Όπου ο Έραγκον και ο Μέρταγκ κάνουν τις πρώτες συναντήσεις τους στην κουζίνα της Νολβέν.
Βορράς
Κεφάλαιο 21
Η Νολβέν σταύρωσε τα δύο της χέρια πάνω στο στήθος με αγωνία. Λίγες ακόμα στιγμές και στην άκρη του ανοίγματος ξεχώρισε καθαρά ένα αχνό, κόκκινο φως, που προανήγγειλε την είσοδο του δρακοκαβαλάρη στο κοινό δωμάτιο της οικογενείας της. Μονάχα που η Νολβέν πρόλαβε πίσω του να δει και ένα ακόμα άτομο να ακολουθεί τα βήματά του. Τι κι αν ο ίδιος έγνεψε στον ακόλουθο να παραμείνει στην άκρη της σκάλας; Τι κι αν τον εμπόδισε αρχικά να παρουσιαστεί μπροστά της; Εκείνη είχε προλάβει να δει τη φιγούρα που καθυστέρησε ανάμεσα στους ίσκιους.
"Καλή σου μέρα, νεαρή δέσποινα." Ο Μέρταγκ χαιρέτησε την κοπέλα.
"Καλημέρα και σ' εσένα, άρχοντά μου" ψέλλισε αχνά το κορίτσι, τρομαγμένο από την απρόσμενη παρουσία ενός ξένου, που συνέχιζε να παραμένει κρυμμένος στις σκιές.
"Ευγενική Νολβέν," ο Μέρταγκ φιλοφρόνησε την κοπέλα με μία ελαφρά υπόκλιση "υπάρχει ένα σημαντικό πρόσωπο που πρέπει να γνωρίσουν οι γονείς σου. Είσαι μόνη;"
Η κοπέλα τον κοίταξε κατάπληκτη. "Ο πατέρας μου θα βρίσκεται εδώ από στιγμή σε στιγμή" αποκρίθηκε.
Με την καρδιά πλημμυρισμένη αγωνία, είδε τον δρακοκαβαλάρη να στρέφει και να ζητά από τον συνοδό του να παρουσιαστεί. Η Νολβέν τρόμαξε. Ο άρχοντάς της τους είχε διαβεβαιώσει, ότι θα κρατούσε μυστική την ύπαρξή τους. Τι ήταν αυτό που τον είχε αναγκάσει να οδηγήσει ο ίδιος τον εχθρό τους μέχρι εδώ;
Στο σήμα του Μέρταγκ, ότι μπορούσε να παρουσιαστεί, ο Έραγκον εμφανίστηκε στο άνοιγμα του τελειώματος της σκάλας. Μπροστά του μπορούσε να δει ένα φωτισμένο, τακτοποιημένο χώρο, που προφανώς χρησιμοποιείτο για κουζίνα. Η εστία ήταν αναμμένη με καυσόξυλα και μια χάλκινη χύτρα σιγομουρμούριζε πάνω στη φωτιά σκορπώντας τριγύρω την ευωδιά του φαγητού που ψηνόταν. Παραδίπλα, μπροστά στον αδελφό του, στεκόταν ένα από τα ομορφότερα κορίτσια που ο Έραγκον είχε δει ποτέ του στον κόσμο των ανθρώπων. Είναι αλήθεια, πως ζώντας μαζί με τους δράκους και τα ξωτικά τους τελευταίους χρόνους, η ομορφιά ήταν κάτι που τα μάτια του είχαν συνηθίσει να βλέπουν. Η κοπελίτσα όμως λίγο υπολειπόταν στο να θεωρηθεί ισάξια εκείνων. Τα γλυκά της μάτια ήσαν στραμμένα πάνω του και ήσαν γεμάτα τρόμο.
Ο Έραγκον λυπήθηκε για την ολοφάνερη αναστάτωση που διέκρινε πάνω της. Φέρνοντας το δεξί του χέρι στο στήθος σαν χαιρετισμό και γέρνοντας σε μια ελαφρά υπόκλιση το πάνω μέρος του σώματός του, της χαμογέλασε κοιτάζοντάς την πάντα στα μάτια. "Το όνομά μου είναι Έραγκον, ευγενική αρχόντισσα" συστήθηκε. "Είμαι ο δρακοκαβαλάρης του δράκου Σαφίρα και δεν σκοπεύω να βλάψω ούτε εσένα, ούτε τους δικούς σου ανθρώπους. Δίνω το λόγο μου ότι μιλώ με το λόγο της αλήθειας, όπως θα σου βεβαιώσει και ο δρακοκαβαλάρης Μέρταγκ."
Ο Μέρταγκ ένευσε καταφατικά στους λόγους του αδελφού του. "Ο δρακοκαβαλάρης Έραγκον μιλά με το λόγο της αλήθειας" τόνισε στη νεαρή Νολβέν. "Βεβαιώνω κι εγώ, ότι ο σκοπός του είναι κάθε άλλο παρά κακός. Ησύχασε, δεσποσύνη, από την παρουσία του δεν κινδυνεύεις."
Δεν είχε διαφύγει από την προσοχή του, ότι η Νολβέν είχε ασυναίσθητα κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω αποφεύγοντας τον Έραγκον, μένοντας πιο κοντά στο πλευρό του ίδιου. Ποτέ πιο πριν το κορίτσι δεν είχε τολμήσει να πλησιάσει τόσο κοντά του, μιας και – σε αντίθεση με την συμπεριφορά του πατέρα της – πάντοτε έδειχνε δειλή και συνεσταλμένη. Ο Μέρταγκ κατάλαβε, ότι ο φόβος που προφανώς ένοιωσε για τον Έραγκον ήταν μεγαλύτερος από την όποια προσπάθειά της να φερθεί με ευγένεια, έτσι την δέχτηκε πλάι του.
Με κομμένη την ανάσα η Νολβέν άκουσε τα λόγια του ξένου δρακοκαβαλάρη. Παρά την καθαρή τους σημασία δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να τον πιστέψει. Ακόμα και όταν άκουσε την καθησυχαστική διαβεβαίωση από τον άρχοντά της, ακόμα και τότε οι κτύποι της καρδιάς της παρέμεναν το ίδιο δυνατοί όπως πριν. Το γεγονός βέβαια ότι ο Μέρταγκ στεκόταν στο πλευρό της την γέμιζε κουράγιο, ώστε θυμήθηκε την ευγενική ανατροφή της.
Με μια χαριτωμένη κίνηση κρατώντας με το ένα χέρι το φόρεμά της και κλίνοντας το γόνυ υποκλίθηκε μπροστά τους. "Καλώς ορίσατε, άρχοντές μου" απευθύνθηκε και στους δύο. "Ο πατέρας μου θα βρίσκεται εδώ σε λίγο, να σας υποδεχτεί όπως αρμόζει στην ευγένειά σας."
Μ' ένα του νεύμα προς τον Έραγκον, ο Μέρταγκ τον παρότρυνε να επιστρέψει το εργόχειρο που κρατούσε εκείνος και που ανήκε στην κοπέλα.
Ο Έραγκον πρόσεξε το κρυφό νεύμα του αδελφού του, που έπεσε πρώτα στη ζώνη του – σημείο στο οποίο είχε φυλάξει το εργόχειρο με το μονόγραμμα – και κατόπιν στο κορίτσι που στεκόταν πλάι του. Πώς είχε αποκαλέσει την ωραία αρχοντοπούλα ο Μέρταγκ; 'Νολβέν!'
"Μα και βέβαια!" σκέφτηκε ο Έραγκον. "Το μονόγραμμα 'Ν' του εργόχειρου!" Προφανώς και ήταν δικό της.
Με ένα μικρό συναίσθημα απογοήτευσης για το λάθος που είχε κάνει, έπιασε τη διπλωμένη, κεντημένη πετσέτα και την έτεινε προς τη μεριά της κοπέλας. "Πιστεύω, αρχοντοπούλα μου, ότι αυτό ανήκει σ' εσένα" δήλωσε με ένα εγκάρδιο χαμόγελο στα χείλη· χαμόγελο που επιδέξια έκρυψε την πρόσκαιρη απογοήτευσή του. Το κεντημένο, καλλιγραφικό 'Ν' σήμαινε το δικό της αρχίγραμμα και όχι της Ναζουάντα, όπως είχε αρχικά υποθέσει.
Η Νολβέν ανασηκώθηκε από την θέση υπόκλισης. Χωρίς να αφήσει στιγμή το σίγουρο πλευρό του άρχοντά της, έτεινε δειλά το χέρι, δεχόμενη πίσω το εργόχειρό της. Ο φόβος της για τον παρείσακτο δεν στάθηκε αρκετός να καλύψει ένα αίσθημα απογοήτευσης. Ήταν τα ξένα χέρια του νεοφερμένου που της παρέδιδαν το κέντημά της και όχι τα αγαπημένα χέρια του δικού της άρχοντα. Παρ' όλα αυτά έκλινε ελαφρά το κεφάλι και με ένα βεβιασμένο χαμόγελο αποδέχτηκε την προσφορά. "Ευχαριστώ πολύ, δρακοκαβαλάρη Έραγκον" αντιγύρισε με κάποια ελαφρά ψυχρότητα στη φωνή, που δεν κατάφερε να καλύψει. "Ελπίζω το ταπεινό έδεσμα να ήταν της αρεσκείας σου." Ταυτόχρονα έριξε μία κλεφτή ματιά προς τη μεριά του Μέρταγκ, αλλά το πρόσωπό του παρέμενε, ως συνήθως, απαθές με ανεξιχνίαστο το βλέμμα.
Ο Έραγκον της χαμογέλασε ξανά. Το κορίτσι τον είχε καλοδεχτεί ευγενικά και χαριτωμένα, όπως θα άρμοζε σε κάποια της τάξης της, παρ' όλα αυτά τα λόγια του δεν φαινόταν να την έχουν καθησυχάσει, ούτε και οι διαβεβαιώσεις του Μέρταγκ. Η απρόσμενη παρουσία ενός ξένου μέσα στο δικό της χώρο την είχε ως φαίνεται αναστατώσει. Στον Έραγκον δεν διέφυγε το ελαφρό τρέμουλο των χεριών της καθώς δέχτηκε πίσω το εργόχειρο, ούτε και το ότι πάραυτα επέστρεψε στο σίγουρο για εκείνη ασφαλές πλευρό του αδελφού του.
Κάτι επίσης στον τόνο της φωνής της άφηνε να φανούν ψήγματα δυσαρέσκειας. Προφανώς η καλοψημένη, νόστιμη πίτα ήταν ένα δώρο που προοριζόταν, όχι για τον ίδιο, αλλά για τον αδελφό του. Ο Μέρταγκ όμως είχε προσφέρει γενναιόδωρα σ' αυτόν και το δικό του μερίδιο. Ο Έραγκον χαμογέλασε ακόμα πιο εγκάρδια και πλησίασε μισό βήμα πιο κοντά στη Νολβέν. Μπορεί ο πατέρας της, όπως η ίδια διατεινόταν, να βρισκόταν κάπου κοντά και σύντομα να επέστρεφε, εκείνος όμως σκέφτηκε, ότι καλό θα ήταν αν έπαιρνε άμεσα με το μέρος του τουλάχιστον την κόρη. Έτσι αποφάσισε να καθησυχάσει τον μεγάλο της φόβο.
"Όμορφη αρχοντοπούλα μου, θα πρέπει να ομολογήσω, πως λίγες είναι οι φορές της ζωής μου που έχω απολαύσει μια τόσο νόστιμη πίτα σαν τη δική σου. Θεωρώ λοιπόν τον εαυτό μου τυχερό, που η κακοκαιρία των προηγούμενων ημερών έγινε η αιτία ν' αποκλειστώ στα σπήλαια αυτού του βουνού. Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να μάθω πολλά απ' αυτά που δεν ήξερα, καθώς επίσης και να γνωρίσω τους ανθρώπους που το κατοικούν."
Η Νολβέν ενστικτωδώς σφίχτηκε πιο κοντά στο πλευρό του Μέρταγκ. Τα λόγια του ξένου δρακοκαβαλάρη την είχαν ξαφνιάσει. Η ευγένειά του φαινόταν ειλικρινής, αλλά η υπερβολή στην οποία είχε καταφύγει την ξένιζε. Η επίκλησή του ως 'όμορφη αρχοντοπούλα' την έφερε σε δύσκολη θέση, που να μην ξέρει πως ν' αποκριθεί. Ούτε εκείνο το 'μου' που προδίκαζε εξαιρετική και ανεπίτρεπτη οικειότητα διέφυγε από την προσοχή της. Αν ο άρχοντας Μέρταγκ δεν βρισκόταν μπροστά και αν η μητέρα της δεν είχε επιμείνει σε κάποιους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς, τότε η Νολβέν θα είχε φύγει μακριά από τον άγνωστο τρέχοντας.
Αντί λοιπόν να τρέξει μακριά, περιορίστηκε να πει. "Ευγενικέ δρακοκαβαλάρη, ο πατέρας μου είναι εκείνος που θ' αποφασίσει για τις περαιτέρω γνωριμίες μας, όχι εγώ." Και ρίχνοντας ένα δεύτερο λοξό βλέμμα προς το Μέρταγκ πρόσθεσε. "Ο άρχοντάς μου Μέρταγκ επίσης, μιας και κατά τη διάρκεια των χρόνων της εδώ παραμονής μας, είναι εκείνος που κρίνει το καλύτερο για 'μας και μας προστατεύει."
Παρά το συνήθως σοβαρό και αδιευκρίνιστο βλέμμα του, ο Μέρταγκ δεν κατάφερε να μην αγριοκοιτάξει στιγμιαία τον Έραγκον. Αν ο αδελφός του σκόπευε να πείσει τους κατοίκους του χωριού για τις καλές του προθέσεις, δεν είχε παρά να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα της αλήθειας. Οι υπερβολικές κολακείες, όπως αυτές που μόλις είχε απευθύνει στη Νολβέν, δεν είχαν θέση εδώ.
Ο δρακοκαβαλάρης του κόκκινου δράκου στράφηκε προς την κοπέλα κοιτάζοντας κατευθείαν μέσα στα μάτια της. Η ευγένεια της Νολβέν προερχόταν πρωτίστως από την αγνότητα και αθωότητά της και κατά δεύτερο λόγο από την καταγωγή και ανατροφή της. Αν ο Έραγκον νόμιζε ότι η κολακεία που διέφθειρε τις γυναίκες της αυλής θα είχε αποτέλεσμα επάνω της, τότε σίγουρα λάθευε. "Νεαρή δέσποινα, νομίζω ότι καλύτερα θα ήταν η ευγένειά σου να ειδοποιήσει τον άρχοντα Φιόρν για την εδώ παρουσία μας. Μπορείς, παρακαλώ, να τον διαβεβαιώσεις, ότι κανένας κίνδυνος δεν υπάρχει ούτε για τον ίδιο, ούτε για άλλον κανένα από τους κατοίκους του χωριού. Ο φιλοξενούμενός μου έρχεται με τις καλύτερες προθέσεις. Αυτό σου το εγγυώμαι με το λόγο της τιμής μου ως πολεμιστής και ως δρακοκαβαλάρης."
Ο Μέρταγκ είχε από ώρα αντιληφθεί την παρουσία του άρχοντα Φιόρν στο στενό χώρισμα, το οποίο διαιρούσε τον σπηλαιώδη χώρο της κατοικίας του σε περισσότερα του ενός διαμερίσματα. Τον παλιό αυλικό του Γκαλμπατόριξ συνόδευε κάποιος ακόμα, πιθανώς ένας από τους πολεμιστές του Γκίλ'ιντ, που ο Φιόρν εμπιστευόταν απόλυτα. Ο Μέρταγκ αρχικά σκέφτηκε, ότι αν ο Φιόρν άκουγε μέρος της συζήτησής τους, ώστε να αντιληφθεί από μόνος του πως κίνδυνος κανένας δεν υπάρχει, ήταν καλύτερα. Ο αυλικός του Γκαλμπατόριξ θα πίστευε καλύτερα στ' αυτιά του, παρά την όποια διαβεβαίωση του Μέρταγκ. Η τροπή όμως της συζήτησης και η απρόσμενη συμπεριφορά του Έραγκον τον έπεισαν ότι καλύτερη θα ήταν η άμεση παρουσία του άρχοντα Φιόρν.
Ο Έραγκον παραξενεύτηκε από την ελαφρά ψυχρότητα που διέκρινε στο ύφος της Νολβέν. Απόρησε και με το στιγμιαίο, άγριο βλέμμα που του έριξε ο Μέρταγκ. Προφανώς ο αδελφός του ζώντας απομονωμένος για τόσα χρόνια δεν μπορούσε να δεχτεί τις εγκάρδιες ευγένειες στις οποίες ο Έραγκον είχε συνηθίσει από τα μικρά του χρόνια. Σ' αυτό ο Μέρταγκ δεν διέφερε και πολύ από τα ξωτικά, ανάμεσα στα οποία κάποιος έπρεπε να δίνει τη μέγιστη προσοχή, μήπως κάτι που θα πει ή θα κάνει τα προσβάλει. Ο Έραγκον είχε συνηθίσει να ζει ανάμεσα στα ξωτικά. Παρ' όλα αυτά τα παιδικά του χρόνια στο Κάρβαχωλ και οι άδολες, μα ταυτόχρονα εγκάρδιες σχέσεις με τους δικούς του, του είχαν λείψει. Ανασαίνοντας ελαφρά υποκλίθηκε στο κορίτσι.
"Θα γίνει όπως επιθυμείς, αρχοντοπούλα" δήλωσε με περισσή ευγένεια και πάλι, χωρίς να δείξει κάποια αλλαγή στο ύφος. Σημείωσε όμως, στο μέλλον να είναι πιο προσεκτικός όσον αφορά αυτό το κορίτσι. Η άγρια ματιά του Μέρταγκ ίσως κάτι σήμαινε για τη σχέση ή τις επιδιώξεις που είχε για την ωραία Νολβέν.
Ο Φιόρν Έγκελσσον είχε χρονοτριβήσει στην είσοδο της σπηλιάς του συζητώντας με τον Γιάν Σβένσον για θέματα της κοινότητας. Εδώ και λίγες στιγμές όμως, τα εξασκημένα αυτιά του αυλικού είχαν συλλάβει τη φωνή του δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ, να συνομιλεί με τη Νολβέν του. Τεντώνοντας απότομα το δάχτυλο προς τη μεριά του αξιωματικού ανέκοψε στη μέση τον λόγο του, επιβάλλοντας απότομη σιωπή στην πρότερη συζήτηση που είχε μαζί του. Ο Φιόρν χαμογέλασε ευχαριστημένος για την απρόσμενη επίσκεψη που είχε δεχτεί η κόρη του και προσπάθησε ν' ακούσει με λεπτομέρειες τον διάλογο που εξελισσόταν στην κουζίνα. Αρχικός του σκοπός ήταν να χρονοτριβήσει στην είσοδο της κατοικίας του, αφήνοντας για όσο περισσότερο χρόνο γινόταν το ζευγάρι μόνο. Η ευκαιρία να συνομιλήσει για λίγο μονάχη η Νολβέν του με τον άρχοντα Μέρταγκ δεν ήταν άλλο, παρά από τους θεούς δοσμένη.
Ξαφνικά όμως, μια τρίτη και τελείως άγνωστη φωνή κάποιου παρείσακτου ήρθε ν' ανατρέψει την ελπίδα και το σχέδιό του και να τον γεμίσει ανησυχία. Κάνοντας νόημα στο Γιάν Σβένσον, να είναι έτοιμος για όλα, πλησίασε προσεκτικά κι αθόρυβα προς το διάδρομο της βαθύτερης σπηλιάς που χρησιμοποιούσαν σαν κοινό δωμάτιο και ταυτόχρονα εστία, και βάλθηκε να κρυφακούσει όσο γινόταν περισσότερα. Προσπάθησε ακόμα και μέσα στο πρωινό μισόφωτο να διακρίνει τι γινόταν στον πλαϊνό χώρο.
Ο Γιάν Σβένσον τον ακολούθησε πειθήνια. Ο άρχοντας Φιόρν είχε απόλυτο δίκιο! Τώρα και τα δικά του αυτιά έπιαναν τον ψίθυρο από τη συζήτηση που εξελισσόταν στον πλαϊνό χώρο. Ο Γιάν δεν θα είχε ανησυχήσει τόσο, αν οι αντρικές φωνές που ακούγονταν δεν ήταν δύο. Ασυναίσθητα το χέρι του πολεμιστή έπιασε τη λαβή από το σπαθί του και παρέμεινε σταθερά εκεί. Αφού ο δρακοκαβαλάρης Μέρταγκ ήταν παρών, θα ήταν ασύνετο εκ μέρους του να ξιφουλκήσει, όση αναστάτωση και αν του προκαλούσε η παρουσία ενός παρείσακτου και κατά κανόνα εχθρικού ατόμου.
Ο άρχοντας Φιόρν κράτησε μέχρι και την ανάσα του ακούγοντας τα γεμάτα ευγένεια λόγια του εχθρικού δρακοκαβαλάρη, να απευθύνονται στην πολύτιμη μοναχοκόρη του. Από το σημείο που βρισκόταν κρυμμένος μέσα στις σκιές του διαδρόμου μπορούσε τώρα να βλέπει και μέρος της μισοφωτισμένης κουζίνας. Η φωτιά που έκαιγε κάτω από τη χύτρα στην πυροστιά ήταν αρκετή για να διακρίνει τις φιγούρες των ομιλούντων.
Ο Φιόρν δεν είχε τύχει ποτέ του να δει τον εχθρικό δρακοκαβαλάρη των Βάρντεν και οι περιγραφές που είχε ακούσει γι' αυτόν ήταν συγκεχυμένες. Διαπίστωνε όμως τώρα, ότι επρόκειτο για έναν αρκετά καλοβαλμένο, ευγενικό και νέο άντρα, που το παρουσιαστικό του τίποτε δεν πρόδιδε από τη ζημιά που είχε προκαλέσει στην αυτοκρατορία. Η σκέψη να τον καλοπιάσει, φέρνοντάς τον προς τα δικά του συμφέροντα, αν πριν είχε περάσει στιγμιαία από το μυαλό του, τώρα άρχιζε να δουλεύει πυρετωδώς εκεί μέσα.
Με ένα νεύμα του χεριού του προέτρεψε τον Γιάν Σβένσον να παραμείνει κρυμμένος ανάμεσα στις σκιές, ενώ ο ίδιος ετοιμάστηκε να κάνει την είσοδό του στην κουζίνα, κρίνοντας ότι καλύτερο ήταν να μην αργοπορήσει περισσότερο. Ο αξιωματικός είχε πλησιάσει και αυτός πίσω του περιμένοντας τις δικές του διαθέσεις αν έπρεπε να επέμβει, ή ίσως κάποια διαταγή του δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ. Ο Φιόρν του έγνεψε να παραμείνει ήσυχος.
Ο άρχοντας του Γκίλ'ιντ έκανε την είσοδό του στην κουζίνα φροντίζοντας να κρατά αρκετή απόσταση από τον νεοφερμένο, τουλάχιστον τόση, όση ο μικρός χώρος δικαιολογούσε. Ταυτόχρονα όμως φρόντισε να μην δείξει το παραμικρό σημάδι φόβου για το άτομό του. Με φωνή συγκρατημένα ευγενική απευθύνθηκε και στους δύο δρακοκαβαλάρηδες. "Άρχοντές μου, η παρουσία σας αποτελεί μεγάλη τιμή για το φτωχικό μου."
"Άρχοντα Φιόρν!" Ο Μέρταγκ έκλινε ελαφρά το κεφάλι σε χαιρετισμό του παλιού και έμπιστου αυλικού του Γκαλμπατόριξ. Η στάση του δρακοκαβαλάρη απέναντι σ' αυτόν τον άντρα απέπνεε πάντοτε μία ψυχρή ευγένεια. Παρά τις διαβεβαιώσεις του στον Έραγκον, ότι ο Φιόρν ήταν ακίνδυνος για το βασίλειο της Ναζουάντα, ο Μέρταγκ ακόμα και τώρα, στη δεινή θέση στην οποία ο άρχοντας του Γκίλ'ιντ είχε περιέλθει, δεν έπαυε να θεωρεί τον Φιόρν έναν επικίνδυνο πολιτικό άνδρα. Ιδίως αν τα άμεσα συμφέροντά του έρχονταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα των άλλων. Το να τον κρατά αρκετά κοντά του, ώστε να μπορεί να μαντεύει τις μέλλουσες ενέργειές του φροντίζοντας ταυτόχρονα να μην μεταδίδει σ' αυτόν τα μυστικά του, φάνταζε για τον Μέρταγκ ως η συνετότερη πράξη. Η ψυχρή ευγένεια λοιπόν με την οποία τον υποδέχτηκε ήταν η τυπική αντιμετώπιση που πάντα έδειχνε προς τη μεριά του. "Επέτρεψέ μου, άρχοντά, να σου παρουσιάσω τον δρακοκαβαλάρη Έραγκον. Είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι έχεις ακούσει πάρα πολλά γύρω απ' αυτόν και τον δράκο του, άλλα αληθή και άλλα όχι. Η παρουσία του στα εδάφη μας είναι εντελώς προσωρινή και αναμφιβόλως σύντομη, χωρίς να εγκυμονεί τον παραμικρό κίνδυνο για σένα και τους ανθρώπους σου."
Ο Έραγκον στράφηκε προς τον λόρδο του Γκίλ'ιντ. Είχε πολύ καλά αντιληφθεί, ότι ο αυλικός δεν ήταν μόνος. Υπήρχε ένα ακόμα πρόσωπο στον διάδρομο κρυμμένο ανάμεσα στις σκιές, καμώθηκε όμως ότι τίποτε δεν συνέβαινε παραβλέποντας αυτή την παρουσία. Η ανησυχία που γέμιζε το νου και την καρδιά του ατόμου αυτού ήταν πασίδηλη. Ο άγνωστος, αν και οπλισμένος και αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει αυτό το όπλο σε περίπτωση κινδύνου, σκεφτόταν πως λίγη ελπίδα είχε εναντίων του δρακοκαβαλάρη. Μέσα στο μυαλό αυτού του ανθρώπου, ο Έραγκον διέκρινε επίσης πίστη και τυφλή εμπιστοσύνη στον Μέρταγκ.
Ο Έραγκον έγειρε ελάχιστα μπροστά στον λόρδο Φιόρν. "Ευγενικέ άρχοντα," απευθύνθηκε στον αυλικό "δέξου τις ευχαριστίες μου για τη φιλοξενία και τις διαβεβαιώσεις μου, ότι ούτε εγώ ούτε ο δράκος μου εννοούμε να βλάψουμε εσένα ή τους ανθρώπους αυτής της κοινότητας."
Ο Φιόρν χαμογέλασε ευγενικά χωρίς να πάψει στιγμή να αναμετρά με το βλέμμα τον νεαρό δρακοκαβαλάρη. Ο Έραγκον Ισκιομακελάρης – όπως είχε ακούσει να τον αποκαλούν οι δυνάμεις οι φιλικές προς τους επαναστάτες – έμοιαζε περισσότερο με άρχοντα των ξωτικών, παρά με άνθρωπο. Πέρα όμως από το πρώτο σοκ που προξενούσε το παρουσιαστικό του, επρόκειτο για όμορφο νέο και προφανώς ευγενικό, αν και όπως είχε ακούσει – αν βέβαια αλήθευαν αυτές οι φήμες – είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια δουλεύοντας τη γη παρέα με τους χωρικούς. Εκτός από τις εξώκοσμες δυνάμεις που διέθετε από την ένωσή του με τον δράκο, οι γνωριμίες αυτού του νέου με το καινούριο καθεστώς της Αλαγαισίας ήταν κάτι που δεν έπρεπε να αφήνει κάποιον αδιάφορο. Το γεγονός επίσης ότι είχε επιλέξει να μιλήσει πριν απ' αυτόν, βεβαίωνε το πόσο ισχυρό θεωρούσε ο ίδιος τον εαυτό του.
Ο Φιόρν αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει με ευγένεια και επιφυλακτικότητα, μέχρι να βολιδοσκοπήσει ο ίδιος τις προθέσεις του. Ο άρχοντας Μέρταγκ φαινόταν να τον εμπιστεύεται, αν και πάντοτε υπήρχε η περίπτωση να τον… φοβάται; Αυτό το τελευταίο φαινόταν στον Φιόρν κάπως δύσκολο, αλλά βέβαια ποτέ κανείς δεν θα μπορούσε να πει. Παρά το ότι κάθε φορά οι μάχες μεταξύ τους είχαν κριθεί αμφίρροπες, ο Έραγκον ήταν ο τελικός νικητής δρακοκαβαλάρης. Ο Έραγκον ήταν επίσης που είχε υπερνικήσει τον πανίσχυρο βασιλιά Γκαλμπατόριξ – αν είναι ποτέ δυνατόν και όμως έτσι είχε γίνει.
Ο Φιόρν αποφάσισε να κινηθεί πολύ προσεκτικά. "Άρχοντές μου," απευθύνθηκε και στους δύο δρακοκαβαλάρηδες "αποδέχομαι τις διαβεβαιώσεις σας και σας καλωσορίζω στο σπιτικό μου." Με μία κίνηση του χεριού του έδειξε προς τον εσώτερο χώρο της κουζίνας του. "Θυγατέρα, ετοίμασε το τραπέζι του πρωινού για τους άρχοντες, να τους υποδεχτούμε όπως αξίζει στην ευγένειά τους. Μπορεί να έχουμε χάσει τα προηγούμενα πλούτη και τις δόξες μας και να ζούμε πια σαν απομονωμένοι τρωγλοδύτες, αλλά η φιλοξενία και η ευγένεια δεν μας έχουν λείψει."
Στην παρουσία του πατέρα της η νεαρή Νολβέν είχε τραβηχτεί σε μια άκρη. Μένοντας η κόρη παράμερα, είχε στρέψει τα ωραία της μάτια προς εκείνον, περιμένοντας τις αντιδράσεις του αλλά και τις εντολές του που τυχόν θα ακολουθούσαν. Βιάστηκε τώρα να εκτελέσει το αίτημα του πατέρα της, αλλά η φωνή του Μέρταγκ την σταμάτησε.
"Σ' ευχαριστούμε, άρχοντα Φιόρν, για την φιλοξενία σου, όμως έχουμε και οι δύο προγευματίσει ήδη." Με ένα γοργό νεύμα, που μονάχα ο Έραγκον θα μπορούσε να το αντιληφθεί, ο Μέρταγκ έδωσε στον αδελφό του να καταλάβει, ότι θα ήταν η μεγαλύτερη αγένεια το να δεχτούν το προσφερόμενο φαγητό.
"Ο δρακοκαβαλάρης Έραγκον σκοπεύει να φύγει, να επιστρέψει στις υποθέσεις του" έλεγε τώρα ο Μέρταγκ κάνοντας ένα βήμα κοντύτερα στον αυλικό. "Η κακοκαιρία που τον οδήγησε μέχρι εδώ και που τον κράτησε τις προηγούμενες ώρες δέσμιο κοντά μας, τώρα φαίνεται πως έχει εξασθενίσει. Γι' αυτό λοιπόν το λόγο, είναι καιρός να πραγματοποιήσουμε το ταξίδι μας για περισυλλογή τροφής, το οποίο έχουμε ήδη σχεδιάσει. Ο δρακοκαβαλάρης Έραγκον είναι ενήμερος σχετικά και ευαρεστείται, αυτός και ο δράκος του, να συνδράμουν στην προσπάθειά μας. Έχω ήδη αποδεχτεί την ευγενική προσφορά των και ελπίζω πως δεν θα έχεις την παραμικρή αντίρρηση γι' αυτό. Άλλωστε, η αρωγή περισσότερων ανδρών και δύο δράκων, θα αποφέρει αρκετά παραπάνω εφόδια στην κοινότητα."
Ο Μέρταγκ είχε και αυτός αντιληφθεί την μυστική παρουσία του Γιάν Σβένσον στον προθάλαμο. Ο πολεμιστής στεκόταν μέσα στο σκοτάδι οπλισμένος, σημάδι ότι δεν θα εμπιστευόταν τόσο εύκολα τον εχθρικό δρακοκαβαλάρη. Ο Μέρταγκ όμως γνώριζε, ότι ο πολεμιστής και οι άντρες του θα έκαναν όπως τους διέταζε ο άρχοντας Φιόρν.
"Θα ήθελες, άρχοντά μου, να οργανώσεις την ομάδα που θα παρευρεθεί στο κυνήγι;" Ρώτησε ο Μέρταγκ τον λόρδο. "Μπορούμε να είμαστε έτοιμοι και σήμερα ακόμα, ή ίσως αν επιθυμείς, νωρίς αύριο το πρωί. Έτσι θα μας δοθεί η ευκαιρία να συγκεντρωθούμε απόψε το βράδυ στην κοινή αίθουσα της κατοικίας μου, να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού μας." Ο Μέρταγκ δεν συνήθιζε να προσκαλεί συχνά τους κατοίκους του χωριού στα διαμερίσματά του. Η διοργάνωση ενός κυνηγιού ήταν κάτι που οι άντρες μπορούσαν να έχουν κανονίσει από μόνοι τους. Ο ίδιος ακολουθούσε την προκαθορισμένη πορεία τους, πετώντας πάντοτε χαμηλά από πάνω τους μαζί με τον Θορν. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, θα ήθελε οι κάτοικοι να γνωριστούν με τον Έραγκον και τη Σαφίρα. "Στην περίπτωση που δεχτείτε, είστε όλοι καλεσμένοι μου" δήλωσε.
Έξω στον διάδρομο, ο Γιάν Σβένσον πλησίασε το άνοιγμα της κουζίνας φροντίζοντας να μένει πάντα κρυμμένος στις σκιές, αναμένοντας τις διαταγές είτε του άρχοντα Φιόρν, είτε του δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ. Η σκέψη, ότι καλό θα ήταν να υπήρχε τρόπος να ειδοποιηθούν κάποιοι από τους στρατιώτες του, πέρασε γοργά από το μυαλό του. Την άλλη στιγμή άκουσε το σούρσιμο γυναικείου φορέματος να πλησιάζει πίσω του. Μέσα στις σκιές διέκρινε αμυδρά την υπηρέτρια της αρχόντισσας του Γκίλ'ιντ που ερχόταν προς την κουζίνα, πιθανώς να εκτελέσει κάποια παραγγελία της λαίδης Λίντα. Ο Γιάν δεν έχασε χρόνο. Με νοήματα έδωσε στη γυναίκα να καταλάβει, ότι καλόν θα ήταν αν φρόντιζε να ειδοποιήσει τους λοιπούς φρουρούς να επαγρυπνούν.
Η γυναίκα κατάλαβε και στράφηκε να φύγει το ίδιο αθόρυβα όπως ήρθε. Η ώρα ήταν πολύ πρωινή και το πιθανότερο ήταν πως θα εύρισκε τους στρατιώτες ακόμα στα καταλύματά τους. Βιάστηκε λοιπόν να ειδοποιήσει όσους περισσότερους μπορούσε.
Ο Σβένσον παρέμεινε ακίνητος πάντα κρυμμένος, όπως είχε διαταχθεί και όφειλε να κάνει, περιμένοντας τους άντρες του. Περιορίστηκε στον να βλέπει και να ακούει αναμένοντας τις διαταγές των αρχόντων του. Τα τελευταία λόγια του δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ ακούστηκαν καθαρά, σαν και αυτός να τα είχε φωνάξει επίτηδες δυνατά, για να ακουστούν. Ο Γιάν είχε ήδη παρατηρήσει, ότι και οι δύο δρακοκαβαλάρηδες είχαν εμφανιστεί άοπλοι, ίσως σε μία προσπάθεια επίδειξης καλής θελήσεως. Όσο και αν είχε προσπαθήσει, δεν είχε καταφέρει να διακρίνει ούτε το παραμικρό στιλέτο ή μαχαίρι πάνω τους. Αυτό βέβαια μπορεί να σήμαινε την καλή διάθεση του νεοφερμένου, ότι ερχόταν ειρηνικά στο χωριό τους, μπορεί και όχι. Ο Γιάν ήταν πάντοτε καχύποπτος με όλους, ιδίως εκείνους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν μαγεία.
Ο αξιωματικός από το Γκίλ'ιντ θα εκτελούσε το χρέος του προς τον άρχοντα Φιόρν. Αν εκείνος αποφάσιζε πως έπρεπε να δεχτούν την πρόσκληση του Μέρταγκ, ο Γιάν θα ανέβαινε ξανά μέχρι το τέλος της σκάλας. Πέραν αυτού όμως, είχε σκοπό να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα για την ασφάλεια των κατοίκων, το ίδιο θα έκαναν και οι άντρες του.
Ο Έραγκον καταλάβαινε την απροθυμία του Μέρταγκ, να παραμείνουν και να μοιραστούν το πρωινό των κατοίκων. Αν η μεγάλη έλλειψη τροφίμων το απαιτούσε, ο Έραγκον με χαρά του θα αρνιόταν να φάει και να πιει από το τραπέζι των χωρικών. Ήθελε όμως να μείνει περισσότερη ώρα κοντά τους, να γνωρίσει πιο πολλούς από αυτούς, να βολιδοσκοπήσει και τις προθέσεις του αυλικού. Ως φαίνεται όμως, ο Μέρταγκ είχε θεωρήσει καλύτερο να γίνει αυτό στους δικούς του χώρους. Ο Έραγκον ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους συμφωνώντας και άφησε έναν στεναγμό να του ξεφύγει. Αν ο Μέρταγκ επιθυμούσε έτσι, έτσι ας γινόταν.
Ο Φιόρν Έγκελσσον άκουσε με προσοχή μεγάλη την πρόταση του Μέρταγκ. Ο ίδιος θα προτιμούσε οι δύο δρακοκαβαλάρηδες να παρέμεναν στον χώρο του σπιτιού του περισσότερο, μα ως φαίνεται ο δρακοκαβαλάρης σκεφτόταν αλλιώς. Αποφασίζοντας εκείνη τη στιγμή, ότι καλύτερο θα ήταν να αναβάλλουν το ταξίδι του κυνηγιού για το επόμενο πρωί, ο Φιόρν θεώρησε ότι ήταν ευκαιρία αν συγκεντρώνονταν όλοι στους χώρους του δρακοκαβαλάρη. Στα φιλόξενα δώματά του είχαν και άλλοτε μοιραστεί τη ζέστη του τζακιού του και τα τρόφιμα της αποθήκης του.
"Άρχοντά μου, Μέρταγκ, είναι μεγάλη η τιμή που κάνεις σ' εμένα και τους ανθρώπους αυτής της κοινότητας" αποκρίθηκε ο Φιόρν λυγίζοντας ταπεινά τη μέση του σε μια υπόκλιση. "Θα βρισκόμαστε στα δωμάτιά σου νωρίτερα από το σούρουπο, το δίχως άλλο. Εκεί θα μας δοθεί η ευκαιρία να συζητήσουμε τα του ταξιδιού μας καλύτερα, καθώς και να γνωριστούμε με τον δρακοκαβαλάρη Έραγκον και τον μεγαλοπρεπή του δράκο."
Έτσι όπως είχε διατυπωθεί η πρόταση του Μέρταγκ, ο Φιόρν κατάλαβε ότι περιλαμβάνονταν όλα τα μέλη της κοινότητας. Το σίγουρο ήταν πως ο πονηρός γέροντας δεν είχε σκοπό να επιτρέψει να κουβαληθούν όλοι τους ως εκεί πάνω για να τους ενοχλήσουν. Αυτό είχε γίνει ελάχιστες φορές και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Οι πολεμιστές του Γιάν Σβένσον όμως θα τον συνόδευαν οπωσδήποτε, για τη δική του προστασία. Εξ άλλου οι περισσότεροι απ' αυτούς θα συνέβαλαν στο αυριανό κυνήγι και λίγοι μόνο θα παρέμεναν για την ασφάλεια του χωριού, όσο οι υπόλοιποι άντρες θα έλειπαν. Ένα-δύο από τους πρεσβύτερους της Σίουνον ήταν καλό να προστεθούν στους καλεσμένους, αν βέβαια θα κατάφερναν να σκαρφαλώσουν ως τα δωμάτια του δρακοκαβαλάρη. Σ' αυτούς θα πρόσθετε και κάποιους υπηρέτες, για να βοηθήσουν στο σερβίρισμα του γεύματος. Ανάμεσα στους προσκαλεσμένους ήταν αναγκαίο να παρευρεθεί η γυναίκα του, η λαίδη Λίντα. Με τίποτε φυσικά δεν θα γινόταν να λείπει η Νολβέν του, που η παρουσία της στο πλευρό των δρακοκαβαλάρηδων εξυπηρετούσε τέλεια τους σκοπούς του.
Ο Μέρταγκ χαιρέτησε τον άρχοντα Φιόρν και την θυγατέρα του. "Έχει καλώς, άρχοντα. Εμείς λοιπόν αποχωρούμε με τη διαβεβαίωση για μία ακόμη φορά, ότι κανένας κίνδυνος δεν συντρέχει από τον δρακοκαβαλάρη Έραγκον και το δράκο του Σαφίρα εναντίων αυτής της κοινότητας. Θα σας αναμένουμε, για να συζητήσουμε τα σχετικά της διαδρομής του κυνηγιού." Κλίνοντας τη μέση προς την αρχοντοπούλα του Γκίλ'ιντ, ο Μέρταγκ συνέχισε. "Ευχαριστούμε κι εσένα, δεσποσύνη, για την αποδοχή σου και ζητούμε συγνώμη, αν η πρωινή παρουσία μας αναστάτωσε το πρόγραμμά σου."
Η Νολβέν κοκκίνισε ακούγοντας τα λόγια του Μέρταγκ. Θα ήθελε να προσθέσει, ότι καμία αναστάτωση δεν είχε προκαλέσει η παρουσία του, το αντίθετο μάλιστα. Αντί όμως να μιλήσει, περιορίστηκε σε μία χαριτωμένη υπόκλιση.
Δύο από τους μαχητές του είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, αλλά ο Γιάν Σβένσον τους έγνεψε να παραμείνουν σιωπηλοί. Ως φαίνεται οι δρακοκαβαλάρηδες σκόπευαν να αποχωρήσουν, ανανεώνοντας τη συνάντησή τους με τους κατοίκους για το ίδιο βράδυ. Ο νεαρός αξιωματικός και οι άντρες του θα συνόδευαν σίγουρα τον άρχοντα Φιόρν μέχρι την κατοικία του δρακοκαβαλάρη. Ο άρχοντας Φιόρν ήταν εκείνος που θα αποφάσιζε αν έπρεπε να δώσουν πίστη στα λόγια του παρείσακτου. Αφού όμως ο άρχοντάς τους Μέρταγκ τους είχε διαβεβαιώσει γι' αυτό, ο Γιάν δεν θα τολμούσε ποτέ να αμφισβητήσει τις διαβεβαιώσεις του.
Ο Έραγκον μιμήθηκε τον Μέρταγκ και χαιρέτησε κι αυτός ευγενικά τον παλιό ευγενή και την κόρη του. Σίγουρα θα του δινόταν η ευκαιρία να συζητήσει μαζί τους και πάλι κατά τη διάρκεια της απογευματινής τους επίσκεψης. Ο Έραγκον βιαζόταν να βρεθεί κοντά στη Σαφίρα του, να μοιραστεί μαζί της αυτές τις τελευταίες του εμπειρίες από το χωριό των ανθρώπων. Ήλπιζε ότι η γαλάζια δράκαινα θα είχε πια τελειώσει την ιδιαίτερη συζήτησή της με τον Θορν για όλα όσα μοιράζονταν από τη χώρα των δράκων. Ο Έραγκον βασιζόταν πολύ στη γνώμη της για τις νέες αυτές εξελίξεις.
Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά – και ένα γλυκό χαμόγελο – προς την όμορφη αρχοντοπούλα του Γκίλ'ιντ, ο Έραγκον ακολούθησε τον Μέρταγκ στον ανηφορικό τους δρόμο, που οδηγούσε πίσω στις αίθουσες του αδελφού του.
Σκορπίζοντας χαμόγελα και υποκλίσεις, ο λόρδος Φιόρν ξεπροβόδισε τους δύο δρακοκαβαλάρηδες. Μόλις εκείνοι χάθηκαν στην ανωφέρεια της σκάλας, το ύφος του πονηρού γέροντα άλλαξε ολοσχερώς. Το πρόσωπό του από φιλικό έγινε σοβαρό και υποψιασμένο. Γυρνώντας προς το μέρος της Νολβέν απηύθυνε σ' αυτήν το λόγο.
"Άκουσες, κόρη μου, τι είπε ο άρχοντά μας Μέρταγκ. Πήγαινε λοιπόν να ειδοποιήσεις τη μητέρα σου, να ετοιμαστεί για τη μεγάλη τιμή που μας γίνεται απόψε. Ετοιμάσου κι εσύ, γιατί θα μας συνοδεύσεις." Πλησιάζοντας περισσότερο το κορίτσι ακούμπησε απαλά το χέρι του στα μαλλιά της. "Φρόντισε, Νολβέν μου, να γίνεις πολύ όμορφη για την αποψινή βραδιά" πρόσθεσε τρυφερά. "Ίσως το μέλλον όλων μας να εξαρτάται από αυτή τη συνάντηση."
(συνεχίζεται)
A/N: To Dream Plane,
Thank you so much for your review and support.
