Όπου οι άνθρωποι ανησυχούν, ενώ ο Έραγκον και η Σαφίρα δέχονται μία απρόσμενη επίσκεψη.


Βορράς

Κεφάλαιο 33

Η Σαφίρα προσγειώθηκε στο κέντρο του ξέφωτου, σε μικρή απόσταση από την ομάδα των ξωτικών. Μόλις πάτησε στη γη, σηκώθηκε στα πίσω της πόδια τεντώνοντας τα φτερά της διάπλατα ανοικτά, μία κίνηση που συνήθιζε όταν ήθελε να εντυπωσιάσει τους άλλους. Όλα τα ξωτικά χαιρέτησαν με σεβασμό την παρουσία της και αυτήν του καβαλάρη της, απευθύνοντας προς τη μεριά τους τούς πρέποντες χαιρετισμούς. Μόλις η δράκαινα έκρινε ότι είχε εντυπωσιάσει αρκετά τα ξωτικά, δίπλωσε τις φτερούγες πατώντας και πάλι στο χώμα. Ο Έραγκον γλίστρησε επιδέξια από τη σέλα. Ρίχνοντας μία φευγαλέα ματιά προς τη μεριά του Μέρταγκ, πρόσεξε πως, παρά την απειλή που εκείνος δεχόταν, δεν είχε καν τραβήξει το Ζάρ'ροκ από το θηκάρι. Με ένα φευγαλέο, απλό νεύμα, ο Έραγκον καθησύχασε τον αδελφό του. Μετά την εμφάνιση της γαλάζιας δράκαινας ο Θορν ησύχασε παραμένοντας κοντά στον καβαλάρη του.

Ο Έραγκον πλησίασε την ομάδα των ξωτικών επιστρέφοντας προς αυτούς τις τυπικές ευγένειες που άρμοζαν στην περίσταση. "Ευγενικοί πολεμιστές των ξωτικών, θα είχατε την καλοσύνη να με ενημερώσετε, ποιος είναι ο επικεφαλής αυτής της ομάδας;"

Η Λιττόρεν βιάστηκε να επιστρέψει κοντά στους υπόλοιπους ξωτικούς. "Ονομάζομαι Λιττόρεν, Σούρ'τουγκαλ και ένδοξη Μπγιάρτσκιουλαρ. Με μεγάλη μας χαρά σας υποδεχόμαστε και χαιρετούμε την παρουσία σας στις περιοχές μας. Είστε ευπρόσδεκτοι να μας συντροφέψετε και να παραμείνετε κοντά μας όσο σας αρέσει. Ίσως, αν θέλετε, ακόμα και να παρέχετε αρωγή στις προσπάθειές μας."

"Ευχαριστούμε για το καλωσόρισμα" αποκρίθηκε ευγενικά ο Έραγκον. "Θα μπορούσατε ίσως να με πληροφορήσετε, ποιες ακριβώς είναι οι προσπάθειές σας, για τις οποίες ζητάτε την αρωγή μας;"

"Η ομάδα μου κι εγώ βρισκόμαστε εδώ κατόπιν εντολής των αρχόντων της πόλης μας" εξήγησε η Λιττόρεν. Σκοπός μας είναι να συλλάβουμε τους ανθρώπους εισβολείς στη γη μας και να τιμωρήσουμε τα ανόσια έργα τους." Η ξωτικιά κοίταξε κατόπιν προς τη μεριά του Μέρταγκ και του Θορν. "Ο δρακοκαβαλάρης του κόκκινου δράκου ταξιδεύει μαζί τους, όπως ισχυρίστηκε. Ο ίδιος προτίθεται να θέσει τον εαυτό του κάτω από τη δικαιοδοσία μας, αν επιτρέψουμε στους ανθρώπους να αποχωρήσουν αλώβητοι. Κάτι τέτοιο όμως θα πρέπει να εγκριθεί από τους άρχοντές μας."

Ο Έραγκον κοίταξε την ξωτικιά για λίγο σκεπτικός. Η Λιττόρεν φαινόταν αρκετά αρχαία σε ηλικία και έμπειρη πολεμίστρια. Τα λόγια και οι κινήσεις της ήταν ενδεικτικά των προθέσεών της. Πώς θα φαινόταν στα ξωτικά, ότι ο ίδιος ερχόταν μαζί με την συντροφιά αυτών των ανθρώπων; Τι θα σκέφτονταν, όταν ο Έραγκον αποκάλυπτε ότι ο Μέρταγκ και ο Θορν ταξίδευαν κι αυτοί μαζί του; Ο Έραγκον έριξε μια ματιά στην μικρή κόρη του λόρδου. Η Νολβέν έδειχνε αρκετά τρομαγμένη. Τα μάγουλά της ήταν απίστευτα χλωμά και από τα όμορφα μάτια της ανάβλυζαν δάκρυα απελπισίας. Παρά τον τρόμο όμως που την διακατείχε, στεκόταν περήφανη ανάμεσα στους συλλήπτωρές της. Την κοπέλα κρατούσαν από τα μπράτσα δύο πολεμιστές των ξωτικών και δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να την αφήσουν από τις αρπάγες τους.

Ο Έραγκον απευθύνθηκε κάπως αυστηρά στους πολεμιστές των ξωτικών. "Δεν νομίζω ότι θα ήταν πολύ να ζητήσω και να αναλάβω εγώ ο ίδιος την φύλαξη αυτής της κόρης. Δεν φαίνεται να αποτελεί για σας κάποιον κίνδυνο και ούτε βλέπω τον λόγο της σύλληψής της."

Οι δύο ξωτικοί στράφηκαν προς την Λιττόρεν, αναμένοντας την δική της διαταγή ή έγκριση στο αίτημά του. Εκείνη ένευσε κάπως απρόθυμα, ότι μπορούσαν να ικανοποιήσουν αυτή την επιθυμία του.

Ο Έραγκον έπιασε το χέρι της Νολβέν τραβώντας απαλά την κοπέλα πιο κοντά του. Εκείνη όμως του ξέφυγε επιδέξια και τρέχοντας ήρθε να σταθεί στο πλευρό του Μέρταγκ, που έκλεισε προστατευτικά το χέρι του γύρω από τους ώμους της. Ο Θορν έκανε ένα ακόμα βήμα μπροστά τοποθετώντας τα δύο μπροστινά του πόδια αριστερά και δεξιά του ζευγαριού, καλύπτοντάς τους σαν ασπίδα με μέρος από την μία του φτερούγα.

Ο Έραγκον στράφηκε και πάλι προς την Λιττόρεν. "Γιατί ακριβώς κατηγορείτε την ομάδα αυτών των ανθρώπων;" ρώτησε κερδίζοντας λίγο χρόνο, ενώ το μυαλό του δούλευε γοργά προσπαθώντας να συντάξει την συνηγορία υπέρ τους.

Η Λιττόρεν τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν. "Όλοι τους καταπάτησαν τα εδάφη μας. Μόλυναν τα χώματά μας με το αίμα των ζώων που κατοικούν σε αυτά. Αφαίρεσαν ζωές αθώων πλασμάτων, που σε τίποτε δεν τους είχαν βλάψει."

Ο Έραγκον συγκατένευσε στα λόγια της. "Δεν αντιλέγω ότι όλα αυτά έγιναν, ευγενική πολεμίστρια" αποκρίθηκε. "Όμως για όλα όσα καταμαρτυρείτε στους ανθρώπους, υπάρχει μία έννοια, που περιγράφει τέλεια την κατάστασή τους, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει και την δικαιολογία τους."

Η Λιττόρεν έγειρε αργά το κεφάλι εξετάζοντάς τον, ενώ την ίδια στιγμή ένα μελωδικό μουρμούρισμα δυσαρέσκειας ακουγόταν να προέρχεται από την υπόλοιπη ομάδα της. "Και ποια είναι αυτή η έννοια, δρακοκαβαλάρη;"

"Ονομάζεται 'ανάγκη'. Συγκεκριμένα, μέγιστη ανάγκη επιβίωσης" αποκρίθηκε ο Έραγκον, δίχως να δώσει ιδιαίτερη σημασία στην δυσαρέσκεια της ομάδας. Χωρίς να το γνωρίζει, είχε χρησιμοποιήσει τα ίδια ακριβώς λόγια με αυτά του Μέρταγκ. "Θα πρέπει να σας πληροφορήσω όλους, ότι αυτοί οι άνθρωποι, που καταπάτησαν τη γη σας, βρίσκονται κάτω από τη δική μου υπευθυνότητα. Και, ναι, ομολογώ ότι καταπάτησαν τη γη σας και αφαίρεσαν τις ζωές των ζώων. Όμως ταυτόχρονα θα πρέπει να σας βεβαιώσω, ότι η πράξη τους αυτή δεν έγινε με ελαφριά συνείδηση. Κανένας από τους ανθρώπους αυτούς δεν θα είχε διανοηθεί να πατήσει το πόδι του στα εδάφη σας, αν η 'ανάγκη' δεν τον είχε οδηγήσει να κάνει κάτι τέτοιο." Ο Έραγκον σταμάτησε για λίγο να μιλά εξετάζοντας με το βλέμμα ένα-ένα τα ξωτικά της ομάδας, διερωτώμενος τι εντύπωση τους είχαν κάνει τα παραπάνω λόγια του.

Τα ξωτικά τον κοίταξαν με φρίκη. Ίσως να μην περίμεναν ποτέ ότι ο παλιός πρωταθλητής τους, εκείνος που διδάχθηκε στα εδάφη τους από τους δύο αρχαίους δασκάλους και μάρτυρές τους, μπορούσε να επιστρέψει παρέα με τον εχθρικό δρακοκαβαλάρη, τον δράκου του και την συντροφιά ενός τσούρμου ανθρώπων που είχαν βεβηλώσει τα εδάφη τους.

"Τι ακριβώς εννοείς, δρακοκαβαλάρη, όταν λες ότι οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται κάτω από τη δική σου υπευθυνότητα;" Ρώτησε η Λιττόρεν εκ μέρους όλης της ομάδας.

"Επιτρέψτε μου να έρθω εγώ ο ίδιος σε επαφή με τους άρχοντάς σας" εξήγησε ο Έραγκον. "Σκοπεύω να εξηγήσω σ' αυτούς, τι ακριβώς συμβαίνει."

Όση ώρα ο Έραγκον προσπαθούσε να εξηγήσει στα ξωτικά την κατάσταση συνηγορώντας υπέρ των ανθρώπων, ο Θορν τέντωσε τον μακρύ λαιμό του ξεφυσώντας ένα θερμό σύννεφο ατμού πάνω από τα μαλλιά του Μέρταγκ. "Αυτό εννοούσες, όταν έλεγες να σε εμπιστευτώ;" ρώτησε. "Περίμενες τον ερχομό του Έραγκον και της Σαφίρα, για να διαπραγματευτούν αυτοί με τα ξωτικά;"

"Είχα στηρίξει σοβαρές ελπίδες σ' αυτό το γεγονός, Θορν" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ.

"Και αν ο Έραγκον απέφευγε να εμφανιστεί μπροστά τους; Αν θεωρούσε, ότι καλύτερο θα ήταν για αυτούς τους δύο να παραμείνουν ουδέτεροι σε μια τέτοια διένεξη; Δεν θέλω να ακούσω, ότι σκόπευες να ακολουθήσεις τα ξωτικά στην Όσιλον σαν αιχμάλωτός τους!"

"…."

"Μέρταγκ! Έδωσες υπόσχεση στα ξωτικά και μάλιστα στην αρχαία γλώσσα της αλήθειας. Τι ακριβώς σκόπευες να κάνεις, αν ο Έραγκον δεν εμφανιζόταν;" Απαίτησε να μάθει ο Θορν.

"Ησύχασε! Έδωσα μεν υπόσχεση να τους ακολουθήσω μέχρι την Όσιλον, να τεθώ κάτω από την κρίση των αρχόντων τους. Δεν υποσχέθηκα όμως, ότι θα συναινούσα και στο αποτέλεσμα αυτής της κρίσης. Για να μην πω, ότι εσύ δεν έδωσες καμία υπόσχεση σχετική, ούτε προτίθεσαι να δόσεις."

Ο κόκκινος δράκος γρύλισε θυμωμένος. "Αυτό δα έλειπε! Τα ξωτικά όμως είναι επικίνδυνα πλάσματα, Μέρταγκ, πλάσματα που κατέχουν μαγεία."

Ο κόκκινος καβαλάρης γέλασε άγρια ακούγοντας τα παραπάνω λόγια του δράκου του. "Επέτρεψέ μου, σύντροφε της καρδιάς μου και του νου, να σου υπενθυμίσω ότι κι εγώ κατέχω κάποιες μαγείες. Συγκεκριμένα, το όνομα όλων των ονομάτων."

Ο δράκος ρουθούνισε ξεφυσώντας και πάλι ζεστό αχνό. "Τα ξωτικά είναι γελασμένα, αν νόμιζαν ότι θα τους επέτρεπα να οδηγήσουν στα βαθιά τους δάση αιχμάλωτο τον καβαλάρη μου. Εάν δοκίμαζαν, τότε θα ήταν το δικό τους αίμα που θα λέκιαζε τα χώματά τους."

Εκφράζοντας την αγάπη και εμπιστοσύνη του προς τον δράκο με μία μακρά σειρά συναισθημάτων, που μοιράστηκαν μέσω του δεσμού τους, ο Μέρταγκ έσφιξε ασυναίσθητα το χέρι γύρω από τους λεπτούς ώμους της κόρης του λόρδου Φιόρν. Η Νολβέν στράφηκε με λατρεία προς αυτόν κοιτάζοντας το σοβαρό προφίλ του. Όση ώρα στεκόταν πλάι του, το χέρι του δεν είχε πάψει στιγμή να αγκαλιάζει προστατευτικά τους ώμους της κάνοντας την καρδιά της να χτυπά πιο δυνατά.

Σαν να την ένοιωσε που τον κοιτούσε, ο Μέρταγκ στράφηκε προς αυτήν. "Σε έβλαψαν μήπως τα ξωτικά, ευγενική κόρη;"

Η κοπέλα κατάλαβε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν, τον ρυθμό της καρδιάς της να επιταχύνεται. "Όχι, άρχοντά μου," απάντησε δειλά "και αυτό το χρεωστώ σ' εσένα."

Ο Μέρταγκ την καθησύχασε χτυπώντας απαλά το χέρι του στον ώμο της. "Θορν, οι άνθρωποί μας έχουν πλησιάσει αρκετά. Σε λίγο θα βρίσκονται μέσα στο ξέφωτο. Έχε, παρακαλώ, το νου σου. Δεν έχω τη διάθεση ν' αρχίσει κάποιος θερμοκέφαλος απ' αυτούς επεισόδιο με τα ξωτικά. Το πρόβλημά μας θα λυθεί μόνο με διαπραγματεύσεις." Ο Μέρταγκ κατέβασε το χέρι του από τους ώμους της Νολβέν, την άφησε στη φύλαξη του δράκου και με βήμα αποφασιστικό πλησίασε τα ξωτικά που συνομιλούσαν με τον Έραγκον.

"Αυτό που από όλους σας ζητώ," επέμενε την ώρα εκείνη ο Έραγκον "είναι να έρθω σε επαφή με τους άρχοντες της πόλης σας. Όταν τους εξηγήσω εγώ ο ίδιος τα σχετικά με αυτούς τους ανθρώπους, τότε, είμαι σίγουρος, θα καταλάβουν και θα δείξουν επιείκεια."

Η Λιττόρεν στράφηκε προς τα ξωτικά της και ανάμεσά τους άρχισε να διενεργείται ένας γοργός διάλογος, που μόνο σαν μελωδικό μουρμουρητό έφτανε μέχρι τα αυτιά των δρακοκαβαλάρηδων. Ο Έραγκον κοίταξε δυσαρεστημένος τον Μέρταγκ, ζητώντας απ' αυτόν να ανταποκριθεί στο διανοητικό του κάλεσμα. Αν ο αδελφός του συναινούσε ποτέ σε κάτι τέτοιο, τώρα ήταν η κατάλληλη ώρα.

Ο Μέρταγκ έσφιξε και πάλι ασυναίσθητα τη λαβή του Ζάρ'ροκ. Στις άκρες του μυαλού του καταλάβαινε τον Έραγκον, να προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του. Ρίχνοντας μια σκοτεινή ματιά προς αυτόν, του απαγόρευσε να συνεχίσει κλείνοντας την διανοητική δίοδο, που ο αδελφός του προσπαθούσε να ανοίξει.

Το μελωδικό μουρμουρητό από τα ξωτικά εντάθηκε. Κάποια κεφάλια στράφηκαν προς τη μεριά των δρακοκαβαλάρηδων, κάποια μάτια καρφώθηκαν επάνω τους με βλέμμα εχθρικό. Την ίδια στιγμή στις παρυφές του ξέφωτου ξεχώρισε ανάμεσα από τα δέντρα η ομάδα των ανθρώπων, που έχοντας τελειώσει με το κυνήγι, αναζητούσαν τον δρακοκαβαλάρη έχοντας ακολουθήσει τον κόκκινο δράκο του. Ο ίδιος ο Γιάν Σβένσον στεκόταν μπροστά από όλους, με τη γυμνή λεπίδα του σπαθιού του να σκορπίζει μεταλλικές λάμψεις ολόγυρα κάτω από το φως του ήλιου.

"Δεν θα χρειαστεί να οδηγηθεί κανείς από εσάς στη Όσιλον" δήλωσε τελικά η Λιττόρεν. "Έχει ήδη ειδοποιηθεί η ανώτατη αρχή μας και, όπως με πληροφορούν, βρίσκεται ήδη στον δρόμο προς τα εδώ. Όπως διατείνονται οι άρχοντές μας, σε μερικές ώρες θα έχει φτάσει."


Η ομάδα των κυνηγών, οι δύο δρακοκαβαλάρηδες και οι δράκοι τους, καθώς και τα ξωτικά της Λιττόρεν μοιράστηκαν τον χώρο του ξέφωτου κατά τις ώρες που ακολούθησαν. Από τη μία μεριά η ομάδα των ξωτικών ξανοίχτηκαν πάνοπλοι σε ημικύκλιο προσέχοντας με άγρυπνο μάτι τους ανθρώπους. Από την άλλη μαζεύτηκαν οι κυνηγοί, που ζαρωμένοι για την απρόσμενη αυτή συνάντηση παρέμεναν ο ένας πλάι στον άλλο, σφίγγοντας σπαθιά και τσεκούρια στα χέρια τους με φόβο για το μέλλον. Ο Θορν και η Σαφίρα πλάγιασαν πλάι στην κοίτη του ποταμού – που παρακάτω σχημάτιζε μία μικρή λιμνούλα – και αφού ξεδίψασαν, βάλθηκαν να καλλωπίζουν εκείνη τις φολίδες της κι αυτός τα φτερά του. Οι δύο καβαλάρηδες, μαζί με τον λόρδο Φιόρν και τις γυναίκες βολεύτηκαν κάπου κοντά τους περιμένοντας.

"Γενναίοι και κραταιοί άρχοντές μου," ξεκίνησε ο λόρδος Φιόρν τις κολακείες του προς τους δύο δρακοκαβαλάρηδες "σε σας οφείλω τα μέγιστα, που ένας πατέρας μπορεί να οφείλει σε κάποιον. Σώσατε τη ζωή της θυγατέρας μου, διαφυλάττοντας ταυτόχρονα την ελευθερία και την τιμή της. Το χρέος που σας οφείλω είναι τέτοιο, που όσο και αν ζήσω, δεν θα είμαι σε θέση να ξεπληρώσω." Συμπλήρωσε τα λόγια του με μια σειρά δουλικών υποκλίσεων κι ευγενικών χαμόγελων, ενώ ταυτόχρονα έσπρωχνε τη Νολβέν πιο κοντά στους δύο νέους ζητώντας προφανώς και από την ίδια να ανταποκριθεί με παρόμοια συμπεριφορά προς τους σωτήρες.

"Υπερβάλετε, λόρδε μου" αποκρίθηκε ο Έραγκον. "Η θυγατέρα σας στιγμή δεν κινδύνεψε, απλά τρόμαξε λιγάκι. Τα ξωτικά ποτέ δεν θα πείραζαν ένα παιδί, ακόμα και αν αυτό κατάγεται από τους ανθρώπους."

Ακούγοντας να την προσφωνεί 'παιδί', η Νολβέν έριξε μια ματιά στον Έραγκον ολοφάνερα δυσαρεστημένη. 'Παιδί των ανθρώπων' την είχε αποκαλέσει η αρχηγός των ξωτικών, η ίδια όμως δεν λογάριαζε τον εαυτό της έτσι. Αν τώρα στα μάτια του ξένου δρακοκαβαλάρη φαινόταν σαν 'παιδί', ήλπιζε ότι ο άρχοντάς της Μέρταγκ θα είχε ήδη προσέξει, πως έγινε γυναίκα. Παρόλο που ο αγαπημένος άντρας καθόταν τόσο κοντά τους, η Νολβέν καταλάβάινε ότι ο νους του έδειχνε σκοτισμένος με βαθιά έγνοια. Τα μάτια του κοίταζαν σαν να μην έβλεπαν τον κόσμο του ξέφωτου ολόγυρά του. Έμοιαζε προσηλωμένος στις εσώτερες σκέψεις του, που ποτέ του δεν μοιραζόταν με κανέναν παρά μόνο με τον δράκο. Η Νολβέν αναστέναξε με απόγνωση. Το ότι ο Μέρταγκ είχε προσφέρει τον εαυτό του αιχμάλωτο στα ξωτικά, μόνο και μόνο για να σώσει την ίδια, τον πατέρα της και τους ανθρώπους, την έκανε να τον κοιτάζει με λατρεία σαν θεό της. Πού ήταν στραμμένες οι σκέψεις του τώρα; Συνομιλούσε άραγε με τον Θορν για μια επικίνδυνη κοινή τους μοίρα; Αναρωτιόταν για το μέλλον που τον περίμενε, αν τα ξωτικά επέμεναν να τα ακολουθήσει σαν αιχμάλωτός τους; Θα άφηναν οι άνθρωποι τον προστάτη δρακοκαβαλάρη τους να κινδυνεύσει αυτός στη θέση τους; Πολύ αμφέβαλε η Νολβέν, ιδίως όσο παρατηρούσε τον Γιάν Σβένσον να σφίγγει στο χέρι τη λαβή από το γυμνό σπαθί του ρίχνοντας βλέμματα στους άντρες του γεμάτα σημασία. Κι ο δράκος τι θα έκανε, αν τα ξωτικά αποφάσιζαν να απειλήσουν τον καβαλάρη του;

"Πώς, πώς, γενναίε δρακοκαβαλάρη," διατεινόταν τώρα ο λόρδος Φιόρν απευθυνόμενος στον Έραγκον "τα ξωτικά είναι επικίνδυνα πολύ! Δεν βλέπετε πώς μας κοιτάζουν; Οι καρδιές τους είναι κακία γεμάτες για τους ανθρώπους. Ποιος θα μπορούσε να με βεβαιώσει, ότι οι μοχθηροί πολεμιστές τους δεν σκόπευαν κακό για τη Νολβέν μου;"

Πράγματι, τα ξωτικά είχαν σταθεί πάνοπλα σε ημικύκλιο στην άλλη μεριά του ξέφωτου, με τα δυσοίωνα βλέμματά τους στραμμένα επάνω στον καβαλάρη του κόκκινου δράκου και τους ανθρώπους της ομάδας του. Η καρδιά της Νολβέν κόντευε να σπάσει από την αγωνία μέσα στο στήθος, όταν είδε τον Μέρταγκ να σηκώνεται. Παράτησε την συντροφιά τους, για να κατευθυνθεί με βήμα αποφασιστικό προς την λιμνούλα, όπου οι δύο δράκοι είχαν αναζητήσει τη δροσιά του νερού πλάι της.

"Αν η πολύχρονη εμπειρία μου στα θέματα πολιτικής και διαπραγματεύσεων μπορεί να χρησιμεύσει στο ελάχιστο," έλεγε τώρα ο άρχοντας Φιόρν στον Έραγκον "είμαι πρόθυμος να προσφέρω κάποιες συμβουλές στην ευγένειά σου." Ο πονηρός γέροντας ακολούθησε με τα μάτια την πλάτη του Μέρταγκ, καθώς αυτός απομακρυνόταν από κοντά τους. "Όσο πιο μακριά από μας, τόσο το καλύτερο" σκεφτόταν μέσα του. Αν τα ξωτικά σκόπευαν να τιμωρήσουν κάποιον για την παραβίαση των εδαφών τους, καλύτερα να ήταν αυτός παρά ο λόρδος και οι δικοί του άνθρωποι. Ο Φιόρν σκόπευε να παραμείνει ήσυχος ανάμεσα στην ομάδα των κυνηγών, προφασιζόμενος τον 'γέρο άνθρωπο', που η αυλακωμένη από τον χρόνο και τις κακουχίες όψη της προχωρημένης του ηλικίας θα επέσειε – αν όχι την συμπάθεια – τουλάχιστον την ανοχή από την μεριά τους.

"Αφήστε τα ξωτικά σ' εμένα, λόρδε μου" απάντησε ενοχλημένος ο Έραγκον. Από την ώρα που είχε εμφανιστεί αυτός και η Σαφίρα του στο ξέφωτο, ο Μέρταγκ είχε απαξιώσει να συνεννοηθεί διανοητικά μαζί του. Μόλις η ομάδα των ανθρώπων εμφανίστηκε και ο λόρδος Φιόρν κόλλησε πλάι τους, καμία ευκαιρία για σχεδιασμό και ανταλλαγή απόψεων δεν υπήρξε. Ίσως όμως αυτός να ήταν ο λόγος, που ο Μέρταγκ αποφάσισε να απομακρυνθεί από την ασφάλεια της συντροφιάς του… Ο Έραγκον στράφηκε κι αυτός ν' ακολουθήσει τα χνάρια του αδελφού του προς την λιμνούλα.

"Ω, ω, όχι, μη! Μην απομακρύνεσαι από κοντά μας, κραταιέ δρακοκαβαλάρη" κλαψούρισε ο λόρδος Φιόρν βλέποντας τον Έραγκον να φεύγει. "Αν ούτε εσύ βρίσκεσαι πλάι μας, ίσως οι πολεμιστές των ξωτικών να βρουν στην απουσία σου την ευκαιρία που επιδιώκουν για να μας βλάψουν."

"Μην έχεις φόβο, άρχοντά μου" είπε ο Γιάν Σβένσον μιλώντας χαμηλόφωνα με τη βαριά φωνή του. "Οι πιστοί σου στρατιώτες δεν θα αφήσουν να κινδυνεύσεις ούτε εσύ, ούτε η αρχόντισσα κόρη σου." Ο αξιωματικός του Γκίλ'ιντ έριξε μια δολοφονική ματιά προς τη μεριά των ξωτικών εμφανώς προσβεβλημένος. Όσο αυτός και οι άντρες του ήταν παρόντες και ακόμα ανάσαιναν, οι όρκοι που είχαν πάρει τους δέσμευαν στην προστασία του άρχοντά τους. Εάν τα ξωτικά τους επιτίθονταν, ακόμα και αν ο δρακοκαβαλάρης Μέρταγκ απέφευγε να πάρει μέρος στη αψιμαχία που θα ακολουθούσε, οι λόγχες, τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους παρέμεναν πάντοτε κοφτερά να υπερασπίσουν τις ζωές τους.

Οι άντρες της ομάδας είχαν πληροφορηθεί από την ίδια τη Νολβέν – την ώρα που εξιστορούσε στον πατέρα της – την πρόθεση του Μέρταγκ να ανταλλάξει τις ζωές τους με τη δική του. Μπορεί αυτή του η ενέργεια να είχε καταλαγιάσει λίγο το φόβο, η περηφάνια τους όμως είχε κεντριστεί, το ίδιο και το μίσος τους για τα ξωτικά, που είχαν καταλάβει την παλιά πόλη τους και αφανίσει τις ζωές των δικών τους. Παρέμεναν τώρα καθισμένοι ο ένας κοντά στον άλλον με έντονη επαγρύπνηση, με τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους στα χέρια, τα βέλη περασμένα στις χορδές των τόξων. Έχοντας συνεννοηθεί με τον αξιωματικό τους με τα βλέμματα – κάτι που ήξεραν καλά να κάνουν κατά την ώρα της μάχης – ανάμεναν τη διαταγή του, που θα ερχόταν με την παραμικρή πρόκληση. Οι άντρες του χωριού των εξορίστων, τόσα χρόνια απόκληροι αλλά σκληραγωγημένοι, θα πούλαγαν πολύ ακριβά τις ζωές τους.

Ο λόρδος Φιόρν περιορίστηκε σε μια αυστηρή ματιά προς τη μεριά του Γιάν Σβένσον. Τα μάτια του έλεγαν καθαρότατα ότι ο αξιωματικός δεν έπρεπε να έχει καν μιλήσει, ιδίως χωρίς την άδεια του αφέντη του. Ο Φιόρν θεωρούσε βέβαιο το ότι οι άντρες του Σβένσον θα έβαζαν ασπίδα τις ζωές του μπροστά από τον ίδιο και την θυγατέρα του. Οι ζωές τους όμως σε τίποτε δεν θα χρησίμευαν στον λόρδο του Γκίλ'ιντ. Γοργά όλοι τους θα χάνονταν θερισμένοι σαν τα στάχυα από τις λεπίδες των ξωτικών, χωρίς μάλιστα να έχουν προσφέρει την παραμικρή εκδούλευση στον άρχοντά τους. Τουναντίον! Ίσως να τους εξόργιζαν περισσότερο μ' αυτόν τον τρόπο. Μονάχα ο Έραγκον μπορούσε τώρα να τον σώσει τώρα· ίσως και ο Μέρταγκ, αν τελικά το αποτολμούσε. Το γεγονός ότι ο καβαλάρης του κόκκινου δράκου είχε εγκαταλείψει την συντροφιά τους μπορεί να μην σήμαινε άλλο, παρά ότι ο Μέρταγκ σχεδίαζε να σώσει την δική του τη ζωή και μόνο πετώντας μακριά τους με τον δράκο του. Στη θέση του ο λόρδος Φιόρν αυτό θα είχε κάνει.

Ακούγοντας τα κλαψουρίσματα του λόρδου, ο Έραγκον κοντοστάθηκε και πισωγύρισε προς τη μεριά του. "Σε βεβαιώνω, λόρδε μου, τα ξωτικά…"

"Έραγκον!"

Η φωνή της Σαφίρα ήχησε θριαμβική μέσα στο νου του. Ο καβαλάρης ένοιωσε την καρδιά της εκλεκτής του να γεμίζει αγαλλίαση, συνάμα χαρά και ευτυχία. Η γαλάζια δράκαινα, παρατώντας το νωχελικό χουζούρι της πλάι στα νερά της λίμνης, είχε πεταχτεί ολόρθη, τα τεράστια φτερά της ανοιγμένα και ο μακρύς της λαιμός τεντωμένος προς τα σύννεφα, που ο ήλιος που σουρούπωνε έβαφε μαβιά. Πλάι της ο Θορν οσφραινόταν τον άνεμο.

"Έραγκον! Είναι εκείνοι, εκλεκτέ μου! Εκείνοι… εκείνοι… οι αγαπημένοι της καρδιάς μας και του νου! Έρχονται! Φτάνουν!"


(συνεχίζεται)