Όπου η Νολβέν νοιώθει μεγάλη θλίψη, ενώ ο Έραγκον και ο Μέρταγκ μάταια αναζητούν το πρώτο κυνήγι στην περιοχή.
A/N: To Dream Plane,
To answer to your question, Murtagh is an extremely proud man. He wouldn't like the dragonriders to join the villagers, since they had nothing to offer to the common meal or any wood for the common fire. However, he told Eragon that they will join the group of the hunters during the following evening. Plus Murtagh has noticed that lord Feorn is trying to use the graces of his daughter for his own benefit, a thing that Murtagh disaprouves. Thaks again for your review. :D
Βορράς
Κεφάλαιο 29
Οι άντρες από την ομάδα των κυνηγών έστρωναν ένας-ένας τα στρωσίδια τους, κατόπιν πλάγιαζαν να κοιμηθούν, αφού προηγουμένως είχαν μοιράσει μεταξύ τους τις σκοπιές που θα φυλούσαν για τη νύχτα. H Νολβέν πλάγιασε και αυτή στο πλευρό της υπηρέτριας, της μοναδικής άλλης γυναίκας που είχε συνοδέψει την αρχοντοπούλα από το χωριό σε τούτο το κυνήγι. Οι δύο γυναίκες είχαν αρχικά στρώσει να κοιμηθούν κάπου παράμερα, μετά όμως από την επιμονή του Γιαν Σβένσον είχαν μετακινήσει τα στρωσίδια τους στο κέντρο της κατασκήνωσης. Αναγκαστικά όλοι οι άντρες παραμέρισαν πρόθυμα, αφήνοντας τις δύο γυναίκες να πλαγιάσουν πλάι στην σχεδόν εξαντλημένη φωτιά. Η φλόγα που κατέτρωγε τα ξύλα είχε εδώ και ώρα καταλαγιάσει και υλικό να την τροφοδοτήσουν άλλο δεν μπορούσαν να διαθέσουν. Σε λίγο θα έσβηνε αφήνοντας μονάχα κάρβουνα που καπνίζουν να διασκορπίζονται από τον δυνατό άνεμο της πεδιάδας. Υπήρχε ακόμα μικρή ποσότητα ξύλων μέσα στο κάρο με τα εφόδιά, ήταν δεν ήταν όμως αρκετή για το μαγείρεμα του φαγητού τους κατά την στάση της επόμενης νύχτας. Το να συναντήσουν εδάφη με ξυλεία ικανή για μια ολονύκτια φωτιά μέχρι τότε, φάνταζε κάπως δύσκολο.
Εκτός από τους δύο άντρες που θα φύλαγαν την πρώτη σκοπιά μαζί, όλοι οι υπόλοιποι πλάγιασαν ο ένας δίπλα στον άλλον για να ζεσταίνονται. Ήταν τόσο μεγάλη η κούραση από την πορεία της ημέρας, που σε χρόνο ελάχιστο ακούστηκαν οι βαριές ανάσες των κοιμισμένων.
Η Νολβέν σκεπάστηκε όσο καλύτερα μπορούσε κι έχωσε το πρόσωπό της μέσα στις γούνες και τα μάλλινα πιέζοντας με δύναμη τα μάτια, να μην κλάψει. Μια επαναλαμβανόμενη αναρρόφηση της μύτης που της ξέφυγε προκάλεσε την απορία της καμαριέρας, που είχε πλαγιάσει δίπλα της.
"Τι σας συμβαίνει, δεσποινίς;" Είχε ρωτήσει η γυναίκα. "Νοιώθετε άσχημα; Πονάτε κάπου;"
"Τίποτε, μα τίποτε δεν είναι" αποκρίθηκε η Νολβέν. "Μονάχα είμαι κουρασμένη. Κοιμήσου τώρα, μην ενοχλήσουμε τους άλλους."
Με μια ματιά που έριξε τριγύρω της η όμορφη κόρη είδε πως ο πατέρας της είχε πλαγιάσει στον απάγκιο χώρο πλάι στο κάρο από τη μία μεριά και σε έναν δέμα με εφόδια από την άλλη. Ο λόρδος Φιόρν είχε βολευτεί όσο καλύτερα μπορούσε. Μπορεί να είχε ήδη κοιμηθεί ταλαιπωρημένος από το ταξίδι της ημέρας, γιατί η ρυθμική ανάσα του κάτι τέτοιο υποδήλωνε. Οι υπόλοιποι κυνηγοί είχαν βολευτεί σε αρκετή από τη φωτιά απόσταση. Η Νολβέν μπορούσε να διακρίνει τα σώματά τους πλαγιασμένα το ένα κοντά στο άλλο για να ζεσταίνονται. Ο ήχος από το βαρύ ροχαλητό τους έφτανε μέχρι τα αυτιά της, για να σκορπιστεί κατόπιν στην πλατιά πεδιάδα. Οι δύο άντρες που είχαν αναλάβει τη νυχτερινή φρουρά κάθονταν, ο ένας στη μία και ο άλλος στην αντίθετη μεριά της κατασκήνωσης, πάνοπλοι και πανέτοιμοι για όλα.
Η κοπέλα τόλμησε μια κλεφτή ματιά προς το σημείο που οι δύο σκοτεινοί όγκοι, τα σώματα των δράκων, διαγράφονταν καθαρά μέσα στο νυχτερινό σκοτάδι. Κάπου κοντά τους θα ήταν σίγουρα πλαγιασμένοι και οι καβαλάρηδες. Η Νολβέν ένοιωσε καυτά τα δάκρυα να κυλούν πάνω στα μάγουλά της βρέχοντας το πηγούνι της, σταλάζοντας πάνω στις γούνες. Ο άρχοντάς της όχι μονάχα δεν είχε αποδεχτεί την προσφορά του φαγητού, είχε ακόμα αποφύγει να πλησιάσει τη φωτιά που όλοι οι άλλοι κάθονταν. Να ήταν αιτία η πρωινή άρνησή της, να ταξιδέψει μαζί του πετώντας με τον δράκο του; Τον είχε μήπως προσβάλει; Ή μήπως έφταιγε, το ότι επιθυμούσε να απομονωθεί παρέα με τον άλλον δρακοκαβαλάρη; Η Νολβέν δεν θα μπορούσε να εξηγήσει την απότομη συμπεριφορά του Μέρταγκ, μιας και ποτέ πιο πριν δεν της είχε μιλήσει απότομα και πάντοτε είχε συμπεριφερθεί με μεγάλη ευγένεια.
Η κοπέλα στέναξε σφουγγίζοντας με την παλάμη του χεριού το δάκρυ. Οι ώρες της προηγούμενης βραδιάς, όλες αυτές που είχε περάσει μαζί με τους γονείς και τους κατοίκους του χωριού τους στα δωμάτια του δρακοκαβαλάρη και γύρω από το τραπέζι του φάνταζαν τόσο μακρινοί στην ευαίσθητη κόρη. Έστρεψε λυπημένη στο άλλο της πλευρό, κοιτάζοντας προς τα κάρβουνα της φωτιάς που λίγο-λίγο έσβηναν. Το κρύο γύρω της γινόταν αισθητό, όμως αυτό ελάχιστα την απασχολούσε. Το μέλημά της όλο ήταν να ανακαλύψει την αιτία, που ο άρχοντάς της είχε για πρώτη του φορά αρνηθεί την προσφορά και πρόσκλησή της. Γοργά αποφάσισε ότι εκείνος σε τίποτε δεν έφταιγε. Το λάθος ήταν ολοσχερώς δικό της, που το ίδιο εκείνο πρωινό πριν ξεκινήσουν τον προσέβαλε. Ποτέ πιο πριν ο άρχοντάς της Μέρταγκ δεν είχε καταδεχτεί να μοιραστεί την θέση του στις πλάτες του δράκου με κάποιον από τους κατοίκους της μικρής κοινότητάς τους. Την πρώτη και μοναδική φορά που το είχε κάνει, συνάντησε την αγενέστατη άρνησή της. Ο λόρδος πατέρας της είχε αποφύγει να επιπλήξει την άξεστη συμπεριφορά της μπροστά σε όλους, σίγουρα όμως το επεφύλασσε γι' αυτήν, όταν θα επέστρεφαν στο σπίτι τους. Η Νολβέν μπορούσε να φανταστεί ακόμα και το αποδοκιμαστικό βλέμμα της λαίδης Λίντα, όταν θα μάθαινε την άτοπη συμπεριφορά της κόρης της. Αχ, η ανόητη, τι είχε κάνει; Αφού δεν ήταν άξια να προσφέρει λίγη ευγένεια στον άρχοντα προστάτη τους, τον πάντοτε καλότροπο και καταδεκτικό μαζί τους, πώς ήταν δυνατόν να ισχυρίζεται ότι τον θαυμάζει απεριόριστα, ακόμα και ότι ίσως τον… αγαπά;
Η νεαρή κοπέλα, σκέπασε τελείως το πρόσωπο και το κεφάλι της για να μην φαίνονται τα δάκρυά της και αναλύθηκε σε βουβούς λυγμούς, που έβγαιναν κατ' ευθείαν από την καρδιά της. Το να νοιώθει διαρκώς την παρουσία του δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ τόσο κοντά της, ταυτόχρονα και τόσο μακριά απ' αυτήν, ήταν μαρτύριο ούτως ή άλλως γι' αυτήν αβάσταχτο. Το να πιστεύει ότι είχε προσβάλει εκείνον και τον δράκο του, φάνταζε στο μυαλό της έγκλημα μεγάλο, κάτι σαν προδοσία προς το πρόσωπό του.
Αποκαμωμένη καθώς ήταν από τους κόπους της ημέρας, το σιωπηλό της κλάμα λίγο-λίγο την νανούρισε. Προτού βρεθεί στο κατώφλι του ύπνου, επέτρεψε στην απελπισία της να παρηγορηθεί από πιο αισιόδοξες σκέψεις. Κατά την ερχόμενη ημέρα όφειλε να φροντίσει να τα αλλάξει όλα προς το καλύτερο. Θα έπρεπε να βρει τον τρόπο, να πλησιάσει και πάλι τον άρχοντά της, να εξιλεωθεί για την προσβολή της προς αυτόν. Ο άρχοντας Μέρταγκ υπεράσπιζε την ασφάλεια όλων τους κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους. Χωρίς τη βοήθεια τη δική του και του δράκου του θα ήσαν χαμένοι. Το τελευταίο που θα έπρεπε να κάνουν, θα ήταν να γίνονται αντιπαθητικοί και προσβλητικοί προς τον ευεργέτη. Πάνω όμως από όλα, η Νολβέν δεν θα άντεχε συναισθηματικά άλλη απόρριψή του, χωρίς ο συναισθηματικός της κόσμος να θρυμματιστεί σε κομμάτια.
"Εκεί κάτω!" Η φωνή του Έραγκον ακούστηκε ενθουσιώδης. Ήταν ο πρώτος που είχε ανακαλύψει ότι εδώ και ώρα έψαχναν, με τους δράκους να πετούν όσο πιο χαμηλά μπορούσαν πάνω από τη γη ανιχνεύοντας την έρημη πεδιάδα. Το άγονο, παγωμένο και πετρώδες έδαφος είχε εδώ και λίγες ώρες αντικατασταθεί από μπαλώματα ξεραμένου χόρτου, που πρόβαλαν εδώ κι εκεί ανάμεσα απ' τον πάγο. Ο πρώτος σκεβρωμένος θάμνος φάνηκε να τεντώνει τα στρεβλά κλαδιά του ανάμεσα σε τούτη την άσημη βλάστηση. Τριγύρω από αυτόν ξεχώρισαν κι άλλοι, μαύρες σκιές νεκρές δίχως καρπούς ή φύλλα, καμένοι από το χιόνι. "Οι πρώτοι θάμνοι!" αναφώνησε ο νεώτερος αδελφός οδηγώντας τη Σαφίρα του να προσγειωθεί στη γη κοντά στο εύρημά του.
Η ομάδα των κυνηγών είχε απομείνει πολύ πίσω, κουρασμένοι καθώς βάδιζαν σκυφτοί καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας. Κόντευε πια το σούρουπο και τα μουντά σύννεφα είχαν κατέβει χαμηλά σκεπάζοντας την πεδιάδα, καλύπτοντας το χλωμό φως ενός ήλιου που φάνταζε να μην έχει ανατείλει καν. Ο Έραγκον με τη Σαφίρα και ο Μέρταγκ με τον Θορν είχαν προσπεράσει την ομάδα ελέγχοντας για ανεύρεση ξυλείας. Ακόμα ήλπιζαν, ότι θα κατάφερναν να συναντήσουν και κάποια μικρή ομάδα από άλκες, που είχε ίσως ξεστρατίσει από τις παρυφές του δάσους. Αν ήταν τόσο τυχεροί, όχι μονάχα οι δράκοι τους θα τρέφονταν, αλλά κι αυτοί οι ίδιοι.
Ο Μέρταγκ οδήγησε τον Θορν να προσγειωθεί κοντά στη Σαφίρα. Με μία κίνηση γοργή ξεπέζεψε και τέντωσε τα μέλη του να ξεμουδιάσουν. Τριγύρω του ο κόσμος είχε αρχίζει να σκοτεινιάζει και ομίχλες κάλυπταν γοργά την πεδιάδα. "Πολύ φοβάμαι, ότι οι άνθρωποι του χωριού θ' αναγκαστούν απόψε να μοιραστούν το λίγο φαγητό τους και μαζί μας" δήλωσε. "Οι δράκοι θα μπορούσαν ίσως να πετάξουν μακρύτερα, να κυνηγήσουν, αυτό όμως θα σήμαινε ότι εμείς οι δύο θα έπρεπε να επιστρέψουμε στην ομάδα των κυνηγών με τα πόδια." Το ύφος του δρακοκαβαλάρη δήλωνε, ότι αυτό το τελευταίο ήταν κάτι που δεν θα του άρεσε καθόλου. "Αφού μέχρι τώρα δεν συναντήσαμε κάποια ομάδα ελαφιών, οι πιθανότητες να υπάρχουν εδώ γύρω είναι ελάχιστες."
"Τουλάχιστον δεν θα επιστρέψουμε στην ομάδα των κυνηγών με άδεια χέρια. Μπορούμε τουλάχιστον να τους τροφοδοτήσουμε με λίγα ξύλα." Ο Έραγκον είχε αρχίσει ήδη να χρησιμοποιεί την λεπίδα του Μπρίσινγκρ για την επίπονη δουλειά του να κόψει τα αγκαθωτά κλαδιά των θάμνων. Η Σαφίρα πλάι του παρατηρούσε τις κινήσεις του καβαλάρη της με ενδιαφέρον.
Τέλος η δράκαινα έχωσε τα γαμψά νύχια της στη γη, ξεριζώνοντας όλο τον ξυλώδη βλαστό με μία απότομη κίνησή της. "Έτσι είναι πιο εύκολο, μικρούλη."
"Σ' ευχαριστώ, γλυκιά μου Σαφίρα. Χωρίς εσένα τι θα έκανα;" παραδέχτηκε ο Έραγκον.
"Θα τα κατάφερνες μία χαρά. Γιατί όμως να κοπιάζεις, αφού έχεις εμένα;"
Κύματα αγάπης έλουσαν τη δράκαινα προερχόμενα από το νου και την καρδιά του καβαλάρη. Πλάι του ο Μέρταγκ και ο Θορν είχαν βαλθεί να ξεριζώσουν και άλλους θάμνους. Τουλάχιστον τη νύχτα αυτή θα είχαν ξύλα για να κάψουν. Θα μπορούσαν να μοιραστούν την συντροφιά των κυνηγών γύρω από τη φωτιά της κατασκήνωσης, μία κούπα με ζεστό φαΐ, λίγη κουβέντα.
Το σκοτάδι είχε σκεπάσει για τα καλά την πεδιάδα όταν επέστρεψαν, η λάμψη της φωτιάς να οδηγεί τα φτερά των δράκων προς την κατασκήνωση που οι άνθρωποι είχαν ήδη στήσει. Η μυρωδιά του φαγητού έφτασε μέχρι τα ρουθούνια του Έραγκον και ένοιωσε το στόμα του να υγραίνεται. Το στομάχι του ήδη γουργούριζε από την πείνα.
"Δεν μου έρχεται καλά, να τρώω εγώ κι εσύ μονάχα να κοιτάς, Σαφίρα."
"Θα είμαι μια χαρά, μικρούλη. Εγώ και ο Θορν είμαστε δράκοι. Οι δράκοι έχουμε αποθέματα στο σώμα μας κι αντέχουμε την πείνα" του είπε εκείνη. "Επίσης μην ξεχνάς, ότι σε δύο μέρες πορεία θα έχουμε βρεθεί κοντά στο δάσος των ξωτικών, όπου σίγουρα θα υπάρχουν πολλά θηράματα, για να κορέσουμε την πείνα μας."
Με βαριά πατήματα οι δύο δράκοι ακολούθησαν τους καβαλάρηδες στην περιφέρεια της κατασκήνωσης των ανθρώπων. Η παρουσία τους προκάλεσε τη σιωπή στην πολύβουη συντροφιά και όλοι έριξαν προς την μεριά τους ανήσυχες ματιές. Όταν όμως τα ξύλα από τους θάμνους ξεφορτώθηκαν, οι κυνηγοί έσπευσαν να τους καλοδεχτούν κοντά τους.
Ο άρχοντας Φιόρν ήταν ο πρώτος που είχε σηκωθεί από τη θέση του, αρχίζοντας τις διαρκείς, επίπονες για τη μέση υποκλίσεις. "Ευγενικοί άρχοντες και γενναίοι δράκοι, ευαρεστηθείτε, παρακαλώ, να μοιραστείτε μαζί μας τη ζέστη της φωτιάς μας. Το φαγητό μας, που η ίδια η θυγατέρα μου επιμελήθηκε, θα είναι πολύ σύντομα έτοιμο."
Με τα λόγια του λόρδου Φιόρν, ο Έραγκον παρατήρησε την ολοφάνερη δυσφορία του Μέρταγκ. Τα φρύδια του αδελφού του έσμιξαν, το βλέμμα σκοτείνιασε και τα χείλη σφίχτηκαν με θυμό. Παρ' όλα αυτά, παρέδωσε την ξυλεία στα χέρια του κοντινότερου σ' αυτόν άντρα και κάθισε δίχως αντίρρηση στη θέση που ο λόρδος Φιόρν υποδείκνυε.
Ο Έραγκον ένευσε ευγενικά στον λόρδο. "Ευχαριστούμε, άρχοντα, για την πρόσκληση, την οποία με χαρά αποδεχόμαστε" αποκρίθηκε στις φιλοφρονήσεις του Φιόρν. Ταυτόχρονα ρίχνοντας μια ματιά προς το μέρος των δράκων, που είχαν βολευτεί σε κοντινή απόσταση γύρω από την κατασκήνωση, γέλασε μέσα του με τη σκέψη, ότι ο λόρδος του Γκίλ'ιντ έθετε το μικρό τσουκάλι με το λίγο φαγητό της ομάδας του στη διάθεση της Σαφίρα και του Θορν. Έτσι όπως είχε διατυπώσει την πρόσκλησή του, η προσφορά περιελάμβανε και τους δράκους.
"Να του πεις, ότι εμείς οι δύο θα γευματίσουμε άλλη φορά" δήλωσε η Σαφίρα συμμεριζόμενη και αυτή την ευθυμία του καβαλάρη της. "Εκτός εάν η προσφορά του περιλαμβάνει κάποιο βαρέλι μπύρα, όπως εκείνη των νάνων."
Ο Έραγκον κάθισε στο πλευρό του Μέρταγκ, ενώ ο λόρδος Φιόρν βολεύτηκε και πάλι πάνω στις γούνες του στην απέναντι από αυτούς μεριά της φωτιάς. Ανάμεσά τους το τσουκάλι που σιγόβραζε συνέχισε να σκορπίζει γύρω του τις ευωδιαστές μυρωδιές του. Η νεαρή κόρη του λόρδου, η Νολβέν, πλησίασε δειλά με μια μικρή υπόκλιση προς τη μεριά τους, ρίχνοντας μέσα στο βραστό της κάποιο βότανο που θα νοστίμευε το περιεχόμενο της χύτρας περισσότερο. Ο Έραγκον ανασηκώθηκε χαμογελώντας της γλυκά, πρόσεξε όμως δίπλα του τον Μέρταγκ να παραμένει βλοσυρός, με το βλέμμα του αποκλειστικά στραμμένο πάνω στις φλόγες της φωτιάς. Κάποιος από τους κυνηγούς βιάστηκε να προσθέσει λίγη από την ξυλεία του θάμνου τριγύρω από το τσουκάλι και η φωτιά ζωήρεψε. Σύννεφα μαύρου καπνού υψώθηκαν προς τα επάνω και σπίθες ξεπήδησαν, που παρασύρθηκαν από τον άνεμο.
"Παρακαλώ, μην δυναμώνετε ακόμα τη φωτιά" παρατήρησε η ωραία κόρη. "Το σιγανό βράσιμο ίσως αργήσει για λίγη ώρα ακόμα το φαγητό μας, στο τέλος όμως αυτό θα είναι νοστιμότερο." Κατόπιν η Νολβέν αποσύρθηκε κοντά στην υπηρέτριά της, για να φροντίσουν για τα σκεύη αραδιάζοντας κούπες, γαβάθες και κουτάλια επάνω σε ένα απλωμένο στη γη δέρμα.
Ο Έραγκον δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί, ότι με την πείνα που είχαν, ότι και να έβγαινε από το τσουκάλι της Νολβέν σίγουρα θα το κατανάλωναν με ευχαρίστηση μεγάλη. Ο Μέρταγκ πλάι του στράφηκε προς την μεριά του, σαν να προκαλούσε αυτόν να αρχίσει μία συζήτηση. Ο λόρδος Φιόρν φαινόταν έτοιμος να ανταποκριθεί με ένα ακόμα κύμα από αυλικές ευγένειες. Η φωνή όμως που ακούστηκε δεν ήταν η δική του, αλλά του Γιάν Σβένσον.
"Άρχοντα δρακοκαβαλάρη, σε πόση περίπου απόσταση από την κατασκήνωση συνάντησες αυτούς τους θάμνους;" ρώτησε ο Γιάν ξεφορτώνοντας από την χειράμαξα ένα δεμάτι δέρματα και γούνες. Ο αξιωματικός από το Γκίλ'ιντ ήταν άντρας πρακτικός. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να υπολογίσει τον χρόνο που απέμενε μέχρι την εύρεση τροφής. Όσα έβραζαν τη στιγμή εκείνη μέσα στο τσουκάλι τους, ήσαν τα τελευταία από τα εφόδιά τους. Ακόμα κι αν θα ήταν δυνατόν να φυλαχτούν κάποια υπόλοιπα από το σημερινό τους δείπνο, αν μέχρι αύριο την ίδια ώρα δεν εύρισκαν κυνήγι, μονάχα οι δύο γυναίκες και ο άρχοντας Φιόρν θα έτρωγαν.
"Αν ξεκινήσουμε πολύ πρωί μόλις θα ξημερώσει, θα χρειαστεί ίσως μισής ημέρας ταξίδι με τα πόδια έως εκεί." Για πρώτη φορά ακούστηκε η βαριά φωνή του Μέρταγκ, δύσθυμη και διανθισμένη με άκεφο εκνευρισμό. Σε άλλες εξορμήσεις τους είχαν συναντήσει μικρές αγέλες, ή κάποια παραστρατημένα ζώα, που το κρέας και του ενός από αυτά θα αρκούσε για να τραφεί η ομάδα για δύο ημέρες. Απόψε, παρ' όλο που είχε αφήσει τις αισθήσεις του να πλανηθούν στην απόσταση, είχε σταθεί αδύνατον να νοιώσει άλλη ζωή εκτός από τη δική τους και των δράκων τους. Αν ήταν τυχεροί, τα μέλη της ομάδας που βάδιζε στο έδαφος ίσως μέχρι το ερχόμενο σούρουπο θα συναντούσαν κάποιους βολβούς ή τρυφερές ρίζες. Αλλιώς… Ο Μέρταγκ ένοιωθε δυσάρεστα. Τον εκνευρισμό του από την παρουσία του άρχοντα Φιόρν, και τις πονηριές που αυτός μηχανευόταν, συνδαύλιζε το ότι δεν ήταν σε θέση να προσφέρει κάτι τόσο χρειώδες στους ανθρώπους που βρίσκονταν κάτω από την επίβλεψή του.
Η Νολβέν πλησίασε και πάλι το τσουκάλι με χαμηλωμένα στη γη τα μάτια και βάλθηκε να ανακατεύει το περιεχόμενό του με μια ξύλινη κουτάλα. Ο Έραγκον είδε τον Μέρταγκ να κρατά επιδεικτικά το βλέμμα μακριά της, η ράχη του αλύγιστη, τα χείλη σφιγμένα. Έπιασε όμως τη ματιά του λόρδου Φιόρν να στρέφεται από την κόρη προς τον δρακοκαβαλάρη και πάλι πίσω, κατόπιν να γυρίζει όλο ενδιαφέρον προς τη μεριά του παρατηρώντας τον εξεταστικά. Παρά το ευγενικό του βλέμμα, στα βάθη των ματιών αυτών ο Έραγκον μπορούσε να διαισθανθεί σχέδιο και συνομωσία. Κάτι προφανώς εξυφαινόταν μέσα στο έξυπνο και πονηρό μυαλό του λόρδου, κάτι που ο Μέρταγκ μάλλον είχε υποπτευθεί. Ο Έραγκον σημείωσε με το νου του να συζητήσουν με τον αδελφό του σχετικά αργότερα.
"Δεν μου αρέσει ο άνθρωπος αυτός, μικρούλη" παρατήρησε επηρεασμένη από τις σκέψεις του η Σαφίρα. "Να τον προσέχεις!"
"Αυτό ακριβώς προτίθεμαι να κάνω, γλυκιά μου Σαφίρα" συμφώνησε κι ο Έραγκον μαζί της.
"Μέρταγκ, μην είσαι υπερβολικός στις εκδηλώσεις δυσαρέσκειας" μάλωσε ο Θορν τον καβαλάρη του. "Το κορίτσι του λόρδου Φιόρν δεν φταίει σε τίποτε, αν ο πατέρας της είναι δολοπλόκος. Επιπροσθέτως ο Έραγκον και η Σαφίρα έχουν αντιληφθεί τη απαρέσκειά σου. Θέλεις να δημιουργηθούν καχυποψίες προς αυτούς τους ανθρώπους και τριβές ανάμεσά σας;"
Ο Μέρταγκ άκουσε τα λόγια του Θορν λαμβάνοντάς τα σοβαρά υπ' όψιν του. Ο κόκκινος δράκος είχε δίκιο, όπως πάντα. Ο καβαλάρης του δεν ήθελε να είναι αυτός αιτία, να διαλυθεί το όνειρό του να ταξιδέψουν προς τη γη των δράκων. Ρίχνοντας μία καθησυχαστική ματιά προς τη μεριά του ο Μέρταγκ χαλάρωσε. Από την προηγούμενη ημέρα που ξεκίνησαν την πορεία τους είχε βαριά διάθεση, δίχως και ο ίδιος να μπορεί να εξηγήσει το γιατί. Στο να δημιουργήσει τεταμένη ατμόσφαιρα ανάμεσα στον ίδιον και τους άλλους, δεν θα εύρισκε εκεί τη λύση στους φόβους και ανησυχίες του. Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ημερών η σκέψη του είχε στραφεί πολλές φορές στη Ναζουάντα και σε μία πιθανή συνάντηση μαζί της, όταν και αν οι άνθρωποι που είχε πέντε χρόνους κάτω από την κηδεμονία του θα μπορούσαν να εγκατασταθούν και πάλι στο βασίλειό της. Πώς θα εξελισσόταν μια επαφή του με την καινούρια βασίλισσα; Τι επιπτώσεις θα είχε η επαφή αυτή επάνω στον ψυχισμό του;
"Ζήσαμε μόνοι, εσύ κι εγώ, για αρκετό διάστημα" συμπλήρωσε τις σκέψεις του ο Θορν. "Θα πρέπει να επιτρέψουμε πια στους εαυτούς μας να κάνουν όνειρα, να σχεδιάσουν για το μέλλον αφήνοντας πίσω την αυτοτιμωρία."
Ο Μέρταγκ δεν μπόρεσε να μην συμφωνήσει μαζί του.
Ο Γιάν Σβένσον και κάποιοι ακόμα από τους άντρες του ενώθηκαν με όσους κάθονταν ήδη γύρω από τη φωτιά. Η μυρωδιά του φαγητού συνέχισε να ξεχύνεται ευωδιαστή από το τσουκάλι κι όλων τα μάτια παρατηρούσαν τις κινήσεις των δύο γυναικών γεμάτα ελπίδα. Μια πεινασμένη σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Η κούραση της ολοήμερης πορείας συνέβαλε στη βαριά τους διάθεση. Ο χρόνος μάκρυνε και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν το τριζοβόλημα της φωτιάς, που κατάκαιγε το ξύλο. Ένα περιστασιακό βήξιμο ή βογκητό πόνου επέτεινε την αναμονή.
Τέλος η Νολβέν επέστρεψε στη φωτιά, για να δοκιμάσει διακριτικά τα αποτελέσματα της μαγειρικής της. Σαν έγνεψε στην υπηρέτρια ν' αρχίσει να φέρνει τις αδειανές γαβάθες για να γεμίσουν, στενάγματα ανακούφισης ακούστηκαν. Στον Έραγκον δεν διέφυγε, ότι η πρώτη γαβάθα με φαγητό που σερβιρίστηκε προσφέρθηκε από τα χέρια της Νολβέν στον Μέρταγκ. Δεν του διέφυγε επίσης, ότι ο αδελφός του αποδέχτηκε την προσφορά καρφώνοντας τα μάτια του μέσα στα δικά της, αργοπορώντας να τραβήξει προς τη μεριά του το κύπελλο από τα χέρια της, αφήνοντας τα δάχτυλά τους να αγγίζονται για κάποιες στιγμές. Όταν σιωπηλά την ευχαρίστησε, τα μάγουλα της κόρης ήταν κατακόκκινα.
Ο Έραγκον δέχτηκε δεύτερος το φαγητό του, ενώ την ευχαρίστησε χαμογελώντας της εγκάρδια. Το μόνο άλλο πρόσωπο που σερβίρισε η Νολβέν ήταν ο ίδιος ο πατέρας της. Κατόπιν κάθισε σιμά του αφήνοντας την υπηρέτρια να συνεχίσει να μοιράζει το φαγητό των ανδρών μέσα στις γαβάθες. Όσο αναλογούσε στον καθένα τους δεν ήταν βέβαια αρκετό, για να κορέσει την τόση πείνα και να καταπραΰνει τους κόπους της ημέρας. Ο Έραγκον όμως και όλοι οι άλλοι θα έπρεπε να παραδεχτούν, ότι ήταν νοστιμότατο.
Μόλις τελείωσαν το φαγητό τους, η Νολβέν βάλθηκε να μαζεύει και πάλι τις γαβάθες και να τις παραδίδει στην υπηρέτριά της για να καθαριστούν. Η ώρα των συζητήσεων γύρω από τη φωτιά είχε φτάσει. Ο πρώτος που πήρε το λόγο ήταν ο λόρδος Φιόρν.
"Άρχοντες δρακοκαβαλάρηδες, ποια η εκτίμησή σας για την εύρεση ζώων για το κυνήγι μας" ρώτησε τον Μέρταγκ και τον Έραγκον. "Μήπως, κατά την ώρα που πετούσατε με τους μεγαλόπρεπους δράκους σας, αντιληφθήκατε κάποια αγέλη εδώ κοντά; Υπάρχει ίσως περίπτωση να ανακαλύψουμε αύριο κάποιο άλλο είδος τροφής; Τα εφόδια που είχαμε φέρει μαζί μας τελείωσαν και αν δεν κατορθώσουμε να τα ανανεώσουμε με άλλα, μας περιμένουν δύσκολες ώρες."
Κάποιοι από τους υπόλοιπους άντρες συμφώνησαν με τα λόγια του άρχοντά τους. Οι κυνηγοί δεν είχαν θελήσει να στερήσουν τους κατοίκους του χωριού από αναγκαίες προμήθειες, απαραίτητες για εκείνους, όσο αυτές των δύο ημερών. Ότι είχαν φέρει μαζί τους είχε ήδη καταναλωθεί. Η ανησυχία όλων τους ήταν πασίδηλη. Στρέφονταν τώρα με ελπίδα και προσμονή στους δύο δρακοκαβαλάρηδες, που ήταν οι μόνοι που είχαν ταξιδέψει σε αρκετή απόσταση μπροστά. Αυτοί οι δύο ήταν άλλωστε και οι μοναδικοί προμηθευτές ξυλείας, χάρις στην οποία μπορούσαν τώρα να απολαύσουν λίγες ακόμα ζεστές ώρες κοντά στη φωτιά της κατασκήνωσης.
"Δεν συναντήσαμε κάποια αγέλη, ούτε και ζώα μεμονωμένα, τουλάχιστον όχι μέχρι την απόσταση που ταξιδέψαμε. Ούτε και νοιώσαμε να υπάρχουν κάποια εκεί κοντά" δήλωσε ο Μέρταγκ. "Η νύχτα έπεφτε γοργά, ομίχλες είχαν σηκωθεί από το έδαφος και το σκοτάδι θα κάλυπτε σύντομα την πεδιάδα. Έπρεπε να επιστρέψουμε κοντά σας."
"Είμαι απόλυτα πεπεισμένος, ότι πριν από το σούρουπο της αυριανής ημέρας θα έχουμε σταθεί πιο τυχεροί" πήρε τον λόγο ο Έραγκον. "Κάποιο είδος τροφής θα πρέπει να έχει βρεθεί."
Ο Μέρταγκ δεν συμμεριζόταν την αισιοδοξία του αδελφού του. "Αμφιβάλω" είπε, η αντίρρηση να χρωματίζει τον τόνο της φωνής του. "Η πρόσφατη κακοκαιρία έκανε προφανώς τα ζώα που συνήθως περιφέρονται στην περιοχή, να ζητήσουν καταφύγιο νοτιότερα. Η προσέγγισή μας στο δάσος των ξωτικών θα είναι αναπόφευκτη."
Τα λόγια του προκάλεσαν χαμηλόφωνα σχόλια μεταξύ των κυνηγών. Και άλλες φορές είχαν κυνηγήσει κοντά στα δάση των ξωτικών, είχαν ακόμα τολμήσει να προσπελάσουν τις παρυφές τους στήνοντας ξόβεργες για τα πουλιά, παγίδες για μικρά αγρίμια, μαζεύοντας ρίζες και καρπούς από τα αιωνόβια δέντρα. Όλες τις φορές είχαν ρισκάρει το να εμπλακούν σε κάποια αψιμαχία με οπλισμένες περιπόλους των ξωτικών που ίσως συναντούσαν. Απλά και μόνο είχαν σταθεί τυχεροί ως τώρα. Αν εύρισκαν πιο πριν κάποια αγέλη, να κυνηγήσουν τα ζώα που χρειάζονταν για τροφή, θα ήταν πολύ πιο ήσυχοι για την ασφάλειά τους.
Κανένας δεν αμφισβήτησε τα λόγια του προστάτη τους δρακοκαβαλάρη, ούτε και αναθάρρησε με την αισιοδοξία του μέχρι προχθές αντιπάλου τους. Η δύσκολη ζωή που είχαν βιώσει τα τελευταία πέντε χρόνια στην εξορία του βορρά, είχε κάνει αυτούς τους ανθρώπους προσεκτικούς και καχύποπτους. Κουβέντιασαν χαμηλόφωνα για τους φόβους τους, μη θέλοντας να δείξουν στον ξένο δρακοκαβαλάρη τις ανησυχίες τους, με μάτια κατεβασμένα και σκυθρωπά πρόσωπα. Αν η πληροφορία ήθελε κάποια αγέλη κάπου κοντά τους, αυτοί οι άντρες θα άντεχαν να βαδίσουν ακόμα και μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, φτάνει να έφταναν στον σκοπό τους. Το φάσμα την πείνας πλανιόταν τώρα ανάμεσά τους, του κινδύνου για τις ζωές τους επίσης.
Μονάχα η Νολβέν, από το πλευρό του πατέρα της όπου καθόταν, είχαν στρέψει τα όμορφα μάτια της πάνω στον Μέρταγκ παρακολουθώντας με προσήλωση τα λόγια και τις κινήσεις του, αφήνοντας τις αισθήσεις της να γεμίσουν με τη μορφή του. Ο άρχοντάς της είχε δεχθεί απόψε να γευτεί από το φαγητό της, να βρίσκεται κοντά της, κάνοντάς την ευτυχισμένη. Η θλίψη της προηγούμενης νύχτας είχε ήδη περάσει. Η φλόγα, που αυτή τη στιγμή έκαιγε ζεσταίνοντάς την, ήταν προσφορά δική του από τα ξύλα των θάμνων που ανακάλυψε στις ερημιές και τα μετέφερε μέχρι εκεί για τους ανθρώπους του. Η κοπέλα θαύμαζε τον σίγουρο λόγο του, τις απλές κινήσεις του, ακόμα την γενναιότητα και την τετράγωνη λογική του. Ενώ όλοι οι άλλοι έδειχναν να ανησυχούν για μια συνάντησή τους με πολεμιστές των ξωτικών, αυτός παρέμενε ψύχραιμος, απόλυτα προετοιμασμένος για ό,τι ίσως επακολουθούσε.
Με τις οξυμένες αισθήσεις της ακοής του ο Έραγκον άκουσε τους άντρες να δυσανασχετούν για μια πιθανή συνάντησή τους με ξωτικά. Για τον ίδιον, που είχε συνηθίσει να ζει μαζί με τους ωραίους κατοίκους των δασών, έμοιαζε παράξενος αυτός ο φόβος. Ο Έραγκον κατανοούσε τις ανάγκες των κυνηγών να σκοτώσουν τα ζώα για να τραφούν, ακόμα και για το ότι έπρεπε να θρέψουν τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού τους με αυτό το κρέας. Και ο ίδιος, θυμόταν, όταν ήταν νεώτερος καταλάβαινε την ανάγκη της δικής του οικογένειας για το κρέας του κυνηγιού που αναζητούσε στα δάση της Ραχοκοκαλιάς. Από την άλλη όμως, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα, ότι τα ξωτικά απεχθάνονταν τον θάνατο των αθώων ζώων που ζούσαν στην επικράτειά τους.
"Θέλω να σας διαβεβαιώσω, ότι ακόμα και αν ο δρόμος σας συναπαντηθεί με αυτόν των ξωτικών, κίνδυνος κανένας για εσάς δεν υφίσταται" τους διαβεβαίωσε. Προτίθεμαι να μεσολαβήσω υπέρ σας, ώστε οι πολεμιστές τους να μην επιτεθούν εναντίων σας."
"Ο άρχοντάς μας Μέρταγκ πάντοτε φροντίζει να μας προφυλάξει, δρακοκαβαλάρη" αποκρίθηκε κάπως ψυχρά ο Γιάν Σβένσον. "Δεν θα είναι η πρώτη μας φορά, που πλησιάζουμε το δάσος των ξωτικών. Κι εσείς, άντρες," αυτή τη φορά αποτάθηκε στους στρατιώτες του " σταματήστε να ανησυχείτε τόσο. Είμαστε δυνατοί και οπλισμένοι. Ό,τι κι αν τύχει, πρόκειται να πουλήσουμε πολύ ακριβά τις ζωές μας" τους εμψύχωσε. Ο Γιάν δεν είχε σκοπό να εμπιστευθεί έναν ξένο. Μονάχα τον εαυτό του, τους άντρες του και τον δρακοκαβαλάρη Μέρταγκ εμπιστευόταν.
Ο λόρδος Φιόρν όμως βρήκε την ευκαιρία που τόση ώρα περίμενε, για να κολακέψει τον ξένο δρακοκαβαλάρη. "Ω, άρχοντά μου, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι η γενναιότητά σου
θα προστατέψει όλους εμάς, που με ευπείθεια αφηνόμαστε κάτω από τον μανδύα της προστασίας σου. Είναι αμείλικτοι οι πολεμιστές των ξωτικών, αλλά κι εσύ είσαι κραταιός και δυνατότερος απ' όλους τους." Λέγοντας έτσι ο πονηρός γέρος έριξε μια κλεφτή ματιά προς τη μεριά του Μέρταγκ, να δει τι εντύπωση είχαν κάνει σ' αυτόν τα λόγια του. Σκοπός του ήταν να κολακέψει μεν τον Έραγκον, όχι όμως και να προσβάλει τον Μέρταγκ, γι' αυτό βιάστηκε να προσθέσει. "Και οι δύο σας είστε άρχοντες κραταιοί και είναι μεγάλη μας τύχη και τιμή υπέρτατη, να βρισκόμαστε εγώ, η θυγατέρα και οι άνθρωποί μου κάτω από την προστασία σας."
Μόλις τα λόγια αυτά ειπώθηκαν, προς μεγάλη θλίψη της Νολβέν, ο Μέρταγκ σηκώθηκε έτοιμος να αποχωρήσει. Η βραδιά γύρω από τη φωτιά είχε γι' αυτόν τελειώσει και όσα έπρεπε να ειπωθούν είχαν ειπωθεί ήδη. Με μια ματιά που έριξε στον Έραγκον, τον παρακίνησε να ακολουθήσει. Δεν σκόπευε να αφήσει τον αδελφό του να επηρεάζεται από τη γλοιώδη κολακεία του λόρδου Φιόρν. Ευχαριστώντας την Νολβέν για το γεύμα με λόγια απλά, κατευθύνθηκε προς τη μεριά που η Σαφίρα και ο Θορν περίμεναν.
(συνεχίζεται)
