Όπου ομάδα των κατοίκων του χωριού ανεβαίνουν την πέτρινη σκάλα προς τα δωμάτια των δρακοκαβαλάρηδων και γίνονται αποδεκτοί για το δείπνο.


Βορράς

Κεφάλαιο 23

Μπορεί η καρδιά της Νολβέν να πετάριζε μέσα στο στήθος για την ώρα που θα ανέβαινε μέχρι τα δωμάτια του δρακοκαβαλάρη, κάποιοι από τους σημαίνοντες κατοίκους του χωριού όμως, δεν σκέφτονταν έτσι. Ο άρχοντας Φιόρν συνάντησε μεγάλη αντίδραση σ' αυτή την πρόσκληση για το γεύμα προς τιμήν του 'εχθρού' τους – όπως τον κατονόμασαν – αντίδραση που βέβαια επέτεινε η γνώση, ότι ο άρχοντας προστάτης Μέρταγκ είχε 'προδώσει' σ' αυτόν την κρυφή ύπαρξή τους. Το μίσος για το εχθρικό ζευγάρι ξεχείλιζε και στο μίσος αυτό ήρθε να προστεθεί η αμφιβολία κι απογοήτευση για τους προστάτες.

"Τα τελευταία χρόνια έχουμε υποστεί τα πάνδεινα" γκρίνιαζαν στον άρχοντα Φιόρν. "Αιτία δεν ήταν μονάχα οι Βάρντεν και οι τρισκατάρατοι σύμμαχοί τους τα ξωτικά, αλλά κυρίως ο εχθρικός δρακοκαβαλάρης με το γαλάζιο κτήνος του."

"Ο γέροντας πατέρας μου χάθηκε πέρυσι με τον καημό του δολοφονημένου γιου του από τον ανεξέλεγκτο όχλο. Χάσαμε τα πάντα! Ανθρώπους δικούς μας, την περιουσία, το σπίτι μας κι εσύ μας ζητάς τώρα να σκύψουμε μπροστά τους;"

"Αυτό ακριβώς θα κάνετε, αν θέλετε να επιβιώσετε" ανταπαντούσε ο άρχοντας Φιόρν. "Αν εκτιμάτε έστω και λίγο την ζωή σας και θέλετε να διαφυλάξετε την ελευθερία τη δική σας, των οικογενειών σας και όσων ανθρώπων στηρίζονται πάνω σας, θα ανεβείτε αυτήν εδώ τη σκάλα και θα προσκυνήσετε τον εχθρικό δρακοκαβαλάρη με ταπεινότητα. Το ίδιο ακριβώς θα κάνετε και μπροστά στον δράκο του."

"Και αν το κτήνος βρει την ευκαιρία που ζητά να μας επιτεθεί;"

"Γι' αυτό θα έχουμε όλους τους οπλισμένους μαχητές μαζί μας. Επίσης ο προστάτης μας, άρχοντας Μέρταγκ, με έχει διαβεβαιώσει ότι κίνδυνος για μας κανένας δεν υπάρχει."

"Καλός είναι κι αυτός! Αντί να διώξει μακριά μας τον εχθρό μας, δεν φτάνει που τον προσκάλεσε στα δωμάτιά του, φανέρωσε σ' αυτόν και την ύπαρξή μας."

"Αν χρειαστεί, ο άρχοντας Μέρταγκ και ο δράκος του θα πολεμήσουν στο πλευρό μας. Αλλά δεν θα χρειαστεί!" Η υπομονή του Φιόρν είχε αρχίσει να εξαντλείται.

Ο λόρδος του Γκίλ'ιντ ήδη είχε εξαιρέσει από την ομάδα που θα επισκέπτονταν την κατοικία του δρακοκαβαλάρη τους πιο θερμοκέφαλους από τους άντρες και τους πιο πείσμονες από τους παλιούς αυλικούς. Τους λίγους εκείνους που είχε συμπεριλάβει στην ομάδα του, τους είχε νουθετήσει κατάλληλα, ώστε να φερθούν κατά πως πρέπει φιλικά και ταπεινά. Οι άνθρωποι αυτοί – πάλαι ποτέ σημαίνοντα πρόσωπα στις τοπικές κοινωνίες της Αλαγαισίας – ήσαν μαθημένοι από τα μικράτα τους στις υπερβολικές κολακείες και γονυκλισίες μπροστά στους ανωτέρους τους. Ήλπιζε ότι την ώρα την κατάλληλη, δεν θα τον πρόδιδαν. Το ένστικτό τους θα τους οδηγούσε, στο να συμπεριφερθούν όπως άρμοζε.

Υπήρξαν και ένας ή δύο, που παρά την ένθερμη αποδοχή της εξέλιξης των γεγονότων και την αδημονία τους να γνωριστούν με τον καβαλάρη του γαλάζιου δράκου, ο Φιόρν τους είχε εξαιρέσει ούτως ή άλλως από το δείπνο. Ο παλιός αυλικός του Γκαλμπατόριξ ήταν τόσο ύπουλος, που σε κανέναν άλλον δεν θα επέτρεπε να εκμεταλλευτεί προς όφελός του την περίσταση. Αν έβγαινε τελικά κάποιο κέρδος από αυτή την αναπάντεχη γνωριμία, ο Φιόρν και η οικογένειά του θα έπρεπε να είναι πρωταρχικά οι μόνοι ευνοημένοι. Αν όλα πήγαιναν κατ' αίσιο τρόπο, όλοι οι υπόλοιποι θα είχαν να λαμβάνουν από τον ίδιο χάρες· και φυσικά να του χρεωστούν.

Λιγάκι πριν το σούρουπο, η ομάδα του άρχοντα Φιόρν στριμώχτηκε μέσα στον στενό χώρο της κουζίνας του, έτοιμη ν' ανηφορίσει την πέτρινη σκάλα, που ένωνε το χωριό με την επικράτεια του δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ. Ο Φιόρν έριξε μια τελευταία ματιά στις δύο γυναίκες της οικογένειάς του και χαμογέλασε ευχαριστημένος από το παρουσιαστικό τους. Παρά τον φόβο της για τον εχθρικό δράκο, η λαίδη Λίντα άστραφτε από ομορφιά και χάρη. Όπως πάντοτε σε επίσημες περιστάσεις, στεκόταν στο πλευρό του όμορφα χτενισμένη και ντυμένη, στολισμένη με το ένα και μοναδικό κόσμημα που της είχε απομείνει, από όσα διέσωσε από το Γκίλ'ιντ· μία χρυσή καρφίτσα, που έκλεινε γύρω από τον λαιμό την κάπα της. Όσα κοσμήματα είχε μεταφέρει η αρχόντισσα από την παλιά ζωή της, είχαν χαθεί μετά από συνεχείς ρευστοποιήσεις για τις ανάγκες τους των πρώτων καιρών της εξορίας.

Ο άρχοντας Φιόρν διόλου δεν λυπόταν για την έλλειψη κοσμημάτων της γυναίκας του. Η φυσική ομορφιά και το αριστοκρατικό παράστημα που η λαίδη Λίντα διέθετε, ήταν καλύτερο από κάθε γυναικείο στολίδι ή πολύτιμο κόσμημα. Πιότερο όμως και από τη μητέρα της και παρά την στέρηση των κατάλληλων ρούχων – μιας και είχε απότομα μεγαλώσει – η ωραία Νολβέν του στεκόταν πίσω απ' την αρχόντισσα γεμάτη ομορφιά και νιάτα. Η λαίδη Λίντα είχε διατάξει τις υπηρέτριες, να μεταποιήσουν ένα παλιό δικό της φόρεμα, ώστε να ταιριάξει στο σώμα της κόρης της για την σημερινή περίσταση.

Αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει τις παιδικές της καρφίτσες, η Νολβέν είχε διαλέξει να αφήσει ξέπλεκα τα πλούσια μαλλιά της, που ξεχύνονταν σαν μεταξένιος καταρράκτης πάνω στους ώμους της και τις πλάτες. Το νεαρό κορίτσι, γεμάτο δροσιά και χάρη, στεκόταν πίσω από τη μητέρα της, με τα χέρια γεμάτα με τα δώρα, που αυτή η ίδια είχε ετοιμάσει για τους δρακοκαβαλάρηδες. Τα μάγουλά της είχαν πάρει ένα πιο ρόδινο από το συνηθισμένο χρώμα και ένοιωθε την καρδιά της να πάλλεται δυνατότερα από κάθε άλλη φορά. Δεν ήταν η πρώτη της φορά που θα ανέβαινε αυτή την σκάλα. Για πρώτη όμως φορά στη ζωή της θα έπαιρνε μέρος σε ένα γεύμα, που θα δινόταν από εκείνον στον προσωπικό του χώρο και η αναστάτωσή της ήταν μεγάλη. Σε μια μικρή φωνή που αναρωτιόταν μέσα της γεμάτη απορία γιατί ένοιωθε έτσι – γιατί άραγε η παρουσία του δρακοκαβαλάρη να την αναστατώνει τόσο, ώστε να τον αποζητά διαρκώς – η κοπέλα δεν εύρισκε απάντηση. Θα βάδιζε όμως να τον συναντήσει ευτυχισμένη. Ο Μέρταγκ είχε γίνει πια μέρος από τη ζωή της, όπως η μητέρα, ο πατέρας και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού τους. Και η Νολβέν ήταν ικανοποιημένη από τη ζωή της. Όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι, ιδίως όταν βρισκόταν και αυτός κάπου κοντά της.

Σε ένα νεύμα του άρχοντα Φιόρν κάποια υπηρέτρια φρόντισε να ξεφορτώσει την αρχοντοπούλα του Γκίλιντ από τα βάρη που κρατούσε. Ο πατέρας της στήριζε πολλά στη σημερινή παρουσία της κόρης του. Δεν θα την άφηνε να παρουσιαστεί μπροστά στους δρακοκαβαλάρηδες με τα χέρια γεμάτα τρόφιμα, σαν να ήταν μία ακόμα από τις κοινές υπηρέτριες. Ο Φιόρν έριξε μια τελευταία αυστηρή ματιά σε όλους εκείνους που είχε ο ίδιος κρίνει άξιους για να παραστούν στο γεύμα των δρακοκαβαλάρηδων. Οι υπηρέτες του, αυτοί που θα εξυπηρετούσαν τους αφέντες στο αποψινό δείπνο, έρχονταν τελευταίοι απ' όλους μεταφέροντας κάποια επιπρόσθετα σκεύη και φαγητά για το τραπέζι.

Οι πολεμιστές του Γιάν Σβένσον εμφανίστηκαν πανέτοιμοι, ζωσμένοι τα σπαθιά και τα στιλέτα τους σε όχι εμφανή σημεία. Ο αξιωματικός τους ήξερε τον τρόπο να τους ελέγχει ώστε να συμπεριφερθούν κατάλληλα για την περίσταση, ήξερε όμως και τι θα έπρεπε να διατάξει αν χρειαζόταν για την ασφάλεια του λόρδου και των κατοίκων του χωριού.

Με ένα νεύμα του άρχοντα του Γκίλιντ, ο Γιάν και οι στρατιώτες πέρασαν μπροστά. Η εντολή τους ήταν να προπορευτούν των υπολοίπων και μόλις έφταναν στον προθάλαμο του δρακοκαβαλάρη, να παραταχθούν εκατέρωθεν αφήνοντας τον λόρδο και την οικογένειά του να παρουσιαστούν πρώτοι.

Ο άρχοντας Φιόρν σήκωσε με σημασία το χέρι του. "Η ώρα έφτασε" δήλωσε σε όλους με στόμφο. "Ας μην αφήνουμε τους άρχοντες και τους δράκους τους να περιμένουν άλλο."


Στην άκρη του μυαλού του ο Μέρταγκ αντελήφθη τους κατοίκους του χωριού να ανεβαίνουν την πέτρινη σκάλα. Με ένα νόημα προς τον Έραγκον ειδοποίησε για την πολυμελή, αναμενόμενη άφιξη. Τώρα που τα μάγια του είχαν αρθεί και τίποτε δεν έκρυβε το άνοιγμα του προθαλάμου προς τα κατώτερα σημεία του βουνού, ήταν σίγουρος ότι και ο αδελφός του θα είχε αντιληφθεί την παρουσία της πομπής, που ανηφόριζε αργά. "Έρχονται, Έραγκον. Εύχομαι και ελπίζω σε ό,τι καλύτερο για την εξέλιξη αυτής της βραδιάς."

Και ο Έραγκον είχε αισθανθεί την πολυπληθή ομάδα που ανέβαινε την εσωτερική σκάλα του βουνού προς την κατοικία του αδελφού του. Ανιχνεύοντας προσεκτικά μέσα στο νου όλων τους αναγνώριζε τον φόβο, την αμφιβολία, τον εκνευρισμό, σε κάποιους από αυτούς ακόμα και το μίσος. Ο καβαλάρης της γαλάζιας δράκαινας δύσκολα μπορούσε να αποδεχθεί τέτοιου είδους συναισθήματα και πολύ τον ενοχλούσαν. Το να θεωρείται αυτός ο 'εχθρός' δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Όμως… αυτό δεν ήταν για τους περισσότερους από αυτούς τους ανθρώπους; Δεν ήταν, αυτός και ο δράκος του, σύμμαχος των επαναστατών και των ξωτικών, που βοήθησε στο να καταρρεύσει το καθεστώς του Γκαλμπατόριξ; Δεν ήταν αυτός ο ίδιος που είχε εξοντώσει τον τύραννο;

Ο Μέρταγκ τον είχε προειδοποιήσει, ότι κάποιοι από τους κατοίκους του χωριού είχαν υπάρξει πιστοί στον Γκαλμπατόριξ, άνθρωποι του καθεστώτος του. Είχαν μισήσει τους επαναστάτες και πολεμήσει με ό,τι μέσο διέθεταν τα ξωτικά και τους Βάρντεν. Χάνοντας τη πρότερή τους δόξα, καθώς και τις ανέσεις της παλιάς τους ζωής, ήταν φυσικό να τον εχθρεύονται και να αντιμετωπίζουν την παρουσία του με φόβο και αμηχανία. Εκείνο που όφειλε να κάνει τώρα ο Έραγκον ήταν να τους πείσει ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει. Κανένας πια δεν ήθελε το κακό τους. Από την άλλη, έπρεπε να ελέγξει μήπως κάποιος από αυτούς θα αποτελούσε εν δυνάμει εχθρό της βασιλείας της Ναζουάντα.

Ο Έραγκον σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε κοντά στον αδελφό του. Παρά το ότι μια ομάδα ενόπλων στρατιωτών προπορευόταν των κατοίκων, ο ίδιος ήταν τελείως άοπλος, όπως ο Μέρταγκ είχε προτείνει νωρίτερα. Στην προσπάθεια να δείξει φιλικότερος προς αυτούς τους ανθρώπους, είχε αφήσει το σπαθί του στο δρακοστάσιο στην φύλαξη της Σαφίρα. Ο Έραγκον ήταν σίγουρος, ότι παρά τα όποια αρνητικά συναισθήματα που είχαν, οι άνθρωποι αυτοί δεν αποτελούσαν κανένα απολύτως κίνδυνο για τον ίδιο και τη Σαφίρα του. Μία λέξη μαγείας του και μόνο μπορούσε να κατατροπώσει όχι μόνο αυτούς, αλλά και πολλούς περισσότερους.

"Ίσως είναι καλύτερα να τους υποδεχτείς εσύ, Μέρταγκ" είπε. "Σε λίγο όλοι θα βρίσκονται εδώ και σίγουρα θα νοιώσουν περισσότερο ασφαλείς με τη δική σου παρουσία."

"Ανοησίες! Μαζί θα τους υποδεχθούμε, Έραγκον. Να μην ξεχνάς, ότι είναι φιλοξενούμενοί μας και έρχονται να μας τιμήσουν και τους δύο." Ο Μέρταγκ σηκώθηκε κι αυτός από το κάθισμά του πλάι στη φωτιά και παίρνοντας τον αδελφό του από το μπράτσο, βάδισε μαζί του ως την είσοδο του προθαλάμου. Εκεί θα περίμεναν μαζί τον ερχομό των προσκεκλημένων.

Καθώς η Νολβέν ανηφόριζε την πέτρινη σκάλα πίσω ακριβώς από τη μητέρα της, η καρδιά της κτυπούσε γοργά. Οι δυνατοί κτύποι δεν οφείλονταν στον απότομο ανήφορο. Η μητέρα άλλωστε δεν εννοούσε να βιαστεί προλαβαίνοντας το γοργό ποδοκρότημα των στρατιωτών πάνω στον βράχο, αλλά με τον συνηθισμένο αργό και μεγαλόπρεπο βηματισμό της κάλυπτε την απόσταση αφήνοντας πίσω της το ένα σκαλί κατόπιν του άλλου. Προφανώς η παλιά αρχόντισσα του Γκίλ'ιντ δεν σκόπευε να ιδρώσει, ούτε να χαλάσει την επιμελώς φροντισμένη της κόμη. Φρόντιζε να αφήνει κάποιο κενό ανάμεσα στους φρουρούς και τον σύζυγό της που προπορεύονταν, προσβλέποντας στην μεγαλειώδη είσοδό της στον κόσμο των δρακοκαβαλάρηδων για τη συνάντηση μαζί τους.

Αυτή ακριβώς η συνάντηση ήταν που έκανε την καρδιά της Νολβέν να κτυπά δυνατά. Σε λίγη ώρα θα αντάμωνε ξανά με τον άρχοντα Μέρταγκ! Θα φρόντιζε τότε να αποσπάσει από τα χέρια της υπηρέτριας τα δώρα της, παραδίδοντάς τα σ' αυτόν η ίδια. Εκτός από την καλή εντύπωση που ήλπιζε να προκαλέσει, θα περνούσε για πρώτη φορά στη ζωή της όλη σχεδόν τη βραδιά καθισμένη στο τραπέζι του, ίσως ακόμα και στο πλευρό του. Αυτή η παράδοξη ελπίδα έδινε στο πρόσωπο του κοριτσιού μια περισσή λάμψη. Ο άρχοντάς της είχε πολλά να συζητήσει με τον πατέρα της και τους άντρες του χωριού. Η Νολβέν δεν θα χόρταινε όλο το βράδυ να βλέπει το πρόσωπό του και ν' ακούει τη φωνή του.

Οι πολεμιστές έφτασαν στα τελευταία σκαλοπάτια και ο ένας μετά τον άλλο πέρασαν από το στενό άνοιγμα, που ένωνε τη σκάλα του βουνού με τα δωμάτια του δρακοκαβαλάρη. Οι εντολές που είχαν από τον άρχοντα Φιόρν ήταν να ανασυνταχθούν σε δύο σειρές μόλις θα έφταναν στον προθάλαμο, αφήνοντας τον ίδιο με τη σύζυγο και την θυγατέρα του να περάσουν ανάμεσά τους, έτσι και έκαναν.

Η μεγάλη ώρα είχε φτάσει. Ο λόρδος Φιόρν έπιασε τη λαίδη του από το μπράτσο και ακολουθούμενος από τη Νολβέν προπορεύτηκε των υπολοίπων της ομάδας, περνώντας ανάμεσα από τους στρατιώτες. Ο Γιάν Σβένσον ανέλαβε να τους αναγγείλει στους δύο δρακοκαβαλάρηδες.

"Άρχοντες δρακοκαβαλάρηδες, ο λόρδος Φιόρν μαζί με την αρχόντισσα Λίντα, την θυγατέρα και τους ανθρώπους του, έχει έρθει να σας επισκεφθεί, όπως ορίσατε" είπε με ύφος όσο πιο επίσημο γινόταν, αφού υποκλίθηκε μπροστά στον Έραγκον και στον Μέρταγκ.

Ο Μέρταγκ χαιρέτησε τον αξιωματικό προσέχοντας με μια ματιά τα καλά κρυμμένα όπλα των ανδρών του. Ο άρχοντας Φιόρν και η αρχόντισσα του Γκίλ'ιντ βάδιζαν ανάμεσα στους στρατιώτες προς τη μεριά τους με βήμα πομπώδες και αργό, κάνοντας την είσοδό τους όπως θα έκαναν σε κάθε επίσημη δεξίωση στο παλάτι. Πίσω τους και σε μικρή απόσταση διέκρινε τη θυγατέρα τους Νολβέν και ακόμη πιο πίσω από αυτήν κάποιους από τους εξόριστους προύχοντες του παλιού καθεστώτος.

"Άρχοντά μου και μυλαίδη, το σπίτι μου είναι και δικό σας. Καλώς ήλθατε! Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι." Με μία ευγενική, ελαφριά υπόκλιση ο Μέρταγκ υποδέχτηκε τους προσκεκλημένους του. Κατόπιν το βλέμμα του καθυστέρησε στην θυγατέρα του Φιόρν. Το κορίτσι έδειχνε να λάμπει μέσα στο αναμφίβολα κάπως μεγάλο και υπέρ του δέοντος επίσημο για την ηλικία της ένδυμα της μητέρας της. Στον Μέρταγκ φάνηκε αστεία, όμως από ευγένεια προσπάθησε να μην γελάσει. Η φυσική ομορφιά και η φρεσκάδα της νιότης έδιναν σ' αυτή την παιδούλα όλες τις χάρες που χρειαζόταν. Το επίσημο ρούχο της λαίδης έμοιαζε πάνω της ξένο και πολυτέλεια περιττή. Ο Μέρταγκ δεν είχε συνηθίσει να την βλέπει ντυμένη έτσι.

Τα μάγουλα της Νολβέν κοκκίνισαν περισσότερο μόλις ένιωσε τα μάτια του άρχοντά της επάνω της, να την εξετάζουν με προσοχή. Αναζήτησε με το βλέμμα την υπηρέτριά της, ζητώντας από τη γυναίκα να επιστρέψει σ' αυτήν τα χαρίσματά της. Επιθυμία της ήταν να παραδώσει η ίδια στον Μέρταγκ όσα είχε παρασκευάσει γι' αυτόν με τα δικά της τα χέρια.

Στιγμιαία αποπροσανατολισμένος ο Έραγκον ακολούθησε τον αδελφό του, που τον είχε τραβήξει κάπως απότομα από το μπράτσο προς τον προθάλαμο. Ο Μέρταγκ υποδέχτηκε τους προσκεκλημένους και ο Έραγκον περιορίστηκε στο να χαμογελάσει εγκάρδια σε όλους. Είχαν ξαναβρεθεί, αυτός και η Σαφίρα, σε χώρους με πολλούς ευγενείς· στα υπόγεια παλάτια των νάνων, στη χώρα των ξωτικών, αλλά και στη Σούρντα του βασιλιά Όρριν. Εκεί είχαν υποχρεωθεί να φερθούν με συγκεκριμένους τρόπους, να απομνημονεύσουν ονόματα και ιδιότητες των παρευρισκομένων, να αποτελέσουν το κέντρο της προσοχής. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι τους άρεσε κιόλας. Ο Έραγκον θα προτιμούσε χίλιες φορές την απλή ζωή ανάμεσα στους χωρικούς του Κάρβαχωλ, ή τη μοναξιά του δάσους. Παρ' όλα αυτά, είχε συναινέσει σ' αυτή την συγκέντρωση. Αν ήθελε να επιτύχει το σχέδιό του – το σχέδιο για το οποίο βρισκόταν τόσο μακριά από το σπίτι του και τη χώρα των δράκων – έπρεπε να φανεί φιλικός, καταδεκτικός και συναινετικός με τους παρόντες. Έπρεπε να τους πείσει, ότι είχε έρθει με φιλικές διαθέσεις και ότι σκόπευε τα καλύτερα για την τύχη τους.

Ο άρχοντας Φιόρν υποκλίθηκε με τη σειρά του μπροστά στους δύο δρακοκαβαλάρηδες. "Άρχοντές μου, είναι μεγάλη η τιμή που γίνεται στην οικογένειά μου και τους ανθρώπους μου από τις ευγένειές σας. Επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω τη σύζυγό μου, λαίδη Λίντα, πρώτη εξαδέλφη της αρχόντισσας του Γκίλ'ιντ." Στο σημείο αυτό, με μια χαριτωμένη υπόκλιση, η λαίδη χαιρέτησε τους δρακοκαβαλάρηδες. Ο άρχοντας Φιόρν συνέχισε. "Όπως επίσης και τη μοναχοκόρη μας, Νολβέν." Με μία απαλή κίνηση του χεριού του έσπρωξε μπροστά του το κορίτσι, βέβαιος ότι η Νολβέν του θα αντιδρούσε με τον πρέποντα τρόπο.

Η Νολβέν υποκλίθηκε με χάρη μπροστά στους δύο δρακοκαβαλάρηδες, τα χέρια της γεμάτα με χαρίσματα. "Ευγενικοί άρχοντες, ερχόμαστε μαζί με την οικογένεια και τους ανθρώπους μας να αποτίσουμε φόρο τιμής σ' εσάς και τους δράκους σας" είπε με καθαρή φωνή γεμάτη θάρρος τα λόγια που είχε πολλές φορές προβάρει νωρίτερα. "Παρακαλώ, δεχθείτε αυτά τα λίγα και ταπεινά δώρα σαν μια μικρή ένδειξη της μεγάλης μας εκτίμησης προς τα πρόσωπά σας" και έτεινε ταυτόχρονα τα δώρα της προς τη μεριά των δύο αδελφών.

Ο Μέρταγκ υποκλίθηκε ευγενικά στη λαίδη Λίντα του Γκίλ'ιντ και στην Νολβέν. Ταυτόχρονα άγγισε απαλά το πλευρό του αδελφού του, για να τον ενθαρρύνει να συνδιαλεχθεί με τον παλαιό αυλικό του Γκαλμπατόριξ και τους ανθρώπους του.

Ο Έραγκον τον μιμήθηκε χαιρετώντας κι αυτός τη λαίδη και την θυγατέρα της. "Ευχαριστούμε, άρχοντα Φιόρν και μυλαίδη," είπε αρκετά φωναχτά ώστε να ακουστεί απ' όλους "το ίδιο κι εσένα, αρχοντοπούλα. Καλώς ορίσατε, εσείς και όλοι οι δικοί σας."

Στην ευγενική κίνηση της Νολβέν να τους προσφέρει δώρα, ο Μέρταγκ και ο Έραγκον παρέλαβαν από ένα ο καθένας. Ο Έραγκον χαμογέλασε εγκάρδια στο κορίτσι παίρνοντας το δικό του, ο Μέρταγκ όμως παρέμεινε με πρόσωπο σοβαρό και τελείως απαθές. Το ατσάλινο βλέμμα του καρφώθηκε για λίγο μέσα στα σκούρα καστανά μάτια της Νολβέν γεμάτο έκφραση. Παρατήρησε ότι το κορίτσι χαμήλωσε γοργά το πρόσωπο από ντροπή, έτσι και ο ίδιος βιάστηκε να την βγάλει από τη δύσκολη θέση.

"Ευχαριστούμε, ευγενική αρχοντοπούλα, για τα χαρίσματά σου" της είπε, με φωνή όσο ουδέτερη γινόταν. "Κι εσείς όλοι, άρχοντες και πολεμιστές του Βορρά, περάστε στα δωμάτιά μας. Μπορεί το τραπέζι μας να είναι λιτό, αλλά η προσφορά μας εγκάρδια."

Λέγοντας έτσι οι δύο αδελφοί παραμέρισαν αφήνοντας ελεύθερη την είσοδο για τους προσκεκλημένους.

Ο άρχοντας Φιόρν ένευσε στους ανθρώπους του, ότι μπορούσαν να περάσουν. Ταυτόχρονα ένοιωθε μέσα του μία μεγάλη αίσθηση χαράς, για την καλή εντύπωση που σίγουρα θα είχε προξενήσει η μοναχοκόρη του με τα ευγενικά – αλλά μετρημένα – της λόγια. Ο δρακοκαβαλάρης των Βάρντεν της είχε χαμογελάσει εγκάρδια την ώρα που αποδεχόταν το δώρο από τα χέρια της και ο Μέρταγκ την είχε κοιτάξει με προσοχή μέσα στα μάτια. Ο Φιόρν είχε επενδύσει αρκετές ελπίδες στην εντύπωση που θα έκανε το κορίτσι απόψε στο τραπέζι των δρακοκαβαλάρηδων. Πολλά από τα μελλούμενα μπορεί να εξαρτιόνταν από την πρώτη αυτή εντύπωση.

Πρώτοι ο λόρδος και η λαίδη μπήκαν στο μεγάλο δωμάτιο, πίσω τους η Νολβέν και ακολούθησαν όλοι οι υπόλοιποι. Ο Γιάν Σβένσον είχε αναλάβει να αναγγέλλει το κάθε σημαίνον πρόσωπο της μικρής κοινότητας με το όνομά του και ο Μέρταγκ μαζί με τον Έραγκον τους χαιρετούσαν. Τελευταίοι μπήκαν οι υπηρέτες κουβαλώντας μαζί τους επιπρόσθετα σκεύη, ετοιμασμένα φαγητά για το τραπέζι, ακόμα και δύο δοχεία με ωμά κρέατα σαν δώρα του χωριού για τους δράκους.

Πίσω από όλους μπήκαν οι στρατιώτες και τελευταίος από αυτούς ο Γιάν Σβένσον. Ο νέος άντρας ένιωσε μέσα του αναπάντεχη περηφάνια για την επίκληση προς αυτούς του Μέρταγκ σαν ''άρχοντες και πολεμιστές του Βορρά''. Ο δρακοκαβαλάρης ήταν πάντοτε ευγενικός και προσεκτικός στα λόγια που χρησιμοποιούσε. Μιλώντας τους έτσι ενίσχυε το αίσθημα της τιμής, της αυτοπεποίθησης και όσης ελάχιστης αξιοπρέπειας τους είχε απομείνει.

Μόλις βρέθηκε μέσα στο δωμάτιο, η Νολβέν πλησίασε το πλευρό της μητέρας της αποφασισμένη να παραμείνει εκεί. Τα εκφραστικά μάτια του Μέρταγκ, που για ελάχιστο χρόνο την είχαν παρατηρήσει, έκαιγαν με τα βάθη τους την καρδιά της. Πάντοτε ότι δεν έλεγαν σ' αυτήν τα λόγια του, τα έλεγαν τα μάτια. Η κοπέλα όμως δύσκολα μπορούσε να αναλύσει το αινιγματικό του βλέμμα. Το δώρο της είχε γίνει αποδεχτό με σοβαρότητα και απάθεια και η Νολβέν καταλάβαινε, ότι ο δρακοκαβαλάρης του κόκκινου δράκου δεν επρόκειτο να εκφραστεί με κάτι περισσότερο. Το συγκρατημένο του ύφος και η συμπεριφορά του ποτέ δεν άλλαζαν. Πάντα παρέμενε ψυχρά ευγενικός και απόμακρος, όσες φορές είχε τύχει να βρεθεί κοντά της. Εκείνο το βλέμμα του όμως…

Μερικές φορές όταν την κοίταζε της έδινε την εντύπωση ότι τα ατσάλινα μάτια του τη διαπερνούσαν ως την καρδιά, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ερευνήσουν τη σκέψη της. Η Νολβέν είχε ακούσει, ότι η έρευνα της σκέψης ήταν μέσα στις ιδιότητες που σίγουρα διέθετε ο δρακοκαβαλάρης. Ήταν όμως βέβαιη, ότι ποτέ δεν θα δοκίμαζε να δοκιμάσει κάτι τέτοιο πάνω στην ίδια. Η εμπιστοσύνη που πάντα ένοιωθε γι' αυτόν μπορούσε να γλυκαίνει κάθε πόνο της καρδιάς της και καταλάγιαζε το χτυποκάρδι. Καθώς όλοι μπήκαν στο δωμάτιο παίρνοντας την θέση που στον καθένα άρμοζε γύρω από το τραπέζι, άφησε κι αυτή τη ματιά της να πέσει ελεύθερα επάνω του. Φορούσε το συνηθισμένο δερμάτινο γιλέκο πάνω από λινό πουκάμισο, μάλλινο χοντρό παντελόνι και μπότες ψηλές μέχρι το γόνατο. Στη μέση του είχε άδειο το ζωστήρα και η Νολβέν σκέφτηκε ότι ήταν η πρώτη της φορά που έβλεπε το άτομό του χωρίς το σπαθί με το ρουμπίνι στη λαβή. Την ώρα που ήταν αφοσιωμένος να χαιρετά τον κάθε έναν παρευρισκόμενο, το πρόσωπό του ημέρεψε και τότε της φάνηκε όμορφος πολύ. Η κοπέλα βολεύτηκε στο πλευρό της λαίδης Λίντα κι αφέθηκε να χορτάσει με τη μορφή του και τα λόγια του. Από την ασφάλεια του πλευρού της μητέρας της σκόπευε να τον παρατηρεί καθ' όλο το γεύμα. Όλη η αποψινή βραδιά θα ήταν δική της.


(συνεχίζεται)