Όπου οι Μέρταγκ και Θορν έρχονται αντιμέτωποι με τα ξωτικά του δάσους και παλιές έχθρες βγαίνουν στην επιφάνεια.
Βορράς
Κεφάλαιο 32
Μόλις ο Μέρταγκ αποκαλύφθηκε, φωνές γεμάτες οργή ακούστηκαν από τη μεριά των ξωτικών.
"Είναι εκείνος! Ο γιος του Μόρζαν."
"Ο δρακοκαβαλάρης του Γκαλμπατόριξ!"
"Καταραμένε δολοφόνε του γέροντα σοφού των θρήνων. Αφανιστή του χρυσαφένιου δράκου!"
"Εκδίκηση!"
"Τιμωρία!"
Σπαθιά και δόρατα – που λίγο πριν απειλούσαν τη Νολβέν – στρέφονταν τώρα προς τη μεριά του δρακοκαβαλάρη. Εκείνος όμως, παρά το ότι κατέβασε το χέρι χωρίς να εξαπολύσει προς αυτούς κάποια μαγεία, παρέμενε ακίνητος, να σφίγγει με το άλλο χέρι τη λαβή από το σπαθί του σταθερά, χωρίς όμως να έχει ξιφουλκήσει.
"Ότι κι αν λέτε, δεν θα επιτρέψω ετούτη η κόρη να απειληθεί, ούτε να κινδυνεύσει" αποκρίθηκε σοβαρός ο Μέρταγκ παραβλέποντας την επιθετική στάση των ξωτικών και όλες τις απειλές τους. Ταυτόχρονα έγνεψε προς τη Νολβέν να πλησιάσει πιο κοντά του.
Η κοπέλα σήκωσε το καλαθάκι της από τη γη με προσεκτικές, αργές κινήσεις. Ο άρχοντάς της, ο αγαπημένος της, είχε έρθει κοντά της για να τη σώσει. Η κοπέλα ανάσανε με ανακούφιση για πρώτη φορά από την στιγμή της συνάντησής της με τα ξωτικά του δάσους. Ο Μέρταγκ δεν την είχε εγκαταλείψει στην τύχη της, ποτέ δεν θα την εγκατέλειπε. Αντιθέτως βρισκόταν κάπου κοντά της, να την προσέχει. Κάρφωσε την γεμάτη λατρεία ματιά της πάνω του, ενώ ετοιμάστηκε να κατευθυνθεί γοργά προς το μέρος του. Μονάχα σαν θα βρισκόταν στο πλευρό του, τότε και μόνο τότε θα θεωρούσε τον εαυτό της ασφαλή.
Πριν όμως προλάβει η Νολβέν να κάνει το πρώτο βήμα προς την μεριά του αγαπημένου άρχοντά της, ο ξωτικός που λίγο πριν την είχε απειλήσει μπήκε ανάμεσα σ' αυτήν και τον Μέρταγκ εμποδίζοντάς την.
"Το κορίτσι των ανθρώπων καταπάτησε τη γη μας" φώναξε προς τον δρακοκαβαλάρη, με εμφανές το δηλητήριο στον τόνο της φωνής του. "Θα ακολουθήσει την ομάδα μας σαν αιχμάλωτή μας, για να κριθεί κατόπιν από τους άρχοντες αυτού του τόπου. Πριν όμως γίνει αυτό, θα παρακολουθήσει τη δίκαιη τιμωρία των δικών της για τη βεβήλωση των εδαφών μας. Η ίδια δίκαιη τιμωρία περιμένει κι εσένα." Το σπαθί του ξωτικού στρεφόταν απειλητικά εναντίων του δρακοκαβαλάρη, καθώς ο κάτοχός του βάδισε αποφασιστικά προς τη μεριά του Μέρταγκ και έτοιμος να χτυπηθεί μαζί του.
Τα μάτια του Μέρταγκ άστραψαν από θυμό, η γαλανή φλέβα στον κρόταφό του άρχισε γοργά να πάλλεται. Η γροθιά του σφίχτηκε περισσότερο επάνω στη λαβή του Ζάρ'ροκ, μέχρι που οι κλειδώσεις των δακτύλων άσπρισαν. Ένα άγριο γέλιο, που θύμιζε περισσότερο μορφασμό, παραμόρφωσε το πρόσωπό του. "Καλά θα κάνει ο καθένας να γνωρίζει τη θέση του" φώναξε. Όσο γρήγορος στο σπαθί και ήταν αυτός ο ξωτικός, όση πολεμική δεξιότητα και μαγεία και αν διέθετε, του φάνηκε αστείο το ότι προσπαθούσε να πλήξει έναν δρακοκαβαλάρη. Ένα αστείο, που όμως φάνταζε μακάβριο κάτω από τις παρούσες συνθήκες. "Σκοπός μου δεν είναι να έρθω σε αντιπαράθεση μαζί σας" φώναξε προς όλους. "Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν θα πράξω κάτι τέτοιο, αν οι άνθρωποι που είναι μαζί μου απειληθούν. Τούτη η κόρη δεν έσφαλε σε κάτι για να την κατηγορείτε."
Εμφανώς δυσαρεστημένη η Λιττόρεν με την παραβίαση της δικαιοδοσίας από τον ξωτικό μαχητή της ομάδας της – δικαιοδοσία που ολοφάνερα ανήκε στην ίδια – αποφάσισε να παρέμβει σταματώντας τον. Υπακούοντας στη φωνή της αρχηγού του ο ξωτικός σταμάτησε στο μέσον της απόστασης της ομάδας του από τον Μέρταγκ. Απέφυγε όμως να κατεβάσει το σπαθί του, επιμένοντας στην ίδια απειλητική στάση όπως και πριν, πανέτοιμος να του επιτεθεί με την πρώτη ευκαιρία.
Η Λιττόρεν πλησίασε τον δρακοκαβαλάρη. "Γνωρίζω πολύ καλά ποιος είσαι." Τα μάτια της γυάλιζαν θυμό γεμάτα και αν λίγο πριν η φωνή της είχε ακουστεί αυστηρή στα αυτιά της Νολβέν, τώρα έκοβε σαν μια λεπίδα.
Ο Μέρταγκ ένευσε ελαφρά προς την αρχηγό των ξωτικών. "Εγώ όμως δεν έχω παρόμοια τιμή" αποκρίθηκε, η φωνή του σταθερή δίχως εμπάθεια, αλλά προσοχή γεμάτη.
Η ξωτικιά τον κοίταξε άφοβα ίσια στα μάτια. "Ονομάζομαι Λιττόρεν, από την φρουρά της Όσιλον, δρακοκαβαλάρη. Οι πληροφορίες μας ήθελαν εσένα και τον δράκο σου, να επιστρέφετε κατά τακτικά χρονικά διαστήματα στα εδάφη μας στη διάρκεια όλων των καλοκαιρινών μηνών, συνοδεύοντας ομάδες ανθρώπων ξένων προς την περιοχή μας. Έτσι οι άρχοντές μας αποφάσισαν να εξαπολύσουν περιπολίες στις παρυφές των δασών μας. Οι άνθρωποι που συνοδεύεις είναι υπόλογοι απεχθών πράξεων. Η τιμωρία για αυτούς θα είναι αμείλικτη."
"Οι άνθρωποι μονάχα από ανάγκη βρίσκονται τόσο κοντά στη γη των ξωτικών, ανάγκη επιτακτική για την επιβίωσή τους" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ. "Κανέναν από αυτούς δεν θα πειράξετε, γιατί ούτως ή άλλως σε λίγες ώρες πρόκειται να αποχωρήσουν από τα εδάφη σας."
"Οι όποιες ανάγκες των ανθρώπων δεν δίνουν σε αυτούς δικαιώματα να καταπατούν τη γη μας, ούτε να την μολύνουν με αίμα" τόνισε η Λιττόρεν. "Είναι υπόλογοι για τα εγκλήματά τους και η δικαιοδοσία μας να ενεργήσουμε εναντίων τους, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά μας."
Βρέθηκαν οι δύο τους, ξωτικιά και δρακοκαβαλάρης, να κοιτάζονται με αμείωτη ένταση στα μάτια. Η θέληση της μιας αντιπαραβαλλόταν με το σθένος του άλλου. Η Λιττόρεν στιγμή δεν είχε τραβήξει το σπαθί που κρεμόταν από τη ζώνη της γνωρίζοντας καλά, ότι δεν θα ήταν συνετό να απειλήσει έναν δρακοκαβαλάρη όταν ο δράκος του βρισκόταν κάπου κοντά. Ούτε όμως ο Μέρταγκ είχε ξεσφίξει τη λαβή του χεριού του από το δικό του σπαθί, πανέτοιμος να ανταποκριθεί στην πρώτη πρόκληση. Σκοπός του ήταν να αποφύγει κάθε αψιμαχία με τα ξωτικά του δάσους. Δεν θα επέτρεπε όμως να απειληθούν οι ζωές των ανθρώπων, που βρίσκονταν κάτω από τη δική του επίβλεψη. Αποφασισμένος να έρθει σε κάποιου είδους συμβιβασμό με τα ξωτικά, μιας και οι υπόλοιποι άντρες και γυναίκες της ομάδας τους συνέχιζαν να φέρονται το ίδιο απειλητικά προς αυτόν, ετοιμάστηκε να διαπραγματευτεί με την αρχηγό τους.
"Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν τις επιλογές των υπολοίπων" επέμεινε ο Μέρταγκ. "Δίχως τα ζώα που κυνηγούν κοντά στις περιοχές σας, θα είχαν πεθάνει προ πολλού από την πείνα."
"Αυτό δεν τους δίνει κανένα δικαίωμα…" την απόπειρα του ευέξαπτου ξωτικού να μιλήσει και πάλι διέκοψε το χέρι της Λιττόρεν, που υψώθηκε απότομα επιβάλλοντας για μία φορά ακόμα σιωπή. Αυτός ο πολεμιστής ήταν ο πιο νέος στην ηλικία μέσα στην ομάδας της. Η αρχηγός του γνώριζε καλά, ότι ήταν αρκετά άπειρος σε σύγκριση με την ίδια. Ήθελε τώρα να υπερβάλει στο καθήκον του κερδίζοντας το όνομά του ανάμεσα στους άλλους. Ήταν φιλόδοξος πολύ και, εξ αιτίας της φλογερής νεανικής του ηλικίας, το αίμα έρεε αψύ στις φλέβες του.
"Σωστά προσδιόρισες την κατάσταση από μόνος σου, δρακοκαβαλάρη" είπε στον Μέρταγκ η γυναίκα. "Θα μπορούσαν να κυνηγήσουν τα θηράματα κοντά στις περιοχές μας. Όχι όμως μέσα σε αυτές! Αν είχαν κρατηθεί έξω από τα εδάφη μας, θα μπορούσαμε να είχαμε δείξει ανοχή. Τα χώματά μας κρίνονται ιερά κι απαραβίαστα, όχι μονάχα από τους αρχηγούς μας, αλλά και από όλους εμάς τους υπόλοιπους κατοίκους τους. Λυπάμαι, αλλά οφείλουμε να ακολουθήσουμε τις διαταγές τις οποίες έχουμε λάβει. Μην δοκιμάσεις να μας εμποδίσεις."
Κάνοντας ένα βήμα πίσω, η Λιττόρεν έγνεψε στους ανθρώπους της ομάδας της να συνταχθούν. Δύο από αυτούς έπιασαν τα μπράτσα της Νοβέν συλλαμβάνοντάς την, έτοιμοι να την απομακρύνουν μαζί τους.
Ο Μέρταγκ τους κοίταξε ψυχρά. "Ωραία λόγια!" αναφώνησε. "Θεωρείτε πως τα 'ιερά' εδάφη σας μολύνονται με το αίμα και τον θάνατο των ζώων. Παρ' όλα αυτά, οι ίδιοι δεν διστάζετε να χύσετε πάνω στη γη σας το αίμα ανθρώπων. Αυτή την πράξη πώς την ονομάζετε;" Τα μάτια του Μέρταγκ στένεψαν απ' τον συγκρατημένο του θυμό. Έδειξε με το χέρι προς την μεριά της Νολβέν, που δύο ξωτικοί είχαν γραπώσει σφιχτά κρατώντας την. "Όπως τόνισα πριν λίγο, η κόρη αυτή θα έρθει μαζί μου. Δεν μπορείτε να την συλλάβετε."
Η Λιττόρεν ανταπέδωσε το ψυχρό του βλέμμα και από τα σφιγμένα της χείλη ξέφυγαν αργά τα παρακάτω λόγια. "Στιγμή να μην ξεχνάς, ότι βρίσκεσαι σε δικό μας έδαφος, δρακοκαβαλάρη. Στη θέση σου δεν θα σχολίαζα την συμπεριφορά των μόνιμων κατοίκων, ούτε και θα απαιτούσα."
"Ευγενική Λιττόρεν, άφησέ με να τιμωρήσω την αυθάδειά του με το σπαθί μου" επέμενε ο ξωτικός κραδαίνοντας τη λεπίδα του και πάλι προς την μεριά του Μέρταγκ. Ως νεώτερος της ομάδας του περίμενε τη φήμη του να ενισχυθεί μετά από μία αντιπαράθεση με τον εχθρικό δρακοκαβαλάρη. Η σιγουριά που ένοιωθε για τις ικανότητές του ψιθύριζε στο αυτί του ότι σίγουρα θα τον νικούσε.
Η καρδιά της Νολβέν σφίχτηκε από αγωνία. Ο αγαπημένος άρχοντάς της κινδύνευε από τα ξωτικά. Αχ, η ανόητη! Αν δεν είχε απομακρυνθεί μονάχη μέσα στο δάσος, αν είχε φροντίσει να παραμείνει στο πλευρό του πατέρα της, όπως αυτός της είχε ζητήσει, τώρα δεν θα βρισκόταν στην δύσκολη αυτή κατάσταση. Ποτέ δεν θα είχε βαθύνει μέσα στο δάσος των ξωτικών. Ποτέ δεν θα είχε συναντηθεί μαζί τους και συλληφθεί απ' αυτούς. Ποτέ ο Μέρταγκ δεν θα είχε αναγκαστεί να αποκαλυφθεί στους εχθρούς του. Τώρα ο αγαπημένος της κινδύνευε εξ αιτίας της. Η ίδια το μόνο που απόμενε να κάνει, ήταν να ικετέψει, να την αφήσουν να πάει πλάι του.
Πάνω που ήταν έτοιμη ν' αρχίσει τα παρακάλια, προς τους φύλακές της, ένας άγριος βρυχηθμός ακούστηκε από ψηλά. Τα δέντρα στις παρυφές του ξέφωτου τσακίστηκαν και ένας εξαγριωμένος κόκκινος δράκος προσγειώθηκε πίσω από τον καβαλάρη του, έτοιμος να ξεράσει φωτιά εναντίων των κατοίκων των δασών. Ο Θορν, αισθανόμενος τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε ο εκλεκτός του, είχε έρθει να συντρέξει τον καβαλάρη του. Εκείνο που απασχολούσε τη Λιττόρεν από την στιγμή που εμφανίστηκε ο Μέρταγκ στην άκρη του ξέφωτου, δεν είχε αποφευχθεί.
Τα αγριεμένα μάτια του δράκου στράφηκαν προς την ακίνητη ομάδα των ξωτικών, που είχαν μαρμαρώσει ο καθένας στη θέση του. Τα γυμνά του δόντια γυάλισαν στο φως του ήλιου, τα νύχια του φαίνονταν έτοιμα να ξεσχίσουν σάρκες. Η παρουσία του Θορν τρόμαξε τον ευέξαπτο ξωτικό, που αναγκάστηκε σε ασταθή βήματα προς τα πίσω κατεβάζοντας τη λεπίδα του. Όλη η προηγούμενη παλικαριά του μετατρεπόταν τώρα σε τρόμο εμφανή στο πρόσωπό του.
Η Λιττόρεν δεν έδειξε να πτοείται από την αγριάδα του δράκου. Η εμφάνιση του κόκκινου συντρόφου του Μέρταγκ ήταν κάτι που ενδόμυχα απευχόταν, περίμενε όμως να συμβεί. Τούτος ήταν και ο κύριος λόγος που είχε συγκρατήσει τα ξωτικά της από του να επιτεθούν στον δρακοκαβαλάρη. Στράφηκε με θάρρος προς αυτόν, αγνοώντας επιδεικτικά την απειλητική παρουσία του δράκου. "Παρά το ότι κατά το παρελθόν μας έχετε βλάψει ανεπανόρθωτα εσύ και ο δράκος σου, είμαι πρόθυμη να παραβλέψω την εδώ παρουσία σας. Καλώ όμως και τους δύο σας να μην παρεμβαίνετε στον σκοπό μας. Έχουμε σαφείς διαταγές, που σκοπεύουμε να εκτελέσουμε κατά γράμμα. Μην εκμεταλλεύεστε την ισχύ σας εναντίων μας, γιατί είμαστε όλοι μας αποφασισμένοι. Σας υπενθυμίζω ότι βρίσκεστε απρόσκλητοι στα εδάφη μας. Δεν υπάρχει ανάγκη να χυθεί περισσότερο αίμα από όσο είναι απαραίτητο. Φύγετε λοιπόν από τον δρόμο μας και δεν πρόκειται να σας επιτεθούμε."
Ο Θορν έσκαψε θυμωμένος το χώμα με τα νύχια του ξεριζώνοντας φυτά και ρίζες. "Ένα μονάχα βήμα να κάνεις απειλώντας τον καβαλάρη μου, ξωτικιά, και το κεφάλι σου θα διαχωριστεί από το σώμα." Τα λόγια του ακούστηκαν ταυτόχρονα στο μυαλό όλων των άλλων και ένα εμφαντικό, υπόκωφο μούγκρισμα υπογράμμισε την αποφασιστικότητά του.
"Σου ζητώ να μην επέμβεις, Θορν! Κανενός το αίμα δεν θα χυθεί, όχι τουλάχιστον σήμερα, όχι εδώ." Ο Μέρταγκ ακουγόταν σίγουρος για ότι έλεγε.
"Δεν θα επιτρέψω να σε απειλούν, εκλεκτέ μου. Ούτε εσένα, ούτε την μικρή κόρη του λόρδου ή κάποιον άλλον από τους ανθρώπους μας."
"Σε παρακαλώ, Θορν, εμπιστέψου με!"
"Όπως νομίζεις."
Για πρώτη φορά από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Μέρταγκ άφησε τη λαβή του σπαθιού του, που τόση ώρα έσφιγγε με ασύγκριτη δύναμη. Σταύρωσε τα δύο του χέρια στο στήθος και αντιμετώπισε την ομάδα των ξωτικών. "Αφήστε αυτό το κορίτσι να επιστρέψει στους δικούς της" ζήτησε. "Αφήστε τους ανθρώπους να φύγουν από τα εδάφη σας χωρίς να τους πειράξετε. Αν κάνετε ότι σας ζητώ, τότε υπόσχομαι ότι κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα πατήσει ξανά το πόδι του στη γη σας."
Η Λιττόρεν αναμετρήθηκε μαζί του με το βλέμμα. Πόση αξία μπορεί να είχε η υπόσχεση ενός έκπτωτου δρακοκαβαλάρη; Πριν λίγα χρόνια αυτός είχε γίνει η αιτία να θρηνήσουν τον δάσκαλο Όρομις και τον χρυσό δράκο του Γλέιντρ. Σαν πράκτορες του Γκαλμπατόριξ είχαν αφαιρέσει τις ζωές εκείνων, που τόσο πόνο και θλίψη είχε προκαλέσει στους κατοίκους των δασών ο χαμός τους. Η δίκαιη οργή είχε πλημμυρίσει τότε τις καρδιές των πολεμιστών των ξωτικών. Οργή που δεν είχε ποτέ καταλαγιάσει. Ακόμα και τώρα, το ότι επέτρεπαν στο κόκκινο ζευγάρι να τραβήξει τον δρόμο του χωρίς εμπόδιο, ήταν πολύ. Δράκος και καβαλάρης δεν θα κέρδιζαν τόσο εύκολα την εμπιστοσύνη τους. Μπορεί τώρα ο Μέρταγκ κάλλιστα να υποσχόταν ότι κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα δραστηριοποιηθεί στη γη των ξωτικών ξανά. Ταυτόχρονα όμως μπορεί να εννοούσε, ότι κανένας από τους συγκεκριμένους αυτούς ανθρώπους δεν θα ξαναερχόταν. Ίσως κάποια άλλη στιγμή άλλοι άνθρωποι τους αναπλήρωναν αναζητώντας άλλα θηράματα στα εδάφη τους, μολύνοντας ξανά με αθώο αίμα τη γη τους. "Η υπόσχεσή σου δεν είναι αρκετή" δήλωσε η Λιττόρεν. "Οι άρχοντές μας έχουν δώσει τις διαταγές τους και εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τις εκτελέσουμε. Οι άνθρωποι που μόλυναν τα εδάφη μας με τόσο θάνατο και αίμα, δεν γίνεται να φύγουν ατιμώρητοι."
Ακούγοντάς την τόσο αποφασισμένη, τόσο απόλυτη και απρόθυμη να διαπραγματευτεί, ο Μέρταγκ αναστέναξε ελαφρά. "Αφήστε τους ανθρώπους μου να φύγουν χωρίς να βλάψετε κανέναν. Σαν αντιστάθμισμα αυτού που σας ζητώ, δέχομαι να παραμείνω εγώ ο ίδιος αιχμάλωτός σας."
"Μέρταγκ!"
"Ξέρω τι κάνω, Θορν. Σε παρακαλώ, εμπιστέψου με."
"Τι ακριβώς εννοείς, όταν λες 'αιχμάλωτός' τους;"
"Κερδίζω χρόνο, Θορν. Ηρέμησε!"
Ακούγοντας την πρότασή του αυτή τα ξωτικά αιφνιδιάστηκαν. Παρά την μεγάλη εμπειρία που είχε η Λιττόρεν από τη ζωή και την πολύχρονη εξάσκησή της στο να καλύπτει τα συναισθήματά της, κοίταξε κατάπληκτη τον Μέρταγκ. Το στόμα της άνοιξε, μα δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη. Ταυτόχρονα όμως το μυαλό της δούλεψε γοργά. Για τον κάθε ένα μαχητή των ξωτικών θα μπορούσε να θεωρηθεί μεγάλη νίκη, αν θα κατόρθωνε να οδηγήσει τον παλιό δρακοκαβαλάρη του Γκαλμπατόριξ αιχμάλωτο στην Όσιλον. Ήταν μήπως δυνατόν να αλήθευε η υπόσχεση του Μέρταγκ; Η Λιττόρεν θα μπορούσε να αξιώσει περισσότερες δεσμεύσεις από τον δρακοκαβαλάρη.
"Άρχοντά μου, όχι! Όχι εσύ! Αφήστε με! Αφήστε με σας λέω!"
Ήταν τα πανικόβλητα λόγια της Νολβέν αυτά που ακούστηκαν, πάνω ακόμα και από το απειλητικό μούγκρισμα του δράκου. Η όμορφη κόρη προσπάθησε απελπισμένα να ξεφύγει από το κράτημα των ξωτικών, να τρέξει προς τη μεριά του αγαπημένου της Μέρταγκ, να βάλει τον ίδιο τον εαυτό της ασπίδα ανάμεσα σ' αυτόν και τους εχθρούς του. Όσο όμως και αν συστράφηκε, όσο και αν παρακάλεσε, τα χέρια των ξωτικών παρέμειναν σαν σίδερα σφιγμένα γύρω από τα μπράτσα της κι αυτή αιχμάλωτή τους.
Τέλος η Λιττόρεν μίλησε. "Δέχεσαι, δρακοκαβαλάρη, να παραμείνεις αιχμάλωτός μας; Θα αντάλλασσες την ελευθερία σου με αυτή των κυνηγών τους δάσους; Θα έκανες αυτό που ισχυρίζεσαι διακινδυνεύοντας τη δική σου ζωή και του δράκου σου, μόνο και μόνο για να γλιτώσουν εκείνοι που μόλυναν τη γη μας;" Τον κοίταζε τώρα με άλλο ύφος, σαν να αμφέβαλε για τα λεγόμενά του.
Ο Μέρταγκ επανέλαβε τα ίδια λόγια στην αρχαία γλώσσα, την γλώσσα της αλήθειας. "Θα το δεχόμουν" πρόσθεσε. "Αφήστε την κόρη αυτή ελεύθερη να επιστρέψει στους δικούς της" τόνισε καρφώνοντας το ατσάλινο βλέμμα του στην αρχηγό της ξωτικής ομάδας.
Η Λιττόρεν στάθηκε αμίλητη και ακίνητη για λίγο. Το μυαλό της ενώθηκε με αυτά των υπόλοιπων μαχητών των ξωτικών ανασκοπώντας τις δικές του γνώμες και απόψεις. Οι διαταγές που είχαν από τους άρχοντες της Όσιλον ήταν να φερθούν αμείλικτα στους ανθρώπους τιμωρώντας τους για τα εγκλήματά τους. Δεν θα προτιμούσαν όμως οι άρχοντες των ξωτικών τον δρακοκαβαλάρη σε αντιστάθμισμα της ζωής των ανθρώπων; Υπήρχε βέβαια πάντοτε παρών και ο δράκος, που καμία υπόσχεση δεν επρόκειτο να δώσει. Μετά από πολλή σκέψη η Λιττόρεν αποφάσισε.
"Άκουσε λοιπόν, δρακοκαβαλάρη, τι προτείνω εγώ να γίνει. Θα τεθείς εσύ ο ίδιος στην διάθεσή μας και θα υποσχεθείς να συγκρατήσεις τον θυμό του δράκου σου, ώστε κανένας από μας να μην κινδυνεύσει από την οργή του. Οι άνθρωποι που είναι μαζί σου θα συλληφθούν. Ορκίζομαι όμως, κανένας από αυτούς δεν πειραχθεί από μένα την ίδια ή τους μαχητές μου. Θα κρατηθείτε όλοι, μέχρι οι άρχοντες της Όσιλον να αποφασίσουν για την τύχη σας. Αν προτιμήσουν την παραδειγματική τιμωρία των ανθρώπων, αυτό θα γίνει. Εσύ και ο δράκος σου θα είσαστε ελεύθεροι να φύγετε. Αν οι άρχοντές μας προτιμήσουν να οδηγηθείς εσύ μπροστά τους, να κριθείς κατά τους νόμους μας, τότε οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να αποχωρήσουν, δίχως να πειραχτεί μία τρίχα από τα μαλλιά τους. Φτάνει κανείς τους να μην γυρίσει ποτέ πίσω στη γη μας."
Ο Μέρταγκ γέλασε θυμωμένος. "Φαντάζομαι, δεν περιμένεις να συναινέσω σε τέτοια πρόταση." Το χέρι του κατέβηκε ξανά απειλητικά προς την λαβή του Ζάρ'ροκ. "Διάλεξε τώρα! Εγώ μένω στη διάθεσή σου κι εκείνοι φεύγουν ή…"
Ο Μέρταγκ δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Πάνω από το ξέφωτο ακούστηκε ο ήχος από γιγάντια φτερά που αναδιπλώνονταν κατεβαίνοντας προς τη μεριά τους. Μία γιγάντια σκιά σκέπασε απ' τα μάτια τους το φως του ήλιου, ενώ γαλάζιες ανταύγειες ξεχύθηκαν ένα γύρω. Όλων τα βλέμματα στράφηκαν ψηλά, για να δουν με κατάπληξη από πάνω τους να ίπταται η γαλανή Σαφίρα. Στον χώρο της σέλας, ανάμεσα στις δυνατές της πλάτες, ξεχώριζε καθαρά καθισμένος ο Έραγκον ο δρακοκαβαλάρης.
(συνεχίζεται)
