Κεφάλαιο XVI

Η ταραχή της θάλασσας λόγω του ανέμου, επικεντρωνόταν κυρίως στις ρηχές περιοχές, εκεί όπου τα κύματα φούσκωναν απότομα και κινούνταν ορμητικά προς την ακτή, αγκαλιάζοντας την απαλή άμμο και παρασέρνοντας τις μικρές πέτρες της ακρογιαλιάς. Στο βάθος ωστόσο, η θάλασσα έδειχνε πολύ πιο ήρεμη.

Για έναν έμπειρο κολυμβητή, η πρόκληση συνίστατο στην επιτυχή προσπάθεια να ξεπεράσει τα κύματα που αποκτούσαν την μέγιστη δυναμική τους στα ρηχότερα σημεία, καταφέρνοντας έτσι να απομακρυνθεί από το νοητό σημείο μεταξύ της ηρεμίας και της έντονης ζωηρότητας του νερού.

Οι δύο άνδρες που είχαν γνωριστεί αυτοπροσώπως πριν από λίγες ώρες και μοιράζονταν έναν συγγενικό δεσμό εξ αγχιστείας, κατάφεραν να υπερβούν εκείνη την πρόκληση. Προχωρώντας στα βαθειά, το κολύμπι έγινε πιο ξεκούραστο, αν και η θερμοκρασία της θάλασσας ήταν χαμηλή συγκριτικά με τις δύο προηγούμενες μέρες.

"Είσαι εντάξει, Χάγκεν;" Τον ρώτησε ο συνοδοιπόρος του καθώς κολυμπούσαν σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους.

"Ναι, ευχαριστώ. Η μεγαλύτερη δυσκολία ξεπεράστηκε. Τώρα πρέπει να εξοικονομήσουμε δυνάμεις μέχρι την μυστική παραλία."

"Ακριβώς. Χρειάζεται σωστή διαχείριση της αντοχής από εδώ και πέρα."

Καλύπτοντας μερικά μέτρα μέσα στην απεραντοσύνη του νερού, ο Λούτσε παρατήρησε τον τρόπο που ένιωθε καθώς κολυμπούσε χωρίς την Βανέσσα στο πλάι του. Η απουσία της έφερε στο προσκήνιο μια διαφορετική αίσθηση, μια εντύπωση έλλειψης. Εκείνη την ώρα, το προσωρινό κενό είχε καλυφθεί με το αίσθημα προστατευτικότητας προς τον Χάγκεν, τον οποίο ο Λούτσε έβλεπε σαν τον μικρότερο αδελφό του. Μολονότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που συναντιούνταν, εκείνος είχε μάθει κάποια πράγματα για τον έφηβο συγγενή του, χάρη στα κείμενα όσων γραμμάτων είχε διαβάσει με την άδεια της Βανέσσα.

Η αντοχή του αγοριού ήταν αξιοσημείωτη και αποτελούσε ένδειξη ότι ο ίδιος φρόντιζε να γυμνάζεται πέρα από την μελέτη των σχολικών μαθημάτων του. Κολυμπούσε συγκεντρωμένος και έμοιαζε να απολαμβάνει την επαφή με το νερό, όπως και ο άνδρας από την Galahd.

Ο Λούτσε δεν είχε ξεχάσει την έκταση των αποστάσεων και επομένως, αισθανόταν πολύ πιο σίγουρος για τις δυνάμεις του. Όταν η θέα της μυστικής ακτής έγινε ορατή από μακριά, ο καθένας από τους δύο -και πρώτος ο Χάγκεν- ενίσχυσε τον ρυθμό του, προκειμένου να βρεθούν ακόμη πιο γρήγορα στην γαλήνια αμμουδιά.

"Απίστευτο! Η ακτή δεν άλλαξε καθόλου." Αναφώνησε ο νεαρότερος επισκέπτης μόλις στάθηκε σ' ένα σημείο όπου ο βυθός ξεκινούσε να ρηχαίνει πολύ. Έπειτα από τουλάχιστον μια ώρα κολύμβησης, φαινόταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος που είχε καταφέρει να φτάσει ως εδώ.

Ο άνδρας που βρισκόταν κοντά, συμμερίστηκε την χαρά του Χάγκεν, καταλαβαίνοντας πόσο σημαντικό είναι για οποιονδήποτε να αισθάνεται υγιής, ειδικά όταν έχει υπερβεί μια δύσκολη, προσωπική δοκιμασία.

Τα νερά της ακτής -όπως και εκείνα της κεντρικής παραλίας- ήταν τόσο διάφανα που επέτρεπαν τις πολύχρωμες πέτρες οι οποίες βρίσκονταν κάτω από την επιφάνεια, να είναι ορατές και να λαμπυρίζουν μ' έναν υπέροχο τρόπο. Ο Λούτσε παρατήρησε αυτή την εικόνα, θέλοντας να την καταγράψει στην μνήμη του όπως και τόσες άλλες που αφορούσαν την γενέτειρα πόλη της Βανέσσα. Αποτελούσε κομμάτι της νοερής συλλογής που θα μετέφερε αργότερα μαζί του στην Insomnia.

Τα σώματα τους, τα οποία ήταν ντυμένα παρά μόνο με ένα μαγιό σορτς, έσταζαν από το νερό της θάλασσας. Όμως η καλοκαιρινή θερμοκρασία που επικρατούσε, θα επέτρεπε στους δύο να ξεπεράσουν το πρώτο τρέμουλο και να αισθανθούν πάλι άνετα.

Ενώ το αγόρι από την Tenebrae ξεκίνησε να εξερευνά τις αγαπημένες του γωνιές, ο νους του μαχητή κατευθύνθηκε στις πρόσφατες αναμνήσεις που είχε δημιουργήσει εδώ με την σύζυγο του. Με πλατιά βήματα, κάλυψε την απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ των ρηχών και της ήσυχης παραλίας, νιώθοντας τα πεντακάθαρα νερά να περικυκλώνουν τους αστραγάλους του. Όταν τα πέλματα του άγγιξαν ένα στεγνό σημείο που καλυπτόταν από ζεστά βότσαλα, εκείνος σήκωσε το βλέμμα του προς τον ψηλότερο βράχο όπου είχε καθίσει με το ταίρι του την προηγούμενη μέρα.

Σκέφτηκε την Galahd καθώς η ματιά του ταξίδεψε στον ασυννέφιαστο ορίζοντα. Προς το παρόν, το μόνο που μπορούσε να κάνει όσο βρισκόταν μακριά από το κέντρο των γεγονότων της ορεινής πόλης, ήταν να δείξει εμπιστοσύνη—τόσο προς εκείνους που ζούσαν εκεί, αλλά και στο ψυχικό σθένος που επιδείκνυε ο καθένας από αυτούς.

Λίγο αργότερα, ο Χάγκεν πλησίασε τον συνοδοιπόρο του, "Αναρωτιόμουν αν σου έχει πει η αδελφή μου σχετικά με την ασθένεια που αντιμετώπισα πριν από ενάμισι χρόνο...Υποθέτω ότι ξέρεις ορισμένα πράγματα."

Ο Λούτσε στράφηκε προς εκείνον, "Θυμάμαι την ημέρα που έλαβε την επιστολή από τους γονείς σας και ενημερώθηκε για πρώτη φορά σχετικά με την διάγνωση. Ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένη, έστω κι αν προσπάθησε να κρύψει αυτό το συναίσθημα από όλους, ακόμη κι από εμένα. Όποτε σιωπούσε για ασυνήθιστα πολλές ώρες, την ενθάρρυνα να μου μιλά. Σε ό,τι σχετίζεται με την δοκιμασία που πέρασες, γνωρίζω σχεδόν ό,τι και η αδελφή σου. Εκείνο όμως που θέλω να θυμάμαι πιο έντονα απ' όλα, είναι η ημέρα που μάθαμε ότι θεραπεύτηκες. Η Βανέσσα ήταν απερίγραπτα χαρούμενη."

Καθώς παρακολουθούσε τα λόγια του ανθρώπου που ήδη εμπιστευόταν, ο Χάγκεν δεν άφησε ούτε μια λέξη να ξεφύγει από την προσοχή του. Εκείνο το διάστημα που ασθενούσε, είχε σκεφτεί πολλές φορές την μεγαλύτερη αδελφή του και αναρωτιόταν πως ένιωθε εκείνη. Με συγκίνηση διαπίστωνε πως χρειάστηκε να περάσει τόσος πολύς καιρός πριν μάθει μια πτυχή της αλήθειας η οποία δεν είχε αναφερθεί επακριβώς στα γράμματα της Βανέσσα...

"Ό,τι καλό μου συνέβη, το οφείλω στην οικογένεια μου." Αποφάνθηκε ελαφρώς μουδιασμένα και κάθισε κατάχαμα, εκεί όπου άφριζε το κύμα. "Αυτό που με αρρώστησε, ήταν τα χημικά όπλα με τα οποία καταστάλθηκε τόσο γρήγορα η αντίσταση της Lucinia. Ο οργανισμός μου αντέδρασε διαφορετικά στην τοξίνη τους· η άμυνα του ανοσοποιητικού μου κάμφθηκε με έναν τρόπο που κανείς δεν περίμενε ότι θα συνέβαινε. Οι πνεύμονες μου ήταν πολύ αδύναμοι—ξέρω ότι θα μπορούσα να είχα πεθάνει τότε. Η ιατρική του Niflheim με έσωσε, όμως τα ανάμικτα συναισθήματα σχετικά με την κυριαρχία τους, παρέμειναν." Κοίταξε τον Λούτσε πριν συνεχίσει, "Ζω στην Tenebrae, την χώρα που είναι συνυπεύθυνη για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Cleigne, χωρίς όμως να αισθάνομαι οργή. Λέω στον εαυτό μου ότι θα έπρεπε να αισθάνομαι οργή, όμως αυτό το συναίσθημα δεν μπορώ να το βρω μέσα μου. Ίσως τελικά, κάτι σχετικά μ' εμένα να παρέλυσε αμετάκλητα από τότε, παρά την ίαση μου."

"Αν η οργή καταλαμβάνει μόνιμα την ύπαρξη κάποιου, αργά ή γρήγορα, το άτομο δηλητηριάζεται ενδόμυχα από αυτό το συναίσθημα. Δεν είναι πάντοτε αναγκαία. Σε δύσκολες εποχές, αυτό που χρειάζεται είναι να μην χάνεις την δύναμη σου. Μονάχα διατηρώντας την, μπορεί κανείς να πορεύεται εκεί όπου θέλει να φτάσει, ή να επιτυγχάνει τους στόχους του. Όλοι έχουμε ένα παρόν που πρέπει να βιωθεί και να αξιοποιηθεί όπου κι αν είμαστε, ό,τι κι αν μας έχει συμβεί και με ό,τι καλύτερο διαθέτουμε." Εξήγησε ο Λούτσε κι έπειτα συμπλήρωσε, "Με βάση όσα έχω ακούσει μέχρι τώρα, προοδεύεις διαρκώς· για ποιό λόγο θα άξιζε να προστεθεί η οργή στην εξίσωση που αφορά τις προσωπικές σου επιτυχίες; Όσο για τα χημικά όπλα του Niflheim, αυτά χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς και στην Galahd. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι δηλητηρίασαν τμήματα των δασών μας περισσότερο απ' ό,τι συνέβη με τους ανθρώπους. Μάλλον η χημική σύνθεση των όπλων που εκείνοι χρησιμοποίησαν σε καθεμιά από τις πατρίδες μας, ήταν διαφορετική, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η ασυγκράτητη βιαιότητα."

Όταν ο νεαρότερος συνομιλητής άκουσε ότι δεν ήταν απαραίτητο να καλλιεργήσει το αίσθημα της οργής μέσα του, αισθάνθηκε επιβεβαιωμένος με έναν τρόπο πρωτόγνωρο. Όπως συνέβαινε με τον ίδιο, ο Ντέσμοντ και η Έλσα Μάρσιν αντιμετώπιζαν τα δικά τους ανάμικτα συναισθήματα σε ό,τι αφορούσε την οπτική που καλούνταν να αναπτύξουν αναφορικά με την Αυτοκρατορία. Η γη όπου κατάγονταν και είχαν ζήσει για πολλά χρόνια, είχε χάσει την αυτονομία της, αλλά συνάμα, είχαν αισθανθεί ήδη εγκαταλελειμμένοι από τον ηγεμόνα του Lucis. Το Niflheim είχε στερήσει τα προνόμια της οικογένειας και η εισβολή παρότρυνε το μεγαλύτερο παιδί τους να φύγει μακριά από την πατρική εστία· ταυτόχρονα όμως, έσωσε την ζωή του γιού τους όταν εκείνος ασθένησε σοβαρά.

Στο ζεύγος Μάρσιν δεν δόθηκε ποτέ μια άδεια για θεραπεία του Χάγκεν στην Insomnia και επομένως, για άλλη μια φορά είχαν νιώσει -έστω, υπό ένα διεστραμμένο πρίσμα- ότι η Αυτοκρατορία επιδρούσε περισσότερο στην ποιότητα της ζωής και της ασφάλειας τους. Εξαιτίας αυτών των λόγων, κανείς από τα μέλη της οικογένειας που ζούσαν μαζί, δεν είχε ξεκαθαρίσει απόλυτα την εσωτερική του στάση απέναντι στις πολιτικές εξελίξεις της Eos.

"Η δυσάρεστη εμπειρία της εισβολής και όσων ακολούθησαν, αλλά και η φυγή της αδελφής μου, είναι συνδεδεμένες με τον τόπο που γεννήθηκα. Δεν ξεχνώ τις χαρούμενες αναμνήσεις που είχα ως παιδί, μα... οφείλω να προχωρήσω πέρα από τον πόνο. Βασικά, ήρθα στην Lucinia πρωτίστως για να δω την Βανέσσα." Παραδέχτηκε ο νεαρός Μάρσιν. "Νιώθω ότι η ζωή μου είναι πλέον στην Tenebrae. Εκεί όπου θέλω να βρίσκομαι, λαμβάνοντας υπόψη τις τωρινές συνθήκες."

Η απόκριση του Λούτσε ήταν λακωνική, "Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να κατοικεί για πάντα στον τόπο γέννησης του."

"Συμφωνώ με αυτό που είπες, Λούτσε... Ωστόσο, υπάρχει μέσα μου και μια αφελής σκέψη: μακάρι να μην χρειαζόταν να πάρουμε διαφορετικούς δρόμους γυρισμού όταν θα έρθει η ώρα να φύγουμε και οι τρεις από την Lucinia."

"Κάτι το οποίο διδάχτηκα μέσα από τις προσωπικές μου εμπειρίες, είναι πως δεν βαδίζουμε όλοι το ίδιο μονοπάτι. Όμως, μερικές φορές οι δρόμοι των ανθρώπων διασταυρώνονται ή συνενώνονται."

"Στην δική μας περίπτωση, αν διασταυρώνονταν θα υπήρχε κίνδυνος, έτσι δεν είναι; Επειδή εσύ και η αδελφή μου κατοικείτε σε μια πόλη η οποία βρίσκεται σε αντιπαλότητα με την Tenebrae..."

Ο βασιλικός μαχητής χρειάστηκε λίγα λεπτά παραπάνω για να επεξεργαστεί την παρατήρηση του κουνιάδου του. Κάθισε στο στεγνό σημείο της ακρογιαλιάς που καλυπτόταν από βότσαλα και παρέμεινε σιωπηλός, κοιτώντας προς την θάλασσα, "Δεν γνωρίζουμε τι θα συμβεί στο μέλλον... Αν σκεφτούμε την τωρινή κατάσταση που επικρατεί σε ολόκληρο το Άστρο, η αλληλεπίδραση σου με την Βανέσσα κι εμένα, ενέχει πράγματι κάποιο ρίσκο. Γι' αυτό τον λόγο, εξάλλου, ο αριθμός των επιστολών που επιτρέπεται να στέλνουν οι Glaives -αλλά και οι πολίτες του στέμματος- σε όσους βρίσκονται πέρα από την Insomnia, είναι αυστηρά περιορισμένος."

Ο Χάγκεν παρατήρησε συλλογισμένος τον ουρανό, σκεφτόμενος τις μεγάλες αποστάσεις που έπρεπε να καλυφθούν σε κάθε αποστολή προσωπικών γεγονότων, αποτυπωμένων σε διπλωμένες σελίδες, προσεκτικά τακτοποιημένες μέσα σε φακέλους. Έπειτα κοίταξε τον υποδιοικητή των Glaives και μοιράστηκε μαζί του κάποιες επιπρόσθετες σκέψεις, "Δεν έχω ενηλικιωθεί ακόμη. Ωστόσο, σκέφτηκα αρκετές φορές πως θα έπρεπε να ακολουθήσω τα χνάρια της Βανέσσα και να έρθω στην Insomnia μετά το κλείσιμο των δεκαοχτώ μου χρόνων. Εγώ είχα την στήριξη των γονιών μας όλο αυτό το διάστημα, μα εκείνη, όχι και τόσο από τότε που έγινε επίσημα μέλος της επίλεκτης ομάδας. Παρ' όλα αυτά, όταν έμαθα ότι παντρεύτηκε και μάλιστα έναν συμπολεμιστή της, δηλαδή εσένα, σκέφτηκα ότι είχε ήδη κάποιον να την προσέχει. Δεν ανησυχούσα πλέον τόσο πολύ..."

"Βλέπω ότι νοιάζεστε πραγματικά ο ένας για την ασφάλεια του άλλου. Η Βανέσσα νιώθει περήφανη όταν μαθαίνει ότι τα πας καλά στο σχολείο και δεν πιστεύω ότι θα είχε ποτέ την απαίτηση να κάνεις κάτι για να εξασφαλιστεί μονάχα το δικό της όφελος."

Το πρόσωπο του αποδέκτη της απάντησης, έλαμψε με στοργή κι έπειτα εκείνος χαμήλωσε τα μάτια του ντροπαλά, "Ναι...το ξέρω."