Όπου ο Μέρταγκ μαζί με τον Θορν κυνηγούν και η ομάδα των ανθρώπων απολαμβάνει ένα πλούσιο γεύμα γύρω από τη βραδινή φωτιά της κατασκήνωσης.
Βορράς
Κεφάλαιο 30
"Μείνε εσύ κοντά τους, Έραγκον, να επιτηρείς και να προσέχεις. Ο Θορν κι εγώ θα προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε κάποιο ζώο για κυνήγι."
Ο Μέρταγκ πετούσε πάνω στις ρωμαλέες πλάτες του δράκου του, ενώ η ομάδα των κατοίκων του χωριού βάδιζε αργά στην έρημη πεδιάδα. Ακόμα και από την απόσταση που τους χώριζε, ο Μέρταγκ μπορούσε καθαρά να δει το πόσο ταλαιπωρημένοι φαίνονταν αυτοί οι άνθρωποι. Η πείνα είχε έρθει να προστεθεί στον κάματο της πορείας, ενώ στην χειράμαξα που έσπρωχναν και τραβούσαν – γεμάτη με όπλα, σχοινιά και παγίδες για τα ζώα – είχε προστεθεί και το βάρος του λόρδου Φιόρν, που αδυνατούσε πια να συνεχίσει να βαδίζει. Ακόμα και τα αποθέματά τους σε νερό κόντευαν να τελειώσουν, ώστε οι άντρες να έχουν αναγκαστεί να πιουν από λακκούβες γεμάτες χιόνι, που εύρισκαν συχνά-πυκνά συσσωρευμένο ανάμεσα στις πέτρες και φρόντιζαν να λιώνουν μέσα σε σκεύη και στα παγούρια τους.
Η απόσταση από τις παρυφές του δάσους των ξωτικών φάνταζε γι' αυτούς ακόμα μακρινή, ιδίως όταν οι δυνάμεις τους μοιραία λιγόστευαν λόγω της πείνας. Ο Μέρταγκ όμως ήταν σίγουρος, ότι προτού ακόμα πλησιάσουν ως εκεί, κάποιο κυνήγι θα βρισκόταν. Πολλές φορές κατά το παρελθόν είχαν πετάξει πιο μπροστά ο ίδιος και ο Θορν αναζητώντας θηράματα και πάντοτε με επιτυχία. Το ίδιο σκόπευαν να κάνουν και τώρα. Όλο και κάποιο αγρίμι θα είχε ξεστρατίσει από την αγέλη και τα δυνατά φτερά του δράκου μπορούσαν να φτάσουν στην περιοχή του ώρες πριν οι άνθρωποι από τη γη το πλησιάσουν. Με γεμάτα τα στομάχια τους οι κυνηγοί θα ήταν δυνατόν να βαδίσουν γρηγορότερα, να φτάσουν συντομότερα τα μέρη με πιο πλούσια βλάστηση, όπου ο βασανιστικός άνεμος της πεδιάδας θα κόπαζε και καθαρό νερό και ξυλεία θα υπήρχαν.
Ο κόκκινος δράκος ανέβηκε σε υψόμετρο. Τώρα οι άνθρωποι που βάδιζαν κατάκοποι φαίνονταν σαν μικροσκοπικές, γκρίζες κουκίδες πάνω στην απεραντοσύνη της πεδιάδας. Λευκά μπαλώματα χιονιού στόλιζαν το απέραντο καφέ-κίτρινο χρώμα του κοντού χορταριού, που ο λυσσαλέος άνεμος και η παγωνιά είχαν ξεράνει. Ο Θορν πέταξε τόσο ψηλά, μέχρι που ο Μέρταγκ ένοιωσε τον άνεμο να βουίζει στ' αυτιά του. Στα μάτια τους ακόμα και ο όγκος της Σαφίρα έδειχνε μικρός. Με την παρότρυνση του καβαλάρη ο δράκος ανέπτυξε ταχύτητα και πέταξε με όση δύναμη μπορούσαν να διαθέσουν τα φτερά του. Από το υψόμετρο που βρίσκονταν τα απέραντα δάση των ξωτικών φάνταζαν σαν μία σκουρόχρωμη, βελούδινη κουβέρτα που σκέπαζε με το μουντό της χρώμα τον ορίζοντα. Ο δρακοκαβαλάρης υπολόγισε ότι η ομάδα των κυνηγών θα χρειαζόταν τουλάχιστον δύο ακόμα ημερών πορεία, μέχρι να φτάσουν κοντά στις παρυφές τους.
Πετώντας σε αυτό το ύψος, δράκος και καβαλάρης μπορούσαν να ελέγχουν το πεδίο για κάποια κίνηση, αυτό και βάλθηκαν να κάνουν.
"Βρισκόμαστε ίσως πολύ ψηλά, για να μπορέσουμε να διακρίνουμε κάποιο πιθανό θήραμα. Ίσως εάν κατέβαινα λιγάκι;" Ο Θορν δεν διατηρούσε πολλές ελπίδες. Μέχρι ώρας, όση απόσταση και να είχαν καλύψει, δεν είχαν καταφέρει να διακρίνουν το παραμικρό να κινείται πάνω στην επιφάνεια της γης.
"Ίσως, αν πρόκειται για κάποια μικροσκοπικά θηράματα" συμφώνησε μαζί του ο Μέρταγκ. Εδώ και ώρα η ελπίδα του κυνηγού, που με υπομονή αναμένει σε καρτέρι, είχε αναπτερωθεί μέσα στην καρδιά του. "Κάποιο όμως μεγάλο ζώο, σίγουρα θα μπορούσαμε να το διακρίνουμε, ακόμα και από αυτό το ύψος. Έχω εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, Θορν. Ποτέ σου δεν με έχεις απογοητεύσει."
Ευχαριστημένος από τα παινέματα του εκλεκτού του, ο κόκκινος δράκος γουργούρισε χαρωπός. "Και όταν θα έχουμε ξεμπερδέψει από την υποχρέωσή μας σε όλους τους δίποδους, εσύ κι εγώ θα πάμε μόνοι μας για ένα μεγάλο κυνήγι, Μέρταγκ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας προς τον νότο, όταν θα πλησιάζουμε στους πρόποδες των μεγάλων βουνών, εκεί θα είναι μια περιοχή όπου θα βρίθει από θηράματα."
Η ικανοποίηση του δράκου ήταν τόση, ώστε να δοκιμάσει ένα απότομο στριφογύρισμα γύρω από τον εαυτό του κερδίζοντας φόρα και ορμώντας κάθετα προς το έδαφος, όπως θα έκανε ένα αρπακτικό γεράκι.
"Θορν! Συμπεριφέρσου!"
Η φωνή του Μέρταγκ δεν ήχησε ενοχλημένη μέσα στο μυαλό του συντρόφου της ζωής του, αλλά γεμάτη περηφάνια για τις εξαίρετες επιδόσεις του δράκου όσον αφορά το πέταγμα. Αλήθεια ήταν, ότι η ευχαρίστηση του Θορν γέμιζε και την δική του καρδιά με λαχτάρα για το μακρινό αυτό ταξίδι, η προοπτική του κυνηγιού επίσης. Προσπάθησε όμως να παραγκωνίσει την ελπίδα, αφού δεν ήταν ακόμα σίγουρος ότι τα σχέδιά τους θα ευοδώνονταν. Υπήρχαν πολλοί παράγοντες από τους οποίους εξαρτιόνταν το αν θα ακολουθούσαν τον Έραγκον και τη Σαφίρα στη γη των δράκων. Ο πρώτος από όλους ήταν ο ίδιος ο αδελφός του, που έπρεπε να μεσολαβήσει στη Ναζουάντα για όλους αυτούς τους ανθρώπους. Τι θα έκανε τότε η βασίλισσα; Θα συναινούσε στις παραινέσεις του παλιού της υπερασπιστή και συμμάχου;
Η Ναζουάντα… Ο Μέρταγκ έκλεισε για λίγο τα μάτια και συγκεντρώθηκε στην εικόνα του προσώπου της. Όχι όπως την θυμόταν – ταλαιπωρημένη μα πάντα περήφανη – κατά την τελευταία τους συνάντηση επάνω στις επάλξεις τις ακρόπολης την ώρα του ύστατου χαιρετισμού. Ούτε ακόμα και κατά τις στιγμές της μαύρης απελπισίας μέσα στην αίθουσα της προφήτισσας. Ο Μέρταγκ την φαντάστηκε όπως την είχε πρωτοδεί στο Φάρδεν Ντουρ, κατά την πρώτη της επίσκεψη μέσα στο δωμάτιο-κελί του. Λαχτάρησε να ξαναζήσει τις στιγμές αυτές, που η κόρη του Άτζιχαντ παρουσιάστηκε μπροστά του γεμάτη αποφασιστικότητα και χάρη. Γεμάτη περιέργεια να τον γνωρίσει – ίσως να είχε ακούσει τόσα για τον ίδιο τον Μόρζαν που η φρίκη της φαντασίας ξεπερνούσε – ήρθε αποφασισμένη να συνομιλήσει με τον γιο εκείνου, που από όλους χαρακτηριζόταν τέρας. Δεν είχε έρθει όμως η χαριτωμένη κόρη γεμάτη προκατάληψη για το άτομό του. Ήλθε σ' αυτόν μ' ευγένεια περισσή, γεμίζοντας με την αξιοπρέπεια και τη δροσιά της νιότης της το μουντό κελί του· μένοντας αρκετή ώρα πλάι του, κουβεντιάζοντας μαζί του. Και δεν είχε περιοριστεί σε μία και μοναδική φορά η επίσκεψή της. Είχε φροντίσει αρχικά να τον εφοδιάσει με παπύρους και βιβλία από την πλούσια βιβλιοθήκη των νάνων. Έμεσα όμως και μέσα από τις συζητήσεις τους τον είχε κάνει κοινωνό στο όραμα της ελευθερίας και μιας σπλαχνικότερης διοίκησης του αρχηγού των Βάρντεν. Η Ναζουάντα αγαπούσε και θαύμαζε τον πατέρα της – έναν πρότυπο πατέρα που αυτός ποτέ δεν είχε – ώστε να γεμίσει και τη δική του την καρδιά με ελπίδα. Όταν η ανάγκη το είχε καλέσει, έθεσε αποφασιστικά το σπαθί του και την πολεμική του δεξιότητα με τους επαναστάτες. Και θα είχε ευχαρίστως παραμείνει κοντά τους, πλάι στον αρχηγό τους και την χαριτωμένη θυγατέρα του, αν η μαύρη του μοίρα δεν είχε αποφασίσει αλλιώς.
"Είσαι ελεύθερος πια!" παρενέβη ο Θορν στις σκέψεις του εκλεκτού του, που είχαν ξεστρατίσει από την αρχική χαρά και κατευθύνονταν προς δυσάρεστα μονοπάτια. "Είμαστε ελεύθεροι και δύο, να πάμε όπου επιθυμούμε, να κάνουμε όσα μας αρέσουν."
"Αφού πρώτα εξασφαλίσουμε εκείνους που εξαρτώνται από εμάς, Θορν."
"Μπορείς πάλι να συναντήσεις την δύο-πόδια-σκούρο-δέρμα βασίλισσα, που τόσο εκτιμάς" επέμενε ο δράκος. Ήταν γι' αυτόν σπάνιο το να μοιράζεται στιγμές ευχάριστες από το παρελθόν του εκλεκτού του, γιατί σπάνιες υπήρξαν και οι στιγμές αυτές. Όταν συνέβαιναν, αποσκοπούσε στο να τις παρατείνει.
"Ίσως ναι. Ίσως όμως και όχι."
"Παρατηρώ κάποια κίνηση στην πεδιάδα!" Το κοφτερό μάτι του Θορν πρόσεξε την σκούρα καφετιά κηλίδα που περιπλανιόταν άσκοπα εδώ κι εκεί, ίσως κάποιο μεγάλο ελάφι που αναζητούσε να ξεδιψάσει από λιωμένο πάγο ή να κορέσει την πείνα του με το ξερό χορτάρι.
"Αυτό ήταν, κατέβα γρήγορα!" Ο Μέρταγκ άρπαξε το τόξο του και πέρασε στη χορδή ένα βέλος.
Αναστατωμένο από τον απρόσμενο κίνδυνο που ξαφνικά το απειλούσε, το ζώο κάλπασε για λίγο σαν τρελό στην πεδιάδα με τον κόκκινο δράκο να ίπταται από πάνω του. Ένα βέλος του Μέρταγκ εκτοξεύτηκε με ταχύτητα, για να καρφωθεί βαθιά στο σβέρκο δίνοντας ένα άμεσο τέλος στον πανικό της άλκης. Ο δράκος προσγειώθηκε σε κοντινή απόσταση και ο καβαλάρης του ξεπέζεψε και κατευθύνθηκε προς το θήραμά του. Σαν έφτασε κοντά του και διαπίστωσε ότι το ζώο ήταν ήδη νεκρό, ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του. Αυτή τη νύχτα οι κατάκοποι ταξιδιώτες θα έστηναν μεγάλο γλέντι γύρω από τη φωτιά τους.
Η φλόγα της φωτιάς τρεμόπαιξε χαρούμενα και το λίπος από το κρέας στάλαξε στα κάρβουνα τσιτσιρίζοντας. Η μυρωδιά από το ψητό απλώθηκε σε όλο το χώρο της κατασκήνωσης κάνοντας τους ανθρώπους να στενάξουν με ανακούφιση και αδημονία. Λίγο ακόμα χρειαζόταν το φαγητό για να ετοιμαστεί, φαγητό που θα επαρκούσε για όλους τους. Η πείνα που τους είχε βασανίσει από την προηγούμενη θα καταλάγιαζε και δύναμη κι ενέργεια θα αποθηκεύονταν και πάλι στα κορμιά τους, ώστε να κατορθώσουν να φτάσουν μέχρι τις παρυφές του δάσους, όπου σίγουρα πλούσια θηράματα θα τους περίμεναν. Το φάσμα της πείνας του χειμώνα βρισκόταν τη στιγμή αυτή πολύ μακριά τους και μία χαρούμενη ευθυμία πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Ο άρχοντας προστάτης τους είχε φροντίσει μία ακόμα φορά για όλους. Και ο άλλος όμως, ο μέχρι πρότινος εχθρικός δρακοκαβαλάρης είχε μεριμνήσει, ώστε να μεταφέρουν αυτός και ο δράκος του ικανή ποσότητα ξυλείας για να τροφοδοτήσουν τη φωτιά τους.
Ο Γιάν Σβένσον έριξε μια ματιά στο κρέας που ψηνόταν μπήγοντας μέσα στην πλούσια σάρκα το μαχαίρι του. Ήδη κάποια έτοιμα κομμάτια είχαν αποκοπεί και προσφερθεί στους δύο δρακοκαβαλάρηδες, οι οποίοι είχαν αρνηθεί ευγενικά την πρωταρχική αυτή προσφορά λέγοντας ότι θα περιμένουν να δειπνήσουν μαζί με όλους τους άλλους. Ο άρχοντας Μέρταγκ είχε επιστρέψει το πιάτο στην νεαρή Νολβέν που τους σερβίρισε κι εκείνη ντροπαλά το είχε παραδώσει στα χέρια του πατέρα της. Έτσι ο λόρδος Φιόρν ήταν ο μόνος που είχε γευτεί μέχρι ώρας το κυνήγι.
Ο Γιάν θηκάρωσε και πάλι το μαχαίρι στη ζώνη του και έγνεψε σε δύο άντρες του να αναλάβουν να γυρίζουν το ψητό πάνω από τη φωτιά, ώστε να μαγειρεύεται ομοιόμορφα. Το κρέας του ελαφιού ήταν πολύ, θα έφτανε για όλους. Οι άντρες είχαν φροντίσει να περαστούν κάποια κομμάτια σε αυτοσχέδιες σούβλες, όπου αυτά καπνίζονταν πλάι στη φωτιά, ώστε να διατηρηθούν και για επόμενα μαγειρέματα.
Ο αξιωματικός ήρθε και κάθισε όσο πιο κοντά μπορούσε στους δύο δρακοκαβαλάρηδες, που είχαν βαλθεί να συζητούν με τον λόρδο Φιόρν, για να μπορεί να ακούει τις συζητήσεις τους. Ο λόρδος ανέφερε ζητήματα του χωριού στον ξένο, ιδίως κάποια που αφορούσαν τις ελλείψεις σε τροφή και ξύλα που παρουσιάζονταν ιδίως κατά τα τέλη του χειμώνα. Όταν οι πάγοι καθήλωναν τους κατοίκους μέσα στις σπηλιές και τα αυτοσχέδια καταλύματά τους και η άνοιξη αργούσε, πολλές ήταν οι φορές που είχαν πεινάσει.
Τα λόγια του άρχοντα Φιόρν δεν παραξένεψαν τον αξιωματικό του Γκίλ'ιντ. Κάποιες φορές είχαν και μαζί συζητήσει τα ίδια προβλήματα. Όσο και αν ο δρακοκαβαλάρης Μέρταγκ τους φρόντιζε κατά τις περιόδους των ελλείψεων παραδίδοντας στο χωριό τα δικά του αποθέματα, όσο ακόμα και αν πετούσε με τον δράκο σε απόσταση, για να αναζητήσουν νέα θηράματα ή να μεταφέρουν ξύλα, ακόμα κι αυτός δεν μπορούσε να δημιουργήσει τροφή από το μηδέν. Η ζωή όλων, έτσι όπως είχε εξελιχθεί, ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Πιότερο υπέφεραν οι γέροντες, οι λιγοστές γυναίκες και τα παιδιά που ζούσαν στην κοινότητα.
Ο Γιάν πρόσεξε ότι ο δρακοκαβαλάρης Μέρταγκ παρέμενε σιωπηλός κατά την ώρα που ο λόρδος Φιόρν ιστορούσε στον εχθρό τους τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Ο νεαρός αξιωματικός ένοιωσε μέσα του δυσάρεστα. Ήταν άραγε σοφό το να παραδέχονται τις αδυναμίες τους στον εχθρό τους; Δεν θα έπρεπε να τις αποκρύπτουν όσο γινόταν; Δεν είχαν μήπως τον δικό τους δρακοκαβαλάρη να τους φροντίζει; Μπορεί ο άρχοντας Μέρταγκ να ζούσε απομονωμένος από τους κατοίκους του χωριού τους, όμως σε κάθε περίπτωση μεριμνούσε γι' αυτούς. Η απουσία φαρμακευτικών βοτάνων θα είχε αποδεκατίσει τους κατοίκους, αν ο δρακοκαβαλάρης τους δεν φρόντιζε να τους γιατρεύει. Κρυοπαγήματα από τους πάγους, κατάγματα ποδιών ή χεριών από γλιστρήματα, βαριά κρυολογήματα και πυρετούς, όλα αυτά ήταν σε θέση να τα γιατρέψει προφέροντας ανακούφιση σε όποιον χρειαζόταν.
"Ο τελευταίος που θα παραπονεθεί για την παρούσα κατάσταση, μεγάλε και γενναίε μου άρχοντα, είμαι εγώ" έλεγε τώρα ο λόρδος Φιόρν στον δρακοκαβαλάρη Έραγκον. "Είναι μονάχα η ανησυχία που έχω για τις γυναίκας, τα παιδιά και τους γεροντότερους εκείνο που με αναγκάζει να γκρινιάζω. Το μέλλον τους είναι αβέβαιο κάτω από τις παρούσες συνθήκες, τολμώ να πω και δυσμενές."
Ο εχθρικός δρακοκαβαλάρης δεν αποκρίθηκε, άκουγε όμως με περισσή προσοχή τα λόγια του λόρδου. Τα μάτια του στρέφονταν εξεταστικά από τον ένα κυνηγό στον άλλον, κάποια στιγμή σταμάτησαν επάνω του. Στον Γιάν Σβένσον δόθηκε η εντύπωση, ότι αυτά τα βαθιά καστανά μάτια μπορούσαν να ερευνήσουν τα βάθη του μυαλού του. Δεν είχε μήπως διαπιστώσει παλαιότερα ο ίδιος στα πεδία των μαχών, ότι ο δρακοκαβαλάρης ήταν μάγος ισχυρός; Λίγα χρόνια πριν, με δύο του λέξεις είχε εξοντώσει πολλούς και καλούς συντρόφους. Ο αξιωματικός ένοιωσε δυσάρεστα και θα είχε αλλάξει θέση φροντίζοντας να απομακρυνθεί από τη φωτιά, αν οι άντρες του γεμάτοι επιφωνήματα δεν παρέδιδαν το ψητό στις δύο γυναίκες. Το κρέας ήταν έτοιμο για να τεμαχιστεί, να μοιραστεί στις πήλινες γαβάθες. Η ευθυμία που επικράτησε στην ομήγυρη ήταν τόση, που η δυσάρεστη στιγμή χάθηκε ανάμεσα στα γέλια και τις φωνές τους.
Οι γεμάτες γαβάθες μοιράστηκαν σε όλους και για λίγη ώρα οι άντρες ασχολήθηκαν με το να τρώνε, πεινασμένοι καθώς ήταν. Η φλόγα της φωτιάς τους ζέσταινε μέσα στην παγωνιά της νύχτας και το στομάχι τους γέμιζε με φαγητό διώχνοντας την πείνα. Σε λίγο η χαρά κι η αισιοδοξία εγκαταστάθηκαν ανάμεσά τους. Γέλια και δυνατές φωνές, καθώς και σχέδια για τα μελλοντικά κυνήγια έδιναν κι έπαιρναν αναμεταξύ τους. Παρασυρμένος από τους υπόλοιπους, ο νεαρός αξιωματικός άφησε κι αυτός τον εαυτό του λίγο να ευθυμήσει. Μια ελαφριά διάθεση ήρθε και τον συνεπήρε μαζί με τους υπόλοιπους. Η καχυποψία προς τον ξένο και παρείσακτο παρέμεινε στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Ο λόρδος Φιόρν είχε ζητήσει από τη θυγατέρα του να καθίσει στο πλευρό του, ανάμεσα σ' αυτόν και τον ξένο δρακοκαβαλάρη. Από την ώρα που η φωτιά της κατασκήνωσης ανάφτηκε και οι διαδικασίες για το ψήσιμο του κρέατος είχαν αρχίσει, ο λόρδος φρόντιζε διαρκώς να κολακεύει τον κραταιό εχθρό του φροντίζοντας να απαντά σε όλες τις ερωτήσεις και απορίες του, διανθίζοντας τη συζήτηση με κομπλιμέντα και καλοπιάσματα. Ο ξένος δρακοκαβαλάρης είχε στραφεί κάποιες φορές προς τη μεριά της κοπέλας απευθύνοντας σ' αυτήν χαμόγελα και ερωτήσεις και η Νολβέν είχε ανταποκριθεί με σοβαρότητα και λίγα λόγια. Όλη η προσοχή της ήταν στραμμένη προς τον άρχοντά της Μέρταγκ, η αθυμία του οποίου την προβλημάτιζε. Οι σκέψεις του έδειχναν να είναι στραμμένες προς άλλη κατεύθυνση, την ώρα που έφερνε μηχανικά μικρές μπουκιές φαγητού μέχρι το στόμα, χωρίς να παίρνει μέρος στη συζήτησή τους, ούτε στη γενική ευθυμία. Τα μάτια της κοπέλας απόμεναν καρφωμένα πάνω του γεμάτα ελπίδα, εκείνος όμως φερόταν σαν να μην την βλέπει. Δεν ήταν πως ο Μέρταγκ ήταν ακατάδεκτος, γιατί η εντύπωση που της έδινε ήταν πως έμοιαζε περισσότερο προβληματισμένος. Σχέδια, ανησυχίες, ή μήπως αναμνήσεις του παλιές τον έκαναν να μην μετέχει στη συντροφιά τους;
Λίγο-λίγο οι άντρες της ομάδας τους ξεθάρρευαν, ώστε να αρχίσουν να παίρνουν και αυτοί μέρος στη συζήτηση με τον ξένο δρακοκαβαλάρη. Δίχως να ξέρει το γιατί, στη Νολβέν δόθηκε η εντύπωση ότι ο λόρδος Φιόρν όχι μονάχα ενέκρινε αλλά επιθυμούσε αυτή τη συναναστροφή. Ίσως ο πατέρας της, με την τεράστια πείρα που διέθετε, να προσπαθούσε να κανακέψει τον εχθρό τους. Στράφηκε και πάλι αυτός προς τη μεριά της γεμάτος χαμόγελα, προσφέροντάς της μία μερίδα ακόμα κρέας από το πιάτο του, που η κοπέλα αρνήθηκε.
"Τι σε προβληματίζει απόψε, άρχοντά μου;" αναρωτήθηκε με θλίψη η όμορφη κόρη. "Στιγμή δεν φάνηκε πως διασκεδάζεις μαζί μας. Μην είναι, άραγε, η επαφή με τόσους άξεστους άντρες, που σε έχει ενοχλήσει; Ή μήπως είναι η υποχρεωτική εγγύτητα με τον εχθρό σου;" Η Νολβέν γνώριζε από πρώτο χέρι, ότι ο Μέρταγκ ζούσε χρόνια μονάχος του, σαν ερημίτης. Ίσως τα γέλια και οι φωνές των στρατιωτών τον είχανε κουράσει, ίσως ακόμα και η αναγκαστική προσέγγιση με τον άλλο δρακοκαβαλάρη.
Επέτρεψε για λίγες στιγμές στον εαυτό της να φανταστεί, πώς θα ήταν αν εξαφανίζονταν όλοι και παρέμεναν γύρω από τη φωτιά οι δυο τους. Θα καταδεχόταν αυτός να συζητήσει μαζί της άραγε; Θα εύρισκαν κάτι να πουν ο ένας στον άλλο; Ακόμα όμως και αν ο άρχοντάς της παρέμενε σιωπηλός, όπως ήταν τώρα, εκείνη με χαρά θα το αποδεχόταν. Φτάνει να μπορούσε να κάθεται κοντά του, πλάι του στη ζέστη της φωτιάς ακόμα και μέσα στη σιωπή. Θα της αρκούσε το να κοιτά τα μάτια του, ακόμα κι όταν αυτά παρέμεναν χαμένα στις σκιές, όπως και τώρα. Η ευτυχία της θα ήταν το να μπορεί να παρακολουθεί το πρόσωπό του και την κάθε του κίνηση.
Η ελαφριά νύξη στο πλευρό της, που ένιωσε να προέρχεται από τον πατέρα της, την επανέφερε στο εδώ και στο τώρα. Ο λόρδος Φιόρν είχε νουθετήσει τη θυγατέρα του να είναι ευγενική με τον δρακοκαβαλάρη Έραγκον, γιατί, όπως είχε ισχυριστεί νωρίτερα, το μέλλον όλων τους – και ειδικά της οικογένειάς τους – από αυτόν εξαρτιόταν. Εκείνος τώρα όλο χαμόγελα την ρωτούσε και πάλι, κάτι που η κοπέλα δεν είχε ακούσει, αφηρημένη καθώς είχε χαθεί μέσα στις φαντασιώσεις της.
"Πώς είπατε, ευγενικέ άρχοντα;" τόλμησε να ρωτήσει η Νολβέν. Καθώς η κοπέλα καθόταν πλάι του, η παράξενη, μη ανθρώπινη σχεδόν, μυρωδιά του έφτανε μέχρι τα ρουθούνια της. Αν και το πρόσωπό του ήταν όμορφο, υπήρχε κάτι στα τέλεια χαρακτηριστικά του που την ενοχλούσε. Είδε τα μάτια του άρχοντά της να στρέφουν πάνω της εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Χωρίς να καταλάβει το γιατί, της φάνηκε ότι υπήρχε ανάμικτη απορία και θυμός μέσα στα ατσάλινα βάθη τους. Ήταν ιδέα της, ή ο Μέρταγκ κάρφωσε στον άλλον δρακοκαβαλάρη με δυσαρέσκεια το βλέμμα;
Η νύχτα είχε κυλήσει και η ώρα της αυγής πλησίαζε. Ακόμα βαθύ σκοτάδι κάλυπτε την πεδιάδα και η φωτιά των κυνηγών είχε από ώρα μετατρέψει τα ξύλα σε κάρβουνα που τρεμόσβηναν. Από αρκετή απόσταση ο Μέρταγκ παρατηρούσε τα πλαγιασμένα σώματα των ανθρώπων, ακόμα κοιμισμένα μέσα στη χαύνωση της παγωνιάς και του πλούσιου βραδινού που είχαν απολαύσει. Ο ίδιος καθόταν πλάι στον Θορν, ακουμπώντας το πλευρό του στην κοιλιά του δράκου. Κανένας από τους δύο δεν είχε κοιμηθεί αυτή τη νύχτα. Αφήνοντας τον Έραγκον και τη Σαφίρα κοντά στην κατασκήνωση, είχαν απομακρυνθεί από αυτήν πριν τη μέση της νύχτας, για να καθίσουν μόνοι τους παράμερα.
"Μπορώ να βλέπω καθαρά μέσα στο νου και την καρδιά σου, εκλεκτέ μου" παρατήρησε ο κόκκινος δράκος. "Τα συναισθήματά σου είναι ταραγμένα και οι σκέψεις σου μπλεγμένες. Όλη την προηγούμενη βραδιά σκεφτόσουν τη δύο-πόδια-σκούρο-δέρμα βασίλισσα και την πιθανότητα να βρίσκεσαι κοντά της."
Ο Μέρταγκ δεν αποκρίθηκε στον δράκο του. Από την ώρα που είχαν απομακρυνθεί από το καταφύγιό τους μέσα στο βουνό, η σκέψη του όλη είχε γεμίσει με τη Ναζουάντα. Όλες οι αναμνήσεις του απ' αυτήν, πάντοτε τόσο ζωντανές, θέριευαν μέσα του γεμίζοντάς τον με ελπίδα.
"Θα πρέπει να σου επιστήσω την προσοχή" επέμενε ο Θορν. "Γνωρίζεις καλύτερα από τον καθένα, ότι προοπτική μαζί της δεν υφίσταται. Ιδίως από τη στιγμή που σχεδιάζουμε να ταξιδέψουμε μαζί με τον Έραγκον και τη Σαφίρα στη γη των δράκων. Μπορείς πάντοτε να σκέφτεσαι την δύο-πόδια σαν μια γλυκιά ανάμνηση, να ζήσεις όμως πλάι της δεν θα το συνιστούσα. Εκείνη είναι μία θνητή γυναίκα κι εσύ δρακοκαβαλάρης."
Και πάλι ο Μέρταγκ δεν αποκρίθηκε. Όσα του έλεγε ο Θορν τα γνώριζε πολύ καλά. Συνήθως ήταν αυτός ο ίδιος που απέτρεπε τον εαυτό του να σκέπτεται τη Ναζουάντα, να κάνει σχέδια για μια πιθανή ζωή μαζί της. Ο δράκος πάντοτε τον παρότρυνε να είναι πιο αισιόδοξος, να ονειρεύεται για το μέλλον του. Ο Μέρταγκ είχε ζήσει απομονωμένος, ακόμα και για όσο διάστημα οι αυτοεξόριστοι της Αλαγαισίας κατοικούσαν κάτω από τα πόδια τους, στο κρυμμένο χωριό του βουνού τους. Όμως κατά τις τελευταίες ώρες η σκέψη του είχε γεμίσει από εκείνη.
"Επικεντρώσου στα προβλήματα που ίσως προκύψουν, αν έχουμε κάποια συνάντηση με τους κατοίκους των δασών" επέμενε ο Θορν. "Σχεδίασε γι' αυτά πιθανές λύσεις! Σκοπός μας είναι ν' ακολουθήσουμε τον Έραγκον και τη Σαφίρα και όχι να εμπλακούμε σε αψιμαχίες με τα ξωτικά."
"Ο Έραγκον και η Σαφίρα είναι μαζί μας, Θορν" τόνισε ο Μέρταγκ εκνευρισμένος με την επιμονή του δράκου, να παίζει το ρόλο της συνείδησής του. "Δεν θα υπάρξουν αψιμαχίες με τα ξωτικά, ούτως ή άλλως."
"Και αν απαιτήσουν να παραδοθούμε; Ξέχασες τον λευκό γέροντα και τον χρυσαφένιο του δράκο; Ξεχνάς μήπως, ότι τα ξωτικά κρατούνε άσβεστο το μίσος;"
"Κάθε φορά που πλησιάζουμε το δάσος των ξωτικών τα ίδια μου λες, Θορν. Ποτέ πιο πριν δεν συναντήσαμε τους κατοίκους του, ούτε αυτό θα γίνει τώρα. Δεν το πιστεύω, πως είμαι εγώ που σου ζητώ να είσαι αισιόδοξος λιγάκι."
Ο δράκος φύσηξε ένα ζεστό κύμα αέρα πάνω τα μαλλιά του καβαλάρη του ανακατεύοντάς τα. "Κάποιες φορές είσαι ανίκανος να δεις ότι υπάρχει μπροστά στα πόδια σου!"
Η απάντηση αυτή παραξένεψε τον Μέρταγκ. Σήκωσε ψηλά τα μάτια προς τον Θορν απαιτώντας του μια εξήγηση. Ο κόκκινος δράκος όμως έκλεισε την επαφή τους και βολεύτηκε ξαπλώνοντας στο ξεραμένο χόρτο. Τύλιξε την ουρά του γύρω από τον εκλεκτό του κρατώντας τις ιδέες του μονάχα για τον εαυτό του. Νωρίτερα είχαν συζητήσει μαζί με τη Σαφίρα και οι δύο είχαν συμφωνήσει για το θέμα που τους απασχολούσε.
(συνεχίζεται)
A/N: To Dream Plane,
Thank you for your review and support.
