Όπου γίνονται προετοιμασίες για το δείπνο των κατοίκων με τους δρακοκαβαλάρηδες.


Βορράς

Κεφάλαιο 22

Ο άρχοντας Φιόρν δεν θα έμπαινε ποτέ στον κόπο να εξηγήσει στη μοναχοθυγατέρα του τι ακριβώς εννοούσε λέγοντας, ότι θα έπρεπε να φροντίσει να γίνει πολύ όμορφη για την αποψινή βραδιά και ότι ίσως από την ομορφιά της να εξαρτηθεί το μέλλον τους. Χωρίς να καταλάβει το παραμικρό η κοπέλα και μαθημένη πάντοτε να υπακούει στον πατέρα της, χαμογέλασε και βιάστηκε να εκτελέσει την εντολή του. Η μητέρα της έπρεπε να ειδοποιηθεί πάραυτα γι' αυτό το έκτακτο και συνάμα συναρπαστικό γεγονός και η ίδια να φροντίσει όσο γινόταν τον εαυτό της. Παρά το κρύο πρωινό θα έπρεπε να φροντίσει να βραστεί αρκετό νερό ώστε να πλυθεί, να λουστεί, να κανονίσει τι ρούχα θα φορούσε.

Σ' αυτή την τελευταία σκέψη η κόρη σκυθρώπιασε. Η Νολβέν ήταν μονάχα εννέα ετών όταν έφυγαν από το Γκίλ'ιντ και κατά το τελευταίο διάστημα είχε ψηλώσει και το σώμα της είχε αλλάξει. Δύσκολα θα εύρισκε κάτι που να της ταιριάζει από την παλιά ιματιοθήκη της. Πώς θα γινόταν να ντυθεί όμορφα και να στολιστεί χωρίς ωραία ρούχα και στολίδια; Πώς θα γινόταν ν' ανεβεί μέχρι τα δωμάτια 'εκείνου' και να περάσει ολόκληρη τη βραδιά κοντά του φορώντας τα παλιά, κοντά και παιδικά φουστάνια της, που τώρα τελευταία την στένευαν στο στήθος, ενώ στη μέση έπεφταν επάνω της φαρδιά και άχαρα;

Η δυσαρέσκεια δεν κράτησε πολύ. Η όμορφη διάθεση, που είχε γεμίσει την καρδιά της από την αιφνίδια παρουσία του Μέρταγκ, δεν θα εξανεμιζόταν τόσο εύκολα. Η μητέρα της θα μπορούσε να δώσει την κατάλληλη συμβουλή. Στα ζητήματα του στολισμού, της κόμμωσης και της ένδυσης, η λαίδη Λίντα ήταν σοφή. Μαζί ίσως μπορούσαν να βρουν μια λύση.

Η Νολβέν προσπέρασε βιαστική τον Γιάν Σβένσον, που ως φαίνεται είχε ξεμείνει στον διάδρομο αναμένοντας ίσως διαταγές από τον πατέρα της. Ο αξιωματικός δεν ήταν μόνος. Πλάι του περίμεναν και κάποιοι από τους άντρες του, μαζί με δύο-τρεις από τους υπηρέτες του λόρδου. Η κοπέλα καλημέρισε ντροπαλά και βιάστηκε να εξαφανιστεί προς το δωμάτιο της μητέρας, όπου ακουγόταν ήδη καθαρά η φωνή της να δίνει εντολές στην καμαριέρα.

Υπήρχαν τόσες ετοιμασίες που έπρεπε να γίνουν! Η Νολβέν δεν είχε να φροντίσει μόνο για τον εαυτό της, αλλά και για να ετοιμάσει και νόστιμα φαγητά, σαν δώρα για τον δρακοκαβαλάρη. Κρέας ελαφιού μαγειρεμένο μαζί με καρπούς του δάσους, θα ήταν έδεσμα εκλεκτό· ότι άρμοζε για το τραπέζι του άρχοντά της. Σίγουρα θα προλάβαινε να σκαρώσει και κάποιο γλύκισμα από αλεσμένες ρίζες, άγριο μέλι ή λειωμένα κάστανα… Φτάνει να εύρισκε όλα τα υλικά που χρειαζόταν. Αχ, πόσα είχαν να γίνουν μέχρι το σούρουπο και ο χρόνος ήταν τόσο, μα τόσο λίγος!

Μόλις η θυγατέρα του αποχώρησε, ο άρχοντας Φιόρν φώναξε στην κουζίνα του τον Γιάν και τους στρατιώτες που είχε μαζί του. Οι άντρες και οι οπλισμένοι υπηρέτες συνωστίσθηκαν στον μικρό χώρο της κουζίνας.

"Συγχώρα με, άρχοντα, αλλά άκουσα σχεδόν όλα όσα ειπώθηκαν πριν λίγο ανάμεσα σ' εσένα και τους δύο δρακοκαβαλάρηδες" παραδέχτηκε ο αξιωματικός. "Εγώ και οι άντρες μου είμαστε πάντοτε σ' εσένα πιστοί. Θα πράξουμε ότι εσύ μας διατάξεις."

Με ένα του νεύμα ο Φιόρν υποχρέωσε τον Γιάν Σβένσον να μιλά πιο σιγά, ταυτόχρονα ζήτησε απ' όλους να πλησιάσουν κοντά του. Αφού πρώτα παρακολούθησε για λίγο με βλέμμα γεμάτο καχυποψία το άνοιγμα της σκάλας που οδηγούσε προς τα δωμάτια του δρακοκαβαλάρη, μόλις βεβαιώθηκε ότι οι απρόσμενοι επισκέπτες του είχαν εξαφανιστεί πίσω από τη στριφτή ανωφέρεια, έπιασε τον αξιωματικό του Γκίλ'ιντ από τον ώμο και με σιγανή φωνή ξεκίνησε να ξετυλίγει τις σκέψεις του.

"Ήταν πράγματι απρόσμενη αυτή η επίσκεψη των δύο δρακοκαβαλάρηδων. Ως φαίνεται, ο άρχοντάς μας Μέρταγκ δεν το κατόρθωσε να κρατήσει μυστική την ύπαρξή μας, όπως μας είχε διαβεβαιώσει." Σ' αυτό το σημείο, ο πονηρός αυλικός μιμήθηκε ένα περίλυπο ύφος, καθώς πρόσθεσε. "Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι ο προστάτης μας έπαψε να νοιάζεται για μας, ίσως όμως οι δυνάμεις του να μην είναι αρκετές για να εναντιωθεί στον νικητή του αείμνηστου βασιλιά μας Γκαλμπατόριξ."

Με έναν βαθύ αναστεναγμό στην αναφορά του ονόματος του μεγάλου εκλιπόντος, ο Φιόρν κίνησε το κεφάλι αποκαρδιωμένος. "Πιστοί μου άνδρες του Γκίλ'ιντ, όπως πολύ καλά έχετε καταλάβει τα τόσα χρόνια της αναγκαστικής εξορίας μας, εκείνο που κρίνεται απόλυτα αναγκαίο για μας είναι εν πρώτοις η επιβίωσή μας. Μπορεί ο άρχοντας Μέρταγκ να μην κατόρθωσε να κρατήσει μυστική την ύπαρξή μας, αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως δεν θα μας υπερασπιστεί αν κινδυνεύσουμε. Κατά τα λεγόμενά του όμως, ο εχθρικός δρακοκαβαλάρης των Βάρντεν σκοπεύει να φύγει άμεσα, όχι όμως προτού πάρει και αυτός μέρος στο κυνήγι μας. Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις και των δύο για την ασφάλειά μας, τίποτε δεν έχουμε να φοβηθούμε από τον καβαλάρη και τον τρομερό του γαλάζιο δράκο. Ας ανεβούμε λοιπόν όλοι μαζί μέχρι τις αίθουσες στις οποίες έχουμε προσκληθεί και ας φροντίσουμε να δείξουμε τον καλύτερο εαυτό μας στον επισκέπτη. Αν αυτός πειστεί ότι δεν αποτελούμε κίνδυνο για το βασίλειο της Αλαγαισίας – τι γελοία πράγματι ιδέα! Κίνδυνο εμείς μέσα στην τόση κατάντια μας; – ίσως αποφύγει να αναφέρει καν την ύπαρξή μας στη νέα εξουσία."

"Θα γίνει όπως προστάζεις, άρχοντα" δήλωσε ο Γιάν Σβένσον φέρνοντας το γαντοφορεμένο του χέρι στο στήθος σε έναν χαιρετισμό. "Πηγαίνω τώρα εγώ και οι άνδρες μου, να ειδοποιήσουμε τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού."

Ο άρχοντας Φιόρν έσφιξε τον ώμο του αξιωματικού συγκρατώντας τον. "Μην είσαι τόσο βιαστικός, Γιάν παλικάρι μου. Ανέλαβε εσύ να ετοιμάσεις τους πολεμιστές σου και άφησε τις προσκλήσεις των υπόλοιπων κατοίκων σ' εμένα. Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για τα άτομα που πρέπει να προσκαλεστούν. Βλέπεις, γενναίε μου μαχητή, δεν είναι απολύτως απαραίτητο να κουβαληθούν όλοι τους ως εκεί πάνω, να ενοχλήσουν τους δρακοκαβαλάρηδες με την παρουσία τους. Λίγοι, οι πιο απαραίτητοι, αρκούν."

Η συνήθεια μιας ολόκληρης ζωής στην αυλή του Γκαλμπατόριξ είχε γίνει δεύτερη φύση στον λόρδο Φιόρν. Η κάθε δραστηριότητα της ζωής του, όσο απλή κι να χαρακτηριζόταν, πάντοτε θα στρεφόταν γύρω από το προσωπικό του συμφέρον. Πόσο μάλλον αν επρόκειτο για την πρώτη του συνάντηση με τον νικητή δρακοκαβαλάρη, υπέρμαχο του νέου καθεστώτος. Εκτός από τους οπλισμένους στρατιώτες, όσοι άλλοι θα επιλέγονταν να ακολουθήσουν έπρεπε να είναι άτομα που με επιμέλεια θα φρόντιζαν να κρύψουν τα όποια εχθρικά ή αρνητικά τους συναισθήματα. Θα έπρεπε να είναι άτομα ουδέτερα, που να μπορέσουν επιδέξια να καλύψουν το κάπως έκνομο παρελθόν τους, αλλά ταυτόχρονα και να μην έχουν βλέψεις για το μέλλον. Αυτή η απρόσμενη συνάντηση με τον δρακοκαβαλάρη του εχθρού, τόσο νέο μα τόσο κραταιό μέσα στη δίνη της σύγχρονης εξουσίας, ίσως να ήταν δώρο αναπάντεχο. Ο Φιόρν ποτέ δεν θα επέτρεπε σε άλλον να χρησιμοποιήσει προς όφελός του αυτήν τη νέα γνωριμία.


Ο Μέρταγκ ανέβαινε την πέτρινη σκάλα με βήμα γοργό, με το ίδιο μαγικό κόκκινο φως να φέγγει τον δρόμο του. Στην άκρη του μυαλού του ένιωθε έντονη την παρουσία του Θορν, που τον καλούσε και πάλι κοντά του.

"Καταλαβαίνω, Έραγκον, ότι θα ήθελες να παραμείνουμε στο χωριό για περισσότερη ώρα, ώστε να γνωρίσεις και κάποιους άλλους από τους κατοίκους. Πίστεψέ με όμως, είναι καλύτερα που φύγαμε. Θα τους δοθεί η ευκαιρία να συνηθίσουν στην ιδέα της παρουσίας σου και όταν θα ανεβούν το σούρουπο για το δείπνο θα είναι, αν όχι πιο εύπιστοι στα λόγια σου, τουλάχιστον κάπως πιο ήρεμοι."

Ο Έραγκον βάδιζε πίσω του ακολουθώντας τον γοργό βηματισμό του Μέρταγκ. Λίγο θολό φως της ημέρας μπορούσε να μπαίνει από τα ανοίγματα του εξωτερικού τοιχώματος του βουνού, ο ήλιος όμως δεν είχε φανεί ακόμα, κρυμμένος καθώς ήταν πίσω από την κουρτίνα των μολυβένιων σύννεφων. Αλήθεια, έβγαινε ποτέ ο ήλιος στο άγριο τούτο μέρος; Από τα ελάχιστα σημεία του ουρανού που μπορούσε να διακρίνει, θα έπρεπε να περιμένει τον ερχομό μιας κρύας, ήπιας όμως μέρας. Η καταιγίδα που τον είχε παρασύρει στη σπηλιά του βουνού, είχε τελείως κοπάσει κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Ο Έραγκον άφησε να του ξεφύγει ένας στεναγμός ανακούφισης. Αν δεν είχαν συναντήσει την καταιγίδα αυτή, θα είχαν υποχρεωθεί μαζί με τη Σαφίρα του να επιστρέψουν άπρακτοι. Η κακοκαιρία και η καλή τους τύχη τους είχαν οδηγήσει μέχρι εδώ, ώστε να ανακαλύψουν το κρησφύγετο του Μέρταγκ και μαζί με αυτό τόσα άλλα μυστικά.

"Καθόλου δεν με πειράζει, Μέρταγκ, το ότι θα πρέπει να περιμένω λίγες ακόμα ώρες ως το απόγευμα" αποκρίθηκε στα λόγια του αδελφού του. "Εκείνο που με απασχολεί όμως είναι, αν εσύ διαθέτεις τα εφόδια που θα μπορούσαν να χορτάσουν τους κατοίκους αυτής της κοινότητας, όσο μικρός κι αν είναι ο αριθμός τους."

Ο Μέρταγκ χαμογέλασε αχνά, ενώ στράφηκε στιγμιαία προς τη μεριά του Έραγκον. "Οποιαδήποτε προμήθεια υπάρχει αυτή τη στιγμή στην αποθήκη, θα ετοιμαστεί για την αποψινή υποδοχή των κατοίκων. Άλλωστε γοργά θα αναπληρώσουμε όσα μας λείψουν, κατά τη διάρκεια του κυνηγιού μας. Όμως μην έχεις έγνοια για το αν η τροφή είναι αρκετή. Όπως θα δεις, οι κάτοικοι του χωριού δεν θα ανέβουν ως εδώ πάνω με άδεια τα χέρια. Κατά τη διάρκεια τέτοιων γευμάτων, είθισται όλοι να προσφέρουν και από κάτι."

Ο Έραγκον ανασήκωσε του ώμους και συνέχισε να ανεβαίνει τη σκάλα με βήμα γοργό. Αν ο Μέρταγκ πίστευε ότι οι προμήθειές του αρκούσαν, τότε κι εκείνου δεν του έπεφτε λόγος. Ο ίδιος είχε συνηθίσει τόσα χρόνια να ζει με τα ξωτικά, όπου ο κάθε ένας είχε και κάτι να προσφέρει μέσα στη συλλογική τους κοινωνία. "Εσύ ξέρεις καλύτερα, αδελφέ" του φώναξε προλαβαίνοντάς τον σε μια στροφή της σκάλας. "Εγώ πάντως προτίθεμαι να σε βοηθήσω σε όλες τις ετοιμασίες σου."

Με βήμα γοργό που σταδιακά βράδυνε, όσο η ανηφόρα της σκάλας ξετυλιγόταν μπροστά του, ο Μέρταγκ ανέβηκε πίσω στα δωμάτιά του. Τώρα πια το φως της ημέρας είχε δυναμώσει αρκετά, φωτίζοντας ανάμεσα από τα ανοίγματα του βουνού τα πέτρινα σκαλοπάτια και τη στενή είσοδο προς την αίθουσα του προθαλάμου. Ο Θορν καθόταν στην ίδια εκείνη θέση που τον είχε αφήσει νωρίτερα, προφανώς απασχολημένος στη συζήτησή του με τη Σαφίρα.

"Έχουμε ετοιμασίες, Θορν" τον διέκοψε ο δρακοκαβαλάρης. "Απόψε το σούρουπο θα δεξιωθούμε τους κατοίκους του χωριού, για να γνωριστούν καλύτερα με τον Έραγκον και τη Σαφίρα και να κανονίσουμε τα του κυνηγιού μας."

Ο δράκος φύσηξε ένα απαλό συννεφάκι καπνού και άλλαξε πλευρό. "Εύχομαι αυτό να είναι το τελευταίο μας κυνήγι σ' αυτούς τους τόπους, Μέρταγκ."

"Το ίδιο κι εγώ, σύντροφε του νου και της καρδιάς μου," απάντησε ο δρακοκαβαλάρης "το ίδιο κι εγώ."

Ο Μέρταγκ κατευθύνθηκε προς την αποθήκη που φύλαγε όλες τις προμήθειές του. Παράξενα συναισθήματα στριφογύριζαν μέσα στην καρδιά του και ο νους του δεν ήταν καθαρός. Η λαχτάρα του δράκου για το μακρινό ταξίδι, τους νέους τόπους και τις καινούριες γνωριμίες εμπλεκόταν με τους δικούς του φόβους και αμφιβολίες. Παρ' όλα αυτά αποφάσισε να μην έχει αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα. Θα επικεντρωνόταν στο τώρα και στο αυριανό τους κυνήγι. Θα προσπαθούσε να καταφέρει το καλύτερο για τους δικούς του ανθρώπους, όλους όσους είχε εδώ και πέντε χρόνια κάτω από την προστασία του. Αν οι συνθήκες το επέτρεπαν θα γνώριζαν αυτός και ο Θορν τη χώρα των δράκων. Και ίσως… ίσως να έρχονταν και σε κάποια επαφή με τη Ναζουάντα. Αν όχι…

Ο Μέρταγκ ανασήκωσε με παραίτηση τους ώμους. Αν όχι, τότε θα γύριζαν πίσω στο κρησφύγετό τους και θα συνέχιζαν την μέχρι τώρα ειρηνική ζωή τους. Έπειτα τα χρόνια θα περνούσαν και ίσως κάποτε…

"Έραγκον!" ο Μέρταγκ αποφάσισε να μην κάνει σχέδια για το μέλλον. "Προηγουμένως προθυμοποιήθηκες να βοηθήσεις στις προετοιμασίες. Έλα λοιπόν, ας δούμε τι υπάρχει από φαγώσιμα μέσα σ' ετούτη την αποθήκη."

Ο Έραγκον ακολούθησε τον Μέρταγκ μέσα στο χώρο της σκοτεινής αποθήκης, από την οποία μέχρι στιγμής ο αδελφός του είχε προμηθεύσει όλα τα φαγώσιμα.

"Ενδιαφέρουσα η πρόσκληση στους κατοίκους του χωριού" σχολίασε η Σαφίρα από τη γωνιά που ήταν βολεμένη πλάι στον κόκκινο δράκο. "Ο Θορν μου έχει εξιστορήσει κάποια γεγονότα από τον κόσμο των δίποδων-στρογγυλά-αυτιά, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια των προηγούμενων εξορμήσεών τους για κυνήγι. Ομολογώ ότι βιάζομαι να έρθει αυτή η ώρα. Τα φτερά μου έχουν μουδιάσει μέσα στους σκοτεινούς χώρους του βουνού και έχω νοσταλγήσει τους άπλετους ουρανούς."

Ο Έραγκον χαμογέλασε στα λόγια της δράκαινας, βέβαιος ότι η Σαφίρα του θα απολάμβανε το αυριανό κυνήγι όσο και ο Θορν, μαζί και ο αδελφός του. Ο ίδιος ο Έραγκον δεν έβρισκε πια καμία χαρά στον αφανισμό αθώων ζώων, όμως οι κάτοικοι του βορρά έπρεπε κάπως να επιζήσουν. Προφέροντας αργά τα μαγικά λόγια, που δημιούργησαν ένα ζωηρό, γαλάζιο φως για να βλέπει, θυμήθηκε τις νεανικές του εξορμήσεις στα βουνά της Ραχοκοκαλιάς· το πόσο απαραίτητο ήταν το κρέας του κυνηγιού για την οικογένειά του. Όσο οι άλλοι θα αναζητούσαν την πολύτιμη τροφή τους κατά τις ερχόμενες ημέρες, ο ίδιος θα εκμεταλλευόταν τον χρόνο για να γνωρίσει τα άγνωστα μέρη του βορρά και τους κατοίκους της μικρής κοινότητας, όπου ο Μέρταγκ είχε χριστεί αρχηγός της.

Πρόθυμα ο Έραγκον άρχιζε να σκαλίζει ανάμεσα σε πακέτα τυλιγμένα με δέρματα ζώων και ξεραμένα φύλλα. Οτιδήποτε εύρισκε, το ακουμπούσε στην πλατιά επιφάνεια του πέτρινου πάγκου, που δέσποζε στο κέντρο της αποθήκης. Υπήρχαν αρκετά κομμάτια από καπνισμένο κρέας, καθώς επίσης και μερικές ξεραμένες ρίζες του δάσους. Στο βάθος ενός κάδου φτιαγμένου από πηλό, ο Έραγκον ανακάλυψε μια μικρή ποσότητα από βολβούς. "Α! Μέρταγκ, δες!" φώναξε ενθουσιασμένος. "Κάτι μπορούμε να φτιάξουμε και μ' αυτά, έτσι δεν είναι;"

Στην ενθουσιώδη φωνή του Έραγκον ο Μέρταγκ έριξε μια ματιά στον πάτο του πήλινου δοχείου και χαμογέλασε αχνά. "Α, ναι, το είχα ξεχάσει. Αυτοί οι βολβοί είναι μπαγιάτικοι και ζαρωμένοι βέβαια, μιας και έχει περάσει πολύς καιρός που έχουν συλλεχθεί. Θα μπορούσαν όμως βουτηγμένοι σε κρασί, να συνοδεύσουν το κρέας σαν μία πρόσθετη λιχουδιά. Βάλε τους εδώ, Έραγκον, στη γωνία αυτού του πάγκου. Θα τους τακτοποιήσουμε σε μία γαβάθα αργότερα."

Με τη μία ετοιμασία και την άλλη πέρασαν όλες οι πρωινές ώρες. Αργά το μεσημέρι οι δύο δρακοκαβαλάρηδες γευμάτισαν λιτά και το απόγευμα το πέτρινο τραπέζι ήταν γεμάτο με όσα φαγώσιμα είχαν βρεθεί στο χώρο της αποθήκης. Πέτρινες πιατέλες γεμάτες με ψημένα κρέατα απλώνονταν στο κέντρο του τραπεζιού και μερικές ξύλινες γαβάθες, γεμισμένες με ότι άλλο βρέθηκε, συμπλήρωναν τον χώρο. Όσα πήλινα ή ξύλινα σκεύη φαγητού, κουτάλια, πιρούνια υπήρχαν στην κατοχή των δύο αδελφών, είχαν αραδιαστεί στις άκρες του πέτρινου τραπεζιού αναμένοντας τους επισκέπτες. Κάτι επίσης πολύ σημαντικό ήταν ένα δοχείο με παλιό κρασί φερμένο χρόνους πριν από τη Σίουνον, που ο Μέρταγκ είχε φυλάξει για κάποια ιδιαίτερη περίσταση.

Ο Θορν είχε αποσυρθεί από ώρα στο δρακοστάσιο, προσκαλώντας και τη Σαφίρα μαζί του. Ο κόκκινος δράκος προτιμούσε να κάνει την εντυπωσιακή του είσοδο, την ώρα που όλοι οι δίποδοι θα είχαν πάρει τις θέσεις τους τριγύρω από το τραπέζι και το γεύμα θα είχε αρχίσει. Ο Μέρταγκ σε αυτό συμφωνούσε. Δεν υπήρχε λόγος να τρομάξουν οι κάτοικοι με μια άμεση επαφή με τους δράκους. Ας κάθονταν πρώτα στο γεύμα, ας κυλούσε λίγο το κρασί, ώστε να συνηθίσουν όλοι στην παρουσία του δεύτερου δρακοκαβαλάρη, ας συζητούσαν λίγο. Μετά, οι δράκοι θα μπορούσαν να εμφανιστούν και οι κάτοικοι του χωριού να κάνουν επίσημα τη γνωριμία τους με τη Σαφίρα.

Ο Μέρταγκ ήθελε να συζητήσει τη σκέψη αυτή με τον Έραγκον. "Πιστεύω ότι καλό θα ήταν οι δύο δράκοι να εμφανιστούν αφού πρώτα θα έχει αρχίσει το γεύμα. Αφού πρώτα οι κάτοικοι του χωριού θα έχουν συνηθίσει την παρουσία σου και θα έχουν πειστεί, ότι από εσάς δεν κινδυνεύουν. Ποια η δικής σου γνώμη;"

Ο Έραγκον συμφώνησε με τον Μέρταγκ. Ο αδελφός του είχε απόλυτο δίκιο. Αν οι τρομοκρατημένοι πρόσφυγες συνήθιζαν πρώτα τον ίδιο, αν συζητούσαν τις λεπτομέρειες του κυνηγιού τους, αν εμπιστεύονταν την ανιδιοτελή πρόθεσή του να τους βοηθήσει σ' αυτό, κατόπιν δεν θα τρόμαζαν τόσο με την παρουσία της Σαφίρα.

Η γαλάζια δράκαινα όμως είχε διαφορετική άποψη. "Είναι φυσικό οι δύο-πόδια να τρομάζουν με την παρουσία ενός δράκου" είπε στον καβαλάρη της. "Όταν τα ταπεινά όντα πάψουν να φοβούνται τον μεγαλύτερο θηρευτή, τότε διασαλεύεται η ισορροπία του κόσμου." Παρ' όλα αυτά η Σαφίρα αποσύρθηκε στο δρακοστάσιο ακολουθώντας τον Θορν.

Ο Έραγκον γέλασε και χάιδεψε με την παλάμη του χεριού του το πλευρό της δράκαινας, καθώς αυτή περνούσε πλάι του. "Είμαι σίγουρος, αγαπημένη της καρδιάς μου, ότι κανένας ποτέ δεν θα σταθεί χωρίς τρόμο μπροστά σου. Σκέψου όμως το αρχικό σχέδιό μας. Αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι κριθούν κατάλληλοι να επιστρέψουν στα εδάφη της Αλαγαισίας – έστω και σε κάποιον καταυλισμό στις παρυφές του βασιλείου – τότε ο Μέρταγκ και ο Θορν θα μας ακολουθήσουν στη χώρα των δράκων. Πιστεύεις ότι μεγαλύτερο δυνητικά κίνδυνο για το βασίλειο της Ναζουάντα αποτελούν αυτοί οι καταφρονεμένοι, ή ο ανεξέλεγκτος δρακοκαβαλάρης;"

Η Σαφίρα γρύλισε απλά και εξαφανίστηκε στο δρακοστάσιο ακολουθώντας τον Θορν. Ο Έραγκον σκάλισε λίγο τη φωτιά αναζωπυρώνοντας τη φλόγα. Όση ξυλεία είχε απομείνει στην αποθήκη του Μέρταγκ, είχε στοιβαχτεί στο πλάι του μεγάλου τζακιού. Ο Έραγκον υπολόγιζε ότι θα έφτανε για να ζεσταθεί όλη η μεγάλη αίθουσα κατά τη διάρκεια της βραδιάς και μέχρι το ερχόμενο πρωί. Δεν έβλεπε την ώρα να ξεκινήσει αυτή η συνάντηση με τους κατοίκους του χωριού και να έρθει το αύριο. Ένα κυνήγι κοντά στα δάση των ξωτικών γέμιζε τη νου του αναμνήσεις. Μέσα του ευχόταν να μην χρειαζόταν να έρθουν οι πρόσφυγες της Αλαγαισίας σε κάποια ένοπλη προστριβή με τυχαία περίπολο των κατοίκων του δάσους. Όμως μέσα του βαθιά σιγόκαιγε και κάποια μικρή ελπίδα για μια απρόσμενη συνάντηση με κάποιους που αγαπούσε.


(συνεχίζεται)

A/N: To Dream Plane,

You are correct about the girl's name. Actually, in Latin it should be written as Nolwenn. Thanks again for your review and your kind words.