Όπου ο Έραγκον και ο Μέρταγκ δειπνούν και καταστρώνουν σχέδια με τους κατοίκους του χωριού.


Βορράς

Κεφάλαιο 24

Όλη την ώρα που οι κάτοικοι του χωριού παρουσιάζονταν στον Έραγκον, η Σαφίρα στιγμή δεν έπαψε να εκφράζει την συμπάθεια, αποδοχή ή αποστροφή της για τον κάθε έναν από αυτούς μέσα στο νου του εκλεκτού της. Μόλις δε όλοι οι παρευρισκόμενοι πήραν τις θέσεις τους γύρω από το τραπέζι, η δράκαινα εκδήλωσε την επιθυμία να εγκαταλείψει το δρακοστάσιο και να εμφανιστεί στο πλευρό του καβαλάρη της.

"Οι στρατιώτες τους είναι οπλισμένοι και έτοιμοι για όλα" δήλωσε με έκδηλη ανησυχία στη φωνή της. "Το ξέρω ότι δεν κινδυνεύεις από τους δίποδους, όμως κάποιο από αυτά τα αδύναμα πλάσματα θα μπορούσε να δοκιμάσει να σου επιτεθεί. Κανείς μας δεν μπορεί να ξέρει τι κρύβεται μέσα στις καρδιές τους, ούτε και τι εντολές μπορεί να έχουν από τους άρχοντές τους. Θέλω να βρίσκομαι διαρκώς κοντά σου. Η παρουσία μου σίγουρα θα τους αποθαρρύνει από το να δοκιμάσουν κάτι."

"Όχι ακόμα, γλυκιά μου Σαφίρα. Ας τους αφήσουμε να συνηθίσουν πρώτα τη δική μου παρουσία, πριν εκτεθούν στην παρουσία δύο δράκων, τον ένα εκ των οποίων έχουν αντιμετωπίσει μόνο ως αντίπαλο στο πεδίο της μάχης." Ο Έραγκον ήταν σίγουρος ότι και ο Μέρταγκ θα συμφωνούσε μαζί του. Μπορεί ο αδελφός του να μην είχε αποδεχτεί ακόμα ούτε την υποτυπώδη διανοητική τους σύνδεση, λίγο-λίγο όμως έμοιαζαν να κινούνται και οι δύο στο ίδιο μήκος κύματος.

Ο Μέρταγκ παρατηρούσε με σοβαρό ύφος τους κατοίκους του χωριού όση ώρα βολεύονταν στους πέτρινους πάγκους γύρω από το τραπέζι. Πιο πριν τους είχε χαιρετήσει όλους ανεξαιρέτως με το ίδιο ευγενικό ύφος. Ο δρακοκαβαλάρης του κόκκινου δράκου ποτέ δεν έκανε διαχωρισμό ανάλογα με την παλιά θέση που ο καθένας κατείχε στο καθεστώς του Γκαλμπατόριξ. Γι' αυτόν όλοι τους – άρχοντες, στρατιώτες, ή υπηρέτες – ήταν ίσοι και εννοούσε και η συμπεριφορά του να είναι ίση προς όλους. Μονάχα όταν είχε να συνδιαλαγεί με τον Φιόρν, ήταν πάντοτε πολύ προσεκτικός στις κινήσεις και τα λεγόμενά του. Μέσω του Θορν ένοιωθε όπως ο Έραγκον την ανυπομονησία των δράκων, να εγκαταλείψουν το δρακοστάσιο και να παρασταθούν πλάι στους καβαλάρηδες. Ο Μέρταγκ καθησύχασε τον κόκκινο δράκο, ότι αυτή η στιγμή δεν θα αργούσε. Όταν θεώρησε πως όλοι είχαν βολευτεί κατά τον τρόπο που συνήθιζαν, απευθύνθηκε προς όλους με ήπιο τόνο.

"Ευγενικοί και γενναίοι κάτοικοι του χωριού μας, επιτρέψτε μου να παρουσιάσω και σ' εσάς τον δρακοκαβαλάρη Έραγκον. Είμαι σίγουρος ότι έχετε ακούσει αρκετά γι' αυτόν κατά το παρελθόν, ίσως κάποιοι από εσάς τον έχετε ήδη συναντήσει." Ο Μέρταγκ περίμενε μερικές στιγμές να καταλαγιάσει το σιγανό μουρμούρισμα που είχαν προκαλέσει τα λόγια του μέσα στην αίθουσα. Όταν όλοι έκαναν ησυχία, συνέχισε. "Αν και, πολύ φοβούμαι, οι εμπειρίες που ίσως κάποιος έχει από τον δρακοκαβαλάρη και τον δράκο του, ή ακόμη και τα λόγια που πιθανώς να έχει ακούσει, κάθε άλλο παρά θετικά είναι." Στο σημείο αυτό ο Μέρταγκ άγγισε απαλά τον ώμο του Έραγκον που στεκόταν πλάι του. Παρατήρησε μερικά φοβισμένα βλέμματα να στρέφονται προς αυτούς, ή να κοιτά ο ένας τον άλλο, αλλά δεν έδωσε στο γεγονός περισσότερη σημασία. "Εκείνο όμως που θέλω να τονίσω προς όλους είναι, ότι ο πόλεμος έχει οριστικά τελειώσει. Ο δρακοκαβαλάρης Έραγκον δεν βρίσκεται εδώ για να μας βλάψει, ούτε για να λάβει κάποιο είδος εκδίκησης για τα παλιά μας μίση, παρά για να φροντίσει το μέλλον όλων μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γι' αυτόν το λόγο, θα σας παρακαλούσα να ακούσετε ό,τι έχει να σας με προσοχή και προσήνεια."

Ο Μέρταγκ στράφηκε προς τον αδελφό του κάνοντάς του νόημα με τα μάτια ότι ήταν ώρα να μιλήσει, ενώ ο ίδιος κάθισε στο κάθισμά του.

Ο Έραγκον στάθηκε στο πλευρό του Μέρταγκ. Μετά από τα λακωνικά λόγια του αδελφού του, ήταν και η δική του σειρά να απευθύνει ένα καλωσόρισμα στους κατοίκους του χωριού. Δεν σκόπευε βέβαια να περιγράψει άμεσα το σχέδιο που εξυφαινόταν για τη βοήθειά τους, ούτε να περιγράψει την πρόθεσή του να μεσολαβήσει στη Ναζουάντα σχετικά με μια εγκατάστασή τους στα εδάφη του βασιλείου της. Ούτε και να δώσει σε όλους φρούδες ελπίδες, ιδίως πριν ακόμα τους γνωρίσει από κοντά και σχηματίσει άμεση εντύπωση για το ποιόν και τις προθέσεις τους. Ο Μέρταγκ μπορεί να τον είχε διαβεβαιώσει γι' αυτούς, αλλά ο Έραγκον προτιμούσε να προηγηθεί η γνωριμία τους στο κυνήγι, πριν προβεί σε οποιαδήποτε υπόσχεση.

"Να μην ξεχνάς, ότι μόνο αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι βολευτούν σε νοτιότερα εδάφη μέσα στο βασίλειο της Ναζουάντα, τότε και μόνο τότε οι Μέρταγκ και Θορν θα μας ακολουθήσουν στην χώρα των δράκων." Η φωνή της Σαφίρα ήχησε έντονη μέσα στο νου του. Μπορεί η γαλανή δράκαινα να μην βρισκόταν στην αίθουσα του τζακιού, αλλά μοιραζόταν το παραμικρό με τον καβαλάρη της.

"Στιγμή δεν το ξεχνώ, γλυκιά μου Σαφίρα! Η επιθυμία μας όμως να ελέγξουμε το κόκκινο ζευγάρι δεν πρέπει να αντιβαίνει την όποια σύνεσή μας, όσον αφορά αυτούς τους ανθρώπους."

Με όσο πιο φιλική φωνή μπορούσε, ο Έραγκον απευθύνθηκε προς όλους. "Φίλοι μου!" η προσφώνηση αυτή ήταν επί τούτου επιλεγμένη, για να προσδώσει μια σχετική οικειότητα. Υπήρχαν, κατά τη γνώμη του, πολλά φοβισμένα βλέμματα γύρω από το τραπέζι του Μέρταγκ και τα λόγια εκείνου δεν είχαν καταφέρει να ηρεμήσουν τους γεροντότερους από τους εξόριστους της Αλαγαισίας. "Όπως ακούσατε λίγες στιγμές πριν από τα χείλη του έμπιστου άρχοντά σας, Μέρταγκ, ο λόγος που βρίσκομαι εδώ είναι καθαρά θέμα των δρακοκαβαλάρηδων και καθόλου δεν έχει να κάνει μ' εσάς, τις οικογένειές σας και το παρελθόν σας. Παρ' όλα αυτά οφείλω να παραδεχτώ, ότι ποτέ μου δεν φανταζόμουν πως κάτοικοι της Αλαγαισίας, πολίτες του βασιλείου του Μπρόντρικ, θα είχαν αναζητήσει την τύχη τους σε τόσο μακρινά μέρη, ζώντας μέσα σε τόσο αντίξοες συνθήκες." Στο σημείο αυτό ο Έραγκον έκανε μία παύση, τα μάτια του στραμμένα κατ' ευθείαν στον κύριο άρχοντα αυτής της μικρής κοινότητας, τον λόρδο Φιόρν. Καλά το καταλάβαινε, ότι ο παλιός αυλικός του Γκαλμπατόριξ ήταν σε θέση να ελέγξει και να επηρεάσει τους υπόλοιπους. Ο Έραγκον λοιπόν θα έλεγε λίγα λόγια και σταράτα, απευθυνόμενος κυρίως σ' αυτόν· και μέσα απ' αυτόν προς όλους τους άλλους. "Όπως πολύ καλά γνωρίζετε ο πόλεμος έχει τελειώσει. Η Υψηλή Βασίλισσα σε μία προσπάθεια να αμβλύνει τα μίση και πάθη του παρελθόντος έχει εδώ και καιρό χορηγήσει αμνηστία προς όλους. Δεν μπορώ να γνωρίζω τους λόγους που ο κάθε ένας από σας αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εδάφη της Αλαγαισίας, αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι οι τυχόν φόβοι για τις ζωές σας δεν ευσταθούν πια. Επίσης θέλω να δηλώσω ρητά, ότι ούτε εγώ, ούτε ο δράκος μου αποτελούμε απειλή για όσους δεν μας επιβουλεύονται με τη σειρά τους. Έρχομαι λοιπόν σαν φίλος τείνοντας χείρα βοηθείας σε όσους αγαπούν την ειρήνη. Ας μοιραστούμε αυτό το γεύμα και ας σχεδιάσουμε μαζί το αυριανό κυνήγι. Ο συγχρωτισμός μας κατά το ταξίδι θα επιτρέψει την περαιτέρω γνωριμία μας."

Σίγουρος ότι όσα είχε πει θα εύρισκαν γόνιμο έδαφος στα αυτιά και το μυαλό του Φιόρν, ίσως και πολλών άλλων από τους κατοίκους, ο Έραγκον κάθισε στο πλευρό του Μέρταγκ.

Ο λόρδος Φιόρν είχε καθίσει στην προκαθορισμένη γι' αυτόν θέση – σ' αυτή την ίδια που πάντοτε καταλάμβανε σε όλες τις συναντήσεις ή συνεστιάσεις που είχαν ποτέ στα δωμάτια του δρακοκαβαλάρη – με τη λαίδη και την θυγατέρα του να έχουν βολευτεί στο πλευρό του. Ο Φιόρν Έγκελσσον άκουσε τα λόγια και των δύο δρακοκαβαλάρηδων σιωπηλός. Οι υποσχέσεις για ένα καλύτερο μέλλον ήσαν καλές, ακόμη καλύτερη όμως ήταν η σύνεση όσον αφορά τις περιστάσεις. Ο άρχοντας Μέρταγκ τους είχε υποσχεθεί διάφορα σχετικά με την παρουσία του ξένου δρακοκαβαλάρη, ο Φιόρν όμως είχε υπ' όψιν του και κάποιες υποσχέσεις άλλων, που κατά το παρελθόν δεν ευοδώθηκαν. Περίμενε να ακούσει τα λόγια του ιδίου πρώτα και μετά θα αποφάσιζε αν θα άφηνε την καρδιά του να ευφρανθεί ή όχι.

Πολλά περίμενε να ακούσει ο λόρδος του Γκίλ'ιντ. Τούτος εδώ ο Έραγκον όμως, το μόνο που υποσχόταν ήταν ένα κοινό με αυτούς κυνήγι. Αυτό σήμαινε ότι και ο ίδιος ήταν επιφυλακτικός απέναντί τους, τόσο, όσο και οι κάτοικοι του χωριού προς αυτόν. Στα λόγια του ο άρχοντας Φιόρν ένευσε με προσήνεια, ενώ στα χείλη του παλιού αυλικού άνθισε ένα χαμόγελο, σαν και αυτά που φύλαγε ειδικά για τη βασιλική αυλή του Γκαλμπατόριξ και για τον βασιλιά τον ίδιο.

"Γενναίε άρχοντα δρακοκαβαλάρη και εξολοθρευτή ενός Ίσκιου και των Ρά'ζακ, θα είναι χαρά μας και τιμή μεγάλη να μοιραστούμε μαζί σου και μαζί με τον ένδοξο και ανίκητο δράκο σου το ταπεινό μας κυνήγι. Πρότεινε εσύ τη διαδρομή και εμείς ακολουθούμε." Ο Φιόρν δεν θα έχανε ποτέ ευκαιρία να κολακέψει κάποιον ισχυρό, ακόμα και αν τα συμφέροντά του δεν συμβάδιζαν άμεσα με εκείνου.

Μόλις ο Έραγκον τελείωσε το λόγο του, ο Μέρταγκ διαπίστωσε για μία ακόμη φορά, ότι ο αδελφός του κρατούσε επιφυλακτική στάση απέναντι στους κατοίκους του χωριού, όσον αφορά τις υποσχέσεις που θα τους παραχωρούσε. Γι' αυτό ο Μέρταγκ δεν είχε να του προσάψει τι. Καλά έκανε και φρόντιζε να είναι επιφυλακτικός· κι αυτός στη θέση του το ίδιο θα είχε κάνει. Επίσης η γλοιώδης συμπεριφορά του παλιού αυλικού Φιόρν δεν διέλαθε της προσοχής του, ούτε και οι επιτηδευμένοι του λόγοι. Η καλλιέπεια του ανθρώπου ήταν παροιμιώδης, ιδίως όταν αποσκοπούσε σε κάποιο κέρδος. Ο Μέρταγκ ένιωσε το ξεκίνημα του θυμού να αναδεύεται στα βάθη της καρδιάς του. Μπορεί ο Φιόρν Έγκελσσον να μην είχε ακολουθήσει τα κυνήγια τους ποτέ ως τώρα και πάντοτε να περίμενε να απολαύσει τη μερίδα του λέοντος, αίφνης όμως, μετά την παρουσία του αλλοτινού εχθρού του, τοποθετούσε τον εαυτό του σαν μέλος μέσα στο αυριανό, αναμένοντας προφανώς υπέρτερο κέρδος.

Ο Μέρταγκ θα αγριοκοίταζε τον αυλικό γεμάτος δυσφορία, αν η παρουσία και το ύφος της τίμιας και καλόκαρδης θυγατέρας του δεν σταματούσε την πρόθεσή του. Η Νολβέν καθόταν με ευπρέπεια στο πλευρό του πατέρα της δίχως να μιλά, με τα όμορφα μάτια της στιγμή να μην έχουν φύγει από τον ίδιο. Το αγνό και συνάμα περήφανο βλέμμα της Νολβέν καθάριζε την όποια εθελόδουλη στάση του Φιόρν και κάθε του οσφυοκαμψία. Έτσι ο δρακοκαβαλάρης περιορίστηκε στην από χρόνους συνήθη συμπεριφορά του, της μη αντίδρασης, καταπίνοντας τον υποβόσκοντα θυμό του προς χάριν της κοπέλας.

"Ας αρχίσει λοιπόν το μοίρασμα του φαγητού" έδωσε τη διαταγή ο Μέρταγκ κοιτάζοντας προς τους υπηρέτες. "Κατά τη διάρκεια του δείπνου θα συζητήσουμε και τα σχετικά με το κυνήγι μας. Πιστεύω ότι θα υπάρξουν αρκετές ημέρες ανάπαυλας μετά την τόσο σφοδρή κακοκαιρία, ώστε να έχουμε χρόνο μπροστά μας για τη συλλογή των απαραιτήτων. Επίσης ας λάβουμε υπ' όψιν, ότι οι δύο δράκοι, που μπορούν να μεταφέρουν τα βάρη των ζώων και της ξυλείας, είναι πολύ καλύτεροι από ότι ένας. Έτσι όλα θα είναι ευκολότερα για τους άντρες."

Ο Μέρταγκ είχε σκοπό κατά τη μέση του δείπνου και της οινοποσίας, όταν όλων οι διαθέσεις θα είχαν χαλαρώσει, να προσκαλέσει τον Θορν και τη Σαφίρα από το δρακοστάσιο. Η συζήτηση για τις προμήθειες του ταξιδιού τους μπορούσε να επακολουθήσει, δίνοντας στους κατοίκους τροφή για σκέψεις και υπολογισμούς, αποσπώντας τους από την τρομερή γι' αυτούς παρουσία των δράκων.

Οι υπηρέτες που ο άρχοντας Φιόρν είχε φέρει μαζί του από το χωριό ανέλαβαν να σερβίρουν τα φαγητά στα πιάτα όσων μοιράζονταν το ίδιο τραπέζι. Το ψημένο κρέας χωρίστηκε σε τεμάχια και μια μικρή μερίδα αναλογούσε στον καθένα. Οι επισκέπτες είχαν συμβάλει στο γεύμα όσο επέτρεπαν τα λιγοστά τους εφόδια, ώστε σε λίγο τα παστά, τα ψητά και οι βρασμένοι βολβοί γέμιζαν τα πιάτα όλων. Το λιγοστό κρασί μοιράστηκε στις κούπες και άρχισαν αργά-αργά να τρώνε, στριμωγμένοι στο τραπέζι οι άρχοντες παρέα με τους στρατιώτες και όσοι υπηρέτες δεν χωρούσαν καθισμένοι τριγύρω στο δάπεδο.

Στον Έραγκον δεν άρεσε αυτή η σκηνή, εκείνος να τρώει καθισμένος σε τραπέζι και παράμερα κάποιοι άλλοι πάνω στο πάτωμα, σαν τους σκύλους. Κάτι τέτοιο δεν θα το είχε ανεχτεί στον κόσμο των δράκων, ούτε και υπήρχε περίπτωση να το δέχονταν τα ξωτικά που τον είχαν συνοδεύσει εκεί. Ακόμα και κατά τα παιδικά του χρόνια στο Κάρβαχωλ, σε χαρές και πανηγύρια στρώνονταν τραπέζια για όλους· το ίδιο και στους Βάρντεν. Παρά το μεγάλο όμως μέγεθος του συγκεκριμένου τραπεζιού– μέγεθος που από την πρώτη στιγμή τον είχε προβληματίσει, μιας και ο Μέρταγκ είχε πρωτοεμφανιστεί να ζει μονάχος με τον Θορν – οι συνδαιτυμόνες ήσαν τόσο στριμωγμένοι στους γύρω πάγκους, που πραγματικά άλλος δεν θα χωρούσε. Γι' αυτό και για τον λόγο ότι δεν επιθυμούσε να παρέμβει στις συνήθειες των κατοίκων – κανένας άλλος δεν φαινόταν να δυσφορεί με το γεγονός και ως και οι καθισμένοι στο κρύο πάτωμα φαίνονταν ικανοποιημένοι και μόνο που παρευρίσκονταν – απέφυγε να σχολιάσει.

Όλη η προσοχή του Έραγκον στράφηκε πάνω στους παλιούς άρχοντες της Αλαγαισίας. Τα λίγα λόγια που είχε αναλάβει να πει ο λόρδος Φιόρν για τον κάθε ένα από αυτούς, σε τίποτε δεν καθησύχαζαν τις ανησυχίες του. Βολιδοσκοπώντας διανοητικά τις διαθέσεις τους, καταλάβαινε πολύ καλά ότι η συμπεριφορά τους ήταν φτιαχτή. Οι άνθρωποι μιμούνταν τους ευγενικούς και νομιμόφρονες, έτσι κι εκείνος δεν θα μπορούσε να είναι απόλυτα σίγουρος για το ποιόν τους.

Γοργά οι παλιοί αυλικοί φάνηκε να ξεθαρρεύονται μαζί του. Όσοι είχαν αρχικά φερθεί φοβισμένα ή επιφυλακτικά, έδειχναν να συνηθίζουν την παρουσία του, αρχίζοντας να εκδηλώνουν την περιέργειά τους με πάμπολλες ερωτήσεις σχετικά με το βασίλειο της Ναζουάντα και με τη χώρα των δράκων. Για το πρώτο ο Έραγκον απλά απάντησε ότι δεν γνώριζε τα νεώτερα, μιας και ήταν καιρός που είχε εγκαταλείψει την Αλαγαισία. Στην δεύτερη ερώτηση σχετικά με τους δράκους αποκρίθηκε με αοριστίες, αποφεύγοντας να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες.

Τελικά ο Έραγκον αποφάσισε, ότι μπορεί να φαινόταν στον ίδιο βδελυρή η εξαναγκασμένη συμπεριφορά τους, αν όμως κάποιος από τους παρευρισκομένους παλιούς προύχοντες αποτελούσε κίνδυνο για το βασίλειο της Ναζουάντα, θα το εξέταζε ενδελεχώς αργότερα. Όσο για εκείνους που δεν του ενέπνεαν καθόλου σιγουριά, ήταν βέβαια ο λόρδος Φιόρν πρώτος απ' όλους. Έπονταν οι στρατιώτες, που όλοι φέρονταν σαν να είναι κάτω από τις διαταγές του, ιδίως αυτός ο αρχηγός τους, ο Γιάν Σβένσον. Ο Έραγκον σημείωσε να τους ελέγξει όλους έναν προς ένα κατά τις μέρες που θα ακολουθούσαν και τη στενότερη επαφή που μοιραία θα είχε μαζί τους κατά το κυνήγι.

Κάποια στιγμή ο Μέρταγκ άγγιξε την κούπα του κρασιού του με σημασία. Σαν άρχοντας του 'κάστρου' όφειλε ο ίδιος να κάνει την πρόποση για να αρχίσει η οινοποσία. Σηκώνοντας λοιπόν την κούπα του κρασιού του ευχήθηκε προς όλους. "Ευγενικοί μου συνδαιτυμόνες, είθε το σημερινό μας δείπνο να είναι η αρχή μιας νέας περιόδου, όπου η υγεία και η καλή τύχη θα σταθούν αρωγοί μας. Μακάρι να ευοδωθούν τα σχέδιά μας και το κυνήγι μας να αποδώσει. Όλα τα σχέδιά μας να βαίνουν καλώς."

Ο Έραγκον σήκωσε και τη δική του γεμάτη κούπα κρασί και παίρνοντας το λόγο μετά τον αδελφό του, θεώρησε καλό να πει κι εκείνος δύο λόγια. "Πίνω κι εγώ στην υγεία σας, άνθρωποι του Βορρά. Εύχομαι η καλή τύχη να είναι πάντοτε βοηθός σας στις δύσκολες συνθήκες της ζωής σας και το μέλλον να αποβεί ευμενέστερο προς όλους."

Ο άρχοντας Φιόρν ήταν ο επόμενος που βιάστηκε να υψώσει την κούπα του κρασιού του με ένα δουλικό χαμόγελο στα χείλη. "Ευγενικοί μου άρχοντες, εγώ και οι άνθρωποί μου πίνουμε στην υγεία και την ευπραγία την δική σας, καθώς και των ισχυρών συντρόφων με τους οποίους έχετε δέσει τις ζωές σας. Είθε να ευδαιμονείτε και να μακροημερεύετε."

Πρώτος ο Μέρταγκ άδειασε την κούπα του ως τη μέση, πίνοντας το σπάνιο κρασί. Η χαρά του Θορν μέσα στο νου του είχε αρχίσει να τον επηρεάζει θετικά, όσον αφορά την ομήγυρη, το επερχόμενο ταξίδι τους στη χώρα των δράκων και την γειτνίαση με τη Σαφίρα. Επίσης, η αδημονία του δράκου να παρουσιαστεί στους κατοίκους του χωριού έμοιαζε υπέρτερη πάντων κατά την ώρα εκείνη. "Μπορείς να υπομονέψεις λίγο, παρακαλώ!' προέτρεψε τον Θορν ο καβαλάρης του. 'Οι κάτοικοι του χωριού έχουν αρκετά εξοικειωθεί μαζί σου, όχι όμως και με τη Σαφίρα του Έραγκον. Άφησε λίγο ακόμα, όταν θα έχει ρεύσει περισσότερο κρασί στο τραπέζι μας και οι φόβοι έχουν αμβλυνθεί περαιτέρω."

Ο Έραγκον γεύτηκε κι αυτός μία ποσότητα κρασιού βρίσκοντας τη γεύση του κάπως στυφή, μα ελαφριά συνάμα. Σε τίποτε δεν έμοιαζε αυτό το σώσμα με το δυνατό κι ευχάριστο στη γεύση φέιλνιρβ, το ποτό των ξωτικών το οποίο είχε συνηθίσει να γεύεται αυτά τα τελευταία χρόνια.

Με μία αβρή κίνηση που θα ζήλευε ακόμα και η ωραία σύζυγος που καθόταν πλάι του, ο πονηρός λόρδος Φιόρν άγγισε τον χυμό του σταφυλιού στα χείλη. Μπορεί οι υπηρέτες του να έπιναν τη μερίδα που τους αναλογούσε, ο Φιόρν όμως – το ίδιο και οι πολεμιστές του, κατά πως τους είχε δασκαλέψει – προτιμούσε να διατηρήσει το μυαλό του καθαρό και τις αισθήσεις του ακέραιες.

Όλοι οι άλλοι κάτοικοι του χωριού, άρχοντες και πληβείοι, επανέλαβαν την πρόποση με μία φωνή πίνοντας απ' τα ποτήρια τους. Ο Γιαν Σβένσνον σήκωσε μαζί με όλους τους άλλους την κούπα του κρασιού του, γοργά όμως την άφησε γεμάτη επάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού, χωρίς να γευτεί γουλιά από το περιεχόμενό της. Τα λόγια του ξένου δρακοκαβαλάρη ήταν καθησυχαστικά, η πείρα όμως του στρατιωτικού τον προειδοποιούσε να είναι πολύ προσεκτικός απέναντί του. Οι εμπειρίες που είχε ο Γιάν από τις μάχες ποτέ δεν θα ξεχνιόνταν, όσο κι αν έλεγε ο 'εχθρός' ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει. Τον είχε δει τον δρακοκαβαλάρη αυτόν πάνω στη μάχη. Μαζί με τον δράκο του τους είχε δει να σφάζουν και να ξεσχίζουν, να τερματίζουν τις ζωές φίλων του και συντρόφων με μία μονάχα λέξη.

Ο αξιωματικός είχε μπει τελευταίος στο δωμάτιο και είχε φροντίσει να καθίσει όσο πιο κοντά στον άρχοντα Φιόρν γινόταν, για να τον προστατεύει. Θα έτρωγε λιτά και σκόπευε να μην γευτεί καθόλου το κρασί, όσο κι αν το επιθυμούσε. Για κάθε ενδεχόμενο θα φρόντιζε να είναι το μυαλό του καθαρό κι ο ίδιος πανέτοιμος για όλα, όπως και έκανε την κάθε ημέρα της ζωής του.

Χωρίς να πάρει στιγμή τα μάτια της από τον Μέρταγκ, η Νολβέν έφερε το ποτήρι ως τα χείλη της για να γευτεί την πρώτη γουλιά του κρασιού της. Μέσα της διατύπωσε μυστικά μία ευχή, ευχή που απευθυνόταν στους θεούς αποκλειστικά και μόνο για τον δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ. Ευχήθηκε να είναι πάντοτε γερός, δυνατός κι ευτυχισμένος. Ευχήθηκε να γνωρίσουν, αυτός και ο δράκος του, καλύτερους και πιο ένδοξους χρόνους. Κατόπιν, πολύ συνετά και προσέχοντας να μην γίνει αντιληπτή, ανέμιξε με μια μεγάλη ποσότητα νερού το κρασί της.

Με προσεκτικές κινήσεις ο λόρδος Φιόρν άφησε και πάλι στο τραπέζι την κούπα του.

"Άρχοντες δρακοκαβαλάρηδες," απευθύνθηκε σ' αυτούς και πάλι "είναι ίσως η ώρα να αρχίσουμε να καταστρώνουμε τα σχέδιά μας γι' αυτή την κυνηγετική μας εξόρμηση. Έξω οι καιρικές συνθήκες αποκαλύπτουν τον ερχομό μιας πιο ήπιας ημέρας και θα πρέπει να βιαστούμε ν' ανταποκριθούμε σ' αυτές τις συνθήκες σκεπτόμενοι πως θα είναι μάλλον η τελευταία μας εξόρμηση πριν το βάρος του χειμώνα αποκλείσει εμάς και τις οικογένειές μας στις σπηλιές του βουνού. Αυτά που θα συλλέξουμε θα είναι τα τελευταία μας εφόδια για φέτος. Ας είμαστε λοιπόν όσο οργανωτικοί και επιτυχείς γίνεται."

Ουδέποτε είχε συνοδεύσει τους άλλους άντρες κυνηγούς στις εξορμήσεις τους ο άρχοντας Φιόρν, αποφεύγοντας όλους τους πιθανούς κινδύνους και βέβαιους κόπους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, θα δεχόταν να υπομείνει την όποια ταλαιπωρία, φτάνει να μην έχανε από τα μάτια του τον νέο αυτόν δρακοκαβαλάρη του γαλάζιου δράκου. Όχι μόνο θα συνόδευε ο ίδιος τους άντρες στο ταξίδι του για αναζήτηση τροφής και εφοδίων, θα κανόνιζε επιπλέον να ακολουθήσει και η μοναχοθυγατέρα του αυτή την περιπέτεια. Η δικαιολογία για τη Νολβέν θα ήταν οι μαγειρικές της ικανότητες, αφού η ίδια θα αναλάμβανε να προετοιμάζει τα γεύματα των αντρών. Ο πονηρός Φιόρν είχε δει σ' αυτή την εξόρμηση μία μοναδική ευκαιρία. Θα προλάβαινε να δέσει την όμορφη θυγατέρα του με τον Μέρταγκ, προτού αυτός αποφασίσει να τους εγκαταλείψει φεύγοντας προς τον νότο. Ακόμα και αν ο καβαλάρης του κόκκινου δράκου παρέμενε ψυχρός απέναντι στα θέλγητρα της Νολβέν του, υπήρχε πάντοτε ο άρχοντας Έραγκον να τραβήξει η ωραία κόρη την προσοχή του.

"Οι προετοιμασίες για το κυνήγι θα συζητηθούν αμέσως τώρα, άρχοντα Φιόρν" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ. "Όλα τα σχετικά με το ταξίδι θα προετοιμαστούν απόψε και με κάθε λεπτομέρεια. Δεν υπάρχει λόγος άλλης αναβολής. Αύριο, μόλις φωτίσει η νέα μέρα, ξεκινάμε."

Οι συζητήσεις ξεκίνησαν αμέσως, με τον Έραγκον να ακούει σιωπηλός τα σχέδια των κατοίκων του χωριού. Αυτοί οι άντρες είχαν προφανώς πάρει μέρος σε πολλές άλλες παρόμοιες εξορμήσεις, γιατί ο κάθε ένας τους φαινόταν έμπειρος όσον αφορά τη σειρά της κάθε προετοιμασίας, τα εφόδια που θα μετέφεραν μαζί τους, τα όπλα τους, όπως τα τόξα, τα βέλη και οι παγίδες, που είχαν ήδη ετοιμάσει.

Το σχέδιό τους ακουγόταν απλό, αρκετά ριψοκίνδυνο όμως. Μετά από τριών ημερών πορεία, κατά την οποία σχεδίαζαν να ταξιδεύουν μονάχα με το φως της ημέρας, αφού τα εδάφη και τα στοιχεία του καιρού μπορούσαν να αποβούν εις βάρος τους μοιραία κατά την εποχή αυτή του έτους, λογάριαζαν να βρεθούν στις βόρειες παρυφές του δάσους των ξωτικών. Η πορεία τους θα εξελισσόταν ως εξής: Ο Μέρταγκ και ο δράκος του θα προπορεύονταν λίγες ώρες κατοπτεύοντας το τοπίο, κατόπιν θα επέστρεφαν για να εφοδιάσουν με γνώσεις τους επίδοξους κυνηγούς για την ύπαρξη θηραμάτων, καθώς επίσης και για πιθανούς κινδύνους κι ανεπιθύμητες συναντήσεις. Οι κυνηγοί, με τη βοήθεια του δράκου Θορν και του καβαλάρη του, συνήθως κυνηγούσαν έξω από την επικράτεια του Ντου Γουελντενβάρντεν. Αρκετές όμως ήταν οι φορές, που υποχρεώνονταν να εισβάλουν μέσα στη γη των ξωτικών, στήνοντας τις παγίδες τους ανάμεσα στα πυκνά δέντρα, αναζητώντας μικρότερα θηράματα.

Απ' ότι καταλάβαινε ο Έραγκον, ο ρόλος του κάθε ενός κυνηγού ήταν ήδη προκαθορισμένος. Άλλος είχε αναλάβει να προετοιμάσει τις παγίδες για τα αγριοκούνελα, άλλος τις ξόβεργες για τα πουλιά, άλλοι τα βέλη, τα τόξα, τα δόρατα, ακόμα και τα δίχτυα που θα παγίδευαν μεγαλύτερα ζώα. Τα πάντα είχαν νωρίτερα συσκευαστεί και ήσαν ήδη έτοιμα για το ερχόμενο πρωινό, όπου λογάριαζαν να ξεκινήσουν προλαμβάνοντας κάποια απότομη επιδείνωση του καιρού.

Ο Έραγκον δεν μπόρεσε παρά να θαυμάσει την οργανωτικότητα αυτών των ανθρώπων. Προφανώς οι αντίξοες καιρικές συνθήκες και οι ανάγκες της κοινότητας, τους είχαν φτάσει στο σημείο να έχουν μία τόσο καλή συνεργασία. Πιθανώς όμως και ο οργανωτικός αδελφός του, μιας και στον Μέρταγκ φαίνονταν να δίνουν αναφορά όλοι αυτοί οι άντρες. Ο Έραγκον – σαν παλιός κι επιδέξιος κυνηγός – μέσα του επικροτούσε τις παρατηρήσεις του αδελφού του, καθώς και τις αλλαγές που επέφερε στο πλάνο κινήσεων των κατοίκων του χωριού, αλλαγές που υπαγόρευαν οι παρούσες καιρικές συνθήκες. Ο Μέρταγκ επίσης ήταν εκείνος που καθόρισε την τελική πορεία την οποία θα ακολουθούσαν. Πρώτα θα κινούσαν προς τα νοτιοδυτικά, μιας και το έδαφος παρουσίαζε λιγότερες δυσκολίες για τους πεζούς προς εκείνη την κατεύθυνση. Μετά από δύο ημερών πορεία θα έστρεφαν ανατολικά παράλληλα με το δάσος, πλησιάζοντας το Ντου Γουελντενβάρντεν με επιφύλαξη και μεγάλη προσοχή. Κίνδυνος από ομάδες ξωτικών, που ίσως περιδιάβαιναν τα όρια των δασών τους, πάντοτε υπήρχε. Ο Έραγκον κατάλαβε ότι περισσότερο απ' όλα, ήταν αυτό που προβλημάτιζε και φόβιζε τους άντρες, που θα έπαιρναν μέρος στο κυνήγι. Ο Μέρταγκ όμως φρόντισε να τους καθησυχάσει. Θα πετούσε όπως πάντα περιπολώντας πρώτα την περιοχή που θα δραστηριοποιούνταν και αν δεν αντιλαμβανόταν κανέναν κίνδυνο, τότε και μόνο τότε θα πλησίαζαν και οι υπόλοιποι.

"Με όλο το σεβασμό, άρχοντα Μέρταγκ" διέκοψε ο λόρδος Φιόρν τον δρακοκαβαλάρη. "Τα ξωτικά δεν είναι που μπορούν να κινούνται με υπεράνθρωπη ταχύτητα; Ακόμα και αν η γενναιότητά σου μας ειδοποιήσει εγκαίρως, θα προλάβουμε τάχα να απομακρυνθούμε;" Ο λόρδος για πρώτη του φορά θα ταξίδευε μαζί με τους κυνηγούς συνοδευόμενος και από τη μοναχοθυγατέρα του. Δεν είχε καμία απολύτως πρόθεση, να κινδυνεύσει στο ελάχιστο. Ο λόγος που έμπαινε ο πονηρός αυλικός σ' αυτούς τους κόπους είχαν να κάνουν με τα προσωπικά του σχέδια για το μέλλον του και για το μέλλον της Νολβέν του. Το ίδιο το κυνήγι και τα αποτελέσματά του διόλου τον ενδιέφεραν. Αν δεν επρόκειτο για το συμφέρον του και τις παράξενες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στην επικράτειά του κατά τις δύο τελευταίες ημέρες, με τίποτε δεν θα χαλούσε την καλοπέρασή του για να μπει σε τέτοιους κόπους και κινδύνους.

Τα λόγια του θύμωσαν τον Έραγκον, που έγειρε μπροστά στο κάθισμά του αντιμετωπίζοντας τον λόρδο. "Στιγμή να μην ξεχάσεις, άρχοντά μου, ότι τούτη τη φορά θα υπάρχουν δύο δράκοι στη συντροφιά σου, επίσης και δύο δρακοκαβαλάρηδες" τόνισε. "Ας μην φοβάται λοιπόν η ευγένειά σου, κίνδυνος κανένας δεν θα υπάρξει για την ασφάλεια τη δική σου και των ανθρώπων σου."

Καθ' όλη τη διάρκεια του δείπνου, που οι άνδρες συζητούσαν σχετικά με την προετοιμασία του κυνηγιού, η Νολβέν ελάχιστα δοκίμαζε τα φαγητά από το πιάτο της. Η προσοχή όλη της κόρης ήταν αποκλειστικά και μόνο στραμμένη στο πρόσωπο του άρχοντά της. Παρατηρούσε τις κινήσεις, το ύφος, τα λόγια του και οι κτύποι της καρδιάς της ολοένα και δυνάμωναν με την προοπτική ότι θα περνούσε περισσότερο χρόνο κοντά του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους. Η αγωνία των κινδύνων, που θα ξεδιπλώνονταν κατά τις ερχόμενες ημέρες, αναμιγνυόταν με ανυπομονησία που ήδη γέμιζε όλη την ύπαρξή της. Θα έπρεπε να παραδεχτεί, ότι περίμενε το ξημέρωμα με ενθουσιασμό που υποσκέλιζε τον φόβο. Το σχέδιο που θα ακολουθούσαν οι κυνηγοί είχε ήδη συζητηθεί και η πορεία τους αποφασιστεί. Ο δρακοκαβαλάρης Έραγκον είχε καθησυχάσει τον πατέρα της και όλους τους υπολοίπους για την αντιμετώπιση μιας πιθανής παρουσίας πολεμιστών των ξωτικών. Και ο άρχοντάς της είχε παραμείνει πια σιωπηλός, συγκεντρωμένος στο σερβίτσιο του. Η κοπέλα κατάλαβε τι έμελλε να ακολουθήσει.

Όσο κρασί υπήρχε είχε ήδη ρεύσει στα ποτήρια και οι άνδρες του χωριού φαίνονταν τώρα πιο ήσυχοι από πριν. Η ώρα να παρουσιαστούν οι δράκοι είχε φτάσει.

"Φίλοι άρχοντες και στρατιώτες" πήρε τον λόγο ο Μέρταγκ, δυναμώνοντας τη φωνή του για να ακουστεί πάνω από τη γενική οχλαγωγία. "Υπάρχουν ακόμα δύο προσκεκλημένοι, που αναμένουν εδώ και ώρα να παρουσιαστούν μπροστά σας."


(συνεχίζεται)