας, είχε πιστέψει ότι οι προθέσεις αυτές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν κιόλας. Ήταν μάλιστα σίγουρος, ότι είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, ακόμα πριν ο ίδιος και η Σαφίρα εγκαταλείψουν τη χώρα. Τώρα, η διήγηση του Μέρταγκ ερχόταν να τον προσεδαφίσει από τα σύννεφα που ζούσε στην σκληρή πραγματικότητα. Το δίδαγμα ήταν, ότι η ειρήνη και η ασφάλεια δεν αποκτώνται έτσι απλά μετά το τέλος μιας εκατόχρονης τυραννίας.

"Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι, ότι μας λέει την αλήθεια;" Η καχύποπτη φωνή της Σαφίρα έκανε τον καβαλάρη της να σωριαστεί και πάλι πάνω στον πέτρινο πάγκο του τραπεζιού, από τον οποίο είχε τιναχτεί ολόρθος.

"Δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να μας πει ψέματα" αντιγύρισε με στόμφο ο Έραγκον. "Μιλά για γεγονότα, που πολύ εύκολα μπορούμε να ερευνήσουμε και μόνοι μας. Στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να έχουμε φροντίσει να το κάνουμε αυτό, προτού ακόμα φύγουμε από την Αλαγαισία."

Η τότε σιγουριά τους, ότι όλα είχαν ως δια μαγείας τακτοποιηθεί, απλά και μόνο με το να επισκέπτονται τις πόλεις της χώρας και να χρησιμοποιούν το 'όνομα όλων των ονομάτων' – που και αυτό ο Μέρταγκ τους το είχε διδάξει – εξαλείφοντας τη μαγεία του Γκαλμπατόριξ, τους είχε φανεί αρκετή. Είχαν πειστεί ότι κατόπιν η Ναζουάντα θα ήταν παραπάνω από ικανή, να αποδώσει την ειρήνη σε όλους. Μα ως φαίνεται, αυτό δεν είχε γίνει.

Ο Έραγκον ένευσε στον Μέρταγκ, που τον κοιτούσε με το ατσαλένιο βλέμμα του, προσπαθώντας προφανώς να καταλάβει την εντύπωση που του είχαν κάνει τα νέα. "Καταλαβαίνω…." ψέλλισε αργά, μα αποφασιστικά. "Νομίζω πως τώρα πια καταλαβαίνω… αδελφέ. Δεν θα έπρεπε να έχουμε αφήσει τη χώρα τόσο νωρίς. Δεν θα έπρεπε να έχουμε εφησυχάσει έτσι εύκολα. Μα… ήταν το τέλος του πολέμου… οι τόσοι κόποι, ο πόνος και οι πληγές, που…"

Ο Έραγκον μπορούσε τώρα να καταλάβει ένα μικρό μόνο μέρος από τη μοναξιά και την απελπισία που είχαν βιώσει ο Μέρταγκ και ο Θορν. Κι εκείνοι είχε φύγει μονάχοι, απειλούμενοι, καταφρονεμένοι… για να ζητήσουν καταφύγιο ανάμεσα στις σκιές του κόσμου. Ο ίδιος και η Σαφίρα, τους είχαν στην ουσία εγκαταλείψει στη μοίρα τους· πράγμα για το οποίο είχαν μετανοήσει αργότερα. Το ίδιο θα είχε συμβεί και σ' αυτούς τους δύσμοιρους ανθρώπους, που η μοίρα είχε ρίξει στα πόδια του αδελφού του.

"Δύσμοιροι;" Η Σαφίρα ακούστηκε αυστηρή και πάλι. "Ας μην ξεχνάμε, ότι όταν αυτοί οι άνθρωποι είχαν την εξουσία στα χέρια τους, προφανώς φέρθηκαν στους υπηκόους όπως οι Ρά'ζακ στον θείο σου."

Η κριτική της Σαφίρα ήταν σκληρή, μπορεί και δίκαιη. Η καρδιά του Έραγκον όμως δεν γινόταν να μην αναστατωθεί με τα νέα που είχε μάθει.

"Θέλω να δω αυτούς τους ανθρώπους" ζήτησε. "Θέλω να γνωρίσω τις ιστορίες τους, να ακούσω τα λεγόμενά τους για τις αιτίες που τους ώθησαν στην αυτοεξορία. Θέλω να με διαβεβαιώσεις, αδελφέ, ότι δεν πρόκειται για στυγνούς εγκληματίες του παλιού καθεστώτος· για ανθρώπους, που ούτε το έλεος της βασίλισσας δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει.''

Τα γεμάτα πάθος λόγια του Έραγκον τον παραξένεψαν. Ταυτόχρονα, η διαβεβαίωση που ζητούσε για όλους τους κατατρεγμένους τον ενόχλησε. Ο Μέρταγκ γέλασε σκληρά.

"Έραγκον, ένας αιματοβαμμένος, αδελφοκτόνος πόλεμος μόλις είχε τελειώσει. Μαζί του και ένα τυραννικό καθεστώς, που για εκατό ολόκληρα χρόνια ταλαιπώρησε την Αλαγαισία καταστρατηγώντας τις ελευθερίες όλων. Αυτοί οι άνθρωποι είναι το ίδιο ένοχοι για εγκλήματα, όσο είμαστε ο Θορν και εγώ. Όσοι από αυτούς ήταν αξιωματικοί και στρατιώτες, υπάκουαν στις εντολές των ανωτέρων τους. Όσοι ήταν αυλικοί ή αξιωματούχοι του κράτους υπάκουαν στους όρκους που είχαν δώσει στον Γκαλμπατόριξ. Απ' αυτή την άποψη, όλοι μας είμαστε ένοχοι. Ζώντας εδώ στην ερημιά και μακριά από την Αλαγαισία και τους κατοίκους της, δεν αποτελούμε πια κίνδυνο για κανέναν. Για τι ακριβώς μου ζητάς να σε βεβαιώσω;"

"Έτσι όπως τοποθετεί το θέμα, έχει απόλυτο δίκιο" σχολίασε η Σαφίρα. "Δεν γίνεται η αμνηστία να περιλαμβάνει τον ίδιο και το δράκο του, αλλά κανέναν άλλον."

"Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, Σαφίρα, αλλά ο Μέρταγκ και ο Θορν ήσαν σκλάβοι στα χέρια του Γκαλμπατόριξ. Πιστεύω ακράδαντα, ότι αν είχαν το περιθώριο της επιλογής, θα είχαν διαλέξει αλλιώς. Εσύ τουλάχιστον θυμάσαι τον Μέρταγκ, την βοήθεια, την συντροφικότητά του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στην Αλαγαισία."

"Αυτός είναι ο λόγος που θέλεις να μάθεις τις ιστορίες ενός εκάστου, μικρούλη; Προτιμάς να ανακαλύψεις ελαφρυντικά για όλους;"

Αντί να απαντήσει στη γαλάζια δράκαινα, ο Έραγκον έδωσε απόκριση στην ερώτηση του Μέρταγκ. "Καταλαβαίνω αυτό που μου λες, αδελφέ. Θέλω όμως να είμαι σίγουρος γι' αυτούς τους ανθρώπους και θέλω να εμπιστευτώ κι εσένα, που τους γνωρίζεις καλύτερα. Αν έχω τον δικό σου το λόγο, ότι πρόκειται για άτομα ακίνδυνα για το σύνολο των υπηκόων της χώρας, τότε μπορώ κι εγώ να σε βεβαιώσω από την πλευρά μου, πως θα μεσολαβήσω γι' αυτούς στη Ναζουάντα. Έτσι και εσείς θα είστε πια ελεύθεροι να μας ακολουθήσετε και εκείνοι θα μπορούν να απολαύσουν μία ζωή με καλύτερους όρους απ' ότι τώρα."

"Σωστά τοποθέτησες το θέμα" είπε και πάλι η Σαφίρα. "Με αυτόν τον τρόπο δεν αμφισβητείς τον λόγο και τις προθέσεις του. Ας ελπίσουμε ότι θα συμφωνήσει να μας ακολουθήσει. Όσο για τον Θορν… νομίζω ότι είναι ήδη πεπεισμένος."

Ο Έραγκον χαμογέλασε αχνά. "Λοιπόν, Μέρταγκ; Πότε θα μπορέσουμε να επισκεφτούμε αυτούς τους ανθρώπους; Είμαι πραγματικά περίεργος να τους γνωρίσω."


(συνεχίζεται)