Όπου ο Έραγκον και ο Μέρταγκ ετοιμάζονται για την πρώτη επαφή με τους κατοίκους του χωριού, ενώ εκείνοι ακόμα ανησυχούν.


Βορράς

Κεφάλαιο 19

Η νύχτα είχε περάσει ήσυχη για τον Έραγκον, που κατάφερε να ξεκουραστεί μερικές ώρες στο πλευρό της κοιμισμένης Σαφίρα. Μπορεί το δρακοστάσιο να μην ήταν χώρος το ίδιο ζεστός, όπως το δωμάτιο του τζακιού ή το κρεβάτι του Μέρταγκ, αλλά η ζεστασιά που ανάδυε το σώμα της δράκαινας θέρμαινε και τον καβαλάρη της. Θα πρέπει να ήταν λίγο πριν το χάραμα πια στον έξω κόσμο, όταν ο Έραγκον σηκώθηκε από τις γούνες και τα δέρματα, έσιαξε τα ρούχα του και ζώστηκε το σπαθί του. Με λίγο παγωμένο νερό από την πέτρινη γούρνα ένιψε το πρόσωπο απομακρύνοντας και τα τελευταία υπόλοιπα ενός ελαφρύτατου ύπνου.

Τα κούτσουρα στο τζάκι σιγόκαιγαν ακόμα και ο Έραγκον τροφοδότησε τη φωτιά από το σωρό των ξύλων, όπως είχε δει την προηγούμενη να κάνει ο Μέρταγκ. Ο Θορν βρισκόταν ξαπλωμένος στη γωνιά του, περιμένοντας ίσως τη Σαφίρα, που έπινε νερό από τη γούρνα του δρακοστάσιου και περιποιόταν τα νύχια και τα φτερά της. Ο Έραγκον δεν ήξερε αν ο κόκκινος δράκος είχε ξυπνήσει. Παρ' όλα αυτά τον χαιρέτησε με σιγανή φωνή, για να μην τον ενοχλήσει αν ακόμα κοιμόταν. "Καλή σου μέρα, γενναίε δράκε!"

"Καλημερίζω τον Έραγκον-αδελφό-του-Μέρταγκ, δρακοκαβαλάρη της μεγαλόπρεπης Σαφίρα" απάντησε ο κόκκινος δράκος, ενώ το ένα μάτι του, στο έντονο χρώμα του κινναβαρίτη, άνοιξε και στράφηκε πάνω στον άνθρωπο που είχε εμφανιστεί από το δρακοστάσιο. "Ο εκλεκτός μου θα βρίσκεται σε λίγο κοντά μας."

Ο Θορν άλλαξε πλευρό τεμπέλικα, τεντώθηκε, χασμουρήθηκε και άρχισε να γλείφει επιδεικτικά το ένα του νύχι. Την ίδια στιγμή στο διαμέρισμα πίσω από το τζάκι, ο Μέρταγκ κράτησε στα χέρια το θηκάρι με το Ζάρ'ροκ έτοιμος να ζωστεί το σπαθί του. Άλλαξε όμως γνώμη και τοποθέτησε και πάλι το σπαθί με το κόκκινο ρουμπίνι στην επιφάνεια του τραπεζιού του. Σε λίγο αυτός και ο Έραγκον θα εμφανίζονταν μπροστά στους κατοίκους του μυστικού χωριού. Αν έρχονταν άοπλοι, θα δήλωναν πασιφανώς την καλή τους πρόθεση. Ο Μέρταγκ έβγαλε το στιλέτο με την ασημένια λαβή, που είχε πάντοτε κρυμμένο μέσα την μπότα του, τοποθετώντας το και αυτό πλάι στο Ζάρ'ροκ.

Τελείως άοπλος διέσχισε τον στενό διάδρομο, για να εμφανιστεί στην άλλη άκρη της αίθουσας του τζακιού. Χαμογέλασε αχνά διαπιστώνοντας ότι ο Έραγκον βρισκόταν ήδη εκεί και είχε τροφοδοτήσει τη φωτιά με ξύλα. Η φλόγα είχε ζωηρέψει και το θάλπος της ζέστης απλωνόταν στον χώρο. "Καλημέρα, αδελφέ! Πώς ήταν η νύχτα σας;"

Ακούγοντας τη φωνή του Μέρταγκ να τον καλημερίζει, ο Έραγκον στράφηκε απότομα. "Καλημέρα και σ' εσένα Μέρταγκ, η νύχτα μας ήταν καλή. Ξεκουραστήκαμε και οι δύο μια χαρά στο δρακοστάσιο." Τα μάτια του Έραγκον στράφηκαν προς την ζώνη του αδελφού του παρατηρώντας παραξενεμένος την έλλειψη του σπαθιού. Για πρώτη φορά, από τη στιγμή που είχαν έρθει με τη Σαφίρα σ' αυτό το μέρος, είδε το Μέρταγκ άοπλο και αυτό του έκανε εντύπωση.

"Ίσως αποφάσισε τελικά να μας εμπιστευθεί." Η Σαφίρα έκανε μεγαλόπρεπα την είσοδό της στο δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς το σημείο που ο Θορν ήταν ακόμα πλαγιασμένος στη γωνιά του επάνω στα δέρματα. Η δράκαινα τέντωσε τον λαιμό της και ακούμπησε το μουσούδι της σ' αυτό του Θορν, χαιρετώντας με αυτόν τον τρόπο τον κόκκινο δράκο.

"Ίσως…" Ο Έραγκον κρέμασε το τσουκάλι με καθαρό νερό πάνω από τις φλόγες.

"Μάλλον εμείς οι δύο θα πρέπει να φροντίσουμε να μαγειρέψουμε κάτι για φαγητό, αδελφέ" είπε στον Μέρταγκ. "Ο ολονύκτιος ύπνος άνοιξε την όρεξή μου και τώρα πεινάω."

Από την αποθήκη των προμηθειών του ο Μέρταγκ έφερε μία μικρή ποσότητα βοτάνου, το έδωσε στον Έραγκον, για να το ρίξει μέσα στο τσουκάλι του νερού να βράσει. Κατόπιν έκοψε λεπτές λωρίδες καπνισμένου κρέατος και τις τοποθέτησε σε μία λεπτή, πέτρινη πλάκα, για να ψηθούν στην πυροστιά του τζακιού. "Λυπάμαι, Έραγκον, που δεν υπάρχουν άλλα χορταρικά, φρούτα ή ψωμί για να συνοδεύσεις το πρωινό σου. Θα πρέπει, αδελφέ, να αρκεστείς στο ρόφημα, το κρέας και κάποιο μικρό κομμάτι πίτας, που σου φύλαξα από εχθές."

Ο Μέρταγκ άπλωσε στο πέτρινο τραπέζι του κύπελλα και γαβάθες φαγητού. Μια ματιά που έριξε προς τη μεριά του Θορν, τον έκανε αυθόρμητα να χαμογελάσει. Εκείνη τη στιγμή ο κόκκινος δράκος έτριβε το ρύγχος του στον λαιμό της γαλανής Σαφίρα και ένοιωθε πολύ ευχαριστημένος για αυτήν τη φιλική προσέγγιση. Για να μην τον ενοχλήσει, αλλά και για να κρύψει το χαμόγελό του, ο Μέρταγκ βάλθηκε να ελέγχει το ψήσιμο γυρίζοντας τις λωρίδες του κρέατος πάνω στην πλάκα.

Λίγο πιο δίπλα ο Έραγκον είχε ρίξει τα αρωματικά φύλλα μέσα στη χύτρα με το νερό που έβραζε και απόμενε να ανασαίνει βαθιά την αναζωογονητική μυρωδιά τους. Παλιές αναμνήσεις από το δάσος των ξωτικών γέμισαν ξανά το νου του, δεν άφησε όμως τη μελαγχολία να κυριέψει την καρδιά του. "Το ρόφημα και ένα μικρό κομμάτι κρέας είναι αρκετά για μένα, αδελφέ" δήλωσε χαμογελαστός, καθώς έφερνε το τσουκάλι με το βραστό περιεχόμενό του ακουμπώντας το στην πέτρινη επιφάνεια του τραπεζιού, κρατώντας προσεκτικά το χερούλι. "Έχει περισσέψει ένα κομμάτι πίτα, αλλά αυτό είναι δικαιωματικά δικό σου. Ούτε καν τη δοκίμασες χθες."

Ο Έραγκον κάθισε στον πέτρινο πάγκο, κέρασε το τσάι μέσα στις κούπες τους και φύσηξε τη δική για να κρυώσει. Την ίδια στιγμή η Σαφίρα μοιραζόταν εκ νέου εικόνες και συναισθήματα με τον αρσενικό δράκο έχοντας μαζί του μια συνομιλία που αφορούσε το αρχαίο τους είδος. Ο καβαλάρης της είχε καιρό να τη νοιώσει τόσο ικανοποιημένη. Στράφηκε προς τη μεριά της πυροστιάς, όπου τα κομμάτια του κρέατος τσιτσίριζαν καθώς το λίπος τους ψηνόταν. Η μυρωδιά κάθε άλλο παρά δυσάρεστη του φάνηκε εκείνη την ώρα, παρά έφερε στο νου του αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια στο Κάρβαχωλ. Χτυπώντας ρυθμικά τα δάχτυλά του πάνω στην κρύα επιφάνεια μουρμούρισε τον σκοπό από ένα παλιό τραγούδι, που η θεία Μάριαν συνήθιζε να σιγοτραγουδά την ώρα που μαγείρευε το δείπνο.

Ο Μέρταγκ μοίρασε το ψημένο κρέας μέσα στις δύο γαβάθες του πρωινού και τράβηξε το μικρό ταψί με το κομμάτι της πίτας της Νολβέν μπροστά στον Έραγκον. "Η πίτα φυλάχτηκε για σένα, Έραγκον. Σε βεβαιώνω ότι καθόλου δεν με πειράζει που δεν δοκίμασα απ' αυτήν. Δυστυχώς δεν έχω να προσφέρω κάτι περισσότερο για φαγητό από κρέας, γι' αυτόν τον λόγο θα με χαροποιούσε ιδιαίτερα αν τη δεχόσουν."

Ο Μέρταγκ κάθισε απέναντι από τον Έραγκον παίρνοντας μπροστά του το κύπελλο με το ρόφημα. Όλη αυτή την ώρα ο αδελφός του σιγανομουρμούριζε τον σκοπό από ένα τραγούδι, που στον Μέρταγκ θύμισε έντονες στιγμές της παιδικής του ηλικίας. Χωρίς πολλή προσπάθεια μιμήθηκε κι αυτός την ίδια μελωδία. Αν η μνήμη του δεν τον γελούσε, ήταν κάποιο τραγούδι που η Σελίνα, η μητέρα του, συνήθιζε να του τραγουδά, τις λίγες εκείνες φορές που ερχόταν για επίσκεψη στο κάστρο. Να σήμαινε άραγε γι' αυτήν κάποια ανάμνηση από το πατρικό της;

Ο Μέρταγκ ήπιε μερικές μικρές γουλιές από το καυτό τσάι του και τίμησε δεόντως το πιάτο του με το κρέας. Την προηγούμενη ημέρα, αυτή που είχε ξοδευτεί με την πολύωρη μονομαχία τους, δεν θυμόταν να έχει βάλει κάτι στο στόμα του και τώρα πεινούσε. Ο Θορν στη γωνιά του απόμενε τελείως απορροφημένος με την παρουσία της Σαφίρα και τη συζήτηση που είχε μαζί της και ο καβαλάρης του δεν θέλησε να τον ενοχλήσει. Όλο του το μέλημα ήταν, να βρει τον κατάλληλο τρόπο, για να επισκεφτούν μαζί με τον Έραγκον το χωριό των προσφύγων.

"Όμορφα τραγουδάς, αδελφέ" σχολίασε ο Έραγκον. "Αυτό το τραγούδι είναι κάποιο που έχεις ξανακούσει;"

Αδειάζοντας από το φαγητό τη γαβάθα του, ο Μέρταγκ άργησε ν' αποκριθεί στην ερώτηση του Έραγκον. Κατόπιν ήπιε το υπόλοιπο ρόφημα ξαναγεμίζοντας την κούπα του. "Είναι, φαντάζομαι, ένας συνηθισμένος παλιός σκοπός, που τραγουδούσαν οι κοπέλες του βορρά" χαμογέλασε αινιγματικά, χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο.

Η απόκριση του Μέρταγκ συγκίνησε τον Έραγκον. Η σκέψη ότι μπορεί η μητέρα του Σελίνα να τραγουδούσε το ίδιο τραγούδι με τη θεία Μάριαν γέμισε την καρδιά του συναισθήματα. Συγκίνηση επίσης του προκάλεσε και η προσφορά του τελευταίου κομματιού της πίτας. Ο Έραγκον ευχαριστημένος τράβηξε την κεντημένη πετσέτα που σκέπαζε το ταψί δαγκώνοντας λαίμαργα το κομμάτι.

"Αλήθεια, Μέρταγκ," βιάστηκε να επαναφέρει τη συζήτηση στο θέμα που τους είχε απασχολήσει την προηγούμενη "φαντάζομαι ότι σήμερα είναι η μεγάλη μέρα, έτσι δεν είναι; Θέλω να πω, μου υποσχέθηκες πως θα γνωρίσω αυτούς τους ανθρώπους, τους πρόσφυγες της Αλαγαισίας, που ζουν κάτω από τη φροντίδα σου."

Η περιέργεια του Έραγκον είχε εξαφτεί και τώρα τον έκαιγε. Όχι μονάχα για να γνωρίσει τους κατοίκους του χωριού, αλλά και το να μάθει, πώς ο αδελφός του είχε κατορθώσει να κρύψει απ' αυτόν την παρουσία τους. Τι είδους μαγεία είχε χρησιμοποιήσει ο Μέρταγκ, που είχε καλύψει τόσες ψυχές από τη δική του διάνοια;

Ο Μέρταγκ κράτησε την ζεστή κούπα μέσα στα δύο του χέρια. "Σκεφτόμουν, Έραγκον, ποιος θα μπορούσε να είναι ο καλύτερος τρόπος να σε παρουσιάσω στους κατοίκους του χωριού. Ίσως αν πήγαινα πρώτος εγώ κι εσύ σε λίγο ακολουθούσες…" Ο Μέρταγκ ξεκίνησε να σιγοπίνει το τσάι του κερδίζοντας χρόνο, παρατηρώντας τι εντύπωση είχε κάνει στον Έραγκον η πρότασή του.

"Δεν έχω αντίρρηση για κάτι τέτοιο, αδελφέ. Εκείνο που θέλω όμως να ρωτήσω είναι, πώς κατόρθωσες να κρύψεις τόσο πολύ κόσμο με τη μαγεία σου. Από τη στιγμή που η Σαφίρα κι εγώ πλησιάσαμε την εξωτερική σπηλιά του βουνού, δεν κατορθώσαμε να αισθανθούμε την παραμικρή μορφή ζωής."

Ο Μέρταγκ χαμογέλασε πονηρά με τα λόγια του Έραγκον. Ζώντας κοντά στα επαρμένα ξωτικά, προφανώς ο μικρός αδελφός του είχε πιστέψει, ότι ήταν ακατανίκητος όσον αφορά τη χρήση της μαγείας. Ίσως η αντίληψη του Έραγκον ήταν πως, όσο καλός χρήστης μαγείας και να ήταν κάποιος, ο ίδιος ήταν ακόμα ισχυρότερος μάγος, ώστε να αντιλαμβάνεται και να καταλύει τα μάγια με τη μεγαλύτερη ευκολία. "Εύκολο αυτό, αδελφέ." Ο Μέρταγκ ύψωσε το ένα χέρι μουρμουρίζοντας τραγουδιστά δύο λέξεις, που κατέλυσαν τη μαγεία που σκέπαζε την μυστική είσοδο προς την εσωτερική σκάλα του βουνού. Ήδη η ζωή στο χωριό ξυπνούσε. Κάποιοι από τους κατοίκους μπορεί να κοιμούνταν ακόμα, κάποιοι άλλοι όμως είχαν ήδη αρχίσει τις δραστηριότητες της ημέρας τους. "Τώρα, αδελφέ; Μπορείς να τους νοιώσεις;"


Ο άρχοντας Φιόρν ήταν από αυτούς που είχαν ξυπνήσει πολύ νωρίς, όπως άλλωστε συνήθιζε τις περισσότερες από τις μέρες του. Αντί όμως να γυρίσει στο άλλο του πλευρό χουζουρεύοντας στις ζεστές του γούνες για λίγο ακόμα, είχε διαλέξει να σηκωθεί τριγυρίζοντας ανάμεσα στις σπηλιές και τις καλύβες του κρυμμένου οικισμού του. Ήταν περισσότερο η έγνοια για όσα συνέβαιναν αρκετά μέτρα πάνω από το κεφάλι του, παρά τα καθήκοντα προς τη μικρή κοινότητα που πια υπηρετούσε, αυτό που βάραινε το νου και την καρδιά του. Από την ώρα που ο προστάτης τους δρακοκαβαλάρης είχε εμφανιστεί ξαφνικά το προηγούμενο πρωί ειδοποιώντας για την απρόσμενη επίσκεψη που είχε δεχτεί, για να τους καθησυχάσει ότι τίποτε δεν τους απειλούσε, ο άρχοντας Φιόρν είχε προσωρινά ηρεμήσει. Οι ώρες όμως του απογεύματος και της νύχτας που ακολούθησε είχαν ψιθυρίσει διάφορα ανησυχητικά σενάρια στο μυαλό του. Τι θα γινόταν αν ο Μέρταγκ και ο δράκος του δεν τα κατάφερναν να υπερισχύσουν των αντιπάλων σε μια πιθανή διένεξη μεταξύ τους; Ακόμα και αν κάποια συνθήκη ειρήνης κανονιζόταν μεταξύ τους, τι θα επακολουθούσε για τους κατοίκους του χωριού, αν ο καβαλάρης και ο κόκκινος δράκος του αποφάσιζαν απλά ν' αλλάξουν στρατόπεδο και να ενωθούν με την κάστα των εχθρών τους; Τι θα απογίνονταν ο ίδιος και η Νολβέν του χωρίς προστάτες; Μόνοι στις άγριες ερημιές και με τον βαρύ χειμώνα του βορρά να έρχεται, δύσκολα θα κατάφερναν να επιβιώσουν παραπάνω από λίγες εβδομάδες.

Ο Φιόρν έφτασε έξω από το κατάλυμα του Γιάν Σβένσον κι εκεί αφουγκράστηκε, να δει μήπως ο πολεμιστής είχε ξυπνήσει. Ο παλιός αυλικός δεν είχε σκοπό να συζητήσει όλες αυτές τις ανησυχίες του με κάποιο άλλο πρόσωπο, τουλάχιστον όχι ακόμα. Αποζητούσε όμως μια παρηγοριά στη συντροφιά κάποιου που εμπιστευόταν.

Συνηθισμένος από χρόνια στη ζωή του στρατώνα, ο Γιάν Σβένσον ξυπνούσε πάντοτε νωρίς· ακόμα και τις μέρες που το κρύο πάγωνε αισθητά τον κόσμο. Από τον καιρό που ο αδελφός του είχε προτιμήσει την έγγαμη ζωή στη Σίουνον, ο Γιάν ζούσε μονάχος στο καλύβι του. Καθημερινά ακολουθούσε την ίδια συγκεκριμένη ρουτίνα, που ξεκινούσε πάντοτε με τη φροντίδα των όπλων του. Κατά την ώρα που ακόνιζε τη λεπίδα του σπαθιού του, ένοιωσε περισσότερο παρά άκουσε ένα ελαφρύ σούρσιμο έξω από την πόρτα της καλύβας. Ο Γιάν σηκώθηκε επιφυλακτικά και κρυφοκοίταξε από το άνοιγμα που σχημάτιζαν τα τεντωμένα δέρματα πάνω στο πλαίσιο με τις απλάνιστες σανίδες. Η έκπληξή του ήταν μεγάλη καθώς διέκρινε τον άρχοντα Φιόρν μέσα στο μισοσκόταδο. Τράβηξε στην άκρη το κάλυμμα που σκέπαζε το άνοιγμα του καταλύματός του και υποκλίθηκε ευγενικά στον παλιό αυλικό του Γκίλ'ιντ. "Άρχοντά μου, σε τι οφείλω την τιμή της επίσκεψής σου; Συνέβη μήπως κάτι απρόοπτο;"

"Τίποτε… τίποτε άξιο λόγου" ο άρχοντας Φιόρν αντιγύρισε το χαιρετισμό του παλιού αξιωματικού του Γκαλμπατόριξ. "Απλά, δεν είχα ύπνο και είπα να ρίξω μια ματιά τριγύρω." Ο Φιόρν έτριψε τα παγωμένα του χέρια και τυλίχτηκε καλύτερα μέσα στο γούνινο πανωφόρι του. "Το χιόνι έχει σταματήσει να πέφτει και ο άνεμος έχει κοπάσει" είπε προσπαθώντας να διακρίνει ανάμεσα στους ίσκιους της μέρας που ξημέρωνε. "Φαίνεται ότι η κακοκαιρία θα μας κάνει τη χάρη να καταλαγιάσει. Ίσως έτσι μπορέσουμε να στείλουμε μερικούς άντρες για κυνήγι."

Ο Φιόρν έγνεψε στον Γιάν Σβένσον να τον ακολουθήσει στη βόλτα του ανάμεσα στα μισοθαμμένα στο χιόνι παραπήγματα. Παρέλειψε όμως να αναφέρει, ότι μαζί με την κακοκαιρία ευχήθηκε να έφευγαν και οι δύο άλλοι, απρόσμενοι επισκέπτες. Ο Γιάν Σβένσον ακολούθησε τον αργό βηματισμό του άρχοντα από το Γκίλ'ιντ ανάμεσα στα στενά περάσματα, που χώριζαν μεταξύ τους τα υποτυπώδη καταλύματα του χωριού. Οι πιο γέροι και ασθενέστεροι είχαν κατοικήσει τα σπηλαιώδη ανοίγματα στους πρόποδες του βουνού, σαν πιο ζεστά και ασφαλισμένα. Οι άντρες και οι υπηρέτες είχαν κατασκευάσει αυτοσχέδια καλύβια με ότι υλικό παρείχε η περιοχή. Πεπλατυσμένες πέτρες ήταν το πιο συνηθισμένο που διέθεταν, τις οποίες τοποθετούσαν τη μία επάνω στην άλλη, γεμίζοντας τα κενά με λίγη λάσπη, ξεραμένα χόρτα ή δέρματα ζώων. Τα λιγοστά δοκάρια που συμπλήρωναν τις κατασκευές, ήταν φερμένα από τόπους μακρινούς και με μεγάλη δυσκολία.

Ο νέος πολεμιστής οσμίστηκε τον προαυγινό άνεμο που σήκωνε τούφες χιονιού από το έδαφος. Πράγματι η ταχύτητα της καταιγίδας είχε κοπάσει, παρά το ότι το κρύο ήταν ακόμα δριμύ. Η χιονόπτωση είχε σταματήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο άρχοντας Φιόρν είχε δίκιο. Έπρεπε να εκμεταλλευτούν τις τελευταίες καλοκαιρίες του φθινοπώρου, για να μαζέψουν όσα περισσότερα εφόδια μπορούσαν για τον χειμώνα που ερχόταν.

Ο Γιάν σκέφτηκε ότι ήταν ακόμα ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν το κρύο που θα ακολουθούσε και μια πιθανή έλλειψη τροφίμων φάνταζε σαν εφιάλτης. "Θα πρέπει να κυνηγήσουμε ζώα για το κρέας τους και να συλλέξουμε αρκετή ξυλεία ακόμα, άρχοντά μου" συμφώνησε με τα λόγια του Φιόρν. "Ο δρακοκαβαλάρης θα πρέπει να μας βοηθήσει σ' αυτό μαζί με τον δράκο του. Όμως…" εδώ ο Γιάν έκανε μια παύση στα λόγια του, καθώς τα επόμενα βγήκαν σαν ψίθυρος από το λαιμό του. "Όμως, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα μπορέσει. Ίσως η επίσκεψη που έχει τόσο απρόσμενα δεχτεί, να αποτελέσει εμπόδιο για τη βοήθειά του."

Ο άρχοντας Φιόρν ένευσε θετικά για τα σχέδια του αξιωματικού όσον αφορά τη συλλογή τροφίμων και ξυλείας. Όμως τα γεγονότα κάθε άλλο παρά τον προέτρεπαν, να διατάξει τον σχηματισμό της ομάδας που θα άφηνε το χωριό γι' αυτόν το λόγο. "Όλα στον καιρό τους, Γιάν… όλα στην ώρα τους, παλικάρι μου. Ο άρχοντάς μας Μέρταγκ και ο μεγαλόπρεπος δράκος του θα βοηθήσουν σίγουρα στην επιβίωσή μας. Να μην ξεχνάμε όμως τα λόγια και τις νουθεσίες του."

Την προηγούμενη, όταν ο δρακοκαβαλάρης είχε επισκεφτεί το χωριό τους για τελευταία φορά, είχε ζητήσει από τους κατοίκους να παραμείνουν ήρεμοι συνεχίζοντας προσεκτικά τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Και φυσικά η σύγκληση μιας κυνηγετικής ομάδας και η απομάκρυνσή της από το χωριό, κάθε άλλο παρά ήσυχη δραστηριότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί. Από την άλλη, ο Φιόρν είχε πολλές αμφιβολίες για το αν θα έπρεπε οι αξιόμαχοι άντρες να απομακρυνθούν αυτή την περίοδο, που ο εχθρός τους βρισκόταν στην κυριολεξία πάνω από τα κεφάλια τους. Δεν θέλησε όμως να μοιραστεί την έγνοια αυτή με τον Γιάν Σβένσον. "Ας ελπίσουμε ότι οι απρόσμενοι επισκέπτες που δέχτηκε ο άρχοντάς μας θα αναχωρήσουν σύντομα" πρόσθεσε μόνο. "Μόλις ο εχθρικός καβαλάρης και ο δράκος του φύγουν, τότε θα έχουμε όλον τον καιρό μπροστά μας για να οργανώσουμε το κυνήγι μας. Μέχρι τότε; Προσοχή και ησυχία! Θα υπακούσουμε στις παραινέσεις του άρχοντά μας με τη βεβαιότητα, ότι αυτός θα μας προστατέψει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο."

Ο Φιόρν ήλπιζε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει. Στην περίπτωση όμως που τα πράγματα έπαιρναν άλλη, δυσάρεστη τροπή, ο παλιός αυλικός ύφαινε λίγο-λίγο ένα καινούριο σχέδιο στο μυαλό του. Ο Φιόρν ολοκλήρωσε τη βόλτα του στα στενά δρομάκια του χωριού, κατόπιν θεωρώντας ότι δεν είχε νόημα να παραμένει άλλο στην ύπαιθρο, έχωσε τα ξυλιασμένα δάχτυλά του κάτω από τις μασχάλες και βάλθηκε να κατευθύνεται και πάλι προς την σπηλιά, που αυτά τα τελευταία χρόνια είχε θεωρήσει σαν το σπιτικό του.

Ο Γιάν Σβένσον έριξε μια ματιά προς τους βράχους του βουνού, που ξεδιπλώνονταν πάνω τους καλυμμένοι από τις πρωινές ομίχλες. "Μακάρι οι εχθροί μας θα φύγουν σύντομα, άρχοντα" ευχήθηκε. "Όσο πιο γρήγορα επιστρέψουμε στην συνηθισμένη μας ζωή, τόσο καλύτερα." Ο αξιωματικός ακολουθούσε πειθήνια τον Φιόρν δίχως να μιλά, μη θέλοντας να διακόψει τις σκέψεις εκείνου. Μέσα στο νου του νέου πολεμιστή σχηματιζόταν ήδη το σχέδιο δράσης για την προετοιμασία της ομάδας του για το κυνήγι. Ποια άτομα θα άφηνε πίσω του να επιβλέπουν το χωριό, πόσα εφόδια θα έπαιρναν μαζί τους για τον δρόμο, ποια όπλα θα υπηρετούσαν την ομάδα τους καλύτερα. Αν ήταν τυχεροί, ούτε κι αυτή τη φορά θα συναντούσαν κάποια ομάδα ξωτικών να περιπολούν τα όρια των δασών τους. Ο Γιάν δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί, αλλά υπήρχε πάντοτε αυτή η πιθανότητα. Ό,τι είχαν γλιτώσει από το στρατό των Βάρντεν και τους κατοίκους της Αλαγαισίας, να το πάθουν από τους γοργούς και επιδέξιους μαχητές των ξωτικών.

Ο Φιόρν Έγκελσον συνέχισε να προχωρά με αργό βηματισμό τσαλαβουτώντας στο αφράτο χιόνι. Μέσα στην παγωνιά η υποψία του αυγινού φωτός άρχισε να φωτίζει το λευκασμένο έδαφος, ώστε τα μέχρι πρότινος σκοτεινά περιγράμματα να ξεχωρίζουν καθαρά τώρα παίρνοντας χρώμα. Ένας τόνος γαλάζιου αχνοφαινόταν ήδη από τα μέρη της ανατολής και ο ουρανός έμοιαζε να ξανοίγει πάνω τους. Η καταιγίδα είχε περάσει και αν ο καιρός καλυτέρευε αισθητά, τότε ο εχθρικός καβαλάρης και ο δράκος του θα έφευγαν σήμερα. Αν όχι…

Ο άρχοντας Φιόρν είχε σκεφτεί ένα σχέδιο, που θα επέτρεπε στον ίδιο, την οικογένειά του και τους υπηρέτες του, ίσως και στους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού, να αντιμετωπίσουν την νέα απρόσμενη κατάσταση. Αν ο εχθρός κατόρθωνε τελικά να αφανίσει τον γιο του Μόρζαν και τον δράκο του, αν μετά απ' αυτό υπήρχε ακόμα μέσα του κρυμμένη οργή, που την έστρεφε εναντίων των προσφύγων, ο Φιόρν σκόπευε να προσπέσει στα πόδια του. Θα φρόντιζε, αφού πρώτα ικετεύσει για τη ζωή όλων, να δοξάσει τον νικητή και τα λαμπρά του έργα, προσθέτοντας περίσσιες κολακείες και γλυκόλογα. Ποιος θα μπορούσε να μείνει για καιρό απαθής στα όμορφα λόγια, τα εγκώμια, τις θωπείες και τα καλοπιάσματα; Εν ανάγκη ο Φιόρν θα ισχυριζόταν, πως ο Μέρταγκ κρατούσε κοντά του τον ίδιο και τους δικούς του με τη βία, σαν αιχμαλώτους.

Ο παλιός αυλικός έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς του και κοντοστάθηκε γυρνώντας προς τη μεριά του αξιωματικού. Η ώρα δεν ήταν κατάλληλη για να μπάσει τον πολεμιστή μέσα, μιας και η λαίδη Λίντα ή η Νολβέν του ακόμα θα κοιμούνταν. Επιθυμούσε όμως την παρουσία του Γιάν και του σπαθιού του όσο πιο κοντά γινόταν. "Μπορείς να μπεις λίγο μαζί μου στον προθάλαμο" πρότεινε στον αξιωματικό. "Υπάρχουν ακόμα κάνα-δυο ζητήματα σχετικά με την κοινότητα του χωριού, που θα έπρεπε μαζί να κουβεντιάσουμε." Άκουσε από μέσα κάποιον θόρυβο, σημάδι δραστηριότητας που ερχόταν από την κουζίνα του, καθώς και το τριζοβόλημα της φωτιάς. Η ζεστή της λάμψη αντιφέγγιζε στα κρύα, πέτρινα τοιχώματα.

Ο Φιόρν κράτησε για ώρα τον Γιάν Σβένσον στον προθάλαμο καθυστερώντας τον εκεί με συζητήσεις για τα θέματα της κοινότητας. Ο αυλικός του Γκαλμπατόριξ δεν θεωρούσε αναγκαίο να μπάσει τον πολεμιστή στα ενδότερα της εστίας του, ούτε και να τον φέρει σε στενότερη επαφή με τις γυναίκες της οικογένειάς του· τουλάχιστον όχι, αν αυτό δεν ήταν απόλυτα αναγκαίο. Ο Φιόρν δεν ήθελε να πέφτουν τα αντρικά βλέμματα επάνω στη κατά πολλά χρόνια νεώτερη σύζυγό του, ούτε βέβαια στην πολυαγαπημένη του κόρη. Η Νολβέν άνθιζε σαν το ανοιξιάτικο λουλούδι μέσα στα παγωμένα κρύα του βορρά και φυσικό ήταν σε σύντομο χρονικό διάστημα να άρχιζαν να φτάνουν γι' αυτήν προτάσεις γάμου. Ο Φιόρν όμως δεν σκόπευε να χαραμίσει τη Νολβέν του για τον κάθε αγροίκο, ακόμα κι αν αυτός ήταν ο Γιάν Σβένσον, ακόμα κι αν του χρωστούσε τη ζωή του και τη ζωή των ανθρώπων του. Ο Φιόρν είχε σχέδια για τη Νολβέν και οι στόχοι του βρίσκονταν πολύ ψηλότερα από τον όποιο φυγόδικο αξιωματικό του πάλαι ποτέ αυτοκρατορικού στρατού του Γκαλμπατόριξ.


(συνεχίζεται)