A/N: Especially for Dream Plane,

Thank you so much for your reviews. The fact that you are reading my story, even if it is written in a language you probably cannot talk, makes me very proud. To use one the google translator is a clever idea by their side. However, I'm not so sure about the results of the translator, since I have used this method myself with a poor outcome. I was unable to understand completely the text I was reading. Some other times, I have noticed that an individual word has been translated correctly; albeit for the same word in a whole text, the translator gives a completely wrong meaning. If you like, you can always PM me (or e-mail, if you do not have an account), and I will gladly explain anything obscure or hardly understandable. Again, I thank you for reading the story.


Όπου ο Έραγκον και ο Μέρταγκ ξεκινούν για την επίσκεψή τους στο κρυμμένο χωριό.


Βορράς

Κεφάλαιο 20

"Μπορείς να τους νοιώσεις, αδελφέ;" είχε ρωτήσει ο Μέρταγκ και ο Έραγκον άφησε τη διάνοιά του να ξεχυθεί μέσα από τους χοντρούς πέτρινους τοίχους προς το εσωτερικό του βουνού. Με ύφος εκστατικό διαπίστωσε ότι τα μάγια που κάλυπταν το επίμαχο σημείο των βράχων είχαν αρθεί. Οι οξυμένες αισθήσεις του επέτρεψαν να συνειδητοποιήσει τα λαξευμένα σκαλοπάτια μιας σκάλας, που κατηφόριζαν προς τους πρόποδες. Και εκεί μπροστά του ξεσκεπάστηκαν ξαφνικά οι πολύβουες σκέψεις αρκετών άλλων ανθρώπινων εγκεφάλων. Ο Έραγκον χρονοτρίβησε στο να εξετάζει τις σκέψεις τους και να μελετά τους φόβους και τις λαχτάρες τους. Καθώς ένας-ένας ξυπνούσαν, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν για μοναδικό τους μέλημα να υπερνικήσουν το φόβο που ένοιωθαν για την παρουσία του ίδιου. Εκτός από τον τρόμο που συνόδευε το άτομό του, ο Έραγκον αντιλαμβανόταν και την ανησυχία τους μπροστά στο κρύο του χειμώνα που ερχόταν, την αγωνία τους για την ανέχεια και μια πιθανή πείνα, αν δεν κατάφερναν να συλλέξουν τα αναγκαία.

Λύπη κατέλαβε την καρδιά του Έραγκον. Ποτέ του μέχρι τώρα δεν είχε αντιληφθεί τον εαυτό του σαν ανεπιθύμητο από άλλους. Ποτέ οι σκέψεις των ανθρώπων δεν είχαν υπάρξει τόσο αρνητικές για το άτομό του. Ο δρακοκαβαλάρης της Σαφίρα αποφάσισε πως θα έκανε ό,τι χρειαζόταν, φτάνει αυτό να άλλαζε. Θα φρόντιζε πάραυτα να πείσει όλους αυτούς τους απέλπιδες, ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο δράκος του αποτελούσαν γι' αυτούς κάποιον κίνδυνο. Με σοβαρό ύφος στο πρόσωπό του γύρισε προς τη μεριά του Μέρταγκ. "Αδελφέ, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ζουν στους πρόποδες του βουνού είναι γεμάτοι φόβο για μένα και τη Σαφίρα. Αυτό καθόλου δεν μου αρέσει. Θα σου ζητήσω να επισπεύσεις την εκεί παρουσία μας. Θέλω να τους εξηγήσω ο ίδιος, ότι ούτε εγώ ούτε ο δράκος μου αποτελούμε κίνδυνο για κανέναν απ' αυτούς."

Ο Μέρταγκ ήπιε τις τελευταίες γουλιές από το τσάι αδειάζοντας την κούπα του, μετά σηκώθηκε από τον πέτρινο πάγκο. Για μια στιγμή στάθηκε ολόρθος μπροστά στο τραπέζι σκεπτικός και κατόπιν στράφηκε προς τον Έραγκον. "Έχεις δίκιο, Έραγκον, να ταράσσεσαι για το γεγονός ότι οι κάτοικοι του χωριού φοβούνται εσένα και τη Σαφίρα. Πρέπει όμως να καταλάβεις, ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει εδώ και καιρό ό,τι είχαν. Κάποιοι από αυτούς έχασαν ως και μέλη των οικογενειών τους. Ο φόβος έχει γίνει δεύτερη φύση τους. Είναι φυσικό λοιπόν να φοβούνται τον κάθε έναν και το κάθε τι ανοίκειο προς τη μίζερη ζωή τους."

Ο Μέρταγκ έριξε μία σύντομη ματιά προς τη μεριά των δράκων θέλοντας να ζητήσει την συμπαράσταση του Θορν, ο δράκος του όμως φαινόταν αφοσιωμένος στη συζήτηση που είχε με τη Σαφίρα. Έτσι ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά και συνέχισε. "Για τον λόγο του φόβου αυτού, σου ζητώ να με συνοδεύσεις στις κατοικίες τους τελείως άοπλος. Βλέποντάς μας οι κάτοικοι χωρίς τα σπαθιά μας, θα είναι περισσότερο δεκτικοί σε όσα έχουμε να τους πούμε."

Ο μεγαλύτερος αδελφός έγνεψε στον μικρότερο, αν ήθελε να τον ακολουθήσει έξω από την αίθουσα του τζακιού και την συντροφιά των δράκων.

Ο Έραγκον έγνεψε καταφατικά. Κάτω από τις παρούσες συνθήκες το αίτημα του Μέρταγκ φαινόταν απόλυτα λογικό. Σηκώθηκε ορθός παρατώντας μισογεμάτο με κρέας το πιάτο του και έβγαλε από τη ζώνη του το θηκάρι του Μπρίσινγκρ. "Σαφίρα, θα ακολουθήσω τον Μέρταγκ άοπλος προς το χωριό των προσφύγων" ενημέρωσε τη γαλάζια δράκαινα. "Εύχομαι όλα να πάνε καλά, αν όχι… τότε θα σε ειδοποιήσω να κατεβείς στα ριζά του βουνού χρησιμοποιώντας τον ίδιο δρόμο που μπήκαμε. Ίσως ο Θορν θα ήθελε να σε βοηθήσει."

Αφήνοντας τη μυστική συνομιλία της με τον κόκκινο δράκο, η Σαφίρα έστρεψε το μακρύ της λαιμό προς το μέρος του εκλεκτού της. "Κανένας δεν πρόκειται να δοκιμάσει να σε πειράξει, μικρούλη. Ποιος θα τολμούσε ύστερα να αντιμετωπίσει την οργή ενός μαινόμενου δράκου; Έχεις εξ άλλου τη μαγεία σου για να σε προφυλάξει. Πήγαινε και ο νους μου θα είναι συνεχώς κοντά σου."

Στρέφοντας προς τον Μέρταγκ, ο Έραγκον ζήτησε σοβαρός. "Ίσως θα ήταν καλύτερα να προπορευτείς· να ειδοποιήσεις τους κατοίκους του χωριού για την επικείμενη παρουσία μου στις περιοχές τους. Υποθέτω ότι η δική σου παρουσία δεν θα ξεσηκώσει πανικό ή την επιθυμία για κάποιου είδους εμπλοκή."

Ο Έραγκον σε τίποτε δεν φοβόταν τους άμοιρους και τρομοκρατημένους εκείνους πρόσφυγες, αν και γνώριζε καλά, ότι ο φόβος και ο πανικός ενίοτε αποτελούν κακούς συμβούλους στις αντιδράσεις των ανθρώπων. Ο Έραγκον δεν ήθελε να χρειαστεί να βλάψει κάποιον από αυτούς στο παραμικρό χρησιμοποιώντας τη μαγεία του. Το γεγονός όμως ότι ο ίδιος είχε γίνει αντικείμενο του φόβου τους, αντί της λατρείας που συνήθως αντιμετώπιζε, τον είχε ενοχλήσει.

Στο λογικό αίτημα του Έραγκον ο Μέρταγκ χαμογέλασε αχνά. "Αυτή ήταν κι εμένα η πρώτη σκέψη μου, κατόπιν άλλαξα γνώμη. Δεν είναι απαραίτητο να βαδίσω μόνος αυτή τη σκάλα, αδελφέ. Ο δρόμος μας είναι μακρύς και δεν καταλήγει σε κάποιο δημόσιο σημείο, παρά στην σπηλιά που κατοικεί ο παλιός αυλικός του Γκαλμπατόριξ, ο άρχοντας Φιόρν. Θα κατέβουμε μαζί μέχρι εκεί και στο τέλος της διαδρομής θα αναλάβω να σε παρουσιάσω στον ευγενή και την οικογένειά του."

Τη στιγμή που ο Μέρταγκ ετοιμαζόταν να βγει από το δωμάτιο, σαν κάτι να θυμήθηκε και πισωγύρισε προς τη μεριά του πέτρινου τραπεζιού. Έδειξε στον Έραγκον τη λινή, κεντημένη πετσέτα, που λίγο πριν σκέπαζε το μικρό ταψί με τα υπολείμματα της πίτας, άδειο πια από το περιεχόμενό του. "Αν μπορείς πάρε και την πετσέτα αυτή μαζί σου" του ζήτησε. "Καιρός είναι πια να επιστραφεί στο πρόσωπο στο οποίο ανήκει. Το ταψί μπορεί να περιμένει. Θα το επιστρέψουμε αργότερα, αφού καθαριστεί πρώτα."

Ανταλλάσσοντας μία τελευταία ματιά με τον Θορν, που τώρα πια είχε στραφεί προς το μέρος του καβαλάρη του, ο Μέρταγκ βγήκε απ' το δωμάτιο κατευθυνόμενος προς το άνοιγμα στον τοίχο του προθαλάμου, που οδηγούσε προς τα λαξευμένα σκαλοπάτια, ορατό τώρα πια στο πρωινό ημίφως.

Παραξενεμένος ο Έραγκον σήκωσε από το τραπέζι την αφημένη πετσέτα, τη δίπλωσε και απογοητευμένος την έχωσε στην τσέπη του. Ίσως είχε έρθει τελικά η ώρα να ανακαλύψει τον κάτοχο αυτού του γυναικείου χειροτεχνήματος, που προφανώς ήταν άλλο από το πρόσωπο που αρχικά είχε βάλει με το μυαλό του. Αυτός είχε συνδυάσει την πετσέτα με το ματωμένο κουρέλι, το κρυμμένο στο πέτρινο σεντούκι. Αφού όμως ο κάτοχος – ή μάλλον, η κάτοχος – κατοικούσε στους πρόποδες του βουνού, δεν ανήκε σίγουρα στη Ναζουάντα.

Ο Έραγκον, πριν βγει από το δωμάτιο, απόθεσε στο πλάι της Σαφίρα τη θήκη του Μπρίσινγκρ εμπιστευόμενος το πολύτιμο σπαθί στη φύλαξή της. "Εύχομαι να μην μου χρειαστεί εκεί όπου πηγαίνω, αγαπημένη μου Σαφίρα. Αν όμως τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως περιμένω και σε καλέσω κοντά μου…"

"Ησύχασε, μικρούλη" ρουθούνισε η γαλανή δράκαινα. "Ο Μέρταγκ γνωρίζει καλά αυτούς τους ανθρώπους. Αφού βλέπεις τον ίδιο ήσυχο, που ξέρεις πόσο δύσκολα αποχωρίζεται το σπαθί του, μην βάζεις κακό με το μυαλό σου. Ο Θορν είναι ενθουσιασμένος με την τροπή που έχουν πάρει οι καταστάσεις. Έχεις άλλωστε τη μαγεία σου!"

Χαμογελώντας για την ενθάρρυνση της εκλεκτής του, ο Έραγκον ακολούθησε τον Μέρταγκ έξω στον χώρο του προθαλάμου. "Πες μου, αδελφέ," ρώτησε καθώς βιαζόταν για να τον προφτάσει "ο λόγος που κατασκεύασες αυτό το μακρόστενο, πέτρινο τραπέζι είναι ότι δέχεσαι επισκέψεις από τους κατοίκους του χωριού των προσφύγων;"

Το μεγάλο τραπέζι του Μέρταγκ είχε κάνει τόση εντύπωση στον Έραγκον, απ' την αρχή που το είχε δει. Τώρα θα έσκαζε από περιέργεια αν δε τον ρωτούσε να μάθει.

Ο Μέρταγκ ένευσε καταφατικά στην ερώτηση του Έραγκον. Κατά τον πρώτο καιρό που κατοίκησε τις σπηλιές του βουνού, αυτό το τραπέζι δεν είχε ακόμα λαξευτεί πάνω στην πέτρα. Ούτε η μοναξιά του, μήτε και οι ανάγκες του δικαιολογούσαν παρόμοιο κόπο. Ο Μέρταγκ περιόριζε το φαγητό του μέσα στην ξύλινη γαβάθα, στο πλάι του τζακιού του. Από την εποχή όμως που οι πρώτοι πρόσφυγες έκαναν την εμφάνισή τους στα ριζά του βουνού και ο ίδιος μαζί με τον Θορν αποκαλύφθηκαν μπροστά τους και τους ανέλαβαν υπό την προστασία τους, η ανάγκη συνεστιάσεων οδήγησε στην κατασκευή αυτού του τραπεζιού, καθώς επίσης και στο μεγάλωμα της αίθουσας.

"Πολλές είναι οι φορές που συγκεντρωνόμαστε γύρω απ' αυτό το τραπέζι" παραδέχτηκε στον Έραγκον. 'Άλλοτε για να φάμε όλοι μαζί και άλλοτε για να συζητήσουμε όσα μας απασχολούν."

Ο Μέρταγκ κοντοστάθηκε μπροστά στο στενό άνοιγμα του βράχου, που χώριζε τους δικούς του χώρους από την στενή, καθοδική κλίμακα. Τα πρώτα σκαλοπάτια ήδη ξεχώριζαν στο πρωινό ημίφως. "Κάτι τέτοιο θα γίνει φαντάζομαι και τώρα, μόλις γίνει η γνωριμία σου με τους κατοίκους. Όλοι θα θελήσουν να γνωρίσουν τη Σαφίρα και αν ο καιρός δεν επιτρέπει ακόμα τις εξωτερικές πτήσεις των δράκων, τότε θα κάνουν όλοι τους τον κόπο, να ανεβούν μέχρι τα δωμάτιά μου." Ο Μέρταγκ στράφηκε για ν' αντικρίσει τον αδελφό του, που βάδιζε πίσω του. "Αυτό που εννοώ, Έραγκον," του είπε με ένα ελαφρό μειδίαμα στα χείλη "είναι, ότι πρέπει να ετοιμαζόμαστε για μεγάλο τσιμπούσι."

Η προοπτική μιας γιορτής σ' αυτές τις ερημιές του βορρά έκανε τον Έραγκον να γελάσει εγκάρδια και τόνωσε κατά πολύ τη διάθεσή του. Βρίσκονταν τώρα μπροστά σ' έναν ογκώδη βράχο, αυτόν που καλυμμένος προηγουμένως με μαγεία φαινόταν να σκεπάζει ένα στενό άνοιγμα καλά κρυμμένο πίσω του. Ακόμα και χωρίς τη μαγεία του Μέρταγκ κάποιος θα έπρεπε να εξετάσει με προσοχή το μέρος, για ν' ανακαλύψει αυτόν τον στενωπό, που οδηγούσε από τον τεράστιο σπηλαιώδη χώρο προς την κατωφέρεια του βουνού.

Ο Έραγκον με την οξυμένη αίσθηση της όρασής του ξεχώρισε τα πρώτα σκαλοπάτια, που κατηφόριζαν μπροστά του. Μέσα στο μισόφωτο της μέρας που ερχόταν, διέκρινε τη συνέχεια μιας μεγάλης σκάλας, που ξετυλιγόταν προς τα κάτω. "Έξυπνο!" θαύμασε ο μικρότερος αδελφός το έργο του μεγαλύτερου, ενώ ψηλάφιζε τα πέτρινα τοιχώματα με τις άκρες των δακτύλων. "Ομολογώ, ότι πρόκειται για μία πανέξυπνη κατασκευή, είτε έχει λαξευτεί με τα χέρια, ή με μαγεία."

Ο Μέρταγκ ψιθύρισε μία λέξη μαγείας και ένα απαλό, άλικο φως φώτισε την κατωφέρεια της κλίμακας. Ο δρακοκαβαλάρης άρχισε να κατεβαίνει με βήμα γοργό, σίγουρος ότι ο Έραγκον θα τον ακολουθούσε. Ο δρόμος προς τα κάτω ήταν μακρύς, με λίγα μόνο φυσικά ανοίγματα του βουνού να επιτρέπουν στο αχνό φως της μέρας να φωτίζει τα σκαλοπάτια. Ένα απ' αυτά τα ανοίγματα ήταν αρκετά μεγάλο, ώστε ο Μέρταγκ κοιτάζοντας τον έξω κόσμο, διαπίστωσε με ικανοποίηση πως η καταιγίδα των προηγούμενων ημερών είχε κοπάσει. Αν δεν είχε αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να αποκαλύψει στον Έραγκον την ύπαρξη του μυστικού χωριού, τώρα ο γαλάζιος καβαλάρης και η Σαφίρα του θα έφευγαν.

Ο Μέρταγκ αναστέναξε ελαφρά και συνέχισε την κατάβαση με το ίδιο γοργό βήμα όπως και πριν. Ήταν η μοίρα αυτή που είχε αποφασίσει για την τύχη του και για την τύχη του Θορν. Ήταν επίσης και η μεγάλη ανάγκη του δράκου του να συναντήσει άλλα άτομα του είδους του. Ο στεναγμός άπλωσε μέσα στην καρδιά του μια αίσθηση χαλάρωσης. Ίσως ήταν καλύτερα που τα πράγματα είχαν εξελιχθεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Η λαχτάρα του να ταξιδέψει, να γνωρίσει νέους τόπους ήταν τόσο μεγάλη όσο και του δράκου.

"Μέρταγκ! Περίμενε!" Ο Έραγκον τον έφτασε αναπηδώντας δύο-δύο τα σκαλοπάτια, λαχανιάζοντας. Από τα λίγα ανοίγματα του βράχου προς τον έξω κόσμο, μπορούσε να δει το φως της νέας μέρας που δυνάμωνε. Θα πρέπει να βρίσκονταν πια σχεδόν στη μέση της σκάλας. "Άκουσε, Μέρταγκ! Να μην ξεχάσεις την κοινή απόφασή μας. Προτού να αναφέρουμε κάτι για σχέδιο μετεγκατάστασης των προσφύγων στα βόρεια εδάφη της Αλαγαισίας, θα ήθελα να γνωρίσω αυτούς τους ανθρώπους καλύτερα. Θα ήθελα να είμαι σίγουρος για το ποιόν τους, προτού μεσολαβήσω στην βασίλισσα ζητώντας της αμνησία για όλους τους. Η Ναζουάντα θα πρέπει να γνωρίζει με λεπτομέρειες τις ιστορίες όσων ενδέχεται να μεταφερθούν κοντά στις κατοικημένες περιοχές του βασιλείου της."

Ο Μέρταγκ ανασήκωσε τους ώμους. Δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τον προβληματισμό του Έραγκον. "Φυσικά, Έραγκον. Αυτή είναι η συμφωνία μας, δεν το έχω ξεχάσει. Πρόκειται μάλιστα μαζί με τον Θορν να συνοδεύσουμε μία ομάδα των χωρικών ως τις παρυφές του δάσους των ξωτικών για κυνήγι. Αν το επιθυμείς να μας συνοδεύσετε, τότε θα έχετε τη δυνατότητα να γνωριστείτε καλύτερα με κάποιους από αυτούς τους κατοίκους." Δίχως να περιμένει την απόκριση του Έραγκον, ο Μέρταγκ στράφηκε ξανά και συνέχισε με γοργό βήμα την καθοδική του πορεία.

Μμμ… Ένα κυνήγι! Δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Ο Έραγκον θα μπορούσε έτσι να έχει μαζί του και τη Σαφίρα, η γνώμη της οποίας πάντοτε μετρούσε γι' αυτόν. Χαμογέλασε στον εαυτό του και συνέχισε ν' ακολουθεί τα βήματα του Μέρταγκ. "Απ' όσο μπορώ να δω απ' τα ανοίγματα του βράχου, φαίνεται ότι η καταιγίδα έχει κοπάσει. Οπότε ένα κυνήγι είναι υπέροχη ιδέα. Και εμείς θα ξεμουδιάσουμε και οι κάτοικοι θα μπορέσουν να έρθουν σε καλύτερη επαφή μαζί μας" είπε γεμάτος ενθουσιασμό.

Ο Μέρταγκ χαμογέλασε ειρωνικά καθώς προπορευόταν. Ο Έραγκον δεν είχε αλλάξει και πολύ αυτά τα τελευταία χρόνια, παρά παρέμενε ενθουσιώδης και ονειροπόλος, όπως περίπου τον θυμόταν. Η προοπτική ενός κυνηγιού μαζί με τη Σαφίρα τον είχε εξάψει.

Τα βήματά τους αντηχούσαν τώρα στα στενά τοιχώματα και επέστρεφαν δυνατότερα στ' αυτιά τους. Ολοένα και πλησίαζαν στους πρώτους κατοικημένους χώρους του χωριού. Από τη στιγμή που ο Μέρταγκ είχε αποσύρει τη μαγεία του, ο Έραγκον ήταν και πάλι σε θέση να αντιληφθεί τα στοιχεία του κόσμου. Μπορούσε ακόμα να υπολογίσει και την απόσταση που υπολειπόταν, έως εκεί που αυτή η σκάλα τελείωνε. Και εκεί κάτω, στο τελείωμα αυτής της σκάλας, ένιωσε κάποια διάνοια να περιμένει την άφιξή τους με περισσή αγωνία.


Κατά το ίδιο εκείνο παγωμένο ξημέρωμα, η Νολβέν είχε διαλέξει να ντυθεί με τα πιο ζεστά της ρούχα. Είχε χτενίσει τα καστανά μαλλιά της πλέκοντάς τα σε δύο μακριές πλεξούδες, τις οποίες στερέωσε με τις παιδικές της, ασημένιες καρφίτσες. Το κορίτσι είχε ψηλώσει αρκετά και είχε αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια του τελευταίου καλοκαιριού. Δεν εύρισκε σωστό να χρησιμοποιεί τις ίδιες καρφίτσες για τα μαλλιά της, που χρησιμοποιούσε και σαν παιδούλα. Όμως δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές της να σκαρώσει κάποιες καινούριες χρησιμοποιώντας κομμάτια δέρματος, που περίσσευαν μετά από την κατασκευή αυτοσχέδιων ρούχων, τίποτε όμορφο δεν είχε καταφέρει. Η Νολβέν είχε κόψει λεπτές δερμάτινες κορδέλες, που έπλεκε μέσα στις πλεξούδες, αλλά αυτές καθόλου δεν στόλιζαν τα μαλλιά της, ούτε και τα έκαναν να φαίνονται ωραιότερα. Έτσι οι παιδικές της ασημένιες καρφίτσες ήταν ότι είχε και δεν είχε για τον στολισμό της.

"Ποιος θα προσέξει ένα ωραίο χτένισμά μου μέσα σ' ετούτη την ερημιά;" Ρωτούσε μερικές φορές η κοπελίτσα τον εαυτό της, για να λάβει ταυτόχρονα την απόκριση από την ίδια τη γυναικεία φύση και ματαιοδοξία της. "…Εκείνος!..." Ίσως κάποια στιγμή ο δρακοκαβαλάρης καταδεχόταν να κατεβεί μέχρι τα καταλύματά τους. Ίσως καταδεχόταν να ρίξει έστω και την ελάχιστη ματιά επάνω της…

Η καρδιά της Νολβέν κτυπούσε δυνατότερα όσες φορές σκεπτόταν τον Μέρταγκ, αν και δεν ήταν ακόμα σίγουρη για την αιτία. Την προηγούμενη νύχτα τον είχε ξανά ονειρευτεί, ξυπνώντας μετά με αγωνία και στριφογυρίζοντας ιδρωμένη κάτω από τα ζεστά της γούνινα σκεπάσματα. Έμεινε μέσα στα σκοτάδια με τη δική του σκέψη, για να μην κοιμηθεί μετά ξανά. Γνώριζε πολύ καλά, ότι ήταν δυνατός και ακατανίκητος. Όμως… η απρόσμενη αυτή επίσκεψη που είχε δεχτεί, την έκανε να ανησυχήσει περισσότερο για τη δική του ασφάλεια, παρά για τους γονείς και τους κατοίκους του χωριού τους.

Μετά την πρωινή της τουαλέτα χωρίς να θέλει να ενοχλήσει την μητέρα της, που ακόμα κοιμόταν, η Νολβέν γλίστρησε αθόρυβα στον χώρο που χρησιμοποιούσαν για κουζίνα, με σκοπό να ανάψει την πυροστιά. Θα φρόντιζε να ετοιμάσει το γεύμα νωρίς, ώστε μόλις η μητέρα ξυπνούσε και ο πατέρας επέστρεφε από την πρωινή του βόλτα, θα εύρισκαν στρωμένο το τραπέζι κι έτοιμο το πρωινό τους. Όσο πρωί όμως και να είχε σηκωθεί, η καμαριέρα της λαίδης την είχε προλάβει. Ήταν εκείνη που είχε ανάψει τη φωτιά και είχε τοποθετήσει πάνω της τη χύτρα με νερό να βράσει.

"Πήγαινε εσύ να ετοιμάσεις τα ρούχα της μητέρας κι άφησε σ' εμένα το μαγείρεμα του φαγητού" ζήτησε η Νολβέν από την υπηρέτρια της λαίδης. Το να μαγειρεύει ήταν η πιο αγαπημένη της ασχολία, δύσκολα θα την άφηνε σε χέρια άλλης.

Με την ελπίδα ότι ο δρακοκαβαλάρης θα τους επισκεπτόταν σύντομα ξανά, η κοπέλα βάλθηκε να κόβει το κρέας σε μικρούς κύβους, ρίχνοντάς τους μέσα στη χύτρα. Κατόπιν ετοίμασε το τραπέζι και τα σερβίτσια για το πρωινό της οικογένειας. Η κοπελίτσα έριχνε που και που κλεφτές ματιές προς τα πρώτα σκαλοπάτια της σκάλας που ένωνε την κατοικία του δρακοκαβαλάρη με τις σπηλιές στα ριζά του βουνού. Το φως της μέρας δεν έφτανε ποτέ μέχρι εκεί. Πάντα επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι, που φλόγιζε τη φαντασία της για όσα ξετυλίγονταν προς τα επάνω.

Μετά τη νύχτα που ξημέρωσε με το όνειρό του, η Νολβέν άφησε και πάλι τη φαντασία της να ξεχυθεί ψηλά, να φτάσει μέχρι τα διαμερίσματα του δρακοκαβαλάρη. Με αθόρυβες κινήσεις μέσα στο μισόφωτο της κουζίνας της, άνοιξε το ερμάρι παίρνοντας με μεγάλη προσοχή στα χέρια το σκεύος που είχε χρησιμοποιήσει ο Μέρταγκ την προηγούμενη. Κλείνοντας τα μάτια το κράτησε για λίγες στιγμές στην αγκαλιά της, κατόπιν το τοποθέτησε και πάλι στην προηγούμενη κρυψώνα, μένοντας με την αίσθηση ότι άγγιζε κάτι που ήταν δικό του.

Η Νολβέν τελείωσε με την προετοιμασία του φαγητού και κάθισε ήσυχη και σκεπτική στο πλάι της εστίας, για να έχει τη μέριμνά του. Περιμένοντας το ξύπνημα και τον ερχομό της μητέρας της, άκουγε αχνά την ψιθυριστή κουβέντα του πατέρα της με κάποιον άλλο άντρα να έρχεται από τον προθάλαμο. Φαντάστηκε ότι μάλλον θα ήταν ο Γιάν Σβένσον, ή κάποιος από τους στρατιώτες του. Ή ίσως ακόμα θα μπορούσε να είναι κάποιος από τους άλλους υπηρέτες του υποστατικού τους, που οι ανάγκες των ημερών είχαν εξαναγκάσει να εξοριστούν μαζί με τον άρχοντά τους. Τα σκόρπια λόγια που έφταναν στ' αυτιά της άφηναν την κοπελίτσα τελείως αδιάφορη. Η σκέψη της τη στιγμή εκείνη βρισκόταν κοντά στον άρχοντα δρακοκαβαλάρη. Παρά τη διαβεβαίωσή του, ότι κανέναν κίνδυνο δεν αντιμετώπιζε, η Νολβέν ευχόταν να μπορούσε να ανέβει τη σκάλα, να βρεθεί κοντά του, να δει με τα ίδια της τα μάτια, ότι ήταν σώος. Μέσα της ευχήθηκε σε όλες τις αρχαίες θεότητες, που οι πρόγονοί της τιμούσαν, να φυλάξουν καλά τον άρχοντά της.

Με τη σκέψη εκείνου το βλέμμα της στράφηκε άθελά της προς τα πρώτα σκαλιά που ένωναν την κατοικία του με το χωριό τους. Ήταν η φαντασία της μήπως, ή άκουγε γοργό το ποδοκόπημα από βαριές μπότες, ν' αντιλαλεί από το βάθος της σκοτεινής διαδρομής; Μήπως ερχόταν και πάλι εκείνος; Και αν ναι, ποιος ο λόγος της τόσης βιασύνης του;

Η κοπελίτσα σηκώθηκε από το παραγώνι και με κομμένη την ανάσα πλησίασε προς την είσοδο της σπηλιάς περιμένοντας. Αν έκρινε σωστά απ' όσα άκουγε, ήταν δύο τα ζευγάρια οι μπότες, που κροτούσαν πάνω στην πέτρα κατεβαίνοντας.


(συνεχίζεται)