Όπου μία ημέρα τελειώνει και γίνονται κάποιες σκέψεις για όσες έπονται.


Βορράς

Κεφάλαιο 26

Μόλις ο χώρος άδειασε από τους επισκέπτες, δράκοι και καβαλάρηδες έμειναν μόνοι, ο Έραγκον γύρισε προς τον Μέρταγκ. "Λοιπόν, αδελφέ, έχουμε μπροστά μας πολλή δουλειά. Θα πρέπει να καθαρίσουμε το τραπέζι και όλα τα σκεύη σου, γιατί αύριο πρωί-πρωί μας περιμένει μακρύς δρόμος" του είπε γελώντας. Ανυπομονούσε ν' ακούσει τα συμπεράσματα του Μέρταγκ για τη βραδιά και για την εντύπωση που είχαν προκαλέσει στους ανθρώπους του χωριού ο ίδιος κι η Σαφίρα του. Ο Μέρταγκ γνώριζε καλύτερα αυτούς τους ανθρώπους και ίσως είχε ήδη ψυχολογήσει τις απόψεις τους. Ο Έραγκον όμως ήξερε πως ο αδελφός του ήταν πάντα φειδωλός στα λόγια, γι' αυτό περίμενε. Προτού αρχίσει να τον βομβαρδίζει μ' ερωτήσεις, που πιθανώς να είχαν και το αντίθετο αποτέλεσμα, ίσως ο Μέρταγκ αποφάσιζε να σχολιάσει από μόνος του.

Ο Μέρταγκ παρακολούθησε σιωπηλός τους κατοίκους του χωριού να αποχωρούν λίγοι-λίγοι από τον προθάλαμο. Με τις αισθήσεις του πάντα σε επιφυλακή τους ένοιωσε να κατεβαίνουν προσεκτικά τα σκαλοπάτια της ατέρμονης σκάλας. Σε λίγο και οι τελευταίοι απ' αυτούς είχαν εξαφανιστεί μέσα στα στριφογυριστά ανοίγματα. Ο δρακοκαβαλάρης δεν συνήθιζε να παρακολουθεί τις διάνοιες αυτών των ανθρώπων. Και η παραμικρή ακόμα σκέψη, ότι θα μπορούσε να εξετάσει το μυαλό ενός άλλου ανθρώπου, δημιουργούσε μέσα του έντονα αρνητικά συναισθήματα, που έφταναν ως την αποστροφή. Παρ' όλα αυτά, στην προκειμένη περίπτωση τόλμησε να αγγίσει ελάχιστα τις συλλογικές τους εντυπώσεις παραμένοντας για λίγο στις παρυφές του μυαλού τους. Όσα αντιλήφθηκε τον ικανοποίησαν πλήρως. Μπορεί οι άνθρωποι αυτοί να μην είχαν ακόμα εξοικειωθεί με την παρουσία του Έραγκον και της Σαφίρα, ο πρότερος όμως παράλογος φόβος τους γι' αυτούς, είχε κατά πολύ μειωθεί.

Ο Μέρταγκ στράφηκε προς τη μεριά του αδελφού του μ' ένα ικανοποιημένο ύφος στο πρόσωπο. ''Νομίζω ότι όλα πήγαν καλά, όσο καλά θα μπορούσαν να πάνε σ' αυτήν τη φάση της γνωριμίας σας. Τι λες κι εσύ;'' Ταυτόχρονα ξεκίνησε να μαζεύει τις χρησιμοποιημένες γαβάθες του φαγητού και λίγες-λίγες να τις πηγαίνει στο πλαϊνό δωμάτιο, όπου και τις τοποθετούσε μέσα σε μία γούρνα γεμάτη κρύο νερό, που στάλαζε από το βράχο. Έπρεπε όλα να καθαριστούν απόψε, γιατί το ερχόμενο πρωί θα έπρεπε να αναχωρήσουν νωρίς και χρόνος άλλος δεν υπήρχε.

Ο Έραγκον χαμογέλασε πλατιά για τη σύμφωνη με τη δική του γνώμη του αδελφού του. "Αυτή την εντύπωση έχω κι εγώ" συμφώνησε με τα λεγόμενα του Μέρταγκ, ενώ αρπάζοντας και αυτός δυο άδειες πιατέλες από το τραπέζι, τις έχωσε κάτω από το νερό της γούρνας. "Αου! Το νερό αυτό είναι τόσο παγωμένο, που αμφιβάλω αν θα καταφέρει να καθαρίσει αυτά τα σκεύη." Με δυο λέξεις μαγείας που υποτονθόρυσε το νερό ζεστάθηκε κάπως και ο Έραγκον άρχισε να τρίβει γρήγορα-γρήγορα τα χρησιμοποιημένα αντικείμενα. "Είναι ωραία να αισθάνομαι και πάλι όπως όταν ήμουν μικρός, στο χωριό μου. Έτσι και τότε συνήθιζα να πλένω τα σερβίτσια μετά από κάθε γεύμα.''

"Καθόλου, μα καθόλου γενναία και μεγαλοπρεπής παραδοχή από τη μεριά σου" σχολίασε δυσαρεστημένη η Σαφίρα. "Όχι τουλάχιστον μπροστά σε αυτούς τους δύο."

Ο Έραγκον χαμογέλασε με την παρατήρηση της δράκαινας. "Έτσι ήμουν όταν με διάλεξες, γλυκιά μου Σαφίρα. Ένας χωριάτης, αδαής και άξεστος. Αν και θα πρέπει να παραδεχτώ, ότι μπορεί ο θείος Γκάρροου να μην μου έμαθε γράμματα, αλλά με δίδαξε πολλά άλλα χρήσιμα πράγματα· όπως το να αγαπώ τους συνανθρώπους μου, να είμαι τίμιος και να αγωνίζομαι για ότι πιστεύω."

Η δράκαινα γουργούρισε στην γωνιά της. "Γι' αυτό κι εγώ αποφάσισα να εκκολαφθώ για σένα, μικρούλη. Είδα ότι ήσουν ο κατάλληλος για να σώσεις τον κόσμο που άξιζε να σωθεί." Ένα κύμα αγάπης ξεχύθηκε από μέσα της και αγκάλιασε τον εκλεκτό της. "Δεν υπάρχει όμως λόγος να ταπεινωνόμαστε μπροστά στους Μέρταγκ και Θορν. Εμείς είμαστε οι αρχηγοί της νέας τάξης των δρακοκαβαλάρηδων. Αυτοί, στην καλύτερη, θα είναι οι δεύτεροί μας· αν όχι υποδεέστεροι."

Ο Έραγκον καθησύχασε τη δράκαινα στέλνοντας προς τη μεριά της κύματα σύμπνοιας και στοργής. Όλα θα πήγαιναν καλά και σύντομα θα επέστρεφαν στον τόπο που ανήκαν. Μαζί τους θα έρχονταν και ο Μέρταγκ μαζί με τον Θορν, σαν ίσοι με αυτούς και όχι υποδεέστεροι.

''Όσο γι' αυτό, θα πρέπει να έχεις και τη δική μου συγκατάθεση, μικρούλη.'' Παρ' ότι είπε έτσι, η Σαφίρα ανταπέδωσε τα κύματα στοργής κι αγάπης προς τον εκλεκτό της.

Τα τελευταία λόγια του Έραγκον και η τόσο εύκολη αναδρομή του σε ευχάριστες αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, έκαναν τον Μέρταγκ να απορήσει. Στράφηκε λίγο σαστισμένος προς τη μεριά του αδελφού του κοιτάζοντάς την πλάτη του, ενώ αυτός φασαρευόταν με το πλύσιμο των πιάτων.

''Δεν έχουν όλοι τις άσχημες δικές μας εμπειρίες, ώστε να αποστρέφονται την παιδική τους ηλικία'' σχολίασε ο Θορν. ''Κάποια στιγμή θα ήθελα πραγματικά να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες για τα δίποδα μέλη αυτής της φωλιάς, που δικαιωματικά έπρεπε να ανήκει και σ' εσένα.''

''Εγώ είμαι ο γιος του Μόρζαν, Θορν! Τι δικαιώματα θα είχα στους σύνοικους του Έραγκον;'' αποκρίθηκε ο Μέρταγκ στον δράκο του κάπως πικραμένος, η πρότερη όλη ικανοποίησή του για την αποψινή βραδιά να περνά αιφνίδια σε δεύτερο πλάνο.

''Το κληρονομικό δικαίωμα από τη μεριά της μητέρας σου, Σελίνα'' απάντησε ο Θορν με στόμφο. ''Να του ζητήσεις, να σου περιγράψει τις αναμνήσεις του. Πιστεύω πως θα το έκανε ευχαρίστως. Θα μπορούσε ακόμα και να τις μοιραστεί διανοητικά μαζί σου, αν το επέτρεπες."

''Πολύ καλά λοιπόν! Ας σου γίνει το χατήρι, όχι όμως απόψε'' δήλωσε ο Μέρταγκ, ενώ πλησίασε στο πλευρό του Έραγκον παίρνοντας από τα χέρια του ένα-ένα τα καθαρά σκεύη και τοποθετώντας τα στον πλαϊνό πάγκο, αφήνοντάς τα εκεί για να στεγνώσουν. ''Θα πρέπει κάποτε να μοιραστείς μαζί μου, Έραγκον, αυτές τις πρώτες εντυπώσεις της ζωής από τη φάρμα των χωρικών'' ζήτησε. ''Ο Θορν, το ίδιο όπως εγώ, έχουμε μεγάλη επιθυμία να γνωρίσουμε – έστω και μέσα από τις περιγραφές σου – τη ζωή στο χωριό των συγγενών της μητέρας.'' Ένα κουρασμένο χαμόγελο απλώθηκε πάνω στο πρόσωπο του Μέρταγκ. ''Ίσως όμως αυτή η συζήτηση θα μπορούσε να περιμένει για κάποια άλλη, πιο πρόσφορη στιγμή. Βλέπεις, η νύχτα προχωρά γοργά, είμαστε και οι δύο κουρασμένοι και ο πρωινός δρόμος μας θα είναι μακρύς και δύσκολος.''

Ο Μέρταγκ τοποθέτησε τα τελευταία λερωμένα σκεύη του τραπεζιού μέσα στη γούρνα με το ζεσταμένο νερό κι άρχισε κι αυτός να τρίβει γοργά πλάι στον Έραγκον, για να καθαριστούν. ''Επίσης, αδελφέ, δεν θα έπρεπε να σπαταλάς με άφρονα τρόπο τη μαγεία σου. Το κρύο νερό της γούρνας θα μπορούσε να ζεσταθεί, αν προσθέταμε σ' αυτό μία χύτρα με βραστό νερό από τη φωτιά του τζακιού.'' Η ικανοποίησή του για τα αποτελέσματα της σημερινής βραδιάς γοργά επέστρεφε μαζί με ένα λεπτό χαμόγελο στα χείλη του. Τα άσχημα ξοδεμένα παιδικά του χρόνια, το ίδιο και αυτά του Θορν, έπρεπε να μείνουν πίσω για πάντα. Ποτέ δεν θα ήταν αργά γι' αυτούς τους δύο, να ζήσουν κάποια στιγμή την ευτυχία, που τόσο πολύ τη δικαιούνταν. Ας έκαναν κάποια αρχή από τις απλούστερες εκδηλώσεις της ζωής, όπως το να πλένει κανείς τα πιάτα στο πλευρό του αδελφού του. Την στιγμή εκείνη του φάνηκε χίλιες φορές καλύτερο, από το να χαράσσει ο ένας το κορμί του άλλου με μια κοφτερή λεπίδα.

Ο Έραγκον δεν απάντησε στο σχόλιο του Μέρταγκ, περιορίστηκε μονάχα σε μια παιχνιδιάρικη σκουντιά με τον αγκώνα στο πλευρό του αδελφού του και στο να του κλείσει με πονηριά το μάτι. Ταυτόχρονα θυμήθηκε παρόμοια πειράγματα στην κουζίνα της φάρμας τους, όταν ο Ρόραν προσπαθούσε να μεταδώσει σ' αυτόν με συμβουλές τις γνώσεις του, σαν ο μεγαλύτερος από τους δύο που ήταν.

Η καθαριότητα είχε τελειώσει και τα πλυμένα σκεύη είχαν αραδιαστεί πάνω στον πλαϊνό πάγκο, για να στεγνώσουν. Με μια ικανοποιημένη ματιά που έριξε τριγύρω του ο Μέρταγκ, είδε ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο να φροντίσουν. Είχε φτάσει η ώρα, που θα μπορούσαν να αποσυρθούν για τη νύχτα. ''Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το προσωπικό μου δωμάτιο, για την ανάπαυσή σου, Έραγκον'' πρότεινε. ''Ο Θορν κι εγώ θα βολευτούμε στα δέρματα πλάι στη ζέστη του τζακιού.''

Η επιθυμία να ξαναβρεθεί μόνος στα ιδιαίτερα δωμάτια του Μέρταγκ, να ερευνήσει για μία ακόμη φορά τα μυστικά του, ήταν μεγάλη. Ο Έραγκον όμως αρνήθηκε ευγενικά αυτήν την προσφορά. Αρκετά είχε στερηθεί ο αδελφός του τον προσωπικό του χώρο. Ίσως αυτή να ήταν και η τελευταία νύχτα που θα περνούσε μέσα σ' αυτά τα δωμάτια. Ίσως είχε παλιές αναμνήσεις, παλιούς λογαριασμούς να τακτοποιήσει. Η ενθύμηση του ματωμένου λινού με τη φίνα, γυναικεία δαντέλα, του κρυμμένου μέσα στο πέτρινο σεντούκι επανήλθε στη σκέψη του. Το πιθανότερο ήταν, πως το μακάβριο αυτό ενθύμιο προερχόταν από την περίοδο φυλάκισης της Ναζουάντα στα μπουντρούμια της Ουρου'μπαίην. Γιατί ο Μέρταγκ το είχε κρατήσει; Ο Έραγκον δεν τον είχε ούτε τόσο συναισθηματικό, ούτε και φίλο μιας τέτοιας ανεπιθύμητης νοσηρότητας, ώστε να φυλά παρόμοια ενθύμια. Παρ' όλες αυτές τις σκέψεις του, ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και κάλεσε τη Σαφίρα του, να μοιραστούν μαζί άλλο ένα βράδυ πάνω στα δέρματα και τις γούνες της γωνιάς πλάι στο τζάκι.

"Σημασία έχει να πειστεί να μας ακολουθήσει κι ας πάρει μαζί του ό,τι νομίζει πως αρμόζει από την παλιά ζωή του" σχολίασε η δράκαινα.

"Ευχαριστώ πολύ, αδελφέ, αλλά η γωνιά πλάι στο τζάκι είναι ότι χρειάζομαι, εγώ και η Σαφίρα μου" απάντησε ο Έραγκον στον Μέρταγκ. "Δεν βλέπω το γιατί θα έπρεπε να στερηθείς και πάλι τα δωμάτια, που πολύ ευγενικά μου προσέφερες."

''Όπως επιθυμείς.'' Η απάντηση του Μέρταγκ ακούστηκε κάπως κοφτή. Ήδη ο Θορν κινούταν προς το δρακοστάσιο, αφήνοντας το χώρο πλάι στο τζάκι ελεύθερο για τη Σαφίρα. ''Καλή σας νύχτα, Έραγκον και Σαφίρα.''

Ο Μέρταγκ έριξε ένα ακόμα κούτσουρο στη φωτιά, υπολογίζοντας ότι θα κρατούσε ζεστασιά για την υπόλοιπη νύχτα. Κατόπιν κατευθύνθηκε προς το βάθος της αίθουσας, όπου βρισκόταν και η είσοδος του παράλληλου διαδρόμου, αυτού που οδηγούσε στα προσωπικά του διαμερίσματα. Μόλις βρέθηκε στο περιβάλλον που τα τελευταία χρόνια είχε γίνει τόσο οικείο, ο Μέρταγκ τράβηξε τον δερμάτινο σάκο της σέλλας του κάτω από το πέτρινο τραπέζι που τον είχε φυλαγμένο. Τα περισσότερα προσωπικά του είδη και τα είδη ρουχισμού βρίσκονταν ήδη εδώ μέσα, έτσι δεν είχε παρά να προσθέσει ελάχιστα ακόμα πράγματα. Ο σάκος ετοιμάστηκε για το ταξίδι και αφέθηκε πλάι στην είσοδο μαζί με τα όπλα που ο δρακοκαβαλάρης θα έπαιρνε μαζί του.

Μετά από τη σύντομη επίσκεψή του στο λουτήρα ο Μέρταγκ χρησιμοποίησε μία ποσότητα παγωμένου νερού κι ένιψε τα χέρια και το πρόσωπο. Κατόπιν κάθισε στο στρώμα του βγάζοντας τις βαριές, δερμάτινες μπότες. Ήταν έτοιμος να πλαγιάσει για να αναπαυθεί, όταν το βλέμμα του έπεσε στο μικρό, πέτρινο σεντούκι, αυτό που βρισκόταν στα πόδια του κρεβατιού του. Ο Μέρταγκ σηκώθηκε ξανά και άνοιξε το πέτρινο κάλυμμα παίρνοντας στα χέρια του το φυλαγμένο κομμάτι υφάσματος. Οι αναμνήσεις επανήλθαν στο νου του με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Κάποιος από τους υπηρέτες του Γκαλμπατόριξ είχε εφοδιάσει τη Ναζουάντα με μια μακριά πουκαμίσα, ώστε να καλύπτονται μέσα στην αίθουσα του θρόνου αυτά που δεν θα μπορούσαν να καλυφθούν από την σχισμένη και καμένη νυχτικιά της. Εκείνη, για κάποιο λόγο προφανώς ευπρέπειας, είχε φροντίσει να φορέσει την πουκαμίσα πάνω απ' το δικό της κατεστραμμένο ρούχο. Λίγο πριν ο Μέρταγκ αναχωρήσει για πάντα από την πρωτεύουσα, πάνω στην ταράτσα της ακρόπολης, είχε σχίσει τον λαιμό της πουκαμίσας αυτής, γιατρεύοντας τα τραύματα της αρχηγού των Βάρντεν. Μέσα στο χέρι του είχε μείνει το μικρό αυτό κομμάτι του ταλαιπωρημένου υφάσματος, βαμμένο με το αίμα της και με εμφανή τα σημάδια του βασανισμού της. Και ήταν τα δικά του τα χέρια αυτά που της είχαν προκαλέσει όλον αυτόν τον πόνο…

Σε μια προσπάθεια να τιμωρήσει τον εαυτό του, ο Μέρταγκ είχε κρατήσει αυτό το κουρέλι. Ακόμα κι αν ξεχνούσε τα πάντα γύρω από την παλιά ζωή του, το ματωμένο αυτό κομμάτι του υφάσματος δεν θα του επέτρεπε ποτέ να ξεχάσει όλα όσα είχε κάνει σ' εκείνη.

"Δεν έχει πλέον νόημα, να επανέρχεσαι συνεχώς σε καταστάσεις που τότε δεν μπορούσες να ελέγξεις!" Η φωνή του Θορν ήχησε παρηγορητική μέσα στο νου του.

Αφού έψαυσε για λίγο το ματωμένο κουρέλι, ο Μέρταγκ το τοποθέτησε και πάλι μέσα στο πέτρινο σεντούκι κι έκλεισε αποφασιστικά το κάλυμμα. ''Έχεις απόλυτο δίκιο, Θορν" αποκρίθηκε στενάζοντας. "Ας κοιμηθούμε τώρα. Η μέρα που μας περιμένει αύριο θα είναι κουραστική."

Ο Μέρταγκ πλάγιασε και πάλι στο κρεβάτι του, σκεπάστηκε με τις γούνες και έκλεισε τα μάτια. Θα έφευγε προς μία νέα ζωή, δίχως να κουβαλά μαζί του δυσάρεστα ενθύμια. Εξ άλλου η καρδιά του ήταν πάντοτε γεμάτη από τη Ναζουάντα, ακόμα και τις φορές που παραδεχόταν μέσα του στον Θορν, ότι δεν ήταν άξιός της. Το πιθανότερο βέβαια θα ήταν να επανέλθουν στις αίθουσες του βουνού τους μετά το τέλος του κυνηγιού. Χωρίς τη βοήθεια τη δική τους θα ήταν αδύνατον στους ανθρώπους του χωριού, να μεταφέρουν μόνοι τους όλα τα τρόφιμα και την ξυλεία, που θα είχαν μαζέψει. Κι αν όλα πήγαιναν καλά, ο Έραγκον θα αποφάσιζε να μεσολαβήσει στη βασίλισσα της Αλαγαισίας για τους πρόσφυγες. Στην περίπτωση που εκείνη δεχόταν στα εδάφη της αυτούς τους ανθρώπους, ο ίδιος και ο Θορν θα έπρεπε να επιβλέψουν την μεταφορά και εγκατάστασή τους στο νέο τους σπίτι. Είχαν ακόμα αρκετές δουλειές να κάνουν στον τόπο του βορρά, προτού κινήσουν για το μεγάλο τους ταξίδι προς τον νότο.


(συνεχίζεται)

A/N: To Dream Plane,

Thank you so much for your review and support.