Όπου η ομάδα των κυνηγών φτάνει στις παρυφές του δάσους των ξωτικών και απρόσμενες συναντήσεις λαμβάνουν χώρα.


Βορράς

Κεφάλαιο 31

Τα πρώτα δέντρα από τις παρυφές των μεγάλων δασών των ξωτικών είχαν ήδη φανεί σε απόσταση κάνοντας τους κυνηγούς της ομάδας να αλαλάζουν από ενθουσιασμό. Η μακριά και κοπιώδης πορεία τους είχε φτάσει στο τέλος της. Εδώ θα εύρισκαν πλούσιο κυνήγι για να κυνηγήσουν και οι φθινοπωρινοί, ώριμοι καρποί των μεγάλων δέντρων περίμεναν αυτούς να τους συλλέξουν. Την αρχική ευθυμία και φωνές των ανδρών ακολούθησε η περίσκεψη και ο φόβος. Είχαν για μία ακόμα φορά πλησιάσει πάρα πολύ κοντά στο δάσος των ξωτικών και τους επικίνδυνους κατοίκους του. Η ανάγκη τους είχε τραβήξει σε μια περιοχή, που όλοι τους θα προτιμούσαν να έχουν αποφύγει. Δυστυχώς όμως, τα θηράματα που είχαν συναντήσει μέχρι τώρα δεν είχαν θεωρηθεί αρκετά για τις ανάγκες των κατοίκων του χωριού τους. Έτσι έπρεπε να συνεχίσουν. Αυτό και είχαν κάνει.

Πετώντας χαμηλά πάνω από τις κορυφές των αραιών δέντρων, ο Έραγκον και η Σαφίρα παρατηρούσαν την ομάδα των κυνηγών ανιχνεύοντας ταυτόχρονα τριγύρω το τοπίο. Ο Μέρταγκ είχε προτιμήσει να μείνει στη γη συμμετέχοντας μαζί με τους άλλους στο κυνήγι, ενώ ο Θορν είχε δηλώσει στη Σαφίρα, ότι θα πετούσε μακρύτερα προς αναζήτηση μεγαλύτερων θηραμάτων.

"Πιστεύεις ότι υπάρχει περίπτωση να συναντηθούμε με ξωτικά, μικρούλη;" Ρώτησε η δράκαινα τον καβαλάρη της. Από τη στιγμή που είχαν πλησιάσει τόσο κοντά στα δάση των ξωτικών, η Σαφίρα είχε γεμίσει με ενθουσιασμό. Ο Έραγκον μπορούσε να καταλάβει πολύ καλά τον λόγο. Μέσω της σύνδεσης που μοιράζονταν μπορούσε να δει την καρδιά της τόσο καθαρά όσο κι εκείνη τη δική του. Η γαλανή Σαφίρα του ήλπιζε ότι θα υπήρχαν ευκαιρίες να συναντηθεί και πάλι με τον Φίρνεν.

Ο Έραγκον αναστέναξε μελαγχολικά. Και ο ίδιος προσδοκούσε σε μία συνάντηση με την Άρυα, όμως η βασίλισσα των ξωτικών θα βρισκόταν σίγουρα πολύ μακριά από την περιοχή που τώρα προσέγγιζαν. Τα δάση των ξωτικών ήταν τεράστια σε έκταση και οι λίγες πόλεις τους χτισμένες σε μεγάλη βάθη μέσα σ' αυτά. "Υπάρχει πάντοτε αυτή η περίπτωση, Σαφίρα, ίσως όμως είναι καλύτερα να μην συμβεί κάτι τέτοιο." Ο Μέρταγκ – σε μία σπάνια για τον αδελφό του εξομολόγηση – είχε παραδεχτεί την προηγούμενη ότι αυτό που απευχόταν κάθε φορά όταν πλησίαζαν το δάσος, ήταν μία παρόμοια συνάντηση.

Ο Έραγκον κοίταξε με προσοχή το έδαφος. Από το χαμηλό ύψος του πετούσαν μπορούσε να διακρίνει καθαρά τον κάθε έναν από τους ανθρώπους του χωριού. Οι κυνηγοί είχαν χωριστεί σε ομάδες των τριών και τεσσάρων ατόμων και η κάθε μία από αυτές στρεφόταν ήδη προς διαφορετική κατεύθυνση. Κάποιοι θα παραφύλαγαν για αγέλες μεγαλύτερων ζώων, κάποια άλλοι θα έστηναν τις παγίδες για τα μικρότερα, ενώ οι λιγότεροι θα συνέλεγαν καρπούς. Ξεχώρισε καθαρά τον Μέρταγκ με την πρώτη ομάδα κυνηγών, να βαδίζουν προσεκτικά κάτω από τα πυκνότερα δέντρα, ενώ οι άλλες ομάδες σκορπίζονταν προς άλλες κατευθύνσεις. Ο οργανωτικός αδελφός του φρόντιζε να καθοδηγεί τους πάντες. Ταυτόχρονα η χειράμαξα με τον άρχοντα Φιόρν είχε παραμείνει κάτω από τις αραιές σκιές, ενώ ο υπηρέτης του και οι δύο γυναίκες είχαν σκορπίσει τριγύρω μαζεύοντας χορταρικά και ψάχνοντας για ρίζες μέσα στο αφράτο χώμα.

Βλέποντας την ωραία Νολβέν να εργάζεται ακούραστα, ο Έραγκον χαμογέλασε. Κατά την προηγούμενη βραδιά, όταν είχαν απομακρυνθεί από την κατασκήνωση των κυνηγών αναζητώντας ξεκούραση με την παρέα των δύο δράκων, ο αδελφός του είχε σχεδόν προκαλέσει διαπληκτισμό μεταξύ τους. Αιτία για τον Μέρταγκ ήταν η συμπεριφορά του προς αυτή την όμορφη κόρη, ή τουλάχιστον αυτό ο Έραγκον είχε καταλάβει.

"Θα σου συνιστούσα, Έραγκον, την προσοχή σου, ως προς την συμπεριφορά σου στους ανθρώπους την ομάδας" είχε πει ο Μέρταγκ με ύφος ξινισμένο.

Ο Έραγκον είχε απορήσει. "Τι εννοείς; Πιστεύω ότι όλες οι συνομιλίες μου μαζί τους έχουν διεξαχθεί ως τώρα καλή τη πίστη και με πλήρη προθυμία απ' τη μεριά τους ν' ανταποκριθούν στα ερωτήματά μου."

Ο Μέρταγκ είχε πλησιάσει πολύ κοντά το πρόσωπό του σ' αυτό του αδελφού του. "Εκείνο που εννοώ, Έραγκον, είναι η συμπεριφορά σου προς τις γυναίκες τους. Μπορεί να πρόκειται για πρόσφυγες και απόκληρους της Αλαγαισίας, να μην ξεχνάς όμως, ότι είναι όλοι τους άντρες περήφανοι. Δεν θα ανέχονταν κανέναν να προσβάλει τα κορίτσια τους." Λέγοντας αυτά, ο Μέρταγκ είχε καρφώσει το ατσάλινο βλέμμα του μέσα στα μάτια του Έραγκον κάνοντάς τον να νοιώσει άσχημα.

"Πιστεύω ότι η συμπεριφορά μου είναι κόσμια προς τα δύο θηλυκά την ομάδας" είχε αποκριθεί εκείνος χολωμένος για την έμμεση προσβολή. Με την υπηρέτρια της λαίδης ιδίως, είχε δεν είχε ανταλλάξει λίγες λέξεις. "Δεν φαντάζομαι δυο κουβέντες και μερικά χαμόγελα να είναι αυτό που θα προσέβαλε τον λόρδο Φιόρν, αν εννοείς τις ερωτήσεις μου προς τη θυγατέρα του."

Ο Μέρταγκ είχε απομακρυνθεί από κοντά του γυρίζοντας σε αυτόν την πλάτη, κοιτάζοντας τα μακρινά σύννεφα του ουρανού, σαν να ανίχνευε εκεί ψηλά την αιτία του θυμού του. "Θα ήταν καλύτερα αν περιόριζες, Έραγκον, τις προσεγγίσεις σου στη θυγατέρα του λόρδου. Η ευγενική Νολβέν δεν είναι σαν τις κοπέλες που έχεις ίσως κορτάρει μέχρι τώρα. Παρά την αυλική πονηρία του πατέρα της και τα ταπεινά ένστικτά του, εκείνη εξακολουθεί να είναι κόρη αγνή στην ψυχή και αθώα."

"Να με συγχωρείς, αδελφέ, αλλά δεν προσπαθώ καθόλου να κορτάρω την κόρη του λόρδου" είχε απαντήσει ο Έραγκον πραγματικά εκνευρισμένος τώρα με τον Μέρταγκ. "Απλά και μόνο, προσπαθώ να είμαι ευγενικός μαζί της." Ο θυμός μέσα του είχε αρχίσει να αναδεύεται έτοιμος να ξεσπάσει εναντίων του αδελφού του και είχε χρειαστεί η καταλυτική επέμβαση της Σαφίρα, για να τον συγκρατήσει.

Ο Μέρταγκ είχε απομείνει σιωπηλός για λίγο εξακολουθώντας να αγναντεύει τα μακρινά σύννεφα. Όταν είχε μιλήσει και πάλι, η φωνή του είχε ακουστεί κενή συναισθήματος, σαν να μην μετείχε πιο πριν στην διαφωνία τους. "Ίσως δεν θα σου ήταν δύσκολο, αν προσπαθούσες να μην δείχνεσαι τόσο ευγενικός μαζί της." Μετά από αυτά τα λόγια είχε απομακρυνθεί ακολουθούμενος και από τον δράκο του, για να παραμείνει καθ' όλη την υπόλοιπη νύχτα σε απόσταση.

"Καλά έκανες που δεν έδωσες συνέχεια στο συμβάν, μικρούλη" παρατήρησε η Σαφίρα, που όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσε τις σκέψεις του καβαλάρη της. "Ο κύριος σκοπός μας δεν είναι να διαπληκτιζόμαστε μαζί τους. Είναι να τους παρασύρουμε μακριά από την Αλαγαισία."

Ο Έραγκον χαμογέλασε με τα λόγια της δράκαινας. Μπορεί να είχε θυμώσει με τον αδελφό του την προηγούμενη νύχτα, το επόμενο όμως πρωί είχε ξυπνήσει με καλή διάθεση και νέες σκέψεις για τα χθεσινά γεγονότα. Οι προσβολές της προηγούμενης είχαν σβηστεί και ήταν έτοιμος να συγχωρήσει τα πάντα στον Μέρταγκ. "Ξέρεις κάτι, καλή μου Σαφίρα; Έχω την εντύπωση, ότι ο Μέρταγκ ενδιαφέρεται προσωπικά για αυτό το κορίτσι. Αλλιώς γιατί να έχει αντιδράσει μ' αυτό τον τρόπο;" Ο Έραγκον παρέμενε καχύποπτος για τη συμπεριφορά του Μέρταγκ, αλλά από την άλλη καταλάβαινε τις αντιδράσεις του αδελφού του. Σίγουρα κάποια περίπλοκη σχέση εξυφαινόταν ανάμεσα στον αδελφό του και την μικρή κόρη του λόρδου.

"Ίσως είναι έτσι όπως τα λες. Ίσως και όχι." Η Σαφίρα άπλωσε τεμπέλικα τα φτερά της και πήρε μία ολόκληρη στροφή στρέφοντας μακριά από τα δέντρα των παρυφών του δάσους. Ακόμα οι ξύλινοι κορμοί ήταν αραιοί μεταξύ τους και πολύ πιο κοντοί και λεπτοί από τα αιωνόβια πεύκα της Ελλεσμίρα. Παρ' όλα αυτά η δράκαινα αγαπούσε τα ανοιχτά τοπία. Κατευθύνθηκε προς το σημείο όπου είχε απομείνει η χειράμαξα των κυνηγών, μαζί με τον λόρδο Φιόρν, ο οποίος ξεκουραζόταν πλαγιασμένος πλάι της. Μόλις πάτησε γερά τα πόδια της στη γη μάζεψε τις μεγάλες της φτερούγες και οσμίστηκε τον άνεμο. "Δεν νομίζω πως θα συναντήσουμε ξωτικά εδώ γύρω, τουλάχιστον όχι απόψε."

Ο Έραγκον κατέβηκε από τη ράχη της και έλυσε τα λουριά της σέλας, όταν ο λόρδος Φιόρν τον κάλεσε κοντά του.

"Γενναίε δρακοκαβαλάρη! Αλίμονο, τα χρόνια μου και η κούραση του ταξιδιού δεν βοηθούν πια τα γεροντικά μου πόδια. Θα είχε η ευγένειά σου την καλοσύνη, να αναζητήσει την Νολβέν μου φέρνοντας πάλι κοντά σ' εμένα τη θυγατέρα μου;"

Πρόθυμα ο Έραγκον βιάστηκε ν' ανταποκριθεί στο αίτημα του λόρδου. Από το ύψος που πετούσε λίγο πριν, είχε διακρίνει τη Νολβέν να κατευθύνεται σ' ένα σημείο πιο κοντά στα μεγάλα δέντρα. Εκεί έσπευσε να την αναζητήσει. Την είδε από απόσταση να ξεριζώνει βλαστούς και χόρτα. Η κοπέλα είχε ήδη γεμίσει με ένα σωρό από αυτά το καλαθάκι της.

"Όμορφη κόρη!" Ο Έραγκον υποκλίθηκε ευγενικά μπροστά της. "Ο πατέρας σου επιθυμεί την επιστροφή σου στο πλευρό του. Εκείνος με έστειλε να σε αναζητήσω."

Ακούγοντας τη φωνή του η κοπέλα ανασηκώθηκε ξαφνιασμένη αφήνοντας στη γη το γεμάτο καλαθάκι της. Τα χέρια της ήταν λερωμένα με χώματα κι ο Έραγκον πρόσεξε πως, στην προσπάθεια να μαζέψει τα χορταρικά, είχε πληγωθεί. Σβώλοι από ξεραμένη λάσπη ανάμικτοι με αίμα σημάδευαν τα λεπτά δάκτυλά της. Ο νεαρός δρακοκαβαλάρης την πλησίασε παίρνοντας τα χέρια της ανάμεσα στα δικά του.

"Μα… όχι, όχι!"

Η Νολβέν προσπάθησε να τραβηχτεί από κοντά του, εκείνος όμως την συγκράτησε καθησυχάζοντάς την. Ένοιωσε τα χέρια του ζεστά πάνω στα παγωμένα και πληγιασμένα δικά της. Το κράτημά του ήταν τρυφερό και το δέρμα του απαλό, σαν της μητέρας της. Η Νολβέν ένοιωσε ντροπή για τα χέρια της, που ήταν τόσο βρώμικα.

"Γουέιζε χιλ!"

Σε μια στιγμή οι μώλωπες και τα γδαρσίματα εξαφανίστηκαν, ο πόνος και το τσούξιμο έπαψαν και η Νολβέν κοίταξε παραξενεμένη τα δάχτυλά της. Κάτω από τη βρώμα και το ξεραμένο αίμα, το δέρμα ήταν γερό όπως και πριν. "Ευχαριστώ…" Η κοπέλα τράβηξε τα χέρια της αμήχανη και σήκωσε και πάλι το καλαθάκι της από τη γη. Χαμήλωσε τα μάτια γεμάτη ντροπή προσπαθώντας όσο μπορούσε να καλύψει τα λερωμένα της χέρια. Αν η λαίδη Λίντα είχε δει την βρωμιά που κάλυπτε την κόρη της, αν ήξερε ότι και κάποιος άλλος – ιδίως κάποιος τόσο σημαντικός – την είχε δει κι αυτός, θα είχε πεθάνει από την ντροπή της. Τα μάγουλα της Νολβέν κοκκίνισαν περισσότερο. Αναστατωμένη λύγισε το γόνατό της σε μια μικρή υπόκλιση και βιάστηκε ν' απομακρυνθεί από τον δρακοκαβαλάρη όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ο Έραγκον την είδε να φεύγει από κοντά του βιαστικά, τη λεπτή σιλουέτα της να χάνεται ανάμεσα στην αραιή βλάστηση και τους κορμούς των δέντρων.

"Ο Μέρταγκ δεν θα είναι καθόλου ευχαριστημένος, αν μάθει αυτό που έκανες" γουργούρισε η Σαφίρα μέσα στο μυαλό του. Ήταν ιδέα του Έραγκον, ή η γαλάζια δράκαινα γελούσε μαζί του;

"Απλά προσπάθησα να είμαι μαζί της ευγενικός, Σαφίρα" δικαιολογήθηκε. "Τα δάχτυλά της είχαν πληγωθεί. Είχαν γεμίσει αίμα και…"

"Εγώ θα σου επαναλάβω ότι σου είπε και ο Μέρταγκ χθες: Προσπάθησε να μην είσαι μαζί της 'τόσο' ευγενικός!" Η δράκαινα σίγουρα γελούσε.

Φουρκισμένος ο Έραγκον ακολούθησε από απόσταση την κοπέλα. "Ξέρεις κάτι Σαφίρα; Έχω την εντύπωση ότι επιθυμία του λόρδου Φιόρν είναι να προσεγγίσω όσο γίνεται την κόρη του."

"Ακόμα κι αν αυτό ισχύει, σου υπενθυμίζω ότι ο Μέρταγκ δεν το θέλει. Καλά θα κάνεις να μην έρχεσαι σε αντιπαράθεση μαζί του."

"Όπως νομίζεις!"


Η ομάδα των κυνηγών είχε φτάσει από την προηγούμενη ημέρα στις παρυφές του δάσους των ξωτικών, όπου είχαν περάσει και τη νύχτα τους. Το ερχόμενο πρωί τόλμησαν να διεισδύσουν πιο βαθιά ανάμεσα στα αιωνόβια δένδρα της ξένης γης αναζητώντας κρυμμένα θηράματα. Όλοι οι άντρες είχαν σκορπίσει ολόγυρα, άλλοι στήνοντας καρτέρι στα μεγαλύτερα ζώα και άλλοι ξώβεργες για τα πουλιά και ελέγχοντας τις παγίδες τους για τα μικρότερα θηράματα. Από τους δύο δρακοκαβαλάρηδες και τους δράκους τους, ο Μέρταγκ είχε και πάλι πάρει μέρος στο κυνήγι συνοδεύοντας τους κυνηγούς τους χωριού. Όπως και την προηγούμενη, ο Έραγκον παρέμεινε στον αέρα πετώντας πάνω στη σέλα της Σαφίρα σε χαμηλό ύψος, ελέγχοντας για περιπολίες πιθανών ομάδων πολεμιστών των ξωτικών. Ο Θορν, αφού δεν συνάντησε αγέλες με θηράματα, είχε επιστρέψει και είχε βαλθεί να ξεριζώνει μεγάλους κορμούς από δέντρα. Συγκέντρωνε την ξυλεία στην άκρη της ανοιχτής πεδιάδας, από όπου θα την φόρτωναν αργότερα οι κυνηγοί στο αμάξι τους μεταφέροντάς την μέχρι το χωριό τους.

Αφού πρώτα η Νολβέν τακτοποίησε τον πατέρα της πάνω σε ένα παχύ στρώμα από πευκοβελόνες, τον σκέπασε προσεκτικά και τον άφησε να ξεκουραστεί. Η κοπέλα συνέστησε στην υπηρέτρια που την είχε ακολουθήσει από το χωριό των προσφύγων, να μην αφήσει μόνο ούτε στιγμή τον άρχοντα Φιόρν και να τον υπηρετήσει σε ότι χρειαζόταν. Η ίδια βάλθηκε να τριγυρίζει ανάμεσα στα μεγάλα δέντρα παρατηρώντας σαν μαγεμένη την πυκνή βλάστηση που φύτρωνε εκεί. Παχιά χλόη φυόταν από το έδαφος και ανάμεσα στις ντυμένες με βρύα πέτρες. Φτέρες και ομάδες από μανιτάρια ξεπρόβαλαν εδώ κι εκεί. Τα πουλιά κελαηδούσαν αθέατα μέσα από τα πυκνά φυλλώματα των κλάδων. Έντομα βούιζαν στον αέρα και τρομαγμένα ζωάκια εξαφανίζονταν στο πέρασμά της.

Η Νολβέν ένοιωσε απρόσμενη ευτυχία να γεμίζει την καρδιά της. Είχαν περάσει χρόνια αρκετά από τότε που η αρχοντοπούλα βρέθηκε για τελευταία φορά στον ανθόκηπο της έπαυλης του Γκίλ'ιντ. Εκεί η μητέρα της, που τόσο αγαπούσε τα λουλούδια, απασχολούσε στην υπηρεσία της τρεις επιδέξιους κηπουρούς. Η Νολβέν θυμόταν με νοσταλγία τον ανθόκηπο της λαίδης Λίντα. Οι σκέψεις της επέστρεφαν συχνά στα πυκνά καλλωπιστικά δέντρα και τα σκεπασμένα με πλούσιες περικοκλάδες μονοπάτια του κήπου τους, εκεί όπου από πολύ μικρούλα της άρεσε να περιδιαβαίνει. Αγαπούσε τότε το να τρέχει κάτω από αυτά τα σκιερά μονοπάτια, το να παίζει ανάμεσα στα παρτέρια με τα λουλούδια και να κρύβεται πίσω από τους ψηλούς, περιποιημένους θάμνους. Θυμόταν και πόσο πολύ της άρεσε το να γεύεται τα ώριμα φρούτα που έκοβε από τους οπωρώνες. Στους πάγους και την ξεραΐλα του βορρά, εκεί που ο δυνατός άνεμος δεν άφηνε ούτε χορτάρι να φυτρώσει ανάμεσα στις πέτρες, το πράσινο της είχε λείψει.

Η μελωδία από ένα παλιό, παιδικό τραγούδι που μιλούσε για την ομορφιά του δάσους επέστρεψε στη μνήμη της και η Νολβέν άρχισε να το σιγοτραγουδά, καθώς βάδιζε όλο και πιο βαθιά μέσα στη χώρα ξωτικών. Κανονικά θα έπρεπε να φέρεται πιο ώριμα φροντίζοντας να ξεθάβει ρίζες, να μαζεύει καρπούς, να κόβει μανιτάρια γεμίζοντας το καλαθάκι που κρατούσε. Σαν πρακτική που ήταν η Νολβέν, θα έπρεπε να επενδύει τον χρόνο της μαζεύοντας όλα όσα θα ήταν αργότερα αναγκαία για τη μαγειρική και το φτωχό νοικοκυριό της. Όλα όσα θα ήταν χρήσιμα για την επιβίωση των κατοίκων του χωριού τους. Η ευδαιμονία όμως που ένιωθε να μεγαλώνει μέσα της σε κάθε βήμα επηρεασμένη από το καταπράσινο περιβάλλον, την είχε συνεπάρει. Αργοπορούσε τραγουδώντας ευτυχισμένη μέσα στη φύση, πότε αγκαλιάζοντας τον κορμό ενός δέντρου, πότε χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλά της την επιφάνεια των φύλλων, πότε μιλώντας τραγουδιστά στα μικροσκοπικά πλάσματα του δάσους, που ξεπετάγονταν κάτω από τους θάμνους στριφογυρίζοντας ανάμεσα στα πόδια της.

Όταν τα βήματά της την οδήγησαν σε ένα μικρό ξέφωτο, η φύση που ξεδιπλωνόταν γύρω της, φάνηκε στα μάτια της μαγική. Καταμεσής του ξέφωτου οι λαμπερές ακτίνες του ήλιου ζέσταιναν το πράσινο χορτάρι και τόπους-τόπους άγρια λουλούδια φύονταν με πέταλα ροζ και κίτρινα και γαλάζια. Ένα μικρό ρυάκι διέσχιζε το ξέφωτο, μέσα στο οποίο κατέληγαν τα κρυστάλλινα νερά μίας πηγής. Πουλιά φτερούγιζαν τριγύρω, μικρά ζωάκια ξεδιψούσαν, ενώ πολύβουες μέλισσες πέταγαν από άνθος σε άνθος. Η καρδιά της κοπέλας φτερούγισε από χαρά, σαν να ξεδίπλωνε φτερά και η ίδια. Έτρεξε με ενθουσιασμό προς τα λουλούδια και με τη σκέψη να μαζέψει κάποια από αυτά στο καλαθάκι της. Χαρά που θα έκανε η λαίδη Λίντα, αν η κόρη της κατάφερνε να μεταφέρει μέχρι το χωριό λίγα λουλούδια αμάραντα!

Η Νολβέν άπλωσε το χέρι για να κόψει το πρώτο λουλούδι, μα η ομορφιά του και η δροσιά των πέταλων σταμάτησε τη φόρα της. Αντί να ξεριζώσει τον τρυφερό βλαστό, όπως λογάριαζε, ξέμεινε να χαϊδεύει τα πέταλά του τραγουδώντας, ν' αγγίζει τα τρυφερά σέπαλα με τα ακροδάχτυλα, να τα θαυμάζει. Τέλος σκύβοντας πάνω απ' τη γη, ακούμπησε τα χείλη της σε ένα λουλούδι, αποθέτοντας στα ταπεινά του πέταλα ένα γλυκό φιλί.

"Ποιο είναι το όνομά σου, κορίτσι των ανθρώπων, που όμως φέρεσαι σαν ένα παιδί του δάσους;"

Η φωνή που ακούστηκε πίσω της περιείχε μέσα της ίχνη από κρυμμένη μελωδία, η αυστηρότητά της όμως έκοβε σαν το ατσάλι. Προκάλεσε τρόμο στην ωραία κόρη κι αυτή τινάχτηκε από ξάφνιασμα και φόβο. Το σιγανό τραγούδισμα πάγωσε πάνω στα χείλη της, ενώ τα χέρια της έμειναν μετέωρα γύρω απ' το άνθος. Πιο γρήγορα και από το πέταγμα σαΐτας τόξου προς τον στόχο, μια ομάδα ξωτικών σχημάτισε έναν κύκλο γύρω της στη μέση του ξέφωτου. Ήταν ψηλοί, όμορφοι και καλοντυμένοι με μαλλιά χυτά στους ώμους, άλλων στο μαύρο χρώμα της νύχτας, άλλων στο ασημένιο των αχτίνων ενός ολόγιομου φεγγαριού. Άντρες και γυναίκες ανάμικτοι στάθηκαν γύρω της σκεπάζοντάς την με τις δυσοίωνες σκιές τους. Την άλλη στιγμή, μυτερές αιχμές από δόρατα και λεπίδες από ακονισμένα ξίφη στράφηκαν απειλητικά εναντίων της.

"Λοιπόν, ποιο είναι το όνομά σου και πώς βρέθηκες μονάχη τόσο βαθιά στη γη μας;"

Ήταν γυναίκα το ξωτικό που είχε μιλήσει. Το βλέμμα στα μάτια της ήταν τόσο σοβαρό, όσο αυστηρή είχε ακουστεί η φωνή της. Τα μακριά ασημένια της μαλλιά έπεφταν λυτά πάνω στις πλάτες φτάνοντας μέχρι σχεδόν τα γόνατά της. Ήταν ντυμένη με πουκάμισο και παντελόνια στο σκούρο πράσινο χρώμα της φυλλωσιάς του δάσους κι από τη μέση της κρεμόταν θηκάρι με μακρύ σπαθί. Η ασημένια του λαβή ήταν στολισμένη με ένα πράσινο πετράδι. Ήταν η μόνη που δεν την απειλούσε και έδειχνε να είναι αρχηγός των άλλων.

"Είναι μαζί με τους πανάθλιους κυνηγούς, ευγενική Λιττόρεν" βιάστηκε να δηλώσει ένας από τους συντρόφους της γυναίκας, σε μια γλώσσα μελωδική, μα άγνωστη για το κορίτσι. "Όσο για τα λουλούδια, σίγουρα ετοιμαζόταν να τα κόψει γεμίζοντας με τους θησαυρούς της γης μας το καλάθι της." Ο ξωτικός στράφηκε προς τη μεριά της κοπέλας και, κοιτάζοντας προς αυτήν με αηδία, επανέλαβε ό,τι είχε πει λιγάκι πριν στην γλώσσα των ανθρώπων.

Η Νολβέν ανάσανε βαθιά προσπαθώντας να κυριαρχήσει στον φόβο της. Εγκαταλείποντας μπροστά στα πόδια της το άδειο καλαθάκι, σηκώθηκε ολόρθη αντιμετωπίζοντας τα γκρίζα μάτια της γυναίκας. "Το όνομά μου είναι Νολβέν, αρχόντισσά μου" αποκρίθηκε δειλά κοκκινίζοντας. "Είναι αλήθεια πως έφτασα ως εδώ μαζί με την ομάδα των κυνηγών, όμως δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην ομορφιά του δέντρων και του δάσους. Έτσι τα βήματά μου με έφεραν σ' αυτό το ξέφωτο, πλάι στα λουλούδια."

Η γυναίκα των ξωτικών πλησίασε περισσότερο το κορίτσι, ταυτόχρονα έγνεψε στους συντρόφους της να χαμηλώσουν λίγο τα όπλα. Με τα αστραφτερά της μάτια βάλθηκε να εξετάζει την Νολβέν γυρίζοντας μία στροφή γύρω της. "Εάν τα αυτιά σου ήταν μυτερά, θα έλεγα ότι ίσως κατάγεσαι από τα ξωτικά του δάσους" δήλωσε τέλος η Λιττόρεν. "Η ευγένεια του προσώπου και της φωνής σου αυτό δείχνουν." Η περίπολος των ξωτικών είχε ανακαλύψει εδώ και ώρα τους κυνηγούς μέσα στο δάσος και θα είχαν ήδη επέμβει να σταματήσουν το βδελυρό τους έργο, αν στην αντίληψή τους δεν είχε πέσει η περίεργη συμπεριφορά τούτης της κόρης. Με περιέργεια περισσή την είχαν παρακολουθήσει αθέατοι ανάμεσα στα δέντρα, υποπτευόμενοι ότι οι άντρες κυνηγοί είχαν απαγάγει και κρατούσαν παράνομα ένα παιδί του δάσους. Τελικά όμως είχε αποδειχθεί ότι η κόρη τούτη ήταν και αυτή παιδί των ανθρώπων.

"Ώρα να τελειώνουμε με τους κυνηγούς, προτού μολύνουν με περισσότερο αίμα και θάνατο τα χώματά μας" ζήτησε αυστηρά ένα άλλο ξωτικό. "Όσο για τούτη την κόρη, μπορεί να τραγουδά αγκαλιάζοντας τα δέντρα και χαϊδεύοντας τα πέταλα από τα λουλούδια, δεν είναι όμως κάτι παραπάνω, παρά μια από… εκείνους."

Φωνές ακούστηκαν, που συμφωνούσαν με τα παραπάνω λόγια. Τα αυτιά της Νολβέν έπιασαν άγριες απειλές για μια παραδειγματική τιμωρία. Η καρδιά της σφίχτηκε από φόβο, όχι τόσο για την ίδια, μα για τον γέροντα πατέρα και τους ανθρώπους τους.

Η Λιττόρεν σήκωσε απότομα το χέρι επιβάλλοντας σιωπή στα ξωτικά της ομάδας της. Παρά το ότι είχε δει νωρίτερα τους κυνηγούς να αφαιρούν ζωές μέσα στο δάσος, δεν ήταν ακόμα απόλυτα πεπεισμένη, ότι η κόρη τούτη ήταν παιδί δικό τους. "Είσαι πραγματικά ένα παιδί των ανθρώπων, υπεύθυνη κι εσύ όπως και οι άλλοι για τους θανάτους των ζώων του δάσους και το μίασμα των εδαφών μας απ' το χυμένο αίμα; Μίλα!"

Από την αυστηρότητα της φωνής της η Νολβέν ταράχτηκε. Για μια στιγμή ένοιωσε τα γόνατά της να τρέμουν από τον φόβο, όμως κάνοντας κουράγιο σήκωσε το κεφάλι ψηλά με περηφάνια. "Είναι η ανάγκη για τροφή που οδήγησε τα βήματά μας μέχρι τις παρυφές του δάσους. Στον τόπο που ζω δεν φυτρώνει τίποτε και πάγος καλύπτει το πετρώδες έδαφος για όλον σχεδόν τον χρόνο. Οι άνθρωποί μας θα χαθούν δίχως το κρέας των ζώων και τους καρπούς του δάσους."

Τα μάτια της ξωτικιάς σκοτείνιασαν από την παραδοχή της κοπέλας. Για μια στιγμή μονάχα είχε σκεφτεί να σώσει ετούτο το παιδί των ανθρώπων από τις βάρβαρες συνήθειες των δικών της, να δείξει σ' αυτήν την επιείκεια που κάθε ξωτικό θα έδειχνε σ' ένα από τα παιδιά του δάσους. Παρά όμως την αρχική αγνότητα της ψυχής που έδειχνε η συμπεριφορά της, φαίνεται ότι τα εγκληματικά συνήθεια των ανθρώπων είχανε ήδη καταστρέψει την ψυχή της. "Τραγουδήστε ώστε ρίζες να σηκωθούν μέσα απ' τη γη" διέταξε τους ανθρώπους της. "Να πλέξουνε ένα κλουβί, που μέσα του θα φυλακίσει ετούτη την παρείσακτη στη γη μας. Μόλις συλλάβουμε και τιμωρήσουμε τους δολοφόνους κυνηγούς, αυτή θα οδηγηθεί στην Όσιλον, να δικαστεί από τους άρχοντές μας."

"Δεν θα την πάτε πουθενά! Αυτή η κόρη έρχεται μαζί μου."

Ξαφνιασμένη ν' ακούσει τη φωνή του, η Νολβέν στράφηκε απότομα, το ίδιο και όλοι οι άλλοι. Στην άκρη του ξέφωτου είχε φανεί ανάμεσα απ' τα δέντρα ο αγαπημένος της, ο άρχοντάς της Μέρταγκ. Το πρόσωπό του ήταν βλοσυρό, τα φρύδια σμιχτά στο μέτωπό του. Το ένα χέρι του έσφιγγε προειδοποιητικά πάνω στη λαβή του σπαθιού του, ενώ το άλλο ήταν υψωμένο με την παλάμη του στραμμένη προς τη μεριά τους. Το γάντι του ήταν βγαλμένο, ενώ στη μέση της παλάμης έλαμπε με ασημένιο φως η Γκετγουέι Ιγκνάσια, το σημάδι που κάποτε τον ένωσε με τον δράκο, φανερώνοντας σε όλους την ιδιότητά του σαν δρακοκαβαλάρης.


(συνεχίζεται)