Όπου ο Έραγκον και ο Μέρταγκ συζητούν για τους κατοίκους του κρυμμένου χωριού.


Βορράς

Κεφάλαιο 18

Η πρόθεση του Έραγκον να μεσολαβήσει στη Ναζουάντα υπέρ των προσφύγων του μυστικού χωριού, προκάλεσε στον Μέρταγκ ανακούφιση. Μέσα στην καρδιά του ένοιωσε τη χαρά και αγαλλίαση του Θορν επίσης. Αν κατάφερναν να τακτοποιήσουν τους πιστούς τους ανθρώπους κάπως καλύτερα, παρά να τους εγκαταλείψουν – έστω και για μικρό χρονικό διάστημα – τότε θα ήταν και οι ίδιοι ελεύθεροι να ταξιδέψουν μακριά, ως τη χώρα του Έραγκον και ακόμα παραπέρα. Ο Θορν ήταν ενθουσιασμένος με αυτή την προοπτική, ο Μέρταγκ κάπως περισσότερο συγκρατημένος.

"Πιθανών να χρειαστεί να επανέλθουμε στα οικεία μέρη πολύ πιο σύντομα απ' όσο υπολογίζεις" υπενθύμισε στον κόκκινο δράκο.

"Πιθανών, εκλεκτέ μου! Μονάχα πιθανών!"

"Να σου υπενθυμίσω, Θορν, ότι οι άνθρωποι αυτοί ίσως είναι οι μόνοι που μας τιμούν και μας σέβονται σε ολόκληρη την Αλαγαισία."

"Μπορεί να είναι όπως τα λες, σύντροφε του νου και της καρδιάς μου, όμως τίποτε δεν εμποδίζει κάποιους άλλους να μας τιμήσουν και να μας σεβαστούν με παρόμοιο τρόπο στο μέλλον."

Η χαρά του κόκκινου δράκου ήταν τόση, που ο Μέρταγκ δεν θα έμπαινε στη διαδικασία αυτή τη στιγμή, να του εξηγήσει το πόσο δύσκολο ήταν κάτι τέτοιο. Αντί γι' αυτό, στράφηκε προς τον Έραγκον. "Θα μπορούσα να σε διαβεβαιώσω, ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν αποτελούν πια κάποιον κίνδυνο για τους υπηκόους της Ναζουάντα, αλλά θα προτιμούσα να διαμορφώσεις ιδίαν αντίληψη προτού αποφασίσεις κάτι υπέρ τους. Από τη μεριά μου το μόνο που μπορώ είναι να σου εκθέσω με λίγα λόγια την ιστορία των σημαντικότερων από αυτούς. Όσο για το να τους επισκεφθούμε … ίσως είναι καλύτερα να περιμένεις μέχρι το πρωί. Οι άνθρωποι αυτοί ήδη γνωρίζουν για την παρουσία σας εδώ, τη δική σου και της Σαφίρα, και είναι ήδη πολύ φοβισμένοι. Μία βραδινή επίσκεψή μας στο χωριό δεν θα κατάφερνε άλλο, από το να ενισχύσει αυτόν τον φόβο."

"Αφού εσύ που τους γνωρίζεις με διαβεβαιώνεις, εμπιστεύομαι την κρίση σου" αποκρίθηκε ο Έραγκον εγκάρδια. "Πάντως εξακολουθώ να είμαι περίεργος για να τους συναντήσω. Φυσικά όταν εσύ κρίνεις πως θα είναι ο κατάλληλος χρόνος" βιάστηκε να συμπληρώσει. "Φαντάζομαι ότι αυτό δεν θα πρέπει να αργήσει. Λείπουμε πολύ καιρό από το κάστρο των δρακοκαβαλάρηδων, βλέπεις… Τα ξωτικά μπορεί να τα καταφέρνουν μια χαρά μόνα τους, δεν θα θέλαμε όμως να λείπουμε για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα."

Η Σαφίρα ξεφύσηξε ένα συννεφάκι γαλάζιου καπνού από τη γωνιά της πλάι στο τζάκι συμφωνώντας με τον καβαλάρη της. Ταυτόχρονα σκούντηξε το Θορν στο πλευρό ευχαριστημένη για την τροπή που είχε πάρει η κατάσταση.

"Τόνισε στον Μέρταγκ, ότι δεν πρέπει να χάνεται χρήσιμος χρόνος. Αν πρέπει να επικοινωνήσουμε με τη Ναζουάντα, τότε θα πρέπει να βιαστούμε" είπε στον Έραγκον. "Υπάρχουν τόσα και τόσα που πρέπει να κανονιστούν, μέχρι να μπορέσουμε να γυρίσουμε στη χώρα των δράκων μαζί με τους Μέρταγκ και Θορν."

"Μείνε ήσυχη, γλυκιά μου Σαφίρα."

Ο Έραγκον κοίταξε ολόισια στα μάτια τον Μέρταγκ. "Πάντως θα με ενδιέφερε να μάθω μερικά πράγματα γι' αυτούς τους ανθρώπους πριν τους συναντήσω."

Ο Μέρταγκ έριξε ένα μεγάλο κούτσουρο στο τζάκι, τροφοδοτώντας τη φωτιά. Οι ώρες της ημέρας είχαν ήδη περάσει και καθώς η νύχτα ξεδιπλωνόταν έξω από το βουνό και η κακοκαιρία κρατούσε ακόμα, τα παγωμένα ρεύματα έφταναν ως το δωμάτιο που μοιραζόταν με τον Έραγκον. Μόλις η ζωηρή φλόγα φώτισε τον χώρο και η γλυκιά ζεστασιά απλώθηκε τριγύρω, ο Μέρταγκ κάθισε και πάλι πλάι στον Έραγκον. "Μπορώ να σε ενημερώσω με λίγα λόγια για τα βασικότερα πρόσωπα που κατοικούν στο χωριό."

Ο Μέρταγκ διηγήθηκε με λεπτομέρειες στον Έραγκον όλα όσα αφορούσαν τον λόρδο Φιόρν, σαν το πιο κύριο πρόσωπο που κατοικούσε στους πρόποδες του βουνού. Του μίλησε για την καταγωγή της οικογένειάς του και τη στενή σχέση που είχε με τον Γκαλμπατόριξ. Του διηγήθηκε την αποστολή του Φιόρν στο Γκίλ'ιντ, όπου εκεί ήταν τα μάτια και τα αυτιά του βασιλιά, μιας και ήταν ένα πρόσωπο που το εμπιστευόταν απόλυτα. Ο λόγος της παρουσίας του εκεί δεν ήταν άλλος, παρά να ελέγχει τις κινήσεις του λόρδου Μπαρστ και των αξιωματικών του. Δεν παρέλειψε να αναφέρει τη συγγένεια του Φιόρν με τον λόρδο του Γκίλ'ιντ μέσω των γυναικών τους, που ήταν εξαδέλφες, ούτε και τα σχετικά με την αυτοεξορία του από τον φόβο των αντιποίνων, μόλις χάθηκε η μάχη της πρωτεύουσας. Ο Μέρταγκ ανέφερε επίσης, ότι οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού ήταν δικοί του υπηρέτες, που από ανάγκη τον είχαν ακολουθήσει.

Ο Έραγκον τέντωσε τα πόδια προς το μέρος της φωτιάς καλοδεχούμενος τη ζέστη. Η πολύωρη εξάσκηση στην ξιφομαχία με τον Μέρταγκ τον είχε αφήσει κουρασμένο, με πονεμένους μύες και ιδρωμένο. Η ψυχρότητα στην ατμόσφαιρα του δωματίου εδώ και ώρα τον είχε παγώσει. Παρ' όλα αυτά άκουσε την περιγραφή του αδελφού του με μεγάλη προσοχή. Αυτός ο άρχοντας Φιόρν θα πρέπει να ήταν ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο στη στρατιωτική κοινωνία του Γκίλ'ιντ. Και εφ' όσον ο Γκαλμπατόριξ του είχε τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη, αυτό θα σήμαινε ότι τον είχε δέσει με όρκους πριν τον ξαποστείλει να ελέγχει τον περιβόητο λόρδο Μπαρστ. Μετά το θάνατο του μεγάλου προστάτη του, του Γκαλμπατόριξ, καθώς και του λόρδου με τη θηριώδη συμπεριφορά, ήταν φυσικό ο άρχοντας Φιόρν να είχε φοβηθεί για τη ζωή του.

"Είσαι όμως σίγουρος, αδελφέ, ότι αυτός ο άντρας, ο Φιόρν, δεν θα αποτελέσει κίνδυνο στο μέλλον για το βασίλειο της Ναζουάντα; Θέλω να πω, ένας άνθρωπος τόσο πιστός στον Γκαλμπατόριξ, ίσως παραμένει ακόμα πιστός στη μνήμη εκείνου. Πιθανό είναι να θελήσει να εκδικηθεί τον θάνατό του."

Στα τελευταία λόγια του Έραγκον ο Μέρταγκ έκλινε το κεφάλι λίγο στο πλάι και αφέθηκε να τον κοιτάζει εξεταστικά για μερικές στιγμές. "Πρέπει να καταλάβεις, Έραγκον, ότι άνθρωποι σαν τον άρχοντα Φιόρν φροντίζουν τόσο πολύ για την ευμάρεια τη δική τους και των οικείων τους, που πίστη και όρκοι δεν είναι αρκετοί για αυτούς, ώστε να τους υπαγορεύσουν την εκδίκηση. Η απάντηση λοιπόν στην ερώτησή σου είναι, όχι. Δεν το θεωρώ πιθανόν, ότι αν ο Φιόρν κατάφερνε να ενσωματωθεί και πάλι στην διοίκηση της Αλαγαισίας, θα νοιαζόταν να πάρει μια άχρηστη γι' αυτόν εκδίκηση. Το πιθανότερο είναι…" και εδώ ο Μέρταγκ χαμογέλασε με νόημα "είναι να φροντίσει να ξεπεράσει σε πίστη και τους πιστότερους της Ναζουάντα. Εφ' όσον βέβαια κρίνει, ότι έχει γι' αυτό να λαμβάνει έστω και τα ελάχιστα αξιώματα."

Ο Μέρταγκ βολεύτηκε ξανά στο κάθισμά του σταυρώνοντας τα πόδια, διώχνοντας έναν επίμονο βόστρυχο από τα σκούρα του μαλλιά, που επέμενε να πέφτει στο μέτωπό του. "Ο λόρδος Φιόρν οφείλει να φροντίσει για το μέλλον της θυγατέρας του και φυσικά της – κατά πολλά χρόνια νεώτερης και ωραιότατης – συζύγου του, που υπεραγαπά. Πιστεύω ακράδαντα, ότι θα έκανε γι' αυτές τα πάντα." Ο καβαλάρης του κόκκινου δράκου απέμεινε για λίγο σιωπηλός συγκεντρώνοντας τις σκέψεις του. "Δεν είναι όμως μονάχα ο λόρδος και η οικογένειά του τα εξορισμένα πρόσωπα από την επικράτεια της Αλαγαισίας. Υπάρχουν ακόμα δύο αυλικοί της Σίουνον, και κάποιοι κρατικοί λειτουργοί του παλιού καθεστώτος με τις οικογένειές του· γυναίκες, παιδιά και γέροντες γονείς. Ο ένας μάλιστα απ' αυτούς είναι πια υπέργηρος και μόνιμα σχεδόν κρεβατωμένος. Αν ήθελες να μεσολαβήσεις γι' αυτούς στη Ναζουάντα, το μόνο που μπορεί να περιμένουν είναι ευπρεπή γεράματα και ένα γλυκύτερο τέλος της ζωής τους σε ηπιότερες συνθήκες. Όλοι οι άλλοι, πέρα βέβαια από τους υπηρέτες, είναι μια ομάδα στρατιωτών και ο αρχηγός τους, πρώην αξιωματικός της φρουράς του Γκίλ'ιντ. Ο Γιάν Σβένσον – αυτό είναι το όνομά του – είναι καλός πολεμιστής. Ανήκε από παιδί σχεδόν στο στράτευμα και κάποιος θα μπορούσε μάλιστα να πει, ότι μεγάλωσε μέσα στον στρατώνα. Όταν ο λόρδος Μπαρστ σκοτώθηκε και η μάχη χάθηκε, ο Γιάν και οι άντρες του αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα για το φόβο των αντιποίνων. Μέσα στον απόηχο των γεγονότων κατόρθωσαν να διαφύγουν προς τα βόρεια του Γκίλ'ιντ και καθ' οδόν συναντήθηκαν με τους ανθρώπους του άρχοντα Φιόρν. Οι στρατιώτες ήταν αυτοί που τους προφύλαξαν από τις ομάδες των ληστών και που κατάφεραν να τους οδηγήσουν σώους έξω από τα εδάφη της Αλαγαισίας και μέχρι εδώ."

Ο Έραγκον κάπως πείστηκε από τα λεγόμενα του Μέρταγκ. Ο αδελφός του γνώριζε καλύτερα τον άρχοντα Φιόρν και, επιπλέον η παραμονή του για αρκετά χρόνια στο παλάτι της Ουρου'μπαίην, τον είχε καταστήσει ικανό κριτή των χαρακτήρων των αυλικών. Δεν θα παρέλειπε βέβαια να σχηματίσει δική του άποψη, μόλις οι συνθήκες για επίσκεψη στο χωριό θα το επέτρεπαν. Όσο για τους υπόλοιπους, πρώην κρατικούς λειτουργούς από τη Σίουνον, θα έβλεπε. Αυτό που τον προβλημάτισε όμως, ήταν η ύπαρξη δοκιμασμένων στρατιωτών ανάμεσα στους κατοίκους. Κάποιοι απ' αυτούς δεν θα μπορούσε να είναι επικίνδυνοι; Ίσως πιο επικίνδυνοι απ' ότι ο παλιός αυλικός του Γκαλμπατόριξ. Αυτοί δεν θα είχαν να χάσουν πιθανά αξιώματα και αν παρουσιαζόταν η ευκαιρία να προκαλέσουν δολιοφθορά στη νέα ηγεσία της Αλαγαισίας, δεν θα δοκίμαζαν; "Και ποια είναι η γνώμη η δική σου γι' αυτόν, τον Σβένσον και τους άντρες του;" ρώτησε τον Μέρταγκ μόλις αυτός σταμάτησε να ιστορεί. "Είναι πιθανό κάποιοι από αυτούς να μας δημιουργήσουν φασαρίες; Φαντάζομαι ότι ο αξιωματικός τους, για να ανήκει από τόσο νέος στο στράτευμα και να έχει κερδίσει τη θέση του βαθμοφόρου, θα έχει δώσει και ανάλογους όρκους πίστης στο παλιό καθεστώς."

Ο Μέρταγκ έγνεψε θετικά. "Ο Γιάν Σβένσον έχει δώσει τους ίδιους όρκους πίστης, όπως και όλοι οι άλλοι στρατιώτες. Είναι ακόμα πιστός στους όρκους αυτούς, μέχρι τουλάχιστον να τους αντικαταστήσει με άλλους. Αν θες τη γνώμη μου όμως, ο Σβένσον είναι άντρας τίμιος. Ποτέ δεν θα έκανε κάτι που θα βλάψει κάποιον πιο αδύνατο απ' ότι ο ίδιος. Η τιμή του δεν του επιτρέπει να προβεί σε ύπουλες ενέργειες. Πιστεύω ότι αν είχε να αντιμετωπίσει κάποιον αντίπαλο, θα το έκανε ευθέως."

Ο Μέρταγκ είχε γνωρίσει αρκετά καλά τον αξιωματικό και τους άντρες του κατά τη διάρκεια των κυνηγετικών εξορμήσεων. Όφειλε να παραδεχτεί ότι όλοι τους ήταν σ' αυτόν πιστοί. Μία ομάδα που πάνω της μπορούσαν να βασίζονταν οι αδύναμοι κάτοικοι του χωριού.

"Οφείλω να παραδεχτώ, Έραγκον, ότι ο Γιάν Σβένσον είναι ένα πολύ κεντρικό πρόσωπο στη μικρή αυτή κοινότητα. Όλοι οι άντρες του είναι πιστοί στο πρόσωπό του και ο ίδιος τους καθοδηγεί με σύνεση και σωφροσύνη. Χωρίς τη βοήθεια αυτής της ομάδας οι υπόλοιποι κάτοικοι δεν θα τα είχαν καταφέρει να επιβιώσουν. Ιδίως οι ηλικιωμένοι κρατικοί λειτουργοί από τη Σίουνον. Ξέρω καλά, ότι μετά την πτώση του Γκαλμπατόριξ κυνηγήθηκαν από το ανεξέλεγκτο πλήθος και κατάφεραν με δυσκολία να σωθούν δωροδοκώντας την φρουρά. Πρόκειται όπως σου είπα για εντελώς ακίνδυνα άτομα, ιδίως ο υπερήλικας και ασθενής." Ο Μέρταγκ ανασήκωσε τους ώμους. "Όσον αφορά τους λίγους γέροντες γονείς, γυναίκες και παιδιά, είναι μετρημένοι στα δάκτυλα. Υπάρχουν βέβαια και οι υπηρέτες του άρχοντα Φιόρν, αλλά δεν πιστεύω ότι θα παραμείνουν περισσότερο πιστοί στον ίδιο, απ' ότι στον κάθε άλλον."

Ο Έραγκον ένευσε σκεπτικός. Από την πολιτική σκοπιά που παρουσίαζε ο Μέρταγκ το θέμα, μάλλον είχε δίκιο. Μέσα στο νου του άρχιζε να διαμορφώνεται ένα πλάνο, για το πώς θα μπορούσε καλύτερα να χειριστεί αυτή την κατάσταση. Θα έπρεπε να επικοινωνήσει με την ίδια τη Ναζουάντα και να της μιλήσει για όλα όσα είχε μάθει. Να της ζητήσει να εξετάσει, αν πράγματι συνέβαιναν ακόμα αδικίες στις περιφερειακές πόλεις του βασιλείου, που στρέφονταν εναντίων των πρώην κατεχόντων την εξουσία και των οικογενειών τους. Η σκέψη ότι θα έπρεπε να έχει προσφέρει περισσότερα προτού εγκαταλείψει την Αλαγαισία δεν τον άφηνε. Ήταν ή μήπως δεν ήταν δρακοκαβαλάρης; Όφειλε ή δεν όφειλε να επιβάλει την ειρήνη; Γιατί είχε βιαστεί να φύγει τόσο νωρίς; Ο φόβος μήπως, ότι θα έφτανε η μέρα να καταχραστεί την εξουσία που είχε κερδίσει, ήταν η αιτία;

Στράφηκε προς τον αδελφό του κοιτάζοντάς τον μέσα στα μάτια. Στην περίπτωση αυτή η βοήθεια του Μέρταγκ ίσως αποδεικνυόταν πιο χρήσιμη απ' όσο είχε αρχικά νομίσει. "Αρκούμαι στη δική σου γνώμη γι' αυτούς τους ανθρώπους, αδελφέ" του είπε. "Με το πρώτο πρωινό φως όμως θέλω να φροντίσεις να με φέρεις σ' επαφή μαζί τους. Δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να καθυστερήσουμε την επιστροφή μας στη χώρα των δράκων και έχουμε πολλά να κανονίσουμε πριν απ' αυτό."

"Μην βιάζεσαι να του υποσχεθείς, μικρούλη" παρενέβη η Σαφίρα. "Ο Μέρταγκ μπορεί να ισχυρίζεται ό,τι θέλει. Εμείς οι δύο όμως θα αποφασίσουμε για την τύχη των κατοίκων, αφού πρωτύτερα εξετάσουμε μαζί την κάθε μία περίπτωση αυτών των ανθρώπων."

Και πάλι η εκλεκτή του είχε δίκιο κι ο Έραγκον το παραδέχτηκε.

"Θα κάνω όπως μου λες, μα μόλις ξημερώσει" συμφώνησε ο Μέρταγκ. "Σε προσκαλώ να μιλήσουμε και οι δύο στους κατοίκους του χωριού, αφού όμως πρωτύτερα έχουμε ένα σχέδιο να τους προτείνουμε σχετικό με μια μελλοντική αποκατάσταση. Πιο πριν, ίσως είναι παράκαιρο να δοθούν κάποιες υποσχέσεις σ' αυτούς τους ανθρώπους, που ίσως αποδειχθούν κενές."

Ο Μέρταγκ δεν θα επέτρεπε να διασαλευτεί η τόσο δύσκολα αποκτημένη ισορροπία ανάμεσα στους κατοίκους του μυστικού χωριού και την σκληρή πραγματικότητα της ζωής τους στο βορρά. Από τη στιγμή που είχε υποχρεωθεί να αποκαλύψει στον Έραγκον την ύπαρξή τους, δεν είχε καμία αντίρρηση να φέρει αυτόν και τη Σαφίρα σε επαφή μαζί τους. Η τιμή του όμως και οι ευθύνες που είχε αναλάβει απέναντί σ' αυτούς, δεν του επέτρεπε να τους αφήσει πρώτα να ελπίσουν και κατόπιν να απογοητευθούν από τα ίδια τα γεγονότα.

Ο Έραγκον αναλογίστηκε για λίγο σκεπτικός τα λόγια του αδελφού του. Ο Μέρταγκ δεν είχε άδικο να του ζητά ένα σχέδιο για τη μετεγκατάσταση αυτού του μικρού πληθυσμού. Αν και ο Έραγκον δεν μπορούσε να φανταστεί τη Ναζουάντα να αρνείται στο αίτημά του για βοήθεια αυτών όλων των ατυχών, μπορούσε να φανταστεί πολλές άλλες αιτίες, που θα καθιστούσαν κάτι τέτοιο αδύνατο. Ακόμα ίσως και την άρνηση των ιδίων. Ίσως το ιδανικό θα ήταν να δημιουργηθεί γι' αυτούς τους πρόσφυγες ένας χώρος, ένα νέο χωριό, στο βορρά μεν, αλλά σε νοτιότερο σημείο και μέσα στα εδάφη της Αλαγαισίας. Ένα μέρος όπου και πιο κοντά να βρίσκεται σε κατοικημένες περιοχές και να μπορούν να διαμορφωθούν τα εδάφη σε γόνιμα χωράφια. Σημείωσε στο νου του να το συζητήσει και αυτό με τον Μέρταγκ αργότερα.

"Καλά λοιπόν!" Ο Έραγκον σηκώθηκε κατευθυνόμενος προς το δρακοστάσιο, ζητώντας από τη Σαφίρα του να τον ακολουθήσει. "Πηγαίνω να πλαγιάσω στο δρακοστάσιο, αδελφέ. Πρέπει να παραδεχτώ ότι η μονομαχία μαζί σου με κούρασε περισσότερο απ' όσο περίμενα. Να παραδεχτώ επίσης, ότι είσαι δυνατότερος από πολλά άλλα ξωτικά. Καληνύχτα και θα τα ξαναπούμε το πρωί."

Ο Μέρταγκ χαμογέλασε κάπως θλιμμένα. "Μπορείς αν θέλεις να χρησιμοποιήσεις τους δικούς μου χώρους, Έραγκον, το κρεβάτι, το λουτρό μου… Εγώ μπορώ και πάλι να αρκεστώ στη συντροφιά του Θορν πλάι στο τζάκι."

Ο Έραγκον άφησε το τραπέζι αρκετά απότομα και ο Μέρταγκ απόμεινε να τον κοιτάζει παραξενεμένος. Εκείνος περίμενε, ότι η περιέργεια του αδελφού του θα τον εξωθούσε σε περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τους κατοίκους και τη ζωή τους στο χωριό. Σκόπευε μάλιστα να του προτείνει να συμμετέχουν μαζί με τη Σαφίρα στο προκαθορισμένο κυνήγι στις παρυφές του ξωτικίσιου δάσους, που είχε σχεδιαστεί εδώ και μέρες, αλλά η κακοκαιρία το είχε αποτρέψει. Έτσι θα τους δινόταν η ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα με τους κατοίκους.

"Θα μπορούσα ακόμα να σου ετοιμάσω και κάτι άλλο για φαγητό" πρότεινε στον Έραγκον. "Σίγουρα αυτό το μικρό κομμάτι πίτας δεν θα ήταν αρκετό να σε χορτάσει."

"Παραδέξου ότι σου αρέσει η συζήτηση και συναναστροφή μαζί του" βαθιά μέσα στο νου του Μέρταγκ η φωνή του Θορν ακούστηκε εύθυμη. "Είχες ζήσει για πολύ χρόνο τη μοναξιά σου, εκλεκτέ μου."

Ο Μέρταγκ δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί με ειλικρίνεια, ότι ο δράκος είχε απόλυτο δίκιο.

Ο Έραγκον πισωγύρισε χαμογελώντας ευχαριστημένος. Ο τόνος της φωνής του αδελφού του μιλούσε για μια λαχτάρα ανθρώπινης επαφής. Αυτό ήταν κάτι που πολύ τον ευχαρίστησε. Αρχικά είχαν σχεδιάσει με τη Σαφίρα να απομακρύνουν τους Μέρταγκ και Θορν από τα σύνορα της Αλαγαισίας κρατώντας τους κοντά τους, για να τους ελέγχουν. Αν όμως η σχέση τους μαζί τους εξελισσόταν σε σχέση αμοιβαίας κατανόησης, τόσο το καλύτερο για όλους.

"Σ' ευχαριστώ πολύ, αδελφέ, όμως δεν θέλω να γίνομαι μεγαλύτερη ενόχληση, ούτε να καταχρώμαι τη φιλοξενία σου. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το λουτρό και το κρεβάτι σου ως συνήθως. Όσο για μας, θα βολευτούμε μια χαρά στο δρακοστάσιο." Το πρόσθετο ενδιαφέρον του Μέρταγκ για το αν έχει χορτάσει την πείνα του και η προθυμία να ετοιμάσει γι' αυτόν ένα γεύμα συγκίνησε τον Έραγκον επίσης. "Πήγαινε κι εσύ να ξεκουραστείς" τον προέτρεψε. "Θα ετοιμάσουμε κάτι μαζί για φαγητό αύριο το πρωί." Ο Έραγκον σήκωσε το χέρι σ' ένα εγκάρδιο χαιρετισμό. "Καλή σας νύχτα Μέρταγκ και Θορν. Θα τα πούμε και πάλι αύριο."

Ο Μέρταγκ καληνύχτισε τον Έραγκον και τη Σαφίρα, κατόπιν πλησίασε στη γωνιά όπου ο κόκκινος δράκος αναπαυόταν και χάιδεψε τρυφερά το μουσούδι του. Ο Θορν έγειρε πάνω του και ο Μέρταγκ τον αγκάλιασε από τον λαιμό. "Νομίζω ότι θα περάσω κι αυτή τη νύχτα μου κοντά σου" του είπε.

Ο Θορν φύσηξε ένα μικρό συννεφάκι καπνού πάνω απ' το κεφάλι του καβαλάρη του και η ζεστή του ανάσα ανάδευσε τα μαλλιά του. "Καλύτερα να επιστρέψεις στο λουτρό και στο κρεβάτι σου. Εγώ θα είμαι μια χαρά πάνω στα δέρματα, δίπλα στο τζάκι. Εσύ ξεκουράσου, Μέρταγκ. Η μέρα ήταν κοπιαστική εξ αιτίας της μονομαχίας σας, την οποία πραγματικά απόλαυσα όσο τίποτε άλλο. Ήταν επίσης γεμάτη γεγονότα. Χαίρομαι όμως για τις αποκαλύψεις σου στον Έραγκον για τους κατοίκους του μυστικού χωριού."

Ο Μέρταγκ έκρυψε για λίγο το πρόσωπό του στο ζεστό λαιμό του δράκου. "Ο Έραγκον πρόκειται να έρθει σε επαφή με τη Ναζουάντα…"

"Το ίδιο κι εσύ επίσης." Ο Θορν καταλάβαινε καλύτερα από τον καθένα τη λαχτάρα του εκλεκτού του. Δεν γινόταν όμως να επιτρέψει φρούδες ελπίδες. "Το σημαντικότερο όμως είναι, ότι θα ακολουθήσουμε τον Έραγκον και τη Σαφίρα" είπε, για να στρέψει το νου του καβαλάρη του σε κάτι διαφορετικό.

"Φαντάσου, Θορν, θα μπορέσουμε, εσύ κι εγώ, να ταξιδέψουμε σε μέρη μακρινά…" η φωνή του Μέρταγκ έκρυβε μέσα της μεγάλη δόση νοσταλγίας.

"…θα δούμε τους ελεύθερους δράκους…" η λαχτάρα του Θορν ήταν πασιφανής.

"Τις χώρες τις ζεστές κάτω απ' τον ήλιο και… τόσα ακόμα!" συμπλήρωσε ο καβαλάρης. "Όλα όσα έχουμε στερηθεί."

"Καλύτερα να ξεκουραστείς απόψε όσο περισσότερο μπορείς. Και η αυριανή μέρα θα είναι εξίσου δύσκολη, αλλά ενδιαφέρουσα. Καληνύχτα, Μέρταγκ!"

"Καλή σου νύχτα, Θορν!"

Ο δρακοκαβαλάρης επέστρεψε στα δωμάτιά του και μετά από ένα σύντομο λουτρό ξάπλωσε στο κρεβάτι του δίχως άλλες σκέψεις, για να κοιμηθεί μέχρι το πρωί.


(συνεχίζεται)