Όπου η πρώτη μέρα του ταξιδιού περνά και τελειώνει.
Βορράς
Κεφάλαιο 28
Ο Γιαν Σβένσον βάδιζε κατηφής, τα μάτια του στραμμένα περισσότερο στο έδαφος παρά τριγύρω του όπως θα έπρεπε, για να ελέγχει πιθανούς κινδύνους. Ο Γιαν γνώριζε καλά, ότι ο δρακοκαβαλάρης Μέρταγκ και ο κόκκινος δράκος του θα μεριμνούσαν όπως πάντοτε για την ασφάλεια της ομάδας, παρ' όλα αυτά σε όσες εξορμήσεις για συλλογή τροφής είχαν πάρει μέρος αυτός και οι στρατιώτες του, δεν είχε υπάρξει ούτε μία που να μην έχει την προσοχή του στραμμένη στο αφιλόξενο περιβάλλον, όπου τόσοι και τόσοι κίνδυνοι καραδοκούσαν. Ένας ακόμα λόγος παραπάνω σήμερα ήταν η παρουσία του εχθρικού δρακοκαβαλάρη και του δράκου του και η συμμετοχή του λόρδου Φιόρν και της μοναχοθυγατέρας του Νολβέν στο κυνήγι. Όμως ο νεαρός αξιωματικός παρέβλεπε συστηματικά το καθήκον του. Για πρώτη φορά στα εικοσιπέντε χρόνια της ζωής του ο Γιαν Σβένσον βάδιζε μηχανικά σε μία πορεία, επιτρέποντας στο νου του να ταξιδεύει μακρύτερα απ' όσο έφταναν τα πόδια του. Ντυμένος με ρούχα εν μέρει του αυτοκρατορικού στρατού, είχε αφήσει πίσω του την συστρεμμένη φλόγα, το σύμβολο του Γκαλμπατόριξ, προς χάριν των δερμάτινων, ζεστών ρούχων φτιαγμένων από ακατέργαστα δέρματα. Τα σκούρα μακριά ως τους ώμους μαλλιά του ήσαν δεμένα πίσω στο σβέρκο και τα γαλάζια μάτια του κοίταζαν περισσότερο την παγωμένη γη που πατούσαν οι φθαρμένες μπότες του, παρά την ασφάλεια του άρχοντά του. Ο νους του ταξίδευε μακριά, στις παρυφές της βόρειας πόλης Σίουνον, εκεί όπου ο μεγαλύτερος κατά ένα χρόνο αδελφός του είχε στήσει το καινούριο σπιτικό του μαζί με την νεαρή κοπέλα, που είχε διαλέξει για σύζυγό του.
Ο Κρις και ο ίδιος, παριστάνοντας τους κυνηγούς, είχαν ταξιδέψει λίγους χρόνους νωρίτερα μέχρι την πόλη του βορρά για ανεύρεση συζύγων. Είχαν πιστέψει, ότι θα υπήρχαν κάποιες κόρες πρόθυμες, ώστε να μοιραστούν μαζί τους τα βάρη της αυτοεξορίας τους και τις σκληρές συνθήκες διαβίωσής τους. Οι μεγάλες μάχες των πρόσφατων πολέμων είχαν δημιουργήσει λειψανδρία στις πόλεις και τα χωριά της αυτοκρατορίας και δύο νέοι υγιείς και γεροδεμένοι, όπως ήταν και οι δύο αδελφοί, θα είχαν τις ευκαιρίες τους, ώστε το παρουσιαστικό τους να μιλήσει στις καρδιές ανύπανδρων κοριτσιών, που ο φόβος του να μείνουν τελικά γεροντοκόρες βάρυνε ίσως τις καρδιές τους.
Πόσο σωστά αλήθεια είχαν αξιολογήσει την κατάσταση! Ταυτόχρονα όμως και πόσο λάθος. Κοπέλες υπήρχαν αρκετές για να διαλέξει κάποιος, πρόθυμες να μοιραστούν τη ζωή τους με νέους καλοβαλμένους – όπως αυτοί οι δύο – και αποφασιστικούς άνδρες. Η προοπτική όμως να ανταλλάξουν την γνώριμη πόλη, τις οικογένειες που είχαν με τις κακουχίες ενός άγνωστου, χαμένου στα βουνά του πάγου οικισμού, καμία τους δεν ενθουσίασε. Έτσι, ενώ αρχικά είχε φανεί ότι οι δύο νέοι θα εύρισκαν εύκολα τις πρόθυμες νύφες, είχαν στο τέλος αντιμετωπίσει την πλήρη άρνηση από τη μεριά τους. Ο φόβος του να μην αποκτήσουν ποτέ συζύγους και μωρά δεν στάθηκε αρκετός για τα κορίτσια της Σίουνον, ώστε ν' αποφασίσουν ν' ακολουθήσουν τους Κρις και Γιαν στον άγνωστο γι' αυτές προορισμό τους.
Απογοητευμένοι οι δύο αδελφοί είχαν επιστρέψει στο αυτοσχέδιο καλύβι και τη μοναξιά τους, για να διαπιστώσουν ακόμα μία φορά πόσο δύσκολη θα ήταν η ζωή χωρίς ένα ταίρι στο πλευρό τους.
Μεγαλωμένοι και οι δύο στους στρατώνες του Γκίλ'ιντ όπου είχαν καταταγεί από τα εφηβικά τους χρόνια – ο Κρις στα δεκαπέντε του και ο Γιαν μόλις δεκατεσσάρων – είχαν από νωρίς ανελιχθεί σε ανώτερα αξιώματα εξ αιτίας της σωματικής τους ρώμης και δεξιοτεχνίας στα όπλα, της διανοητικής τους εξυπνάδας και μιας πηγαίας οργανωτικότητας. Μπορεί να είχαν εκπαιδευτεί μονάχα στη δουλειά του στρατιώτη, η δύναμη κι η ευελιξία τους όμως θα διαμόρφωναν δύο καλούς αγρότες για τις φάρμες, που έστεκαν διασκορπισμένες τριγύρω από την Σίουνον. Ίσως ακόμα να γίνονταν και ναυτικοί ή λιμενεργάτες δουλεύοντας το μεγάλο και πολύβουο λιμάνι της πόλης. Στην τελική, μελλοντικά μπορεί οι κάτοικοι να τους εμπιστεύονταν τόσο, ιδίως αν είχαν δημιουργήσει οικογένειες ανάμεσά τους, ώστε να τους εντάξουν σαν φρουρούς στις πύλες, ή στις περιπόλους ασφαλείας.
Τα όνειρα των δύο αδελφών όμως είχαν υπάρξει μόνο τέτοια. Σκέτα όνειρα! Ζώντας για λίγες ακόμα εβδομάδες στο καλύβι του παγωμένου οικισμού, ο Κρις δεν άντεξε την μοναξιά. Κατά το διάστημα που βρίσκονταν στη Σίουνον, η καρδιά του είχε μιλήσει για τις χάρες κάποιας νεαρής γυναίκας, ώστε να πάρει τελικά την μεγάλη απόφαση της ζωής του. Η οικογένεια εκείνης διατηρούσε φάρμα στα περίχωρα της πόλης και ένας γεροδεμένος 'κυνηγός' που αποφάσιζε να εγκαταλείψει τους πάγους του βορρά για να δουλέψει με τα μπράτσα του τη γη τους, θα ήταν πάντοτε καλοδεχούμενος. Ο Κρις για πρώτη του φορά θα εγκατέλειπε τον αδελφό του, για τα ωραία μάτια μιας γυναίκας. Ο Γιαν δεν τον εμπόδισε, παρά αποδεχόμενος στωικά την ακόμα μεγαλύτερη μοναξιά του, είχε ξεπροβοδίσει τον αδελφό του χαρούμενος και αυτός με τη χαρά του. Και προφανώς ο Κρις θα είχε γίνει αποδεκτός από τη νύφη, αφού ποτέ του δεν επέστρεψε στο κρυμμένο χωριό στους πρόποδες του βουνού τους. Θα ζούσε τώρα πια ευτυχισμένος με την νέα του οικογένεια κοντά στην Σίουνον, σύζυγος και πατέρας ίσως μπορεί και δύο ή τριών μικρών παιδιών.
Αυτές όλες οι σκέψεις τριγύριζαν στο μυαλό του νεαρού αξιωματικού από το Γκίλ'ιντ. Ο πειρασμός να ακολουθήσει και αυτός τα βήματα του αδελφού του ήταν μεγάλος, ο Γιαν όμως ποτέ δεν θα εγκατέλειπε το καθήκον που πίστευε πως είχε προς τον άρχοντα Φιόρν, τους άνδρες που τον είχαν ακολουθήσει και αυτοί στην εξορία και τους υπόλοιπους κατοίκους του οικισμού τους. Οι ηλικιωμένοι και τα λίγα γυναικόπαιδα στηρίζονταν σε αυτόν και την ομάδα των στρατιωτών του για να επιβιώσουν. Οι ζωές τους άξιζαν κάθε θυσία από την μεριά του, ακόμα και αν ποτέ δεν γνώριζε ο ίδιος τις χαρές του γάμου, της οικογένειας, της πατρότητας. Είχε λοιπόν αποδεχτεί την μοναξιά του, ακολουθώντας και αυτός το παράδειγμα του άρχοντα δρακοκαβαλάρη του. Ο Μέρταγκ ζούσε μόνος με τον δράκο του, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπουν το βουνό και τους κατοίκους του, παρά το ότι κάλλιστα θα μπορούσαν να πετάξουν μακριά τους, αναζητώντας γυναικεία συντροφιά ή κάποια τύχη πιο ευοίωνη. Ανύπανδρες γυναίκες στο χωριό τους άλλες δεν υπήρχαν, παρά μονάχα τα μικρά τους κοριτσάκια, που θα αργούσαν πολύ ακόμα για να μεγαλώσουν, με πιο κοντά σε ηλικία γάμου την αρχοντοπούλα τους Νολβέν. Όταν από το νου του Γιαν περνούσαν ένας-ένας όλοι οι ελεύθεροι γαμπροί, μόνος κατάλληλος γι' αυτήν δεν άρμοζε άλλος, παρά ο δρακοκαβαλάρης Μέρταγκ. Ο Γιαν δεν έτρεφε για τον εαυτό του καμία ελπίδα.
Τα γαλανά μάτια του νέου άντρα υψώθηκαν στιγμιαία προς τον γεμάτο με γκρίζα σύννεφα ουρανό. Το κόκκινο στίγμα του δρακοκαβαλάρη ήταν ευκρινές. Αυτός και ο δράκος του πετούσαν αρκετά κοντά στο έδαφος προσπερνώντας σε μια λογική απόσταση την ομάδα, ώστε να κατοπτεύουν την περιοχή που αυτή κατευθυνόταν για πιθανούς κινδύνους. Πλάι στο κόκκινο ζευγάρι και σε μικρή απόσταση ξεχώριζε η γαλάζια μορφή της δράκαινας των Βάρντεν με τον δρακοκαβαλάρη της στις πλάτες. Ασυναίσθητα ο Γιαν έσφιξε τις γροθιές του. Μέσα στα βάθη της ψυχής του πίστευε πως ποτέ δεν θα καταλάγιαζε η εχθρότητα που ένιωθε γι' αυτούς τους δύο. Τους είχε δει να μάχονται λυσσαλέα κατά των ανδρών της αυτοκρατορίας στην μάχη των Φλεγόμενων Πεδίων. Τους είχε αντιμετωπίσει και άλλοτε, αυτός και η ομάδα των στρατιωτών του, χάνοντας με τρόπο φρικτό από τα σαγόνια της δράκαινας και τη μαγεία του καβαλάρη πολλούς, καλούς συντρόφους. Με το όνομά τους στα χείλη είχαν επιτεθεί στην Ουρου'μπαίην οι επαναστάτες, για να νικήσουν τα στρατεύματα του λόρδου Μπαρστ και ν' αφαιρέσουν τη ζωή του ίδιου, κατόπιν και του βασιλιά τους.
Ο Γιαν προσπάθησε να ξεχάσει τις εικόνες της φρίκης που είχε βιώσει, όταν κατακομμένα από τη μάχη σώματα κείτονταν στους δρόμους της πρωτεύουσας, με τα μάτια ορθάνοιχτα να κοιτάζουν το κενό, στα χείλη να επικρέμεται η ερώτηση για τις χαμένες τις ζωές τους. Όλοι τους είχαν πέσει θερισμένοι από σπαθιά, ακόντια και βέλη σαν θυσία στην ασφάλεια του τόπου τους. Άλλοι πάλι είχαν καταπλακωθεί από τους ογκόλιθους, που εκσφενδόνιζαν πάνω απ' τα τείχη οι καταπέλτες των εχθρών. Εικόνες που δύσκολα θα ξεχνιόνταν. Ο ξένος δρακοκαβαλάρης όμως τους είχε μιλήσει με λόγια όμορφα λέγοντας πως ο πόλεμος τελείωσε, διαβεβαιώνοντας πως κίνδυνος γι' αυτούς πια δεν υπάρχει. Ίσως και να είχε δίκιο. Ζώντας τους τελευταίους πέντε χρόνους στην εξορία του βορρά κάτω από αντίξοες συνθήκες, ο Γιαν δεν είχε ευχηθεί για τίποτε άλλο περισσότερο, όσο για την ειρήνη. Ίσως ακόμα και για μια πιθανότητα αμνηστίας. Ο λόρδος Φιόρν του είχε εκμυστηρευτεί την προηγούμενη, ότι υπήρχε η περίπτωση ο εχθρικός δρακοκαβαλάρης να μεσολαβήσει στην νέα βασίλισσα υπέρ τους. Αν τελικά αυτό γινόταν, ίσως μια νέα μοίρα να τους περίμενε σε μέρη νοτιότερα της χώρας. Δεν θα μπορούσε ο Γιαν, αφού πρωτύτερα ασφαλίζονταν οι κάτοικοι της μικρής ταλαίπωρης κοινότητας, να επισκεφτεί τον αδελφό του; Δεν θα γινόταν να υπάρχει και γι' αυτόν κάπου… κάποια… που να δεχόταν να μοιραστεί μαζί του την ζωή της;
Αυτές όλες οι σκέψεις γύριζαν μέσα στο μυαλό του από το ίδιο πρωί, όταν ξεκίνησαν την πορεία για το ταξίδι τους. Αυτές και ήταν η αιτία, που τον έκαναν να παραμελεί τα καθήκοντά του να προσέχει.
''Πολύ σκεφτικό σε βρίσκω σήμερα, καπετάνιο'' τον πείραξε ένας από τους στρατιώτες του, που βάδιζαν γύρω του. ''Τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια.''
Οι άντρες γέλασαν με το ευφυολόγημα προς τον αξιωματικό τους και η σιωπηλή παγωνιά έσπασε για λίγο, επαναφέροντας τον νου του νέου άντρα στο τώρα και στα καθήκοντά του. Εξετάζοντας γύρω του διαπίστωσε ότι ο λόρδος Φιόρν και η θυγατέρα του, μαζί και οι προσωπικοί τους υπηρέτες, είχαν μείνει κάπως πίσω. Η ηλικία και το αμάθητο στις κακουχίες δεν επέτρεπαν στον άρχοντα να ακολουθεί την γρήγορη πορεία των εξασκημένων ανδρών, που βάδιζαν σύμφωνα με το αργό πέταγμα των δράκων. Ακολουθούσε τώρα υποβασταζόμενος από τον καμαριέρη και τη μοναχοθυγατέρα του, με έκδηλα στο πρόσωπό του τα σημάδια της κόπωσης και του πόνου. Ακόμα και οι υπηρέτες, που τραβούσαν κι έσπρωχναν το κάρο με τα εφόδια, έδειχναν πιο ξεκούραστοι από τον λόρδο Φιόρν.
Νοιώθοντας την ντροπή από την παράβλεψη να σιγοκαίει μέσα του, ο Γιαν πλησίασε τον ευγενή. ''Άρχοντά μου, θα ήθελε η χάρη σου να ανεβεί στο κάρο μαζί με την αρχοντοπούλα; Σίγουρα οι άντρες μας έχουν τη δύναμη να σας μεταφέρουν έτσι, ώστε να ξεκουραστείτε από τους κόπους του βαδίσματος.'' Ταυτόχρονα ένευσε σε δύο στρατιώτες να συνδράμουν κι αυτοί τους υπηρέτες, παίρνοντας στους ώμους τους κάποια από τα βάρη και κάνοντας χώρο μέσα στο κάρο για να χωρέσει ο άρχοντάς τους.
Χωρίς να χρειαστεί δεύτερη πρόσκληση, ο λόρδος Φιόρν αποδέχτηκε την πρόταση, με δυσφορία κιόλας αφού αυτή δεν έγινε νωρίτερα. Η θυγατέρα του, περήφανη όπως πάντα, αρνήθηκε το να ανεβεί στο κάρο λέγοντας ότι δεν ήταν τόσο αδύναμη. Η Νολβέν είχε δυνάμεις αρκετές για να βαδίζει, έτσι ισχυρίστηκε, ακόμα και αν δεν σταματούσε η ομάδα, παρά μονάχα σαν θα νύχτωνε. Για μία φορά ακόμα ο Γιαν θαύμασε το κορίτσι. Μια τέτοια κόρη ας εύρισκε κι αυτός, να ενώσει μαζί της τη ζωή του… Κάποια με τόση δύναμη ψυχής, με σθένος να αντιμετωπίζει τις κακουχίες, με χάρες σαν και τις δικές της. Στην όψη έμοιαζε μοναχά με την αρχοντική μητέρα της η θυγατέρα του άρχοντα Φιόρν. Στο πνεύμα, η καλόκαρδη Νολβέν, του θύμιζε λιοντάρι.
Την ώρα που η κόρη βοηθούσε τον πατέρα να ανεβεί στο κάρο, η ματιά του Γιαν στράφηκε και πάλι ασυναίσθητα προς τα ουράνια. Οι κόκκινες φολίδες του δράκου Θορν στραφτάλιζαν στο μεσημεριάτικο φως του ήλιου, που διαχεόταν μέσα από τα σύννεφα. Στις πλάτες του ξεχώριζε καθαρά η μορφή του άρχοντα δρακοκαβαλάρη. Ο Γιαν είχε ακούσει την πρότασή του το ίδιο πρωινό πριν ξεκινήσουν, καθώς και την άρνηση της κοπέλας να ιππεύσει μαζί του. Για μια στιγμή φαντάστηκε την αρχοντοπούλα Νολβέν ανεβασμένη εκεί ψηλά, να κάθεται πίσω του επάνω στην δρακόσελα και ένοιωσε μέσα στην καρδιά του το τσίμπημα της ζήλιας. Μπορεί η λογική να έλεγε, ότι η Νολβέν θα ταίριαζε κοντά στον Μέρταγκ, να ζήσει τη ζωή της πλάι του, κάτι όμως προειδοποιούσε υποσυνείδητα τον Γιαν, ότι ο μοναχικός αυτός άρχοντας κάποια στιγμή θα πλήγωνε την ευαίσθητη καρδιά της.
Κάτω τους απλωνόταν χέρσα γη για όσο μπορούσε να δει το μάτι. Ο αδύναμος ήλιος έγερνε ήδη προς την δύση και η ομάδα των κυνηγών είχε βαδίσει αδιάκοπα από το χάραμα. Ο Μέρταγκ θεώρησε ότι ώρα είχε φτάσει να σταματήσουν για τη νύχτα. Μέρος κατάλληλα προφυλαγμένο για κατασκήνωση δεν υπήρχε. Μονάχα η άδεια πεδιάδα με έδαφος πετρωμένο, που ούτε θάμνοι φύτρωναν ούτε χορτάρι. Οι κυνηγοί θα έπρεπε να βαδίσουν τουλάχιστον μία ακόμα ημέρα μέχρι να διακρίνουν στην απόσταση κάποια αραιά, με στρεβλωμένους κλάδους από τον διαρκή άνεμο και μαυρισμένη φλούδα από τον πάγο, δέντρα. Ίσως να έφταναν μέχρι εκεί ως την επόμενη. Μετά από το σημείο αυτό, οι παρυφές του δάσους των ξωτικών απείχαν μισής μέρας πορεία.
Ο Μέρταγκ προέτρεψε τον δράκο του να κατεβεί σε χαμηλότερα επίπεδα δίνοντας το σήμα να σταματήσει η ομάδα που πια αργοσερνόταν από την κούραση πάνω στη γη. Με την άκρη του ματιού του παρατήρησε, ότι και η Σαφίρα με τον Έραγκον ακολούθησαν την καθοδική πορεία του. Καθ' όλη την διάρκεια της μέρας ο αδελφός του είχε προσπαθήσει δύο φορές να επικοινωνήσει διανοητικά μαζί του. Ο Μέρταγκ όμως είχε αφήσει πεισματικά τον Έραγκον να τριγυρίζει άπραγα στις άκρες του μυαλού του. Την δεύτερη μόνο φορά πλησίασε πετώντας πλάι του με τον Θορν, μόνο και μόνο για να ρωτήσει – με δυσαρέσκεια φωνάζοντάς του δυνατά – τι ήταν ακριβώς αυτό πού ήθελε. Εάν ο Έραγκον είχε τις όποιες απορίες σχετικά με τη διαδρομή τους, δεν είχε παρά να χρησιμοποιήσει τη φωνή του και όχι να γαργαλά τις άκρες του μυαλού του Μέρταγκ.
Ο Θορν προσγειώθηκε σε αρκετή απόσταση από την ομάδα και ο δρακοκαβαλάρης κατέβηκε γοργά από τη σέλα, λύνοντας κατόπιν τους ιμάντες, αφήνοντάς την πάνω στο έδαφος και επιτρέποντας στον δράκο να ξεκουραστεί από το πρόσθετο αυτό βάρος. Ο Έραγκον σε μικρή απόσταση έκανε το ίδιο.
Ο Μέρταγκ άνοιξε τους σάκους του απλώνοντας πάνω στην κρύα, υγρή γη ένα κομμάτι δέρμα. Απάνω εκεί θα κάθονταν, θα μοιράζονταν το ελάχιστο φαγητό τους, εκεί θα άπλωναν τα στρωσίδια τους, εκεί και θα κοιμόνταν. Ξύλα για να ανάψουν μια φωτιά δεν είχαν περισσέψει, ο δρακοκαβαλάρης όμως σκόπευε να ανανεώσει τα εφόδιά του την επόμενη βραδιά χρησιμοποιώντας τις ρίζες από τους στρεβλωμένους θάμνους, που σίγουρα θα συναντούσαν μέχρι τότε. Είδε σε κάποια απόσταση την ομάδα των κυνηγών να καταγίνονται να κατεβάσουν από το κάρο κάποια εφόδιά τους, να ανάβουν μια φωτιά όπου θα μαγείρευαν το βραδινό τους, να απλώνουν τα στρωσίδια τους για τη νύχτα. Οι δύο σιλουέτες των γυναικών ξεχώριζαν καθαρά ανάμεσά τους, το ίδιο και αυτή του λόρδου Φιόρν, όπου βολεύτηκε όσο πιο κοντά μπορούσε στη ζέστα της φωτιάς.
Ο Μέρταγκ άπλωσε πάνω στην δερμάτινη επιφάνεια αυτά τα ελάχιστα τρόφιμα που είχαν περισσέψει προορισμένα για τον ίδιο και τον Έραγκον. Οι δράκοι είχαν φάει από την προηγούμενη το μερτικό τους και τώρα θα έπρεπε να αντέξουν με όσα αποθέματα είχαν ήδη καταναλώσει. Τουλάχιστον μέχρι να φτάσουν κοντά στις παρυφές του δάσους, όπου αγέλες κόκκινων ελαφιών τριγύριζαν στα σύνορα της στέπας βόσκοντας το κοντό χορτάρι. Αν η ομάδα ήταν τυχερή, θα εύρισκαν πολλά τέτοια θηράματα. Αν όχι, τότε θα έπρεπε να εισέλθουν στην επικράτεια των ξωτικών, με όποιον κίνδυνο αυτό συνεπαγόταν.
Μέχρι στιγμής η τύχη τους είχε χαμογελάσει σε παρόμοιες εξορμήσεις. Την μία και μοναδική φορά που κάποια ομάδα πολεμιστών των ξωτικών πλησίαζε, ο Μέρταγκ και ο Θορν είχαν προλάβει να ειδοποιήσουν τους κυνηγούς τους, ώστε αυτοί εγκαίρως απομακρύνθηκαν. Ο δρακοκαβαλάρης δεν επρόκειτο να αφήσει τους ανθρώπους που είχε στην επίβλεψή του στο έλεος των ξωτικών λεπίδων. Η σκέψη όμως να ξεκληρίσουν μια ολόκληρη ομάδα ξωτικών αυτός και ο δράκος του, καθόλου δεν του άρεσε. Απεχθανόταν την προοπτική του να προσθέσει στα τόσα εγκλήματά του, από τον καιρό που υπήρξε σκλάβος του Γκαλμπατόριξ, ένα ακόμα. Πόσο μάλλον, που θα είχε συντελεστεί από αυτόν με ελεύθερη τη βούλησή του. Αν είχαν κάποια παρόμοια συνάντηση και τώρα, ο Μέρταγκ είχε σκοπό να διαπραγματευτεί με τα ξωτικά, ιδίως αφού βρισκόταν και ο Έραγκον κοντά του.
"Δεν θα καθίσουμε μαζί με τους ανθρώπους του χωριού, Μέρταγκ;" Ο Έραγκον πλησίασε κοντά του και στάθηκε πλάι στο στρωμένο στη γη τραπέζι. Η Σαφίρα είχε ήδη βολευτεί στο πλευρό του Θορν, να ξεκουράσει τα φτερά της, να συζητήσει με αυτόν τις εμπειρίες της ημέρας. Τα ρουθούνια του Έραγκον πετάρισαν, ήδη έφτανε ως τη μεριά τους η μυρωδιά από το παστό κρέας, που είχε προστεθεί με στεγνωμένες ρίζες στο τσουκάλι, για να μαγειρευτούν μαζί.
Ο Μέρταγκ ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. "Δεν είναι κάτι που το συνηθίζω."
Ο Έραγκον έγειρε ανακούρκουδα κοντά του. "Πώς όμως θα γνωρίσω τους ανθρώπους αυτούς καλύτερα, αν δεν συναναστραφώ περισσότερο μαζί τους;" Η προοπτική να πλησιάσει μόνος του την αυτοσχέδια κατασκήνωση δεν φάνηκε καλή ιδές την ώρα εκείνη. Οι κυνηγοί, οι υπηρέτες και ο άρχοντάς τους – πόσο μάλλον οι δύο γυναίκες – θα ήταν κουρασμένοι από τον κόπο την πορείας. Ίσως ο εκνευρισμός και η κούραση ήταν κακοί παράγοντες για περαιτέρω γνωριμία μαζί τους, αν πήγαινε μονάχος. Η παρουσία του Μέρταγκ θα έσπαγε τον πάγο.
Ο αδελφός του τον κοίταξε παγερά με τα γκρίζα σαν ατσάλι μάτια του, η χθεσινοβραδινή συναισθηματική ζεστασιά που είχαν μοιραστεί μέσα στον χώρο της κουζίνας τακτοποιώντας τα σερβίτσια του φαγητού ήδη χαμένη.
"Θα υπάρξουν ευκαιρίες άλλες" είπε μοναχά ο Μέρταγκ, κατόπιν του έγνεψε με το χέρι να βολευτεί πλάι του, να γευτεί το λίγο φαγητό που του αναλογούσε.
Ο Έραγκον κάθισε δυσαρεστημένος, δεν έκανε κίνηση όμως να πάρει στα χέρια το φαγητό του. "Υπολογίζουμε, η Σαφίρα και εγώ, πολλά σ' αυτό το ταξίδι για την γνωριμία μας με αυτούς τους ανθρώπους" πρόσθεσε με στυφό ύφος. "Αν πρέπει να τακτοποιηθούν νοτιότερα, μέσα στα εδάφη του βασιλείου της Ναζουάντα, τότε θα πρέπει σίγουρα να τους γνωρίσω." Ο Έραγκον έτριψε τα παγωμένα του χέρια και φύσηξε μέσα στις παλάμες μια ζεστή ανάσα. Σίγουρα θα ήθελε να πλησιάσει την ζέστη της φωτιάς, να συγχρωτιστεί με αυτούς που είχαν ήδη καθίσει ολόγυρά της. Η μυρωδιά από το ζεστό φαΐ αναστάτωσε το στομάχι του. Η πείνα του ήτανε μεγάλη, για να την καλύψει με τα ελάχιστα φαγώσιμα που πρόσφερε ο Μέρταγκ.
Η αναφορά του ονόματος της Ναζουάντα έκανε την καρδιά του Μέρταγκ να ζεσταθεί λιγάκι. Αποφάσισε να αφήσει στην άκρη την κούραση της μέρας και να εξηγήσει τις προθέσεις του στον Έραγκον. "Θα πλησιάσουμε κοντά τους, αδελφέ· κι αυτό θα γίνει, όμως στην ώρα του. Αύριο ίσως, που ίσως θα έχουμε καταφέρει πετώντας γρηγορότερα να έχουμε κυνηγήσει. Τότε θα μοιραστούμε μαζί με αυτούς την προσφορά μας. Βλέπεις, Έραγκον, δεν συνηθίζω να καταναλώνω ξένες μερίδες φαγητού, όταν εγώ ο ίδιος δεν είμαι σε θέση να τους προσφέρω έστω και λίγο."
Ο Μέρταγκ απόμεινε σιωπηλός αναβλέποντας προς τα μαβιά σύννεφα του δειλινού που όλο πλησίαζε. Σε λίγο το παγωμένο πέπλο της νύχτας θα κάλυπτε την άγονη πεδιάδα. Ο Έραγκον πλάι του συμφώνησε κι αυτός με την εξήγηση του αδελφού του.
"Ίσως αργότερα… όταν το δείπνο τους θα έχει τελειώσει, ίσως τότε να πλησιάσουμε κι εμείς, να ζεσταθούμε." Με ένα μελαγχολικό βλέμμα που έριξε προς την ομήγυρη, δήλωνε καθαρά, ότι θα προτιμούσε να βρίσκεται κοντά στην ζέστη της φωτιάς τους, έστω και νηστικός.
"Ίσως!" Η κοφτή απόκριση του Μέρταγκ υπονοούσε, ότι καλύτερα θα ήταν να παραμείνουν και οι δύο εκεί όπου βρίσκονταν. Οι καβαλάρηδες των δράκων μπορούσαν να αναζητήσουν την ζεστασιά στο πλευρό των δύο συντρόφων τους. Δεν είχαν τόση ανάγκη την φωτιά των ανθρώπων.
Οι δύο δρακοκαβαλάρηδες γεύτηκαν το λιγοστό τους δείπνο, κατόπιν κάθισαν αμίλητοι ο ένας πλάι στον άλλον, ο νους και των δύο συνδεδεμένος με αυτόν των δράκων. Αν μέσα στη σκέψη τους υπήρξαν αναμνήσεις από την άλλοτε περιοδεία τους στη γη της Αλαγαισίας, τότε που κρύβονταν και οι δύο κυνηγημένοι από τους στρατιώτες και τους πράκτορες του Γκαλμπατόριξ, δεν το έδειξαν. Η νύχτα ήρθε και σκέπασε την πεδιάδα, με μόνο φως τη λάμψη από τη φωτιά των κυνηγών σε κοντινή απόσταση, ο άνεμος να παρασέρνει τις σπίθες της φωτιάς πάνω από την κατασκήνωση. Φωνές και γέλια ακούστηκαν για μια στιγμή από το μέρος των κατοίκων του χωριού, θόρυβοι που έσπασαν τη σιγαλιά της πεδιάδας. Ο Θορν έστρεψε το μεγαλόπρεπο κεφάλι του τεντώνοντας τον μακρύ λαιμό του προς τη μεριά τους. Η Σαφίρα σφίχτηκε στο πλευρό του. Οι δύο δρακοκαβαλάρηδες κάθονταν με τις πλάτες στραμμένες προς την κατασκήνωση, έχοντας οπτική επαφή με τους δύο δράκους, οι σκέψεις του κάθε ενός χαμένες στον εαυτό του. Η σιωπή ανάμεσά τους μάκρυνε τον χρόνο. Πάνω τους σύννεφα πυκνά κάλυψαν τον θόλο του ουρανού σκεπάζοντας το φως των άστρων.
Ο Έραγκον εξέτασε τα σύννεφα αυτά με ανησυχία. "Λες να αρχίσει και πάλι να χιονίζει αύριο;"
"Δεν το νομίζω. Τα σύννεφα θα παρασύρει ο άνεμος και…" Ο Μέρταγκ έπαψε απότομα να μιλά αφήνοντας μισή την πρόταση στα χείλη του. Κάποιος, ή μάλλον κάποια, αφήνοντας την κατασκήνωση των κυνηγών πλησίαζε.
Η Νολβέν φανερώθηκε μέσα από τα πέπλα της νύχτας. Βάδιζε προσεκτικά στο κρύο έδαφος, το σπαρμένο με πέτρες, κρατώντας στο κάθε ένα της χέρι από μια γαβάθα αχνιστό φαΐ. "Άρχοντές μου;"
Στο άκουσμα της φωνής της οι καβαλάρηδες σηκώθηκαν. Ο Μέρταγκ στάθηκε μπροστά της μονοκόμματος, ο Έραγκον έκλινε το κεφάλι σε έναν ελαφρύ χαιρετισμό προς την νέα κοπέλα.
"Άρχοντές μου," συνέχισε εκείνη "δεχτείτε, παρακαλώ, να μοιραστείτε μαζί μας το φτωχικό μας δείπνο" και έτεινε προς τη μεριά τους τις γαβάθες.
Στον τόνο της φωνής της ξεχώριζε ένα ελαφρύ τρέμολο. Ο Μέρταγκ στράφηκε προς το μέρος της φωτιάς, για να διακρίνει μέσα στην λάμψη τη σιλουέτα του λόρδου Φιόρν. Ο πονηρός αυλικός είχε στρέψει προς αυτούς και παρατηρούσε την εξέλιξη της συνάντησης με αμέριστο ενδιαφέρον. Γιατί αποφάσισε να στείλει φορτωμένη την θυγατέρα του; Γιατί όχι κάποιον από τους υπηρέτες του, ή τους κυνηγούς-στρατιώτες; Ο Μέρταγκ συνοφρυώθηκε. Στον κρόταφό του άρχισε να πάλλεται ρυθμικά η γαλανή φλόγα. Η ματιά του καρφώθηκε κοφτερή πάνω στην κοπέλα, που φάνηκε να τρέμει μπρος του.
"Ευχαριστούμε, δεσποσύνη," αποκρίθηκε ψυχρά "μα μόλις δειπνήσαμε."
Η κοπέλα δάγκωσε ελαφρά το κάτω χείλος ολοφάνερα απογοητευμένη, ίσως και τρομαγμένη από το απότομο ύφος του.
"Ίσως θα θέλατε να μας συντροφεύσετε τότε πλάι στην ζέστη της φωτιάς…"
Για να προλάβει την απόκριση του Έραγκον, που ολοφάνερα ήταν πανέτοιμος να δεχτεί την ευγενική πρόσκληση, ο Μέρταγκ βιάστηκε και πάλι να πάρει τον λόγο. "Ευχαριστούμε, αλλά όχι! Όχι τουλάχιστον απόψε."
Κοφτή αλλά αποφασιστική η άρνησή του, προκάλεσε στην κοπέλα ολοφάνερη θλίψη. Τα όμορφα μάτια της γυάλισαν στην σκοτεινιά, πλημμυρισμένα με δυο λίμνες δακρύων, που απέφυγε να χύσει. Ανοιγόκλεισε πολλές φορές γοργά τα βλέφαρα και λύγισε ελάχιστα το γόνατό της προσφέροντας και στους δύο μία μικρή υπόκλιση. Κατόπιν στράφηκε σιωπηλά να φύγει, αθόρυβη όσο όταν είχε έρθει. Ο Μέρταγκ απόμεινε ασάλευτος να την παρατηρεί ν' απομακρύνεται με τον αργό βηματισμό της, μέχρι που το σκοτάδι της νύχτας την κατάπιε.
"Τι είναι και πάλι τούτο;" μουρμούρισε με αποδοκιμασία πλάι του ο Έραγκον. "Δεν είπαμε πως…"
"Αύριο!" δήλωσε ορθά-κοφτά ο Μέρταγκ και δίχως να δώσει στην συζήτηση συνέχεια, πλάγιασε μέσα στα σκεπάσματα και γύρισε απότομα την πλάτη προς το φως. Ό,τι κι αν ήταν αυτό το οποίο σκόπευε να επιτύχει ο πονηρός λόρδος Φιόρν στέλνοντας μονάχη σ' αυτούς την θυγατέρα του, δεν θα εύρισκε την παραμικρή βοήθεια στον σκοπό του από τη μεριά του Μέρταγκ.
(συνεχίζεται)
A/N: To Dream Plane,
Lord Feaorn's plan was to use the beauty and innocence of his daughter to trap Murtagh around him for his own protection. Since Eragon has appeared, the cunning lord has extended the same trap to include the younger rider. He is planning to use Eragon's fine relation with the High Queen Nasuada, to gain benefit for himself. Of course Nolwen has no idea about it. I have mentioned his plan in earlier chapters. If there is anything you do not understand after the google translation, send me a note and I will gladly explain. Thank you very much for your review and support.
