ΤΟ ΠΙΚΡΟ ΠΟΤΗΡΙ
«Τζέιμς!»
…
«Τζέιμς!»
…
«Τζέιμς Σίριους Πότερ!»
Μία γυναικεία φωνή έσκισε την ησυχία του γαλήνιου πρωινού. Ο επονομαζόμενος νέος άνοιξε αργά τα μάτια του και ανασηκώθηκε με κόπο στο κρεβάτι του στηριζόμενος άτσαλα στους αγκώνες του. Ζαλισμένος ακόμα από τον ύπνο και την μεγάλη ποσότητα αλκοόλ που συνέχιζε να κυκλοφορεί στο αίμα του, κατάφερε να στρέψει το κεφάλι του και να εστιάσει το βλέμμα του στην φιγούρα που στεκόταν απειλητική από πάνω του. Μακριά κόκκινα μαλλιά και σκούρα πράσινα μάτια ήταν όσα μπόρεσε να διακρίνει, αλλά ήταν αρκετά για να ταυτοποιήσει την εισβολέα.
«Τι θέλεις, Λίλι;»
Το στόμα του είχε μία αίσθηση σόλας παπουτσιού και ο λαιμός του ήταν ξερός και κολλώδης.
«Τι θέλω;» έγρουξε η νεαρή κοπέλα. «Μήπως ξέχασες τι ημέρα είναι σήμερα; Άσε μην μου πεις. Την βλέπω την απάντηση από τα χάλια σου. Σήκω αμέσως, πλύσου και ετοιμάσου. Ο γάμος είναι σε μία ώρα.»
Η τελευταία πρόταση της ήταν αρκετή, για να τον κάνει να πεταχτεί όρθιος σαν να του είχε μόλις ρίξει έναν κουβά παγωμένο νερό. Βλαστημώντας από μέσα του ξωτικά και καλικαντζάρους και όσους μάγους θυμόταν, σηκώθηκε από το κρεβάτι για να κατευθυνθεί αμέσως στο μπάνιο. Ήταν τόση η φούρια του που δεν πρόσεξε πως ήταν ολόγυμνος.
«Τζέιμς, αλήθεια όμως;» του πέταξε με απηύδιση η Λίλι.
Ετοιμαζόταν να της ανταπαντήσει πως δεν χρειαζόταν να κάνει έτσι. Αδέρφια ήταν στο κάτω-κάτω, δεν έβλεπε κάτι που δεν είχε ξαναδεί. Σύντομα ωστόσο αντιλήφθηκε πως δεν αναφερόταν στην γυμνή κατάσταση του, αλλά σε κάτι που προεξείχε από τα σκεπάσματα του κρεβατιού. Γύρισε, για να δει καλύτερα και παρατήρησε ένα ξανθό κεφάλι δίπλα από εκεί που μέχρι πριν από λίγο κοιμόταν ο ίδιος. Κρούσιο να του έκαναν δεν θα ήταν σε θέση να απαντήσει σε ποιον ανήκε.
Πλησίασε διστακτικά και είδε πως επρόκειτο για κοπέλα. Την σκούντησε δυνατά στον ώμο, αλλά έπρεπε να το επαναλάβει τρεις φορές, έως ότου μπορέσει να προκαλέσει κάποια αντίδραση της. Ακόμα και αυτή δεν ήταν κάτι περισσότερο από μουρμούρισμα χωρίς νόημα. Κατά τα άλλα η άγνωστη συνέχιζε να μην έχει καμία επαφή με το περιβάλλον. Στράφηκε για βοήθεια στην Λίλι, η οποία τον παρατηρούσε εκνευρισμένη με το χέρι στην μέση της μοιάζοντας τρομακτικά στην μητέρα τους.
«Πήγαινε να ξεβρομιστείς. Θα την αναλάβω εγώ,» του είπε τελικά και ο Τζέιμς ανάσανε με ανακούφιση.
Ύστερα έσυρε τα ακόμα νυσταγμένα βήματα του μέχρι το μπάνιο και μπήκε μέσα. Άνοιξε το νερό στο καυτό και χώθηκε κάτω από το ντους. Ήταν ωραία αίσθηση και θα ήθελε να την απολαύσει, αλλά ήξερε πως έπρεπε να βιαστεί. Έτσι ξεπλύθηκε γρήγορα και αφού τελείωσε τύλιξε μία πετσέτα γύρω από την μέση του και επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα. Βρήκε την Λίλι να βοηθά την ξένη κοπέλα να φορέσει το φουστάνι της, καθότι έμοιαζε πολύ αποπροσανατολισμένη για να μπορέσει να το κάνει μόνη της.
«Μπορείς να μου πεις πού την ψάρεψες;» τον ρώτησε κατηγορητικά. «Δεν μιλάει γρι αγγλικά ή δεν έχει καμία συναίσθηση τι της γίνεται. Μαγκλ είναι;»
Ο Τζέιμς μισόκλεισε τα μάτια του σε μία προσπάθεια να θυμηθεί. Σκόρπιες εικόνες του κατέκλυσαν το μυαλό. Ποτό με τα ξαδέρφια του, πολύχρωμα σφηνάκια να τριγυρίζουν παντού γύρω του και εκείνος να τα κατεβάζει το ένα μετά το άλλο, κόσμος πολύς να χορεύει σε έξαλλο ρυθμό, ζευγάρια ετερόφυλα και ομόφυλα να φιλιούνται ανερυθρίαστα όπου και αν κοιτούσε, μία τραβεστί να παίρνει πίπα σε έναν μαύρο άνδρα· η φούξια περούκα της να έχει φύγει από την θέση της.
«Νομίζω δουλεύει χορεύτρια στο Σκανδιναβία,» απάντησε τελικά.
Η Λίλι κούνησε με πάρεση το κεφάλι της. Το κλαμπ Σκανδιναβία ήταν ό,τι χειρότερο είχε να προσφέρει η πολυποίκιλη νυχτερινή διασκέδαση της Μυκόνου. Από την άποψη ότι όταν έμπαινες εκεί μέσα ήταν αδύνατον να βγεις πριν από τις επτά το πρωί και τελείως κόκκαλο. Είχαν πάει όλοι μαζί την πρώτη ημέρα που είχαν φτάσει στο νησί – μαζί με το τρίδυμο είχαν κανονίσει να φτάσουν στην Μύκονο κάποιες ημέρες νωρίτερα και να διακοπάρουν – και το επόμενο πρωί δεν υπήρχε κάποιος που να μην είχε μετανιώσει την ώρα και την στιγμή που είχε πατήσει το πόδι του εκεί.
Τι στο καλό τους είχε έρθει να πάνε ξανά την παραμονή ακριβώς του γάμου; Ο Τζέιμς δεν γνώριζε την απάντηση, εκτός φυσικά από την προφανή· ότι η λέξη καταστροφή τους τραβούσε σαν τις πεταλούδες το φως.
«Η τύπισσα δεν μπορεί να σταθεί καν στα πόδια της!» αναφώνησε η Λίλι ενώ προσπαθούσε να σηκώσει την ξανθιά χορεύτρια όρθια έχοντας περάσει το χέρι της γύρω από τους ώμους της.
«Κάτσε να σε βοηθήσω,» προσφέρθηκε επιτέλους ο Τζέιμς και πήγε κοντά της.
Αποπειράθηκαν μαζί, όμως η άγνωστη παρέμενε ημιαναίσθητη και επομένως ανίκανη να ελέγξει το κορμί της. Ο Τζέιμς δεν μπορούσε να θυμηθεί, αν ήταν καλή στο κρεβάτι. Στην πραγματικότητα δεν ήξερε καν πώς είχαν ξεκινήσει να φλερτάρουν και πώς βρέθηκε στο δωμάτιο του. Σημείωσε νοητικά να ρωτήσει αργότερα τους βλαμμένους. Μπορεί να ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τον ίδιο και να είχαν μνήμες από χθες το βράδυ. Όχι βέβαια ότι το έκοβε για πιθανό.
«Δεν γίνεται αλλιώς,» παραιτήθηκε εν τέλει η Λίλι και άφησε το σώμα της ξένης να κατρακυλήσει ξανά στο στρώμα.
Εμφάνισε το ραβδί της και στρέφοντας το προς την ξανθιά κοπέλα τής πραγματοποίησε ξόρκι νηφαλιότητας. Πριν το βάλει πίσω στην θέση του, ο Τζέιμς τής το πήρε από το χέρια και πραγματοποίησε ένα και στον ίδιο. Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ένιωσε να επιστρέφει στην φυσιολογική κατάσταση του. Για κάτι τέτοιες στιγμές ήταν που ευχαριστούσε πραγματικά τον Μέρλιν που είχε γεννηθεί μάγος.
«Πού βρίσκομαι;»
Η άγνωστη είχε συνέλθει επιτέλους και είχε κάτσει στο κρεβάτι παρατηρώντας απορημένα τον χώρο γύρω της. Ήταν ιδιαίτερα όμορφη με μακριά πόδια που έμοιαζαν ατελείωτα και ο Τζέιμς συγχάρηκε ακόμα μία φορά τον εαυτό του που έστω και μεθυσμένος το γούστο του παρέμενε σε πολύ υψηλά επίπεδα. Έσκυψε μπροστά της και την κοίταξε ευθεία στα μάτια. Ήταν καστανά, σε απόχρωση λίγο πιο σκούρα από την δικιά του. Εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα χωρίς καμία ένδειξη ότι τον είχε αναγνωρίσει.
«Βρίσκεσαι στο ξενοδοχείο Παλλάδιον, σε μία από τις σουίτες. Είμαι ο Τζέιμς Πότερ, επαγγελματίας αστέρας του Κουίντιτς για τους Πάντλμηρ Γιουνάιτεντ. Αυτή είναι η μικρότερη αδερφή μου Λίλι Πότερ, κορυφαία φωτογράφος. Είμαστε τα δύο από τα τρία παιδιά του Χάρρυ Πότερ που κέρδισε τον Μεγάλο Πόλεμο και σκότωσε τον Βόλντεμορτ τον Τρελό. Ο μεσαίος αδερφός μας Άλμπους Πότερ είναι Χρυσούχος. Έχει γιο με μία μουνάρα που για κάποιο απροσδιόριστο λόγο επιμένει να μισεί ενώ είναι πασιφανές ότι θέλει να της πετάξει τα μάτια έξω. Επειδή όπου να είναι παντρεύεται η αγαπημένη μου ξαδέρφη με τον Σκόρπιους Μάλφοϋ, της γνωστής οικογενείας των πρώην νεκροφάγων, και βιάζομαι, θα σου κάνω ένα ξόρκι λήθης, ώστε το όλο θέμα να τελειώσει εδώ.»
Η ξένη κοπέλα κοιτούσε τον Τζέιμς όση ώρα μιλούσε με μία έκφραση τρόμου, σαν να συνειδητοποιούσε ότι είχε ξυπνήσει σε ένα δωμάτιο με παρανοϊκούς. Όταν ωστόσο εκείνος σήκωσε το ραβδί της Λίλι στο ύψος του προσώπου της, κόντεψε να πάθει πανικό από το φόβο της. Ο μόνος λόγος που δεν έπαθε, ήταν επειδή δεν πρόλαβε. Ο Τζέιμς πρόφερε τις λέξεις για το ξόρκι της λήθης και ύστερα της πραγματοποίησε και ένα μαγικό παραζάλης που την έκανε να πέσει λιπόθυμη πίσω στο στρώμα.
«Τώρα τι θα την κάνουμε;» ρώτησε η Λίλι.
Ο Τζέιμς της έδωσε πίσω το ραβδί της και πηγαίνοντας μέχρι την ντουλάπα άνοιξε το μεσαίο φύλο και έβγαλε από μέσα το κουστούμι του για τον γάμο.
«Εξαφάνισε την και εμφάνισε την στην παραλία μπροστά από το ξενοδοχείο. Θα συνέλθει σε πέντε λεπτά, θα νομίζει ότι την πήρε ο ύπνος και θα γυρίσει σπίτι της,» απάντησε αδιάφορα λίγο πριν λύσει την πετσέτα από πάνω του και αρχίσει να ετοιμάζεται.
«Ωραία τα κατάφερες, Τζέιμς!» έγρουξε η Λίλι. «Δεν είναι σακούλα με σκουπίδια να την πετάμε από εδώ και από εκεί,» τον πρόγκηξε αλλά παρόλα αυτά έκανε όπως της είπε και με ένα λάκτισμα του ραβδιού της η ξανθιά κοπέλα είχε εξαφανιστεί από μπροστά τους.
Μετά πήγε κοντά του και άρχισε να τον βοηθάει να φτιάξει το πουκάμισο και τον γιακά του.
«Τι είναι αυτά που έλεγες για τον Άλμπους;» τον ρώτησε ενώ του έδενε την γραβάτα.
«Μην μου πεις ότι εσύ δεν το έχεις καταλάβει,» σήκωσε ειρωνικά τα φρύδια του ο Τζέιμς.
«Ίσως, αλλά κράτα τις παρατηρήσεις σου για τον εαυτό σου. Τον ξέρεις πόσο αντιδραστικός είναι,» είπε η Λίλι κοιτώντας τον με νόημα.
«Μην ανησυχείς, εγώ σκέφτομαι με το μυαλό μου και όχι με τα αρχίδια μου.»
Η Λίλι του έριξε ένα έκθαμβο βλέμμα.
«Τζέιμς, αν υπάρχει ένας άντρας που σκέφτεται μόνο με τα αρχίδια του αυτός είσαι εσύ! Κοιμάσαι και με άλλη κοπέλα κάθε βράδυ. Ορισμένες φορές και με περισσότερες.»
«Ακριβώς, Λιλάκο μου,» της πείραξε την μύτη. «Τις πηδάω, δεν τις ερωτεύομαι.»
Η Λίλι έπαιξε απηυδισμένα τα μάτια της, αλλά δεν σχολίασε περαιτέρω. Αντίθετα τελείωσε τις τελευταίες πινελιές στην εμφάνιση του φτιάχνοντας του τα μαλλιά και εφαρμόζοντας του ένα ξόρκι ξυρίσματος. Ύστερα τα δύο αδέρφια έφυγαν μαζί από το δωμάτιο του Τζέιμς. Η Λίλι επέστρεψε στην νυφική σουίτα, για να φύγει με την Ρόουζ, και εκείνος κατευθύνθηκε στην παραλία, ώστε να περιμένει με τους άλλους την σειρά του για την βάρκα. Παρατήρησε τον Φρεντ ΙΙ και τον Φαμπιάν σε μία άκρη και τους πλησίασε.
«Πώς είναι σήμερα το αγόρι μου;» τον χαιρέτισε κοροϊδευτικά ο Φρεντ.
«Ρε μαλάκες, τι έγινε χθες βράδυ;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Τζέιμς. «Με ξύπνησε η Λίλι και δίπλα μου βρισκόταν η χορεύτρια του Σκανδιναβία. Εννοείται δεν θυμόμουν γρι πώς είχε έρθει εκεί πέρα.»
«Με τα ποδαράκια της, φίλε μου. Τα καλλίγραμμα και τα ωραία,» απάντησε γελώντας ο Φαμπιάν. «Την πήρες και φύγατε κατά τις πέντε. Ήσουν τόσο λιώμα που πραγματικά δεν ξέραμε, αν θα καταφέρεις να φτάσεις στο ξενοδοχείο. Όμως σκεφτήκαμε πως θα είχε πλάκα να σε ψάχναμε για τον γάμο και σε αφήσαμε να πας μόνος σου μαζί της.»
«Θέλετε να μου πείτε πως περπατήσαμε από το κλαμπ μέχρι το ξενοδοχείο;» ο Τζέιμς τους κοίταξε σαν να είχε μόλις ακούσει ότι οι Τσάντλεϋ Κάνονς πήραν το πρωτάθλημα.
Οι δύο Γουίζλη κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους με δύο μεγάλα χαμόγελα.
«Γάμησε με!» αναφώνησε ο Τζέιμς. «Για αυτό δεν θυμόμουν, αν την πήδηξα. Επειδή προφανώς και δεν την πήδηξα. Όχι μετά από δύο κουβάδες σφηνάκια και τέσσερα χιλιόμετρα πεζοπορία!»
«Μην το λες, είσαι αρκετά γυμνασμένος,» συνέχισε την καζούρα ο Φαμπιάν.
Ο Τζέιμς ετοιμαζόταν να του απαντήσει με κανένα γαλλικό, όταν εκείνη την στιγμή η θεία Αντζελίνα ήρθε να τους πει πως ήταν η ώρα να μπουν στις βάρκες. Η τελετή του γάμου θα γινόταν στο νησί της Δήλου, στον ναό του θεού Απόλλωνα. Ήταν ένας αμιγώς μαγικός χώρος, ο οποίος προστατευόταν από πανάρχαιες δυνάμεις και αντιμετωπιζόταν με σεβασμό από την παγκόσμια κοινότητα των μάγων. Για τον λόγο αυτό απαγορευόταν ως εκεί η τηλεμεταφορά. Ο μόνος τρόπος να φτάσει κανείς στο νησί ήταν δια θαλάσσης και αυστηρά κατόπιν ειδικής γραπτής άδειας από το ελληνικό Υπουργείο Μαγείας.
Το να πραγματοποιηθεί ένας γάμος εκεί δεν ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά· μπορεί και ποτέ πριν στην σύγχρονη ιστορία. Παρόλα αυτά ο Τζέιμς γνώριζε πως όταν επρόκειτο για την δική του οικογένεια ήταν δεδομένο πως άνοιγαν πολλές πόρτες που παρέμεναν κλειστές για τους λιγότερο εκλεκτούς. Το είχε συνηθίσει πια και δεν είχε κανένα πρόβλημα με αυτό. Απεναντίας το απολάμβανε στο ακέραιο.
Χαμογελώντας με τον συνηθισμένο υπερφίαλο τρόπο του άρχισε να προχωρά παρέα με τα ξαδέρφια του κατεβαίνοντας τον σύντομο δρόμο που οδηγούσε στον ιδιωτικό ορμίσκο του ξενοδοχείου. Όταν έφτασαν, ο Τζέιμς παρατήρησε την θεία του να συζητά θερμά με μία κοπέλα που ήταν σίγουρος έβλεπε για πρώτη φορά στην ζωή του. Ήταν ιδιαίτερα όμορφη, καστανή με γλυκό πρόσωπο και σταρένια επιδερμίδα. Φορούσε ένα μπλε φόρεμα και είχε πιάσει τα μαλλιά της σε έναν ψηλό κότσο που της προσέδιδε άκρως αριστοκρατική εμφάνιση.
«Ποια είναι η τύπισσα;» ρώτησε τον Φρεντ και τον Φαμπιάν δείχνοντας διακριτικά προς το μέρος της.
Οι δύο Γουίζλη στράφηκαν και κοίταξαν δήθεν αδιάφορα.
«Δεν έχω ιδέα,» απάντησε ο Φρεντ. «Καλό κομμάτι, ε;» γέλασε με νόημα.
«Από τα καλύτερα,» συμφώνησε στον ίδιο τόνο ο Φαμπιάν σαρώνοντας με το βλέμμα του την νεαρή γυναίκα.
«Κρατήστε την όρεξη σας, παίδες. Ο αρχηγός κάνει παιχνίδι,» τους ενημέρωσε εμφατικά ο Τζέιμς και πήγε να πλησιάσει την όμορφη κοπέλα.
«Έι, έι, για κάτσε,» τον σταμάτησε ο Φρεντ. «Από πότε μας έγινες ο αρχηγός;»
«Συγγνώμη, προσπαθείτε να τα βάλετε μαζί μου στο καμάκωμα;» πήρε μία δύσπιστη έκφραση ο Τζέιμς.
Ήταν γνωστό πως δεν υπήρχε καλύτερος στο να γοητεύει το αδύναμο φύλλο από τον ίδιο. Ίσως να υπερτερούσε με διαφορά στήθους ο Φραντσέσκο Ζαμπίνι, αλλά αυτήν την στιγμή δεν φαινόταν στο οπτικό του πεδίο οπότε δεν μετρούσε.
Κανείς από τους δυο τους δεν είχε κάτι να πει.
«Τώρα λοιπόν που το ξεκαθαρίσαμε, επιτρέψτε μου να κάνω την πρώτη μου κίνηση. Τα λέμε στο νησί,» τους έριξε ένα σαρδόνιο βλέμμα και απομακρύνθηκε με τον αέρα του μετενσαρκωμένου Καζανόβα.
Πλησίασε την θεία Αντζελίνα που ευτυχώς μιλούσε ακόμα με την άγνωστη καλλονή. Πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της και την αγκάλιασε ζεστά. Εκείνη στράφηκε απότομα να δει ποιος ήταν και όταν αντιλήφθηκε την ταυτότητα του, το πρόσωπο της πήρε μία συνωμοτική έκφραση.
«Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι, Τζέιμς;» τον ρώτησε με νόημα.
«Ναι, θα ήθελα να μάθω σε ποια βάρκα είμαι εγώ,» απάντησε ο Τζέιμς.
Είχε χρησιμοποιήσει την πιο βελούδινη φωνή του, αυτή στην οποία κάποτε μία πρώην του τού είχε πει πως είναι αδύνατον να αντισταθεί ο οποιοσδήποτε. Ο Τζέιμς ήθελε να πιστεύει πως ήταν αλήθεια και ότι θα κατάφερνε με αυτόν τον τρόπο να τραβήξει την προσοχή της όμορφης άγνωστης. Κατά τα άλλα είχε συγκρατηθεί και δεν την είχε κοιτάξει καθόλου θέλοντας έτσι να της δείξει πως δεν είχε έρθει εκεί για εκείνη, πως μάλιστα δεν είχε προσέξει καν την παρουσία της.
«Για αυτό συζητούσαμε τώρα με την Κασσάνδρα,» είπε η Αντζελίνα. «Είναι η υπεύθυνη του Ελληνικού Υπουργείου για την διεξαγωγή της τελετής.»
Ο Τζέιμς βρήκε την πρόταση της θείας του σαν πάτημα, για να στρέψει την ματιά του επιτέλους στην καλλονή μπροστά του. Από κοντά ήταν το ίδιο εντυπωσιακή, με πανέμορφο πρόσωπο και υπέροχα σοκολατένια μάτια.
«Κασσάνδρα, να σου συστήσω τον ανιψιό μου Τζέιμς Πότερ,» συνέχισε η Αντζελίνα.
Η κοπέλα χαμογέλασε ζεστά.
«Χαίρω πολύ,» του είπε. «Κασσάνδρα Νικολάου. Και εσύ είσαι ο μεγάλος αστέρας των Πάντλμηρ.»
«Δεν ήξερα πως το αγγλικό πρωτάθλημα έχει τέτοια πέραση και στην Ελλάδα,» απόρησε γοητευμένος εκείνος που το αντικείμενο του ενδιαφέροντος του ήξερε ποιος ήταν και όχι λόγω του επώνυμου του.
«Όταν είσαι σκληροπυρηνικός φανατικός του αθλήματος όπως εγώ, πίστεψε με όλα τα πρωταθλήματα του κόσμου έχουν πέραση.»
«Αν σου αρέσει τόσο πολύ, μπορώ να σου δώσω ένα αυτόγραφο.»
Ανάμεσα στα πόδια σου.
«Ευχαριστώ, αλλά πρέπει να σε ενημερώσω πως προτιμώ τους Νόρφολκ Ρέιντζερς.»
Την μεγαλύτερο αντίπαλο της Πάντλμηρ και την πιο ψωνισμένη ομάδα του ομίλου.
«Δώσε μου μία ώρα και σου υπόσχομαι πως δεν θα θυμάσαι καν ποιοι είναι οι Ρέιντζερς πια.»
Του χαμογέλασε ελαφρά.
«Δυστυχώς, ο χρόνος μας τελειώνει. Οι βάρκες κατέφτασαν και πρέπει να συντονίσω την επιβίβαση.»
Ο Τζέιμς έμεινε μαρμαρωμένος δίπλα από την θεία του να παρατηρεί την Ελληνίδα καλλονή να απομακρύνεται από κοντά του.
«Μην ανησυχείς, Τζέιμς,» τον κανάκεψε η Αντζελίνα χτυπώντας τον στοργικά στο μπράτσο. «Πάντα υπάρχει η πρώτη φορά για όλα.»
Και για τον διάσημο γιο των ηρώων του πολέμου εκείνη της απόρριψης είχε μόλις έρθει.
Ποια θέλει να δει και άλλες σκηνές από τον γάμο; Έχω διάφορες ιδέες αλλά αν θέλετε κάτι συγκεκριμένο πείτε μου!
Σας φιλώ πάρα πολύ και ελπίζω να είστε όλες καλά!
