Όπου το δείπνο συνεχίζεται και τελειώνει με την παρουσία των δράκων.


Βορράς

Κεφάλαιο 25

Μια απλή ματιά που αντάλλαξαν μεταξύ τους ο Έραγκον με τον Μέρταγκ συνεννοήθηκαν. Η ώρα να παρουσιαστούν οι δράκοι είχε φτάσει.

''Θορν, η ώρα, για την οποία τόσο πολύ αδημονούσατε, έφτασε. Παρουσιάσου πρώτα εσύ, που σε γνωρίζουν όλοι καλά και έπειτα ας ακολουθήσει και η Σαφίρα'' συνεννοήθηκε ο Μέρταγκ με τον δράκο του.

"Συμφωνώ μαζί του, καλή μου Σαφίρα." Ο Έραγκον έτεινε τη σκέψη του προς το δρακοστάσιο αντιλαμβανόμενος την ανυπομονησία της δράκαινας να εμφανιστεί στην κοινή αίθουσα. "Η είσοδός σου σίγουρα θα τρομάξει αυτούς τους ανθρώπους, είναι όμως ώρα εσύ κι ο Θορν να εμφανιστείτε. Δεν γίνεται να χρονοτριβήσουμε περισσότερο αυτή τη γνωριμία."

Με την άκρη του νου του ο Έραγκον ένιωσε τους δράκους να κινούνται προς το μέρος τους. Ήλπιζε ότι η παρουσία του Μέρταγκ και του Θορν θα ήταν αρκετή εγγύηση για όλους αυτούς τους ανθρώπους, ότι κανένα κίνδυνο δεν διέτρεχαν από τη γαλαζοφόλιδη Σαφίρα του. Ο φόβος τους μπορεί να ήταν μεγάλος – ποιος άλλωστε δεν θα φοβόταν μπροστά σε έναν δράκο – αλλά ο συγχρωτισμός τους αναγκαίος. Η γνωριμία καλύτερα να γινόταν σήμερα, όταν η συζήτηση, το φαγητό και το κρασί είχαν θερμάνει κάπως τις σχέσεις τους και καθησυχάσει τις αμφιβολίες, παρά το ερχόμενο πρωινό με το ξεκίνημα της κυνηγετικής τους περιπέτειας. Οι άντρες του χωριού θα είχαν τις ώρες της νύχτας για να χωνέψουν την εγγύτητα ενός νέου δράκου και μάλιστα πρώην εχθρικού προς τις φίλιες δυνάμεις της αυτοκρατορίας, με τις οποίες είχαν συνταχθεί και πολεμήσει.

Τα λόγια του Μέρταγκ έκαναν το στομάχι του άρχοντα Φιόρν να σφιχτεί από την αγωνία. Σίγουρα η αναφορά στους δύο ακόμα καλεσμένους είχε να κάνει με τον κόκκινο δράκο του, αλλά και με το δράκο του νεοφερμένου δρακοκαβαλάρη. Ήταν η ώρα που ο Φιόρν περίμενε και ταυτόχρονα απευχόταν. Αντιλαμβανόταν ότι ο κίνδυνος με την παρουσία της δράκαινας δεν ήταν μεγαλύτερος, όσο με του καβαλάρη της, αλλά παρ' όλα αυτά, θα προτιμούσε να αναβαλλόταν όσο γίνεται. Σε μικρή απ' αυτόν απόσταση παρατήρησε τον Γιάν Σβένσον να αφήνει μισοφαγωμένη τη μπουκιά του μέσα στο πιάτο, καθώς η προσοχή του αξιωματικού εντάθηκε. Σίγουρα είχε και αυτός καταλάβει σε ποιους – ιδιαιτέρως σε ποια – ο δρακοκαβαλάρης αναφερόταν. Ο άρχοντας Φιόρν ίσιωσε την πλάτη και τους ώμους. Είχε ακούσει πολλά για την αγριάδα της γαλάζιας δράκαινας, ήταν όμως πανέτοιμος να αντιμετωπίσει τη δυσκολία της στιγμής, όσο έτοιμος θα μπορούσε κάποιος να είναι. Νεύοντας ευγενικά και προς τους δύο δρακοκαβαλάρηδες, ετοιμάστηκε να απευθύνει τις δέουσες φιλοφρονήσεις στους δράκους τους.

Ο Θορν κινήθηκε αργά από το δρακοστάσιο, περνώντας με μεγαλόπρεπο βήμα προς την κοινή αίθουσα του συμποσίου. Οι προσεκτικά διπλωμένες του φτερούγες καθόλου δεν μείωναν τη μεγαλοπρέπεια στο παρουσιαστικό του και τα λευκά κέρατά του άστραφταν κάτω από το δυνατό φως της φλόγας του μεγάλου τζακιού. Ο δράκος κοντοστάθηκε για μία στιγμή στην είσοδο κοιτάζοντας με προσοχή την ομήγυρη έναν προς ένα. ''Σας καλωσορίζω κι εγώ όπως και ο καβαλάρης μου, ω κάτοικοι του χωριού'' απευθύνθηκε μιλώντας στο νου όλων των παρευρισκομένων με την άνεση που πάντα τον διέκρινε, όσες φορές είχε έρθει σε επαφή με τα δίποδα πλάσματα. ''Επιθυμώ επίσης να σας παρουσιάσω τη φίλη και σύντροφο, στην ένωση καβαλάρη και δράκου, Σαφίρα.'' Ο Θορν παραμέρισε προς το τζάκι επιτρέποντας χώρο για τη γαλάζια δράκαινα.

Ο Μέρταγκ σηκώθηκε ορθός και υποκλίθηκε ελαφρά καλωσορίζοντας τον δράκο του. Πίσω του, ανάμεσα στις σκιές της παράπλευρης αίθουσας, μπορούσε ήδη να διακρίνει τις γαλάζιες φολίδες της Σαφίρα να γυαλίζουν στο μισόφωτο. Μέσα στο νου του μπορούσε να αντιληφθεί και την ίδια καθώς κινείτο προς τον φωτισμένο χώρο.

"Αυτή είναι η δική σου ώρα, γλυκιά μου Σαφίρα!" Ο Έραγκον σηκώθηκε, όπως στιγμές πριν είχε κάνει ο αδελφός του και, ακολουθώντας τους τύπους υποκλίθηκε και αυτός μπροστά στον κόκκινο δράκο. "Κοίταξε να τους εντυπωσιάσεις, γαλαζοφόλιδη κυρά μου." Ο νεαρός δρακοκαβαλάρης απευθύνθηκε στην εκλεκτή της καρδιάς του, ενώ ένιωσε βαθιά μέσα του την αυταρέσκεια της δράκαινας καθώς εκείνη βάδιζε προς το φως.

"Αυτό πάντοτε δεν συμβαίνει;" Απάντησε περήφανα η Σαφίρα, καθώς στάθηκε για λίγο στην είσοδο κοιτάζοντας ολόγυρά της τη σύναξη. "Δεν υπάρχει νοήμον δίποδο, άνθρωπος ή ξωτικό, που να μην εντυπωσιάζεται από την παρουσία ενός δράκου."

Η γαλάζια δράκαινα έκανε τη μεγαλόπρεπη είσοδό της με τον λαιμό τεντωμένο, το στολισμένο με κέρατα κεφάλι ψηλά, τα φτερά μισανοιγμένα όσο επέτρεπε ο περιορισμένος χώρος. Τέντωσε μπροστά της επιδεικτικά το ένα της μπροστινό πόδι, με το μεγάλο νύχι να εξέχει αστραφτερό στην κοινή θέα. Οι άνθρωποι όλοι έδειχναν να τους έχει καταλάβει περίσσιος φόβος μπροστά της. Έμοιαζαν αμήχανοι,τρομαγμένοι ίσως από τη μεγαλειώδη της εμφάνιση, όπως ακριβώς όφειλαν να είναι. Μια νεκρική σιγή ακολούθησε το σιγανό μουρμούρισμα που είχε προηγηθεί ανάμεσά τους. Η δράκαινα ευχαριστήθηκε. Μέσα από τα βάθη του λαιμού της ακούστηκε ένα γουργουρητό ικανοποίησης, παρέμεινε όμως ακίνητη να τους κοιτάζει με τα σχιστά, γαλανά της μάτια αναμένοντας πρώτα, ως όφειλαν, τα δικά τους σεβάσματα.

Ο Μέρταγκ υποκλίθηκε μπροστά στην γαλάζια δράκαινα απευθύνοντας προς αυτήν τον τυπικό και συνήθη χαιρετισμό των δρακοκαβαλάρηδων. Ο πραγματικός χαιρετισμός προς τη Σαφίρα είχε ήδη ειπωθεί κατά την αρχική τους συνάντηση, μέσα στην εξωτερική σπηλιά του βουνού. Παρ' όλα αυτά, ο δρακοκαβαλάρης αποφάσισε ότι η επανάληψη αυτού του χαιρετισμού μπροστά σε όλους τους παρευρισκομένους ήταν απαραίτητη.''Σε χαιρετώ υπερήφανη Σαφίρα.'' είπε ο Μέρταγκ στην κοινή γλώσσα, ώστε όλοι να τον καταλάβουν. ''Δηλώνω εδώ μπροστά σε όλους, ότι δεν σκοπεύω να βλάψω εσένα, ούτε τον καβαλάρη σου, όπως άλλωστε και κανένας άλλος από αυτούς τους ανθρώπους, που βρίσκονται κάτω από την επίβλεψή μου.'' Οι λέξεις είχαν διατυπωθεί αρκετά δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι. Το ύφος τους δε, δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον αρμόζοντα χαιρετισμό.

Η νεαρή Νολβέν είχε γευτεί ελάχιστα από το πιάτο και το ποτήρι της. Περισσότερο η προσοχή της ήταν στραμμένη στην παρουσία του Μέρταγκ, ακόμα κι όταν εκείνος δεν μιλούσε, δίχως να δίνει σημασία στις συζητήσεις των άλλων. Η εμφάνιση του δράκου Θορν δεν της ήταν παντελώς ξένη, αν και ήταν λίγες οι φορές που είχε εκτεθεί στη μεγαλόπρεπη παρουσία του. Μπορεί η Νολβέν να τον φοβόταν, είχε όμως αποφασίσει εδώ και καιρό, ότι θα τον αγαπούσε κι αυτόν, το ίδιο όπως τον άρχοντα δρακοκαβαλάρη του. Τώρα όμως, μπροστά στην προοπτική της παρουσίας ενός ακόμα δράκου, η κόρη σφίχτηκε στο πλευρό της μητέρας της, ζητώντας από την παρουσία εκείνης στήριξη και προστασία. Η λαίδη ασυναίσθητα αγκάλιασε με το χέρι τους ώμους της κόρης της τραβώντας την πιο κοντά στο στήθος, ενώ και η ίδια στράφηκε προς τη μεριά του συζύγου της.

Ο λόρδος Φιόρν σηκώθηκε από το κάθισμά του και υποκλίθηκε ταπεινά μπροστά στους δύο δράκους. Έμεινε κάμποση ώρα σκυφτός προσμένοντας την ολοκλήρωση της εισόδου τους στην αίθουσα, αναθυμούμενος ταυτόχρονα παλιές στιγμές μεγάλης δόξας μπροστά στο θρόνο του βασιλιά του και την παρουσία του μαύρου δράκου του. Ο Σρούικαν δεν είχε φανεί ποτέ να δίνει την παραμικρή σημασία στους υποτακτικούς του Γκαλμπατόριξ, ούτε είχε ακουστεί ποτέ ότι είχε απευθυνθεί σε κάποιον από αυτούς. Ο τρόμος που κατέβαλε τους πάντες μπροστά του σε τίποτε δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με την παρουσία του νεαρού Θορν. Τούτος εδώ όμως ο γαλάζιος δράκος… Μέχρι χθες όλοι γνώριζαν πως ήταν ο εχθρός τους. Ο άρχοντας Φιόρν είχε ακούσει από στρατιωτικούς ιστορίες και ιστορίες για την αγριότητα που επεδείκνυε σε όσες μάχες είχαν την ατυχία να συναντηθούν μαζί του.

Ο παλιός αυλικός του Γκαλμπατόριξ κατάπιε τον κόμπο που είχε σταθεί στο λαιμό του. "Αξιοσέβαστοι και μεγαλόπρεποι δράκοι" ξεκίνησε να λέει μόλις ηρέμησε λίγο η φωνή του, βάζοντας σε ενέργεια τις τόσο καλά γνωστές και επεξεργασμένες δομές της πολιτικής κολακείας του. "Είναι τιμή μεγάλη αυτή που γίνεται σ' εμένα, την οικογένεια και τους ανθρώπους μου ο συγχρωτισμός με τους γενναίους σας καβαλάρηδες κάτω από την ακτινοβόλα και επιβλητική παρουσία σας. Υποκλίνομαι ταπεινά μπροστά σας και ζητώ την επιείκεια για την κρίση σας." Αντιθέτως με τα συνήθειά του, ο άρχοντας Φιόρν σώπασε αποφεύγοντας να πει περισσότερα και συνέχισε να παραμένει σκυφτός περιμένοντας.

Η ματιά του Μέρταγκ στράφηκε προς όλους τους ανθρώπους του χωριού, περιμένοντας να δει την εντύπωση που τους είχε προξενήσει η γαλάζια δράκαινα. Όλοι έδειχναν να είναι συγκλονισμένοι από την παρουσία της, αλλά ο άρχοντας Φιόρν, σαν παλαιός και έμπειρος αυλικός, είχε αναλάβει πρώτος τον λόγο αποτίοντας φόρο τιμής και προς τους δύο δράκους.

''Κόλακας, όπως πάντα'' σχολίασε ο Θορν, τα λόγια του να απευθύνονται μονάχα στον καβαλάρη του.

''Δεν είναι κάτι περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που περιμέναμε'' αποκρίθηκε ο Μέρταγκ, ενώ η ματιά του στάθηκε στη νεαρή κόρη του Φιόρν Έγκελσσον. Η ωραία Νολβέν έδειχνε πραγματικά τρομαγμένη από την παρουσία της Σαφίρα – ίσως αιτία ήταν οι διάφορες ιστορίες, που είχε ακούσει να εξιστορούν οι στρατιώτες, σχετικά με την αγριάδα του δράκου κατά τις ώρες της μάχης – ώστε να έχει ζητήσει σιγουριά στην αγκαλιά της μητέρας της. Ο Μέρταγκ σκέφτηκε ότι η κόρη θα ησύχαζε σε λίγο έτσι κι αλλιώς. Κατά τις ερχόμενες ημέρες θα συνήθιζε και την παρουσία της δράκαινας, αφού η απόφαση του πατέρας της ήταν να ταξιδέψει μαζί με τους άνδρες. Πρόσεξε επίσης, ότι, παρά τον εναγκαλισμό της κόρης προς τη μητέρα, η ματιά εκείνης ήταν αποκλειστικά και μόνο στραμμένη σ' αυτόν τον ίδιο. Ο Μέρταγκ της ένευσε ενθαρρυντικά, προτρέποντάς την να αναλάβει το θάρρος και τη συνήθη αποφασιστικότητά της.

Στον χαιρετισμό του Μέρταγκ και του άρχοντα Φιόρν προς τους δράκους ο Έραγκον χαμογέλασε καταδεκτικά. Η εντύπωση που είχε προξενήσει σ' όλους αυτούς τους ανθρώπους η Σαφίρα του ήταν τέτοια, που όλοι έστεκαν αμίλητοι και πετρωμένοι στις θέσεις τους.

"Χμ…" σχολίασε η Σαφίρα. "Οι άνθρωποι αυτοί πράττουν όπως πρέπει. Στέκονται μπροστά μου ταπεινοί και φοβισμένοι." Η δράκαινα γρύλισε ελαφρά δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο την καταδεκτικότητά της, κατόπιν μύρισε ελαφρά προς το μέρος του άρχοντα Φιόρν και των ανθρώπων του. "Πες τους, ταίρι της καρδιάς μου, ότι χαίρομαι κι εγώ που τους συναντώ και ελπίζω ότι οι πράξεις τους θα είναι τέτοιες, ώστε να συνεχίσω να χαίρομαι και στο μέλλον. Ας μην με φοβούνται." Δίχως να δώσει στους ανθρώπους του χωριού περισσότερη προσοχή, η γαλάζια δράκαινα κατευθύνθηκε προς τα δέρματα και τις γούνες πλάι στο τζάκι, για να βολευτεί στο ίδιο σημείο, που είχε περάσει μαζί με τον Θορν την προηγούμενη ημέρα της.

Ο Έραγκον χαμογέλασε μία ακόμη φορά. "Ευτυχώς που δεν είσαι πολιτικός, όμορφή μου. Τούτοι δω οι τρομαγμένοι άνθρωποι θα περιμένουν σίγουρα λίγα περισσότερα λόγια απ' τη μεριά σου."

"Και από πότε το μεγαλόπρεπο γένος των δράκων ασχολείται με αυτούς τους μικροσκοπικούς ανθρώπους;" αποκρίθηκε ευχαριστημένη η Σαφίρα. "Αφήνω τα περισσότερα λόγια για σένα και τον αδελφό σου. Όσο γι' αυτούς… τους αρκεί το να πάψουν να τρέμουν μπροστά μου. Αν βέβαια κάποιος τολμήσει να σε πλησιάσει με κακό σκοπό, τότε…"

Ο Έραγκον έστειλε προς τη δράκαινα ένα καθησυχαστικό, νοητικό νεύμα καθώς εκείνη ξάπλωνε βολικά στη γωνιά της. Ποιος θα διανοούνταν έστω και να σκεφτεί να τον βλάψει; Γύρισε προς το μέρος των ανθρώπων και απευθύνθηκε προς τον άρχοντα Φιόρν. "Ο δράκος μου, λόρδε Φιόρν, σας καθησυχάζει και χαίρεται με την εδώ παρουσία σας. Διαβεβαιώστε τους ανθρώπους σας, ότι δεν υπάρχει κάτι για το οποίο πρέπει να φοβούνται."

Ο άρχοντας Φιόρν όρθωσε τη μέση του εγκαταλείποντας την εδώ και ώρα σκυφτή του στάση. Ταπεινώνοντας τον εαυτό του μπροστά στην εχθρική δράκαινα ήταν μία πράξη συνετή. Αν είχε κι εκείνη δεηθεί να του αποτείνει λίγα λόγια, ο Φιόρν είχε σκοπό να συνεχίσει, ακόμα και να επεκτείνει τις κολακείες του. Την κοίταξε με προσοχή. Το βλέμμα της ήταν ακόμα στραμμένο εξεταστικά επάνω του και τα αζούρ μάτια της γυάλιζαν στο φως της φλόγας. Το γαμψό της νύχι έμενε ακόμα τεντωμένο προς τα έξω δείχνοντας, ίσως, μία εν δυνάμει απειλή. Παρ' όλα αυτά η ίδια φαινόταν να ησυχάζει στη γωνιά της.

Ο Φιόρν υποκλίθηκε και πάλι δουλικά μπροστά στον καβαλάρη της. "Οι λόγοι σου, γενναίε δρακοκαβαλάρη, γεμίζουν την καρδιά μου με χαρά. Ας είστε δοξασμένοι και οι δύο σας ατρόμητοι άρχοντες." Η ματιά του Φιόρν Έγκελσσον στράφηκε γοργά και προς τον άρχοντά του Μέρταγκ, μη θέλοντας να δώσει σ' αυτόν την εντύπωση ότι το δοξαστικό του δεν συμπεριλάμβανε εκείνον και τον δράκο του. Απλώνοντας το χέρι προς το τραπέζι κράτησε το κύπελλό του σηκώνοντάς το ψηλά. "Πίνω στην υγεία των ένδοξων δρακοκαβαλάρηδων και των τρομερών τους δράκων" είπε, προτρέποντας τους ανθρώπους του να τον μιμηθούν.

Μετά την παρότρυνση του άρχοντα Φιόρν, ο Μέρταγκ είδε τους ανθρώπους του χωριού να σηκώνουν τα κύπελλα του κρασιού και να πίνουν εις υγείαν των δράκων και των καβαλάρηδων. Θέλοντας να αποδεχτεί αυτές τις τιμές τους μιμήθηκε αδειάζοντας και τη δική του κούπα. Κατόπιν κάθισε και πάλι στη θέση του γύρω από το τραπέζι, περιμένοντας το γεύμα και τη συζήτηση να συνεχιστεί κανονικά και μετά την παρουσία των δράκων.

''Δεν είναι όμορφα έτσι;'' Ρώτησε ο Θορν τον καβαλάρη του. ''Εννοώ, δεν είναι όμορφα να είμαστε όλοι μαζί στο ίδιο μέρος; Να ζούμε όλοι μας σαν φίλοι;''

Ο Μέρταγκ έριξε μία στιγμιαία μεριά προς το μέρος του δράκου. Ο Θορν είχε πάρει τη θέση του πάνω στις γούνες, στο πλευρό της Σαφίρα και φαινομενικά ησύχαζε. Ο Μέρταγκ όμως μπορούσε μέσα του να νοιώσει την απέραντη χαρά του δράκου. Χωρίς να θέλει να χαλάσει αυτή την αίσθηση, δεν μπόρεσε να αποφύγει να προειδοποιήσει. ''Είναι όμορφα, Θορν. Μονάχα να μην ξεχνάς, ότι βρισκόμαστε ακόμα στον δικό μας χώρο, με τους δικούς μας ανθρώπους γύρω μας. Στην γη του Έραγκον ο συγχρωτισμός μας θα είναι με τα ξωτικά. Εκεί δεν θα μπορούσαμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για τις αντιδράσεις τους.''

Ο δράκος δεν πτοήθηκε από τις αμφιβολίες του εκλεκτού του. ''Ας χαρούμε, λοιπόν, με όσα έχουμε σήμερα'' δήλωσε κλείνοντας ευχαριστημένος τα μάτια και χουζουρεύοντας στο ζεστό πλευρό της Σαφίρα.

Ο Μέρταγκ προσπάθησε να κρύψει ένα μικρό χαμόγελο που πήγε να ανθίσει στα χείλη του. Η ματιά του στράφηκε προς τους συνδαιτυμόνες του τραπεζιού του εξετάζοντας τις αντιδράσεις τους. Ακριβώς απέναντί του, η κόρη του λόρδου Φιόρν, η Νολβέν, κρατούσε και με τα δύο χέρια το κύπελλο του κρασιού της και έπινε στην υγειά των δράκων και καβαλάρηδων, ενώ η ματιά της ήταν αποκλειστικά στραμμένη πάνω του. Νωρίτερα ο Μέρταγκ είχε σκεφτεί να αρνηθεί τη συμμετοχή της κόρης στο κυνήγι. Δεν έβλεπε τον λόγο αυτή να ταλαιπωρηθεί και ιδίως σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, χωρίς να είναι μάλιστα μαθημένη σε αυτές. Η επιμονή όμως του πατέρα της να συμμετάσχουν και οι δύο, είχε κάμψει τις όποιες αντιρρήσεις του. Δεν μπορούσε να φανταστεί άλλον λόγο για το γιατί ο λόρδος Φιόρν επέμενε να ταλαιπωρηθεί αυτός και η πολύτιμη θυγατέρα του, παρά μονάχα για να εντυπωσιάσει τον Έραγκον, ήλπιζε όμως, ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας θα αναθεωρούσε τις απόψεις του.

Ο Έραγκον κάθισε και πάλι στην προηγούμενη θέση του γύρω από το τραπέζι, σήκωσε την κούπα του κρασιού του και αποδέχτηκε τις τιμές που τους γίνονταν, ανταποδίδοντας και αυτός με τη σειρά του. Η αναστάτωση που παρουσιάστηκε στους κατοίκους του χωριού μετά την εμφάνιση των δύο δράκων έμοιαζε να καταλαγιάζει. Σ' αυτό συντελούσε τόσο το κρασί, όσο και το ότι οι δράκοι στη γωνιά τους έμοιαζαν να ησυχάζουν. Ο Έραγκον καταλάβαινε τη Σαφίρα του ακίνητη να παρατηρεί τον κάθε έναν από τους παλιούς αυλικούς του Γκαλμπατόριξ και τους στρατιώτες με προσοχή, εξετάζοντας το κατά πόσο κάποιος απ' αυτούς θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για τον εκλεκτό της. Παρ' όλα αυτά, καμωνόταν την μισοκοιμισμένη, για να μην τη φοβούνται. "Ησύχασε, αγαπημένη μου Σαφίρα. Δεν υπάρχει κίνδυνος κανένας" τη διαβεβαίωσε ο Έραγκον.

"Εσύ ποτέ να μην ησυχάζεις, μικρούλη" δήλωσε η δράκαινα με επιτακτικό τόνο. "Βρισκόμαστε ανάμεσα σε εχθρούς, που ίσως κάποιος απ' αυτούς θα έβλεπε στην εδώ παρουσία μας μια πολύ καλή ευκαιρία, για να εκδικηθεί για την ήττα τους. Δες κάποιοι από αυτούς πώς σε κοιτάζουν."

Ο Έραγκον αποφάσισε να μη δώσει συνέχεια σ' αυτή την συζήτηση με τη δράκαινα. Ήταν σίγουρος ότι σύντομα η παρουσία αυτών των ανθρώπων θα της γινόταν συνήθεια, όπως και η παρέα του Θορν. Ο Έραγκον καταλάβαινε ότι η Σαφίρα τον εμπιστευόταν. Ίσως ακόμα διατηρούσε κάποιες αμφιβολίες για τον Μέρταγκ, αλλά είχε αρχίσει να βλέπει τον νεώτερό της Θορν κάπως σαν μακρινό συγγενή της.

Οι συζητήσεις γύρω από το τραπέζι συνεχίστηκαν. Τα σχέδια για την αυριανή έναρξη του ταξιδιού τους είχαν κανονιστεί με κάθε λεπτομέρεια, το φαγητό στα πιάτα και το κρασί στις κούπες όλων λιγόστευε. Ο άρχοντας Φιόρν είχε απομείνει αμίλητος να παρατηρεί, περιορίζοντας τον εαυτό του σε ελάχιστα σχόλια εδώ κι εκεί σε ότι άκουγε. Έβλεπε τους ανθρώπους του να ρίχνουν αρχικά φοβισμένα και αβέβαια βλέμματα προς τη μεριά της γαλάζιας δράκαινας, λίγο-λίγο όμως συνήθιζαν την παρουσία της. Ο ίδιος απέφευγε να κοιτάζει προς τη μεριά της, αν και έπιασε μερικές φορές το ζαφειρένιο βλέμμα της καρφωμένο πάνω του. Ο παλιός αυλικός του Γκαλμπατόριξ ένοιωθε ανήσυχος για την παρουσία της, ήταν όμως πεπεισμένος ότι σύντομα θα έπαυε να προκαλεί την προσοχή της. Έτσι προτίμησε να συγκεντρωθεί στο πιάτο, το ποτήρι και τις εσώτερες σκέψεις του. Όσο λιγότερο θύμιζε την παρουσία του, τόσο πιο λίγη προσοχή θα αποσπούσε από τη μεριά της.

Αρκετή ώρα πέρασε ακόμα και ο Φιόρν αποφάσισε ότι είχε έρθει η στιγμή αυτός και οι άνθρωποί του να αποχωρήσουν. Το αυριανό τους πλάνο είχε καταστρωθεί, οι τιμές που έπρεπε είχαν αποδοθεί και οι πιατέλες στο τραπέζι τους είχαν αδειάσει. Ο άρχοντας Φιόρν έδωσε το σήμα στους ανθρώπους του καθώς σηκώθηκε. "Άρχοντες δρακοκαβαλάρηδες και μεγαλόπρεποι δράκοι, είμαστε υπόχρεοι για την εδώ παρουσία μας και σας ευχαριστούμε για την τιμή που μας έγινε. Να μην κουράζουμε περισσότερο τις ευγένειές σας, μιας και η αυριανή θα ξεκινήσει για όλους νωρίς. Ήρθε η ώρα να πηγαίνουμε." Σ' αυτό το σημείο υποκλίθηκε βαθιά και προς τους δρακοκαβαλάρηδες και προς το μέρος τον δράκων, νεύοντας στους ανθρώπους του να τον μιμηθούν. Ο πονηρός αυλικός όμως, δεν παρέλειψε να προσθέσει. "Αν βέβαια δεν σας είναι βάρος, θα αφήσουμε πίσω μερικούς ανθρώπους μας, να τακτοποιήσουν τον χώρο."

Ο Μέρταγκ σηκώθηκε από τη θέση του στο πέτρινο τραπέζι και ένευσε προς τον άρχοντα Φιόρν για τις ευχαριστίες εκείνου. Μέσα του ένοιωθε ανακούφιση που η βραδιά αυτή έφτανε στο τέλος της και όλα φαίνονταν να έχουν πάει κατ'ευχήν. Η πρόταση όμως, να παραμείνουν κάποιοι από τους υπηρέτες για το καθάρισμα του χώρου, δεν του καλοφάνηκε. Το λιγότερο που χρειαζόταν ο Μέρταγκ ήταν κάποιοι σπιούνοι του Φιόρν μέσα στα πόδια του. Έτσι αποφάσισε να αρνηθεί την προσφορά.

Ρίχνοντας μια ματιά προς τη μεριά του Έραγκον, ο Μέρταγκ μίλησε πρώτος, σαν οικοδεσπότης που ήταν. ''Ευχαριστούμε, ευγενικέ άρχοντα, εσένα, την οικογένεια και τους ανθρώπους σου για την εδώ παρουσία σας. Πράγματι, η αυριανή μέρα αρχίζει νωρίς και μία καλή, βραδινή ανάπαυση σηματοδοτεί πάντοτε την αρχή μιας νέας δημιουργικής ημέρας. Όσο για την καθαριότητα του χώρου, δεν απαιτείται η εδώ παρουσία των ανθρώπων σας, σας βεβαιώ. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας και σε σύντομο, πιστεύω, χρόνο.'' Ο Μέρταγκ υποκλίθηκε ελαφρά προς την σύζυγο του άρχοντα Φιόρν και στη θυγατέρα του. ''Αρχόντισσα Λίντα και αρχοντοπούλα Νολβέν, χαιρόμαστε ιδιαίτερα για την τιμή και είμαστε υπόχρεοι για τον κόπο σας να μας επισκεφθείτε.'' Κατόπιν καληνύχτισε τους υπόλοιπους πρώην τιτλούχους και τους στρατιώτες.

Μόλις είδε τον πατέρα της να σηκώνεται, η Νολβέν ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Η πολυπόθητη αυτή βραδιά είχε κιόλας τελειώσει. Η ώρα που θα έφευγε είχε φτάσει. Μακάρι να γινόταν να σταματούσε ο χρόνος... μακάρι το αποψινό δείπνο να κρατούσε για πάντα... Η κοπέλα στέναξε ελαφρά φροντίζοντας να μην ακουστεί ο στεναγμός της, ούτε να φανεί η απογοήτευση στο πρόσωπό της. Η βραδιά είχε τελειώσει. Δεν θα βρισκόταν περισσότερο κάτω από την σοβαρή, αλλά επιθυμητή παρουσία του άρχοντά της. Όταν δε εκείνος απευθύνθηκε προς την ίδια καλώντας τη με το όνομά της, η κοπέλα ένιωσε τα μάγουλα της να κοκκινίζουν. Μη τολμώντας να απαντήσει μπροστά στην παρουσία των γονέων της και τόσων άλλων, η Νολβέν περιορίστηκε σε μία χαριτωμένη υπόκλιση, την ώρα που η μητέρα της απαντούσε στις φιλοφρονήσεις. Με μεγάλη προσπάθεια η κόρη καταλάγιασε το καρδιοχτύπι, λέγοντας στον εαυτό της, ότι για όλες τις ημέρες που θα ακολουθούσαν, θα ταξίδευε κι αυτή μαζί του.

Ο Έραγκον μιμήθηκε τον Μέρταγκ καθώς σηκώθηκε κι αυτός από το κάθισμά του και υποκλίθηκε ελαφρά προς την ομήγυρη.

"Πες τους κι εσύ μερικά λόγια" τον προέτρεψε η Σαφίρα. "Σίγουρα θα είναι κάτι που περιμένουν από σένα και δεν υπάρχει κανένας λόγος να νομίσουν, ότι είμαστε ανάγωγοι επαρχιώτες. Εμείς έχουμε ζήσει με τα ξωτικά κι έχουμε συνηθίσει στην ευγενική τους ετικέτα."

Ο Έραγκον χαμογέλασε και μέσα του καθησύχασε την εκλεκτή του. "Σας ευχαριστούμε κι εμείς, η Σαφίρα κι εγώ, για την εδώ παρουσία σας και τα καλά σας λόγια" είπε νεύοντας προς τη μεριά τους, όπως είχε δει πριν λίγο τον Μέρταγκ να κάνει. "Χαιρόμαστε για τη βραδιά που μοιραστήκαμε κι ελπίζουμε να ζήσουμε κι άλλες πολλές, τέτοιες βραδιές μαζί σας."

"Να μην το παρακάνεις!" Διέκοψε απότομα η Σαφίρα τα λόγια του. ''Στιγμή να μην ξεχνάς, ότι όλοι αυτοί οφείλουν να μας φοβούνται.''

Ο Έραγκον στάθηκε στο πλευρό του αδελφού του, έτοιμος να χαιρετήσει όσους θα έβλεπε να χαιρετά εκείνος. Αφού ο Μέρταγκ δεν είχε θεωρήσει απαραίτητο, να παραμείνουν κάποιοι από τους υπηρέτες των αρχόντων του χωριού, για να καθαριστεί ο χώρος απ' τα υπόλοιπα του γεύματος, ο ίδιος δεν θέλησε ν' ανακατευτεί στα συνήθεια του αδελφού του.

Οι υπηρέτες είχαν ήδη ετοιμάσει τους πυρσούς να φέξουν για την κάθοδο μέσα στα σκοτάδια και κάποιοι από αυτούς είχαν ήδη βγει από την αίθουσα του τραπεζιού προς τον προθάλαμο, ενώ οι υπόλοιποι μάζευαν όσα άδεια σκεύη είχαν ανεβάσει πριν γεμάτα για το γεύμα.

Ο άρχοντας Φιόρν υποκλίθηκε ταπεινά μπροστά στους δρακοκαβαλάρηδες, μπροστά στους δράκους δε, ταπείνωσε ακόμα περισσότερο τον εαυτό του. "Σεβαστοί μου άρχοντες και υπέρτατοι δράκοι, σας χαιρετώ κι εύχομαι καλή σας νύχτα. Είθε το ερχόμενο ξημέρωμα να σας βρει υγιείς και δυνατούς όπως πάντα."

Τα συνήθεια του παλιού αυλικού του Γκαλμπατόριξ δύσκολα θα ξεχνιόνταν κι ο άνθρωπος συνέχισε να υποκλίνεται πάλι και πάλι, καθώς απομακρυνόταν απ' το τραπέζι προς τον προθάλαμο. Οι στρατιώτες ήδη έβγαιναν παραταγμένοι, όπως είχαν έρθει κι οι υπηρέτες κατέβαιναν φέγγοντας με τους πυρσούς τη σκάλα. Ο Φιόρν συνόδεψε τη γυναίκα και την κόρη του προς την έξοδο. Το τελευταίο βλέμμα της Νολβέν αργοπόρησε πάνω στον Μέρταγκ. Η κόρη θα έπαιρνε μαζί της την εικόνα του, να την φυλάξει όλη νύχτα σαν έναν πολύτιμο θησαυρό μέσα στο όνειρό της. Κατεβαίνοντας όσο πιο αργά μπορούσε τα επικίνδυνα σκαλοπάτια ένοιωθε την καρδιά της να χτυπά γοργά. Μέσα της ολόψυχα ευχόταν, να μπορούσε να κερδίσει έστω και για ένα λεπτό μονάχα την αγάπη του.


(συνεχίζεται)