Όπου το ταξίδι των κυνηγών με τη συνοδεία των δύο δρακοκαβαλάρηδων αρχίζει.
Βορράς
Κεφάλαιο 27
Όπως ήταν το καθημερινό συνήθειό του, ο άρχοντας Φιόρν ξύπνησε πολύ πρωί. Η πρώτη αίσθηση που είχε ήταν η ζεστασιά από το σώμα της λαίδης Λίντα, που κοιμόταν πλάι του. Χωρίς να θελήσει να την ξυπνήσει από τον αμέριμνο ύπνο της, ο Φιόρν χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά της αποθέτοντας κατόπιν ένα απαλό φιλί στο μέτωπό της για αποχαιρετισμό. Ασυναίσθητα εκείνη σφίχτηκε πάνω του κάνοντας τον λόρδο Φιόρν να παραμείνει για λίγο ακίνητος, μέχρι η γυναίκα να βυθιστεί και πάλι στον πρωινό της ύπνο.
Ο Φιόρν ντύθηκε με όσο πιο ζεστά ρούχα διέθετε, τακτοποιημένα από βραδύς από τον υπηρέτη του. Είχε στη διάθεσή του αρκετό χρόνο ακόμα, ώστε να απολαύσει ένα καλό πρωινό στην κουζίνα του και να ξυπνήσει τη μοναχοθυγατέρα του. Μόλις όμως έφτασε στον χώρο της εστίας του, διαπίστωσε ότι η Νολβέν του ήταν ήδη ξυπνητή, πανέτοιμη και με όλα τα χρειώδη σκεύη της μαγειρικής της πακεταρισμένα κι ετοιμασμένα για το ταξίδι.
Ο λόρδος Φιόρν χαμογέλασε γλυκά στο κορίτσι. Την κοπέλα θα συνόδευε μία υπηρέτρια, που άλλο σκοπό δεν είχε, παρά να αναλάβει τα βαρύτερα από τα χρέη του μαγειρέματος. Κανένας λόγος δεν θα υπήρχε να κουράζεται η Νολβέν του μαγειρεύοντας για όλους αυτούς τους άντρες, όταν μπορούσε να αναλάβει αυτό το άχαρο καθήκον κάποια άλλη. Η τέχνη της Νολβέν θα αρκούσε για να ετοιμαστούν τα πιάτα των δύο δρακοκαβαλάρηδων μονάχα, καθώς και το δικό του. Οι άλλες όλες αγγαρείες ας έμεναν για την υπηρέτρια και τον προσωπικό του καμαριέρη, που ήταν επίσης κανονισμένο να τον συνοδεύσει.
Με ένα νεύμα του προς τον υπηρέτη, ο λόρδος Φιόρν έστειλε τον άνθρωπο να προϋπαντήσει τους πολεμιστές του χωριού, που θα είχαν ήδη αρχίσει λίγοι-λίγοι να μαζεύονται στο πλάτωμα, κάτω από τα βράχια. Το μέρος εκεί ήταν αρκετά ευρύχωρο για να προσγειωθούν οι δρακοκαβαλάρηδες και οι δράκους τους και οι εντολές του υπηρέτη ήταν να ειδοποιήσει αμέσως τον αφέντη του, μόλις αυτοί φανούν από τα ανοίγματα του βουνού. Ο άρχοντας Φιόρν ήθελε να βρίσκεται εκεί, να τους υποδεχτεί ο ίδιος, προτού καβαλάρηδες και δράκοι πατήσουν το χώμα.
Ο Φιόρν έπιασε απαλά τους ώμους της Νολβέν τραβώντας την κοπέλα πιο κοντά του κι απόθεσε φίλημα γλυκό στο μέτωπό της. "Έτοιμη για το ταξίδι;" την ρώτησε μονάχα.
Η κοπελίτσα ανταπέδωσε την τρυφερή του κίνηση με μια ελαφρά υπόκλιση. "Όλα είναι έτοιμα, πατέρα μου. Έτοιμο είναι και το πρωινό σου, έλα να κάτσεις κοντά στη ζεστασιά της φωτιάς." Με μία αβρή κίνηση του χεριού της τον προέτρεψε προς το τραπέζι, που ήταν ήδη γι' αυτόν στρωμένο με όλα τα χρειώδη σκεύη του πρωινού του ακουμπισμένα στην πέτρινη επιφάνεια. Η Νολβέν βάλθηκε να τον σερβίρει η ίδια γεμίζοντας το πιάτο του με ότι είχε ετοιμάσει.
"Κάθισε να με συντροφέψεις κι εσύ, Νολβέν μου." Ο τόνος της φωνής του λόρδου ακούστηκε τόσο τρυφερός όσο ποτέ άλλοτε. Τα σχέδια που μυστικά είχε υφάνει ήταν γνωστά μόνο στον ίδιο, αλλά ένα μικρό τμήμα τους θεώρησε ότι έπρεπε να το μοιραστεί με τη θυγατέρα του.
Η κοπελίτσα παρέδωσε το χρησιμοποιημένο σκεύος στην υπηρέτρια για να καθαριστεί, ενώ η ίδια πήρε θέση αντίκρυ από το κάθισμα του πατέρα της. Καθ' όλη την προηγούμενη νύχτα είχε λίγο τον ύπνο, καθώς μέσα από το νου της περνούσαν όλες οι προετοιμασίες που είχε κάνει για το ταξίδι. Είχε μάλιστα σηκωθεί από το κρεβάτι κατά τη μέση της νύχτας εξετάζοντας αν όλα τα σκεύη και υλικά που θα μεταφέρονταν ήταν εντάξει. Σίγουρη ότι τίποτε δεν είχε λησμονηθεί και όλα ήσαν έτοιμα, η Νολβέν είχε τελικά βυθιστεί σε έναν ολιγόωρο ύπνο με τη σκέψη του Μέρταγκ. Όσο εκείνος θα βρισκόταν κοντά της, καμία κακουχία ή κόπος δεν την έμελλε. Στράφηκε τώρα προς τον πατέρα της – που είχε ήδη δοκιμάσει από το πιάτο του επαινώντας την τέχνη της – και τα όμορφα μάτια της στυλώθηκαν στο πρόσωπό του.
"Φαντάζομαι, Νολβέν μου, να κατανοείς το πόσο σημαντικό είναι για τη μικρή αυτή κοινότητα, να συναινέσει υπέρ της ο υπέρμαχος δρακοκαβαλάρης της βασίλισσας" έλεγε τώρα ο λόρδος Φιόρν. "Οι τύχες όλων μας ίσως να εξαρτώνται από την καλή του διάθεση να εγγυηθεί υπέρ μας, για να μην αναφέρω την τύχη της δικής μας οικογένειας." Ο λόρδος Φιόρν σήκωσε το ποτήρι με το νερό του πίνοντας στην υγεία της. "Θα πρέπει να προσέξουμε την συμπεριφορά και τις κινήσεις μας, ώστε να μην φανεί από την μεριά μας ούτε ψήγμα εχθρότητας, φόβου ή δυσφορίας προς το πρόσωπό του και προς αυτό του δράκο του. Όσο πιο φιλικοί δειχτούμε απέναντί τους κατά το ταξίδι αυτό, τόσο κι εκείνοι θα καθησυχάσουν τις ανησυχίες τους. Στην τελική, σκοπός μας δεν πρέπει να είναι μόνο η μετοίκιση των κατοίκων του χωριού μας σε εδάφη γονιμότερα, αλλά και η πλήρης κοινωνική αποκατάσταση της οικογένειάς μας."
Όλα όσα της έλεγε και με τον τρόπο που τα εξέφραζε, φάνηκαν παράξενα στο κορίτσι. Για εκείνη θα ήταν αρκετό το να ζει με ηρεμία στους πρόποδες του βουνού τους· το να προσφέρει όσα και ό,τι μπορούσε στην μικρή τους κοινότητα· το να αισθάνεται πάντα πάνω της την αόρατη και σιωπηλή παρουσία του άρχοντά της. Όσο ο Μέρταγκ και ο γενναίος δράκος του Θορν ζούσαν κοντά τους, η Νολβέν σε τίποτε άλλο δεν θα απέβλεπε. Κοίταζε τώρα με τα γλυκά της μάτια τον πατέρα της προσπαθώντας να κατανοήσει όλα όσα της έλεγε. Το γεγονός ότι σχεδίαζε να μεταφέρει την κοινότητα προς τα νότια μέρη, να επιστρέψουν όλοι στα εδάφη της Αλαγαισίας απ' όπου είχαν φύγει κυνηγημένοι, την προβλημάτιζε. Σίγουρα όμως μια τόσο μεγάλη απόφαση όπως αυτή δεν θα είχε παρθεί μονάχα από τον λόρδο Φιόρν. Όχι τουλάχιστον προτού αυτός τα συζητήσει με τον άρχοντά της Μέρταγκ. Εκείνος, μέσα στη σοφία και την πολυμάθειά του, θα είχε αποφασίσει, ότι αυτή η μετοίκηση θα ήταν το καλύτερο για τους κατοίκους του χωριού τους. Η δική του θέληση και μόνο, ήταν κάτι στο οποίο η Νολβέν ποτέ της δεν επρόκειτο να παρακούσει. Χαμογέλασε ευχαριστημένη με τα λόγια του πατέρα της. "Να μην ανησυχείς για τίποτε, ευγενικέ μου πατέρα. Όλα θα γίνουν κατά πως θελήσετε, εσύ και ο άρχοντάς μας."
Η ώρα του ύπνου είχε περάσει γοργά. Ο Έραγκον είχε σύντομα βυθιστεί μέσα στα παράξενα ζωντανά όνειρά του, που δεν ήξερε να πει αν ξετυλίγονταν μέσα στον ύπνο του, ή αν ακόμα ήταν ξύπνιος. Η Σαφίρα είχε από ώρα κοιμηθεί πλάι του, με το νανουριστικό βόμβο που προερχόταν από το στομάχι της να υποδηλώνει ότι βρισκόταν ήδη στον κόσμο του ονείρου. Η νύχτα είχε κυλήσει ήσυχη για τη δράκαινα και τον καβαλάρη της. Τα ρεύματα του αέρα, που τρύπωναν ανάμεσα από τα ανοίγματα του βουνού, έφερναν μέχρις αυτούς μυρωδιές της γης από τον έξω κόσμο υποδηλώνοντας πως η αυγή κόντευε να φτάσει.
Ο Έραγκον σηκώθηκε και χάιδεψε τρυφερά το πλευρό της δράκαινας. "Έφτασε η ώρα, γλυκιά μου Σαφίρα. Η μέρα κοντεύει να χαράξει και ήρθε η ώρα να ξεκινήσουμε το ταξίδι για το κυνήγι μας."
Η δράκαινα άνοιξε το ένα της μάτι, τεντώθηκε και χασμουρήθηκε τεμπέλικα. "Επιτέλους! Τα φτερά μου έχουν πιαστεί με το να κάθομαι κουλουριασμένη πλάι στη φωτιά" δήλωσε ευχαριστημένη, πανέτοιμη να προκαλέσει τον αρσενικό Θορν σε έναν αγώνα ταχύτητας πάνω απ' τα σύννεφα.
"Δεν νομίζω ότι θα άρμοζε κάτι τέτοιο σήμερα" σχολίασε ο Έραγκον, που ήταν πάντοτε τόσο συνδεδεμένος μαζί της, ώστε να μην του διαφεύγει καμία από τις προθέσεις της. "Θα έχεις πολλές ευκαιρίες να το κάνεις αργότερα, είτε κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, είτε κατά τον μακρύ δρόμο του γυρισμού μας στη χώρα των δράκων."
Ο Μέρταγκ δεν είχε ακόμα φανεί, όταν ο Έραγκον πλύθηκε μέσα στη γούρνα του χώρου που ο αδελφός του χρησιμοποιούσε σαν κουζίνα. Κατόπιν ετοίμασε τη σέλα της Σαφίρα, μαζί με όλα τα προσωπικά του αντικείμενα. Σκόπευε να είναι πανέτοιμος, ώστε μόλις εμφανιζόταν ο αδελφός του, να είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν.
"Βλέπω ότι ετοιμάστηκες νωρίς!"
Με το σύνηθες φλεγματικό του ύφος ο Μέρταγκ καλημέρισε τον αδελφό του. Στο ένα χέρι του κρατούσε τους διπλούς, δερμάτινους σάκους της σέλας του, στο άλλο τη γεμάτη βέλη φαρέτρα του. Στη ζώνη του είχε ζωσμένο το σπαθί, ενώ στο στήθος διαγώνια το τόξο του. Πίσω του διακρινόταν μέσα από τη σκοτεινή αίθουσα του τζακιού η άλικη σιλουέτα του Θορν.
Ο Μέρταγκ είχε νωρίτερα φροντίσει να σβήσει τελείως τα υπολείμματα της φωτιάς, που σιγόκαιγε ανάμεσα στα κάρβουνα του τζακιού. Βάλθηκε τώρα να γεμίζει τον άδειο χώρο που περίσσευε στους σάκους του με τα ελάχιστα εφόδια που είχε διαφυλάξει από την προηγούμενη για τον δρόμο. "Θα πρέπει να κυνηγήσουμε πολύ σύντομα, αν θέλουμε να είμαστε αυτάρκεις" δήλωσε. Η προοπτική να τραφούν αυτός και ο δράκος του από το υστέρημα των κατοίκων δεν τον ενθουσίαζε.
Πίσω του ο Θορν έκανε τη μεγαλόπρεπη είσοδό του στην αίθουσα και αφού κίνησε για το δρακοστάσιο, έτριψε τη μουσούδα του στον μακρύ λαιμό της Σαφίρα. "Χαιρετισμούς, γαλαζοφόλιδη και Έραγκον-αδελφέ-του-Μέρταγκ" μοιράστηκε τα καλημερίσματά του με την ίδια και τον καβαλάρη της. "Είθε στο ταξίδι μας ο άνεμος και ο ήλιος να βρίσκονται πάντα πίσω μας."
"Καλημέρα και σ' εσένα Θορν" αποκρίθηκε καλοσυνάτα ο Έραγκον. "Μέρταγκ, είμαι πανέτοιμος για τον δρόμο. Μετά από σένα." Με μία ευγενική κίνηση του χεριού του ο Έραγκον έδειξε προς το δρακοστάσιο, όπου οι δύο δράκοι τους περίμεναν.
"Ας πηγαίνουμε λοιπόν" είπε και ο Μέρταγκ δένοντας στέρεα τα λουριά του γεμάτου σάκου του και ρίχνοντας γύρω του μία τελευταία ματιά. "Ας μην αφήσουμε τους κυνηγούς του χωριού να περιμένουν." Προχώρησε με βήμα αποφασιστικό πρώτος και αφού φόρτωσε τα υπάρχοντά του στη σέλα, την στερέωσε στις εύρωστες πλάτες του δράκου του. Ανέβηκε κατόπιν και ο ίδιος δένοντας με προσοχή τους ιμάντες γύρω από τα πόδια του έτοιμος για την πτήση.
Ο Θορν βάδισε αργά κατευθυνόμενος προς το άνοιγμα της χοάνης του βουνού. Στάθηκε για λίγο και οσφράνθηκε τον παγωμένο άνεμο, που έφτανε μέχρι εκεί κατεβαίνοντας από τις χιονοσκέπαστες κορυφές. Κατόπιν με έναν απότομο πήδο ανυψώθηκε ξεδιπλώνοντας τα φτερά του και αιωρήθηκε στο κενό. Γοργά η Σαφίρα ακολούθησε ξωπίσω του.
Ο λυσσαλέος άνεμος, που επικρατούσε όταν έρχονταν, είχε πια κοπάσει. Το ανέβασμα προς το άνοιγμα του βουνού ήταν ευκολότερο και, παρά το παχύ στρώμα του χιονιού, ο Θορν γοργά εμφανίστηκε να ίπταται πάνω από την χαμηλότερη κορυφή. Τέντωσε τον λαιμό του εξαπολύοντας ένα χαρούμενο βρυχηθμό, ενώ ένας πίδακας φωτιάς εξακοντίστηκε από το στόμα του προς τα ουράνια.
Οι δύο δράκοι και οι καβαλάρηδες φάνηκαν να κατεβαίνουν πετώντας από τις κορυφές, κάνοντας την μαζεμένη ομήγυρη των κυνηγών να διασκορπιστεί ολόγυρα. Μονάχα ο άρχοντας Φιόρν παρέμεινε ακίνητος μπροστά από όλους αναμένοντας να τους υποδεχτεί, η θυγατέρα του Νολβέν λίγα βήματα πίσω του. Πρώτος πάτησε στη γη ο Θορν σηκώνοντας από το έδαφος τολύπες από χιόνι. Ο κόκκινος δράκος έσεισε την ουρά του εξακοντίζοντας τριγύρω ένα σύννεφο χιονιού, που έλουσε τα καλύμματα των κεφαλιών και τους ώμους των παρευρισκομένων. Η Σαφίρα πίσω του προσγειώθηκε πιο κομψά. Η αυγή είχε από ώρα φωτίσει και το πρωινό φως έκανε τις φολίδες της να στραφταλίζουν. Σίγουρα το θέαμα που παρουσίαζε στα μάτια των δίποδων χωρικών ήταν μαγευτικό. Η δράκαινα πλησίασε τον Θορν και στάθηκε στο πλευρό του κόκκινου δράκου. Ενώ εκείνος έσκυψε προς τη γη μυρίζοντας με το ρύγχος του τους πολεμιστές και τα όπλα τους, η γαλάζια δράκαινα παρέμεινε περήφανη και με ψηλά το κεφάλι. Πάνω από τις πλάτες της, ο καβαλάρης εξέτασε με το βλέμμα τις ετοιμασίες που είχαν κάνει οι άνδρες του χωριού.
Τετράποδα δεν διέθετε πια η μικρή αυτή κοινότητα, να βοηθήσουν στο κουβάλημα των κάρων. Τα άλογα από τις άμαξες του λόρδου Φιόρν είχαν εδώ και χρόνια χάσει τη ζωή τους, άλλα από την φοβερή παγωνιά, άλλα από γεράματα, ή την έλλειψη κατάλληλης τροφής. Οι άνδρες θα μετέφεραν τα κάρα με τις παγίδες, τα τρίχινα σχοινιά, τα επιπλέον όπλα τους, τις κουβέρτες και τα εφόδια για τον δρόμο τραβώντας τα και σπρώχνοντάς τα με τα χέρια. Ο Έραγκον αναρωτήθηκε, πόσο πιο δύσκολο θα ήταν γι' αυτούς αργότερα, να μεταφέρουν πίσω τα γεμάτα κάρα με το κρέας, την ξυλεία και όσους χειμωνιάτικους καρπούς είχαν μαζέψει. Βαθιά μέσα του συναισθάνθηκε τους κόπους τους και πράγματι λυπήθηκε, που αυτοί οι άνθρωποι είχαν υποχρεωθεί να ζήσουν κάτω από τόσο σκληρές συνθήκες.
"Να μην λυπάσαι γι' αυτούς, μικρούλη" ήρθε άμεσα και δηκτικά το σχόλιο της Σαφίρα. "Μόνοι τους κάποτε έκαναν τις επιλογές τους. Θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει στη χώρα της Αλαγαισίας ζητώντας την συγνώμη και το έλεος της βασίλισσας. Ακόμα δεν ξέρουμε γι' αυτούς τον ρόλο που ο καθένας είχε στον πόλεμο με την μεριά του Γκαλμπατόριξ."
"Γι' αυτό βρισκόμαστε μαζί τους σε τούτο το ταξίδι, αγαπημένη μου" δήλωσε ο Έραγκον. "Δουλειά μας είναι να τους γνωρίσουμε καλύτερα, να τους ελέγξουμε και αν είναι άκακοι και ακίνδυνοι για το βασίλειο της Ναζουάντα, να τερματίσουμε την δύσκολη αυτή εξορία τους."
Ο Έραγκον δεν ήταν προετοιμασμένος να αφιππεύσει. Είδε όμως τον Μέρταγκ δίπλα του να λύνει τα λουριά που στερέωναν τα πόδια του πάνω στη σέλα. Ο αδελφός του κατέβηκε με γοργές και επιδέξιες κινήσεις από το ανασηκωμένο πόδι του Θορν και πάτησε γερά στο έδαφος. Στάθηκε μπροστά στον δράκο παρατηρώντας τον λόρδο Φιόρν να πλησιάζει, προφανώς με την πρόθεση να τους καλωσορίσει. Ο Έραγκον μιμήθηκε τις κινήσεις του Μέρταγκ και την άλλη στιγμή στεκόταν κι αυτός πλάι του.
"Άρχοντές μου και υπέρτατοι δράκοι," με μια σειρά υποκλίσεων ο λόρδος Φιόρν στάθηκε σε μικρή απ' αυτούς απόσταση "εγώ και οι κάτοικοι του ταπεινού χωριού μας καλωσορίζουμε τις ευγένειές σας. Οτιδήποτε χρειάζεστε, δεν έχετε παρά να το ζητήσετε και με χαρά μας θα το προσφέρουμε. Θα ήθελα επίσης να σας ενημερώσω, ότι όλοι και όλα είναι έτοιμα για το ταξίδι μας. Δεν έχετε, παρά να δώσετε εσείς το πρόσταγμα, όταν ευαρεστηθείτε."
Ο Έραγκον ετοιμάστηκε να αποκριθεί στις ρεβεράντζες του άρχοντα Φιόρν, ο Μέρταγκ όμως έκοψε τη φόρα του απότομα.
"Ευχαριστούμε την ευγένειά σου, λόρδε μου, όμως δεν υπάρχει κάτι που χρειαζόμαστε" είπε με κοφτή φωνή και κάπως σκαιό ύφος. Κατόπιν στράφηκε προς την θυγατέρα του λόρδου και υποκλίθηκε ελαφρά μπροστά της. "Θα ήθελε ίσως η ευγενική αρχοντοπούλα να ταξιδέψει στη σέλα του δράκου για μεγαλύτερη άνεση; Ο Θορν δεν θα είχε αντίρρηση για κάτι τέτοιο."
Ο λόρδος Φιόρν αιφνιδιάστηκε. Παρ' όλο που σ' αυτό πάντοτε ήλπιζε, ποτέ του δεν περίμενε μια τέτοια εύνοια του δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ προς την θυγατέρα του. Στράφηκε προς το μέρος της κοπέλας κάνοντάς της ένα ανεπαίσθητο νόημα, ότι μπορούσε να δεχτεί.
Τα μάτια της κόρης άνοιξαν διάπλατα στο πρωινό φως. Η παρουσία του δράκου πάντα την τρόμαζε, η εγγύτητα όμως του άρχοντά της γέμιζε την καρδιά της εμπιστοσύνη και σιγουριά. Η πρόσκλησή του την βρήκε τελείως απροετοίμαστη. Με μάγουλα κόκκινα από το κρύο και τη ντροπή, αντιγύρισε την υπόκλιση, χωρίς να έχει προσέξει την παραίνεση του πατέρα της. "Άρχοντά μου, δεν υπάρχει λόγος να γίνομαι βάρος στις ευγένειές σας, ούτε εμπόδιο στον σκοπό μας. Σας βεβαιώνω πως είμαι δυνατότερη από όσο φαίνομαι, ώστε να αντεπεξέλθω στην κούραση της πορείας. Θα βαδίσω αγόγγυστα πλάι στον πατέρα και τους ανθρώπους μας." Όσο και αν η καρδιά της λαχταρούσε το να βρίσκεται κοντά του, δεν θα δεχόταν να βολεύεται αυτή πάνω στον δράκο, ενώ ο γέροντας πατέρας της θα βάδιζε στα κακοτράχαλα εδάφη του βορρά. Και αφού η πρόσκληση του δρακοκαβαλάρη δεν περιλάμβανε και αυτόν, τότε η Νολβέν θα βάδιζε κοντά του βοηθώντας τον, αν χρειαζόταν.
"Όπως επιθυμεί η ευγένειά σου!" Η φωνή του Μέρταγκ ακούστηκε κοφτή. Έστρεψε μονοκόματος και με την ίδια ευελιξία αναρριχήθηκε και πάλι στη σέλα του Θορν στερεώνοντας τα πόδια του με τα λουριά της σέλας.
"Ίσως δεν έπρεπε να είχες προτείνει κάτι τέτοιο" σχολίασε ο Θορν. "Η δύο-πόδια νεαρή μπορεί να προσβλήθηκε."
"Ίσως…" Ο Μέρταγκ ένευσε στον Έραγκον να βιαστεί. Δεν υπήρχε λόγος να καθυστερούν με το ταξίδι τους και οι πολλές ευγένειες που είχαν ανταλλαγεί ανάμεσά τους ήταν εις βάρος του χρόνου, που γοργά κυλούσε. Οι μέρες στον βορρά τελείωναν νωρίς.
"Υπάρχει λόγος που δείχνεις να παρεξηγήθηκες με την άρνησή της;" Ο Θορν μπορούσε να διαβάσει σαν ανοιχτό βιβλίο την καρδιά του καβαλάρη του. "Εσύ δεν είσαι, που πάντοτε προτιμάς να αντιμετωπίζεις τους κατοίκους του χωριού σαν ίσους; Θα ήταν άσχημο να ταξιδέψει κάποιος από αυτούς πιο άνετα στη σέλα μου μαζί σου, ενώ οι άλλοι όλοι με τα πόδια."
"Είναι γυναίκα, Θορν."
"Όπως πολύ καλά βλέπεις κι εσύ, δεν είναι η μοναδική γυναίκα στην ομήγυρη. Κατά τη δική σου πάντα άποψη, δεν πρέπει να γίνονται διακρίσεις."
"Αρκετά! Δεν βλέπω το λόγο να μου χτυπάς διαρκώς το γεγονός, ότι προσπάθησα να φανώ λιγάκι ευγενικός."
Χολωμένος ο Μέρταγκ με τον δράκο του, βιάστηκε να δώσει στους άντρες το πρόσταγμα για να κινήσουν. Ο Έραγκον πλάι του έγειρε στο πλευρό της Σαφίρα χαϊδεύοντας τις φολίδες της. Η γαλανή δράκαινα ετοιμάστηκε και με ένα πήδημα γεμάτο χάρη βρέθηκε πάνω απ' όλους ξεδιπλώνοντας τα φτερά της. Γοργά ανυψώθηκε πάνω απ' τα βράχια.
"Επιτέλους, μικρούλη!" αναφώνησε με χαρά μέσα στο νου του καβαλάρη της. "Έφτασε η ώρα να ξεμουδιάσουν τα φτερά μου."
Προτού ο Θορν ακολουθήσει την πορεία της Σαφίρα, τέντωσε τον μακρύ λαιμό του προς το μέρος της Νολβέν και απόμεινε για λίγο να οσφραίνεται τη μυρωδιά της. Με ένα ξεφύσημα της ζεστής του ανάσας έριξε πίσω την καλύπτρα της κάπας της, αναστατώνοντας τα μαλλιά της στην κορυφή της κεφαλής.
Κάνοντας ένα βήμα πίσω τρομαγμένη, η κοπέλα βιάστηκε να ταχτοποιήσει την κοτσίδα της, φορώντας την κουκούλα της και πάλι. Τι αλήθεια είχε κάνει λίγες στιγμές πιο πριν; Αυτή, που πάντα τόσο λαχταρούσε να βρίσκεται κοντά του, να βλέπει τη μορφή του, ν' ακούει τη φωνή του, είχε αρνηθεί την προσφορά του; Αυτή, που πίστευε ότι ζούσε και ανάσαινε για τον άρχοντά της, είχε μόλις προσβάλει αυτόν και τον δράκο του;
(συνεχίζεται)
