ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

Φτάνουμε στην Μύκονο Παρασκευή μεσημέρι. Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνομαι είναι γιατί το λένε το νησί των ανέμων. Φοράω ένα άσπρο φόρεμα και ενώσω διασχίζουμε την μικρή απόσταση από το σημείο διακτινισμού μέχρι τον χώρο στάθμευσης που μας περιμένει το βανάκι, για να μας μεταφέρει στην ξενοδοχειακή μονάδα, έχω μετατραπεί στην Μέριλιν Μονρόε των Κυκλάδων.

«Ωραίο βρακί, Λιλς. Τι είναι; Σκελέα;»

Κάνω κωλοδάχτυλο στον Φρανκ και μπαίνω μέσα στο λεωφορειάκι. Ναι, μου αρέσουν τα μεγάλα, απολαυστικά, καλυπτικά βρακιά. Πειράζω κανέναν; Όταν χρειάζεται, στις περιπτώσεις που χρειάζεται, μια χαρά ξέρω να κάνω και εντύπωση και ατμόσφαιρα. Με τις δαντέλες μου, τις διαφάνειες μου, τα στρινγκάκια μου, τις ζαρτιέρες μου, τα όλα μου. Ρωτήστε τον Ίαν αν δεν με πιστεύετε. Γαμώτο! Στενοχωρήθηκα τώρα που ανέφερα το όνομα του. Μου λείπει κάθε ώρα και στιγμή αλλά τώρα με τον γάμο της Ρόουζ και όλη την ρομαντική κατάσταση που με περιτριγυρίζει μου λείπει ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο έντονα. Ξέρω ότι η δική μας η σχέση δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοια κατάληξη, με νυφικά και παρανύφους και χαμόγελα και σόγια χαρούμενα. Η δική του οικογένεια είναι όλοι νεκροί και οι δικοί μου τον θέλουν νεκρό. Είναι επιλογή μου όμως και δεν θα τον άλλαζα για όλους τους γαμπρούς με σμόκιν στον κόσμο.

Δαγκώνω δυνατά την γλώσσα μου, για να συγκρατήσω την συγκίνηση μου. Διάβασα κάπου ότι είναι κόλπο για να μην βάζεις τα κλάματα και όντως πιάνει. Υπόσχομαι στον εαυτό μου να περάσω όσο καλύτερα μπορώ. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές. Είμαι με την παρέα μου, τις κολλητές μου και όλα τα αγαπημένα μου πρόσωπα στον πιο χοτ προορισμό της Μεσογείου για τον γάμο της λατρεμένης μου ξαδέρφης. Δηλαδή τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι ιδανικότερα, αν εξαιρέσουμε ότι ο Ίαν δεν είναι εδώ. Σκέφτομαι κιόλας ότι είναι μάλλον η τελευταία ευκαιρία που έχω να περάσω χρόνο με όλη μου την οικογένεια. Οι δυνάμεις μου εξελίχθηκαν σταδιακά και σταθερά και με τον Ίαν πιστεύουμε ότι μπορώ πλέον να κάνω το ταξίδι στην άλλη διάσταση. Θα το προσπαθήσουμε αμέσως μετά τον γάμο. Ίσως θα μπορούσαμε και νωρίτερα αλλά του ζήτησα να περιμένει. Ήξερε πόσο σημαντικό είναι για εμένα.

Φτάνουμε στο ξενοδοχείο που είναι υπερπολυτελές και τεράστιο. Να φανταστείτε καλύπτει μία ολόκληρη βουνοπλαγιά και διαθέτει τελεφερίκ, για να σε μεταφέρει από τα δωμάτια στην παραλία. Η Ρόουζ και ο Σκόρπιους το έχουν κλείσει αποκλειστικά για τον γάμο επομένως το πεντάστερο φέρνει κάτι από τα Χριστούγεννα στο Μπάροου. Παντού κοκκινομάλλικα κεφάλια να φωνάζουν δυνατά και να φοράνε παρδαλά ρούχα. Μέσα σε όλο τον πανικό είναι και η οικογένεια των Μάλφοϋ, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, που ξεχωρίζουν από μακριά παρότι προσπαθούν να συγχρωτιστούν με τους Γουίζλη όσο περισσότερο γίνεται. Όχι όλοι, βέβαια. Είναι και κάποιοι που είναι ακόμα πουριτανοί και ψηλομύτηδες και σνομπάρουν. Θείες και μπαρμπάδες ραμολιά που έχουν ξεχάσει να τους πουν ότι έχουν πεθάνει.

«Άντε, ρε παιδιά, επιτέλους ήρθατε. Η Ρόουζ έχει φρικάρει. Νόμιζε χάσατε την πύλη για Ελλάδα.»

Ο Χιούγκο μας υποδέχεται στο λόμπι του ξενοδοχείου. Δεν ταξίδεψε μαζί μας μιας και ως αδερφός της νύφης έχει επωμιστεί πολλές ευθύνες – κυρίως να διατηρεί την ψυχραιμία της εν λόγω νύφης. Η Ρόουζ είναι γενικά πολύ οργανωτική και για αυτό καθόλου αγχώδης αλλά με γάμο τέτοιων διαστάσεων ο οποιοσδήποτε θα αγχωνόταν. Καλύτερα κιόλας που δεν ήταν μαζί μας. Η Έμιλι είναι πολύ πιο ήρεμη όταν δεν είναι παρών. Η σχέση τους παραμένει ρευστή. Επαγγελματικά ξεκίνησαν να κάνουν ξανά πρόβες μαζί αλλά προσωπικά δεν έχουν προχωρήσει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Δεν ξέρουμε αν είναι ακόμα μαζί με την χιπστερού. Πάντως στον γάμο αυτή δεν θα είναι. Τσέκαρα την λίστα με τους καλεσμένους στο σπίτι της θείας Ερμιόνης και δίπλα στο όνομα του Χιούγκο δεν υπήρχε κανένας πλας ουάν.

«Παραλίγο να την χάναμε. Η υπάλληλος της πύλης δεν ήθελε να αφήσει την κούκλα του Φρανκ να περάσει χωρίς κανονικό εισιτήριο.»

«Το όνομα της είναι Σαμάνθα, εντάξει;» με ψέγει.

«Τέτοια έλεγες και την πέρασε η άλλη για άνθρωπο. Δεν μπορούσε να φανταστεί η γυναίκα ότι κάποιος θα ερωτευόταν την μαγική του κούκλα.»

«Ζηλεύεις γιατί τουλάχιστον εγώ έχω συνοδό.»

«Ναι, εσύ και άλλοι δέκα εκατομμύρια Ασιάτες που παίζουν όλη την ημέρα Dota.»

«Πώς την πάλεψες σε όλη την διαδρομή;» πιάνω με την άκρη του ματιού μου τον Χιούγκο να πλησιάζει την Έμιλι.

«Με ηχομονωτικές ωτασπίδες,» του γελάει.

Έχει σπάσει ο πάγος της πρώτης αποξένωσης αλλά είναι αυτό δείγμα για κάτι παραπάνω;

Σταματάω να δίνω σημασία στον Φρανκ – βγάζω φλύκταινες και μόνο που συλλογίζομαι ότι στο παράλληλο σύμπαν ήμασταν ζευγάρι για ένα διάστημα και είχαμε ξεπαρθενιαστεί κιόλας, θου Μέρλιν – και πηγαίνω σφηνόπουτσα ανάμεσα στον ξάδερφο μου και την κολλητή μου. Αν νομίζει ο κοκκινοτρίχης ότι μπορεί να μπαινοβγαίνει στην ζωή μας όποτε του γουστάρει είναι βαθιά νυχτωμένος! Δεν ήταν εκεί να δει πόσο κομμάτια είχε γίνει η Έμιλι αφού την χώρισε αμείλικτα. Εγώ ήμουν. Αν δεν μπορεί η ίδια να του αντισταθεί θα το κάνω εγώ για εκείνη. Την Έμιλι την εμπιστεύομαι, δεν είναι χαϊβάνι σαν την άλλη την Λέιλα. Όλοι όμως έχουμε τις αδυναμίες και τις αχίλλειες πτέρνες μας και για την Έμιλι αυτή είναι ο Χιούγκο.

«Ντάξει, παιδιά, μην πιάσουμε και κορέους. Κάνει και ζέστη. Να τακτοποιηθούμε στα δωμάτια μας, να πάμε επιτέλους και για κανένα μπάνιο στην θάλασσα. Πολύ ωραίο το χρυσό παρανυφικό που διάλεξε η Ρόουζ, αλλά πρέπει να μαυρίσουμε και λίγο, για να δείξει.»

Μαγκώνω το χέρι μου αγκαζέ γύρω από το μπράτσο της Έμιλι και την τραβάω προς τον γκισέ υποδοχής. Η Λέιλα είναι ήδη εκεί και τελειώνει τα διαδικαστικά για την καμπάνα της. Από ότι μας πληροφόρησε η Ρόουζ, το ξενοδοχείο αυτό δεν έχει ένα κεντρικό κτήριο με μαζεμένα όλα τα δωμάτια. Αντίθετα έχει διασκορπισμένες πολλές καμπάνες με κοινούς κήπους και πισίνες. Εγώ, η Έμιλι και η Λέιλα θα μένουμε σε τρεις διπλανές.

«Θα πάμε για μπάνιο, ε;» την ενημερώνω.

«Ναι. Θα πάω λίγο στο δωμάτιο να μιλήσω με τον Κάργουιν και θα σας βρω.»

Φεύγει πρώτη. Εγώ με την Έμιλι παίρνουμε τα κλειδιά για τα δωμάτια μας και πηγαίνουμε στο τζάκι στην άλλη άκρη της αίθουσας υποδοχής, όπως μας υπέδειξαν, για να μεταφερθούμε κατευθείαν. Ευτυχώς που το ξενοδοχείο είναι στην μαγική μεριά του νησιού. Πώς θα καταφέρναμε να κρυφτούμε από τα μαγκλ μάτια τόσοι πολλοί που ήμαστε; Μόνο και μόνο μέχρι να διασχίσουμε το λόμπι έχουμε σταματήσει, για να χαιρετίσουμε σαράντα νοματαίους. Τον θείο Ρον που κουβαλάει κάτι λαμπάδες, την μάνα μου που τον βοηθάει, κάτι μακρινά τρίτα και τέταρτα ξαδέρφια που δεν θυμάμαι καν, κάτι καθηγητές από το Χόγκουαρτς, Χρυσούχους και δικαστές από το Υπουργείο, τον γραμματέα του θείου μου του Πέρσι, γνωστού και ως Υπουργού Μαγείας, με τον άντρα του και τα παιδιά τους, την αδερφή της μάνας του Σκόρπιους. Α, και τον Φραντσέσκο – γιο της εν λόγω αδερφής.

«Τι κάνουν τα κορίτσια;» μας χαιρετάει μαγιόρικα.

Αναρωτιέμαι αν έχει και άλλο τρόπο. Πιέζομαι να τον φανταστώ θυμωμένο ή σοβαρό και μου είναι αδύνατο.

«Καλά είμαστε. Κυρία Δάφνη τι κάνετε; Την φίλη μου την Έμιλι την ξέρετε;»

«Δεν νομίζω πως είχα την χαρά.»

Πού να δεις αν γίνει και νύφη σου τι χαρά θα κάνεις.

«Ζήτησα από τον Φραντσέσκο να με συνοδέψει στην πόλη για λίγο τουρισμό. Θέλετε να έρθετε μαζί μας;»

«Ευχαριστούμε, αλλά μόλις φτάσαμε και λέμε να πάμε για μπάνιο καλύτερα.»

«Φυσικά, στην ηλικία σας ο ήλιος είναι ακόμα φίλος. Να προσέχετε όμως. Έχετε αντηλιακό; Έχω μαζί μου μία κρέμα φοβερή, την φτιάχνω εγώ.»

Η Δάφνη Γκρίνγκρας είναι γνωστή φαρμακοτρίφτισσα, από τις πιο επιτυχημένες στο Μαγικό Λονδίνο.

«Στην παραλία ε; Αν θέλετε μπορούμε να πάμε μαζί την Κυριακή στο Πλιντρί,» μας λέει ο Φραντσέσκο καθώς η μάνα του ψαχουλεύει στην τσάντα της για την κρέμα.

«Ναι, γιατί όχι,» απαντάει η Έμιλι πριν από εμένα.

Ανταλλάσσουν ένα βλέμμα όλο νόημα με τον Φραντσέσκο μέχρι που αναγκάζονται να αποτραβήξουν τις ματιές τους, όταν ακούγεται το επιφώνημα εύρεσης της κυρίας Δάφνης.

«Ορίστε. Δέκα λεπτά πριν από την έκθεση και επανάληψη κάθε 5 με 6 ώρες. Δεν αφήνει σημάδια, απορροφάται αμέσως, είναι αδιάβροχη, μυρίζει λιβάνι και δεν πρόκειται να καείτε ούτε αν το θελήσετε. Ούτε ελιές και πανάδες. Για σένα το λέω Λίλι μου που ένα προβληματάκι το έχεις.»

Να είστε καλά κυρία Δάφνη και εγώ χάρηκα πολύ που σας είδα.

«Θα μαυρίσουμε όμως και καθόλου;» την ρωτάω καθώς παίρνω την κρέμα. «Δεν έχουμε όλοι τα επιτυχημένα γονίδια του γιου σας.»

Είναι δεδομένο πως το χρυσό φόρεμα που έχει διαλέξει και απαιτήσει να φοράω η Ρόουζ στον γάμο θα πήγαινε χάρμα στην σκουρόχρωμη επιδερμίδα του Ζαμπίνι.

«Πήρε από τον πατέρα του και βγήκε όμορφος,» τον κανακεύει η μητέρα του. «Εγώ άσπρη σαν τα γάλα είμαι σαν και εσάς. Λοιπόν, θα σας πω ένα μυστικό.»

Έρχεται πιο κοντά με συνωμοτική διάθεση.

«Θα κάνετε μπάνιο με γάλα γαϊδούρας και θα βάλετε μέσα μία σταγόνα από εκχύλισμα μαύρου νυχτολούλουδου. Και θα αποκτήσετε σοκολατένια λάμψη. Ακούστε με.»

«Πού να το βρούμε το γάλα γαϊδούρας και το εκχύλισμα τώρα;» εξανίσταμαι. «Κάτι πιο πρακτικό δεν έχετε;»

«Άντε καλά, αλλά θέλει προσοχή. Θα κάνετε αμμόλουτρο. Και όταν λέω αμμόλουτρο το εννοώ. Θα σκάψετε βαθιά μέσα στην άμμο, θα μπείτε μέσα, και θα θαφτείτε καλά, μόνο το κεφάλι να προεξέχει. Και ύστερα θα κατουρήσετε και θα πείτε τρεις φορές νίγκρα πέλις.»

Ας έμενα με το γάλα γαϊδούρας καλύτερα.

«Ε, να μην σας κρατάμε και εσάς. Πηγαίνετε να κάνετε την βόλτα σας και τα λέμε εδώ γύρω,» χαιρετάω γρήγορα.

Μέχρι να φτάσουμε στο τζάκι η Έμιλι έχει σκάσει από τα γέλια.

«Ο Φραν δεν μοιάζει καθόλου στην μητέρα του,» παρατηρεί.

«Πάλι καλά δεν λες καλύτερα. Πώς θα σε έριχνε αν σου έλεγε τέτοια;»

«Γιατί; Βοηθητικά είναι όλα αυτά.»

Γελάμε.

Παίρνουμε την σειρά μας για το τζάκι και σε ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων βρισκόμαστε η κάθε μία στο δωμάτιο της για το επόμενο τριήμερο. Είναι φυσικά υπερπολυτελές και δεν περίμενα τίποτα λιγότερο κρίνοντας από το υπόλοιπο ξενοδοχείο και το πόσα λεφτά ήταν διαθέσιμοι να πληρώσουν οι Μάλφοϋ προκειμένου να ξεφορτωθούν το ξανθό φίδι. Βγαίνω από το τζάκι κατευθείαν σε μία εκπληκτική κρεβατοκάμαρα με ένα τεράστιο κρεβάτι και ένα παράθυρο με θέα όλη την θάλασσα. Τα πράγματα μου είναι ήδη τακτοποιημένα στις ντουλάπες και ευχαριστώ νοερά το μαγικό σέρβις για αυτό. Περιεργάζομαι ενθουσιασμένη τον υπόλοιπο χώρο. Υπάρχει ακόμα ένα μπάνιο με ολόκληρη μπανιέρα και υδρομασάζ. Μία μικρή σκάλα οδηγεί στον κάτω όροφο. Εκεί βρίσκεται το σαλόνι που βγάζει σε μία αυλή με υπέροχη βεράντα, κάτασπρη και φωτεινή.

Στην οποία έχουν πρόσβαση και τα διαμερίσματα της Έμιλι και της Λέιλα, όπως ανακαλύπτω. Η Έμιλι είναι ήδη έξω και περιεργάζεται την θέα που είναι απερίγραπτη. Μπλε μέχρι εκεί που πάει το μάτι. Πρώτη φορά στην ζωή μου βλέπω τέτοιο μπλε, τόσο ζωντανό, τόσο γεμάτο. Το κοιτάς και είναι σαν να χορταίνεις χρώμα.

«Υπέροχο, ε;» παρατηρεί η Έμιλι.

Ακούμε την Λέιλα να μιλάει με τον Κάργουιν από το ανοιχτό παράθυρο της κρεβατοκάμαρας της. Όσο την περιμένουμε να τελειώσει, βάζουμε τα μαγιό μας και ετοιμαζόμαστε για την θάλασσα. Το σκέφτομαι λίγο, μα τελικά αποφασίζω να μην βάλω την κρέμα της κυρίας Δάφνης. Ε, μην μυρίζω και σαν λιβάνι.

Όταν η Λέιλα κατεβαίνει στην βεράντα μοιάζει καταστενοχωρημένη.

«Τι έγινε;» την ρωτάμε.

«Ο μικρός έκλαιγε. Του λείπω. Έχει συνηθίσει που είμαστε συνέχεια μαζί και δεν μπορεί μόνος του.»

Την αγκαλιάζουμε. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε βέβαια ακριβώς τι νιώθει.

«Έλα, δεν έγινε και τίποτα. Με την γιαγιά και τον παππού είναι, δεν είναι με κανένα ξένο. Και σιγά, δύο ημέρες είναι, ούτε που θα τις καταλάβει. Είναι οι πρώτες ώρες. Μετά δεν θα θέλει να φύγει.»

«Ναι,» συμφωνώ και εγώ με τα παρηγορητικά λόγια της Έμιλι. «Άσε τον να μάθει λίγο, κολλημένος στο βρακί σου συνέχεια, μαμάκια τον έχεις κάνει.»

Η Έμιλι με αγριοκοιτάζει.

Ε, τι; της κάνω στον αέρα πίσω από την πλάτη της Λέιλα.

«Νάζια κάνει. Στον πατέρα του που πηγαίνει κάθε εβδομάδα γιατί δεν κλαίει;»

«Πώς ξέρεις ότι δεν κλαίει; Επειδή δεν μου λέει τίποτα ο Άλμπους; Σιγά μην μου το έλεγε.»

Δαγκώνομαι και πάω αλλού το θέμα.

«Άντε, πήγαινε βάλε το μαγιό σου να πάμε στην παραλία και όλα θα είναι καλύτερα σε λιγάκι.»

«Όχι, κορίτσια, δεν έρχομαι,» αποτραβιέται. «Πηγαίνετε εσείς αλλά εγώ δεν μπορώ να έρθω. Δεν μπορώ να κλαίει το μωρό μου και εγώ να περνάω καλά, δεν το καταλαβαίνετε;»

Ανταλλάσουμε μία ματιά απελπισίας με την Έμιλι.

«Μα τι νόημα έχει να κάθεσαι κλεισμένη στο δωμάτιο; Αφού ήρθες που ήρθες απόλαυσε το. Μην έχεις τύψεις.»

Δεν πείθεται από τα λόγια μου.

«Όχι, αφήστε με.»

Η Έμιλι το πάει πιο διπλωματικά, όπως πάντα άλλωστε.

«Κοίτα, θα κάνουμε μία συμφωνία. Δώσε του μέχρι το βράδυ να συνηθίσει και αν ακόμα κλαίει και σε ζητάει θα σου κανονίσουμε πύλη για να επιστρέψεις Λονδίνο αμέσως. Ε, Λίλι;»

«Ε, ναι… ναι, αμέσως.»

«Όμως μέχρι τότε κάνε μία προσπάθεια να περάσεις καλά έστω και για λίγο. Ένα μπάνιο θα πάμε, σιγά το πράγμα. Είναι δικαίωμα σου να ξεσκάς και εσύ πότε-πότε. Ε; Τι λες;»

Η Λέιλα φαίνεται να συλλογίζεται αυτό το ενδεχόμενο.

«Καλά,» πείθεται εν τέλει. «Θα έρθω για μπάνιο και αν κλαίει ακόμα μέχρι που θα γυρίσουμε μαζεύω τα πράγματα μου και φεύγω. Και δεν θα προσπαθήσει καμία σας να μου αλλάξει γνώμη, εντάξει;»

Ορκιζόμαστε στον Μέρλιν.

Στην θάλασσα περνάμε φανταστικά. Πιάνουμε τρεις ξαπλώστρες, παραγγέλνουμε κοκτέιλ σαμπάνιας στο όνομα του Μάλφοϋ, και παίζουμε με τα κύματα. Το μόνο αρνητικό είναι ότι όπου και αν γυρίσουμε το βλέμμα μας πετυχαίνουμε και κάποιον γνωστό από τον γάμο, οπότε και δώσε του ψιλή κουβεντούλα και τι κάνετε και τι γίνεστε και δεν είναι φοβερά εδώ πέρα; Επιτέλους, περίπου δύο ώρες αφού είμαστε κάτω από τον ήλιο και καιγόμαστε – εγώ θα δείχνω μαυρισμένη με το χρυσό μου φόρεμα ο κόσμος να χαλάσει – το μάτι μου πέφτει επάνω σε καινούργιες φυσιογνωμίες. Είναι μία παρέα δύο νεαρών ιδιαίτερα ευειδών. Είναι και οι δύο μελανούρια με μαύρα μαλλιά και μαύρα μούσια. Έχουν τόσο πολύ ίδιο στυλ που παρότι δεν μοιάζουν στα χαρακτηριστικά δυσκολεύομαι να τους ξεχωρίσω.

Περισσότερο για να διασκεδάσω την Λέιλα και για το κέφι παρά για οτιδήποτε άλλο τους ρίχνω ματιές μέσα από τα διάφανα τζάμια των γυαλιών μου και περιμένω πότε θα μας πλησιάσουν. Το κάνουν όταν έχουμε σηκωθεί για να βουτήξουμε ξανά και στεκόμαστε όρθιες στην ακροθαλασσιά. Θα παρουσιάζουμε ωραίο θέαμα, όχι να το παινευτώ. Μία ξανθιά, μία μελαχρινή και μία κοκκινομάλλα καλλονή. Διαλέγεις και παίρνεις. Τουλάχιστον φαινομενικά γιατί στην πραγματικότητα η ξανθιά είναι κολλημένη με τον πρώην της και παράλληλα πηδιέται περιστασιακά με έναν παίδαρο, η μελαχρινή έχει παιδί και δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα άλλο εκτός ίσως από τα γαλάζια μάτια ενός εγωίσταρου και η κοκκινομάλλα… Ντάξει, άσε το. Είναι ερωτευμένη με έναν μάγο που μανιπουλάρει τα συναισθήματα των ανθρώπων και ετοιμάζεται να περάσει σε άλλη διάσταση μαζί του. Τι να λέμε, ψώνισαν από κούνια οι άνθρωποι.

Προς το παρόν όμως είμαστε σε διακοπές και είμαστε έτοιμες για όλα – ή τουλάχιστον αυτήν την εικόνα θέλουμε να προβάλουμε. Εγώ δηλαδή, για χατίρι των άλλων δυο.

«Καλησπέρα, κορίτσια. Ξένες;»

Η Έμιλι και η Λέιλα απορούν από την προσέγγιση των νεαρών. Πρέφα δεν είχαν πάρει τα ύπουλα σχέδια μου.

«Ναι, ξένες. Από την Αγγλία. Εσείς;»

«Εμείς εδώ, Έλληνες. Δηλαδή όχι από την Μύκονο, αλλά δουλεύουμε εδώ για σεζόν.»

«Και τι δουλειά;»

«Ο Κώστας είναι μάγειρας σε ένα μπαρ-εστιατόριο και εγώ εργάζομαι σε μπουτίκ με ρούχα. Γιώργος,» μου δίνει το χέρι του.

«Λίλι,» συστήνομαι. «Και από εδώ η Λέιλα και η Έμιλι.»

Η Έμιλι φαίνεται να μπαίνει πιο θερμά στο παιχνίδι και πιάνει κουβέντα με τον Κώστα. Η Λέιλα πάλι είναι ευγενική αλλά πολύ συγκρατημένη. Προσπαθώ με το ζόρι να την βάλω στην συζήτηση με τον Γιώργο αλλά αντιστέκεται σθεναρά.

«Εμείς πρέπει να την κάνουμε γιατί πιάνουμε δουλειά σε λίγες ώρες,» λέει ο Γιώργος μετά από κάποια ώρα και αφού έχουμε πιει αρκετά κοκτέιλ. «Το βράδυ έχει πάρτι στο Άστρα αν θέλετε να περάσετε.»

«Οκέι. Αν είναι τα λέμε, εκεί,» δέχομαι.

Φεύγουν και μένουμε μόνες μας να πλατσουρίζουμε λίγο ακόμα. Η Λέιλα όμως είναι αγχωμένη για τον μικρό και θέλει να επιστρέψει στο δωμάτιο της και έτσι την ακολουθούμε και εμείς. Προσωπικά ζαλίστηκα από τον ήλιο και η Έμιλι θέλει να προλάβει τα μαγαζιά γιατί συνειδητοποίησε ότι ξέχασε να φέρει αποσμητικό.

«Θέλεις να έρθεις μαζί να τριγυρίσουμε και λίγο στην πόλη;» με ρωτάει όταν φτάνουμε στην εσωτερική μας αυλή και πριν χωριστούμε.

«Μπα, μωρέ. Θα την πέσω να κοιμηθώ λίγο. Αν είναι βγαίνουμε μια και καλή το βράδυ.»

Όταν γυρίζω στο δωμάτιο μου και αφού κάνω μπάνιο, ανακαλύπτω ότι έχω καεί. Φτου σου, γαμώτο!

Χ

Το βράδυ αναγκάζομαι να χρησιμοποιήσω κονσίλερ παντού – και όταν λέω παντού εννοώ πραγματικά παντού, δεν θέλετε να ξέρετε – προκειμένου να καλύψω το κάψιμο μα απλά καταφέρνω να μοιάζω με αστακός λίγο πριν από το βράσιμο. Πονάω παντού και όσο και αν πλακώθηκα στα γιαούρτια, μία μαγκλ συμβουλή της Έμιλι, η καημένη η επιδερμίδα μου δεν λέει να σταματήσει να τσούζει. Σκέφτηκα προς στιγμήν να κάτσω μέσα και να κλαίω την μοίρα μου, αλλά δεν ήρθα στην Μύκονο για να κοιτάω τους τοίχους ή έστω την υπέροχη θέα από μακριά. Για αυτό έκανα ένα ξόρκι ώστε τουλάχιστον να μην νιώθω τόσο πόνο και ντύθηκα τα καλά μου – μαύρο φόρεμα μάξι με σκίσιμο και χρυσά πέδιλα. Τουλάχιστον, το μαύρο πάει ωραία με την ερυθρόδερμη κατάσταση μου.

Βγαίνουμε με την Έμιλι και την Λέιλα για φαγητό και πετυχαίνουμε τον Τζέιμς με το τρίδυμο της καταστροφής, βλέπε Γκιντεόν, Φαμπιάν και Φρεντ ΙΙ. Μαζί τους είναι η Τζουλς, φίλη της Ρόουζ από το Πανεπιστήμιο και γκόμενα του Γκιντεόν. Ή του Φαμπιάν. Ή και των δύο, έχω χάσει πια την μπάλα με δαύτους. Καθόμαστε – δυστυχώς – όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι και εκεί που λέω πως η βραδιά δεν θα πάει χειρότερα, τσουπ να σου και ο Φραντσέσκο με τον Ραντίρι και – μαντέψτε ποιον άλλον – φυσικά τον Άλμπους.

Με το που τον βλέπει η Λέιλα σφίγγεται δίπλα μου. Εκείνος κάθεται ακριβώς απέναντι της και την κοζάρει με τέτοιο φαρμακερό βλέμμα που κοντεύω να πνιγώ εγώ με το σάλιο μου.

«Τι έγινε, Άλμπους; Θέλεις κάτι;» τον ρωτάω επιδεικτικά.

«Πώς είναι το παιδί;»

Απευθύνεται στην Λέιλα λες και δεν υπάρχει κανείς άλλος στον χώρο. Η έκφραση του είναι γεμάτη απαίτηση, ιταμότητα και συγκαλυμμένη οργή. Δεν μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο την έχει τόσο μένος. Οκέι, φαντάζομαι να σου κρύψει κάποιος ένα παιδί για τόσα χρόνια δεν είναι και πολύ ωραίο, ειδικά που ο Άλμπους δεν ήθελε με τίποτα από τώρα παιδιά. Επίσης, ναι, του φορτώθηκε στην ζωή του με το έτσι θέλω, μα δεν της δίνει κανένα ελαφρυντικό, την έχει συνεχώς στην μπούκα.

«Καλά. Του μίλησα ούτε μισάωρο πριν. Ετοιμαζόταν για ύπνο. Στην αρχή έκλαιγε αλλά μετά συνήθισε. Τον περιποιούνται οι γονείς μου.»

Μπορώ πολύ εύκολα να διακρίνω την φωνή της Λέιλα να τρέμει όσο του μιλάει. Δεν τολμάει να τον κοιτάξει καν ευθεία στα μάτια. Μέρλιν, πόσο τραμπούκος είναι!

«Κανονικά θα έπρεπε να είναι εδώ μαζί μας.»

«Και ποιος θα τον πρόσεχε, εσύ;» πετάγομαι. «Χρειάζεται και η Λέιλα να ξεσκάει μια στο τόσο, ξέρεις.»

«Την δουλειά σου εσύ,» με παίρνει από τα μούτρα.

«Και για να έχουμε καλό ρώτημα πού είναι η Ωρόρα;»

Ο αδερφός μου μουδιάζει στιγμιαία.

«Αρρώστησε ο πατέρας της και έπρεπε να μείνει. Μπήκε στο νοσοκομείο για εγχείριση καρδιάς.»

Δεν λέει ψέματα αλλά ούτε φαίνεται ιδιαίτερα στενοχωρημένος που η κοπέλα του δεν είναι μαζί του. Είναι σίγουρα τσιτωμένος μα ο Άλμπους είναι πάντα τσιτωμένος. Ειδικά όταν η Λέιλα είναι μπροστά.

Ευτυχώς το τεταμένο κλίμα εκτονώνεται όταν έρχονται τα φαγητά και ξεκινάμε να τρώμε. Σε όλο το υπόλοιπο δείπνο ο Άλμπους προσποιείται ότι απλά δεν υπάρχουμε και μιλάει μόνο με τον Ραντίρι εφόσον ο Φραντσέσκο έχει διπλαρώσει την Έμιλι και έχουν πιάσει ψιλή κουβεντούλα. Εγώ προσπαθώ να φτιάξω την διάθεση της Λέιλα που έχει καταβαραθρωθεί εξαιτίας του κανακάρη μας. Τουλάχιστον το δείπνο ολοκληρώνεται δίχως άλλα ντράβαλα.

«Θα πάμε Σκανδιναβία για ποτό, θα έρθετε;» μας λέει ο Τζέιμς αφού ετοιμαζόμαστε να φύγουμε.

«Λέμε να κάνουμε μία βόλτα στην πόλη και μετά θα δούμε,» απαντώ διπλωματικά.

Δεν θέλω να αποκαλύψω μπροστά στον Άλμπους την συνάντηση μας με τους Έλληνες και δημιουργήσω δράματα.

Ο Τζέιμς ανασηκώνει αδιάφορα τους ώμους του. Ύστερα μαζί με τους υπόλοιπους εξαφανίζονται στα σοκάκια της Μυκόνου.

«Μήπως ήθελες να πας μαζί τους;» ρωτάω την Έμιλι για ευνόητους λόγους.

«Όχι, προτιμώ να μείνω μαζί σας.»

Περπατάμε στα στενά και απολαμβάνουμε την έντονη ζωή. Είναι έντεκα η ώρα το βράδυ και νομίζεις είναι τρεις το απόγευμα από τόσο κίνηση που έχει. Όλα τα μαγαζιά είναι ανοιχτά, κόσμος ψωνίζει ακριβά κοσμήματα και μοδάτα ρούχα. Παίρνουμε παγωτό χωνάκι και το τρώμε βγάζοντας φωτογραφίες, χαμένες μέσα στο πλήθος. Μετά από ώρα καταλήγουμε στο μπαράκι που μας είπαν ο Κώστας και ο Γιώργος. Είναι μαζί με άλλους τρεις άντρες, εξίσου με μούσια και μαύρα μαλλιά, και όλοι μαζί καθόμαστε σε κάτι μεγάλους καναπέδες. Παραγγέλνουμε σφηνάκια και ναργιλέ τριαντάφυλλο.

«Τι κάνετε εσείς στην ζωή σας;» μας ρωτάει ο Μίλτος.

Είναι ο πιο ψηλός στην παρέα και έτσι τον ξεχωρίζω. Οι άλλοι δύο είναι ο Αργύρης και ο Περικλής – μην με ρωτήσετε ποιος είναι ποιος.

«Σπουδάζουμε,» απαντώ ψέματα. «Η Έμιλι είναι και τραγουδίστρια.»

Εντυπωσιάζονται όλοι. Προτιμώ να μεταφέρω το κέντρο ενδιαφέροντος σε εκείνη. Εγώ δεν είμαι για πολλά-πολλά. Το μυαλό μου είναι πάντα αλλού και επίσης έχει αρχίσει να περνάει η επίδραση του ξορκιού και ο πόνος σιγά-σιγά επιστρέφει. Καμία ώρα αργότερα σηκώνομαι να την κάνω. Οι αντοχές μου έχουν φτάσει στα όρια τους. Λέω στην Έμ και την Λέιλα ότι εκείνες μπορούν να κάτσουν και άλλο αν θέλουν. Η Λέιλα μοιάζει να μην θέλει πολύ, αλλά η Έμιλι περνάει καλά με τον Κώστα και έτσι την πείθω να παραμείνει, ώστε να μην την αφήσει μόνη της.

«Καλά, θα μείνω,» δέχεται εκπλήσσοντας με.

Προφανώς είχε όντως ανάγκη να ξεσκάσει λίγο παρά τις ενοχές της.

Καληνυχτίζω τα παιδιά και επιστρέφω στο ξενοδοχείο. Καταφέρνω με το ζόρι να κοιμηθώ νιώθοντας σαν γαλοπούλα τα Χριστούγεννα. Ευτυχώς χωρίς την γέμιση.

Χ

Το επόμενο πρωί ξυπνάω πρώτη και κατεβαίνω στην βεράντα παραγγέλλοντας πρωινό εκεί. Απολαμβάνω λίγες στιγμές ηρεμίας γιατί ξέρω πολύ καλά τι θα επακολουθήσει. Σε λίγο πρέπει να πάμε όλες οι παράνυφες από τη νυφική σουίτα της Ρόουζ ώστε να αρχίσουμε τις προετοιμασίες. Αφού ετοιμαστούμε εμείς, μετά θα πρέπει να ετοιμάσουμε την νύφη. Ο γάμος θα γίνει στο κοντινό νησί της Δήλου, όπου φιλοξενεί το αρχαιότερο μαγικό ιερό της Ευρώπης. Είναι σχεδόν αδύνατο να πάρεις άδεια για να κάνεις οποιαδήποτε εκδήλωση εκεί, ωστόσο δεν είμαστε τυχαία οι Γώτερς. Δεν έχω πάει ποτέ σε αυτό το νησί και είμαι πολύ ενθουσιασμένη να νιώσω την ενέργεια του και να μεταφερθώ έστω νοερά σε άλλες εποχές, πολύ παλιές.

Το μόνο αρνητικό είναι ότι το ελληνικό Υπουργείο Μαγείας απαγορεύει τον διακτινισμό εκεί, επομένως πρέπει όλοι οι καλεσμένοι να μεταφερθούμε με βάρκες. Αυτό από μόνο του θα πάρει κοντά δύο ώρες. Η απόσταση είναι μικρή αλλά τόσοι που είμαστε θα κάνουμε εκατό χρόνια. Τουλάχιστον εγώ ως παράνυφη και συνοδεία της νύφης θα φτάσω τελευταία με την νυφική βάρκα. Από το να ξεροσταλιάζω στο λιοπύρι – το νησί δεν έχει ούτε ένα δέντρο, καρατσεκαρισμένο – χίλιες φορές τον πανικό της προετοιμασίας.

Έχω τελειώσει το φαγητό μου και πίνω σιγά τον παγωμένο καφέ με γάλα που συνηθίζουν εδώ, όταν η Έμιλι εμφανίζεται στην βεράντα. Και από πίσω της ο Χιούγκο.

!

«Καλημέρα, Λιλς,» λέει ατάραχος και παίρνει ένα κομμάτι κέικ από το πιάτο μου. «Τα λέμε στον γάμο,» μου κλείνει το μάτι.

Η Έμιλι έρχεται και κάθεται απέναντι μου με ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη.

«Αυτό σημαίνει ότι τα ξαναβρήκατε;»

Κουνάει το κεφάλι της αρνητικά.

«Όχι, έτσι όπως νομίζεις. Μιλήσαμε πολύ. Ξεκαθαρίσαμε πολλά πράγματα.»

«Δηλαδή; Πες τα μου όλα. Τι έγινε χθες με το που έφυγα;»

«Πήγαμε με τα παιδιά, τους Έλληνες, στο Σκανδιναβία που ήταν και οι άλλοι. Από ότι φαίνεται είναι από τα πιο χοτ μπαράκια στην Μύκονο. Περνάγαμε καλά, όλοι μαζί.»

«Ο Φραντσέσκο δεν έφριξε που σε είδε με τους άλλους;»

«Όχι, ρε, ο Φραν είναι πολύ κουλ σε αυτά. Και τρίο να του έλεγα να κάνουμε μέσα θα ήταν. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον αδερφό σου, βέβαια.»

«Τον Άλμπους; Είπε καμία χοντράδα στην Λέιλα;»

«Αν μπορούσε να σκοτώσει με το βλέμμα, τα παιδιά θα είχαν σκοτωθεί στο λεπτό. Δεν είπε τίποτα αλλά η φάτσα του μόνο έφτανε. Της χάλασε εντελώς την διάθεση της άλλης και σηκώθηκε και έφυγε κακήν-κακώς.»

Του τα έχω μαζεμένα του κανακάρη και θα του την πω πολύ άσχημα, αλλά προς το παρόν καίγομαι να μάθω τι έγινε με την Έμιλι και τον ξάδερφο μου.

«Και μετά και μετά; Πότε εμφανίστηκε ο Χιούγκο;»

«Δεν εμφανίστηκε. Μου έστειλε μήνυμα στον καθρέφτη αν θα ήθελα να πιούμε ένα κρασί και να τα πούμε.»

«Και εσύ πήγες;»

«Όπως είδες.»

«Και; Τι είπατε;»

Η Έμιλι τεντώνεται ράθυμα στην καρέκλα της.

«Τα πάντα. Με τον Χιούγκο επικοινωνώ όσο με κανέναν άλλον, της παρούσας εξαιρουμένης. Μου είπε πόσο με αγαπάει, ότι με θεωρεί την γυναίκα της ζωής του, αλλά έγινε και γνωριστήκαμε πολύ νωρίς και αυτό τον κάνει να νιώθει ανασφάλεια. Ότι δεν θέλει να με χάσει όμως φοβάται και όλες τις προοπτικές που μπορεί να αποκλείσει και έπειτα να το μετανιώσει.»

Δεν καταλαβαίνω τίποτα.

«Δηλαδή σε θέλει αλλά θέλει να κάνει και τα ξεμπουρδελιάσματα του με άλλες.»

«Ναι, μεταξύ άλλων. Έκατσα και το σκέφτηκα πολύ, Λιλς. Από όταν χωρίσαμε και μετά. Ναι, στην αρχή δεν μπορούσα να δω καθαρά γιατί εγώ ήμουν ακόμα ερωτευμένη μαζί του. Όμως έχει δίκιο. Ούτε εγώ θέλω να δέσω μία κατάσταση από τώρα. Οκέι για την Ρόουζ με τον Σκόρπιους λειτούργησε, όμως ούτε εγώ ούτε ο Χιούγκο είμαστε έτσι. Έχουμε απόλυτη χημεία, αυτό δεν έχει αλλάξει. Αλλά θέλουμε και οι δύο να φάμε λίγο τα μούτρα μας, φαντάζομαι. Να δούμε τι άλλο υπάρχει εκεί έξω και ό,τι προκύψει.»

«Είστε διατεθειμένοι να ρισκάρετε αυτήν την ιδανική σχέση για μία υπόθεση;»

Χαμογελάει.

«Ναι.»

Απαντάει με απόλυτη σιγουριά.

«Κανείς από τους δυο μας δεν θέλει να ξυπνήσουμε κάποια στιγμή στα σαράντα και να αναρωτιόμαστε τι θα γινόταν αν είχαμε πάρει άλλες αποφάσεις και αν θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι έτσι. Δεν θέλουμε απωθημένα.»

«Ποτέ δεν μπορείς να το ξέρεις αυτό. Οι επιλογές μας γίνονται στα τυφλά. Αυτή είναι η τραγωδία της ζωής και το ελιξίριο της.»

Ακόμα και για εμένα που μπορώ να βλέπω ένα παράλληλο σύμπαν, μπορώ να το δω μόνο ως σύνολο παρελθοντικών επιλογών. Δεν γνωρίζω το μέλλον, κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει, γιατί το μέλλον δεν υπάρχει. Σχηματίζεται και υφαίνεται κάθε στιγμή, με κάθε απόφαση μας.

«Ναι, δεν διαφωνώ,» αποκρίνεται η Έμιλι. «Απλά ο ένας δρόμος είναι πιο σίγουρος, πιο γνώριμος, ακριβώς γιατί βασίζεται σε ένα κοινωνικό πρότυπο, του γάμου, των παιδιών. Το άλλο είναι πιο αχαρτογράφητο και αυτήν την στιγμή θέλουμε αυτό.»

Την κοιτάζω διερευνητικά.

«Είσαι σίγουρη ότι και εσύ το θέλεις αυτό;»

«Ναι.»

Νομίζω έτσι είναι. Από την συμπεριφορά της έτσι δείχνει τουλάχιστον.

«Ωραία. Τότε σου εύχομαι πολλές ωραίες περιπέτειες.»

Γελάει.

«Πάμε να ξυπνήσουμε και την άλλη; Πρέπει να πάμε να ετοιμαστούμε σιγά-σιγά.»

«Πάμε,» δέχεται.

Όταν φτάνουμε στο δωμάτιο της Λέιλα, την βρίσκουμε ήδη ξύπνια. Είναι αναστατωμένη, κάνει μπαμ από μακριά, αλλά αρνείται πεισματικά να μας πει το οτιδήποτε.

«Για τον αδερφό μου τον αγροίκο είσαι έτσι;»

«Δεν έχω τίποτα,» λέει ψέματα. «Είμαι μία χαρά, μην το συζητήσουμε άλλο.»

Την αφήνω στην ησυχία της προς το παρόν και όλες μαζί μεταφερόμαστε στην κορυφή του ξενοδοχείου και την νυφική σουίτα. Είναι τριπλάσια σε μέγεθος από τις δικές μας αλλά και πάλι επικρατεί πανικός. Όλες οι θείες, ξαδέρφες και φίλες έχουμε μαζευτεί να ετοιμαστούμε στον ίδιο χώρο και να ετοιμάσουμε και την νύφη.

«Λίλι, τι έπαθες!» φρίττει η μάνα μου όταν με βλέπει.

«Ναι, κάηκα,» ομολογώ το προφανές.

Περιττό να αναφέρω ότι πονάω ακόμα.

«Βικτουάρ, μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό;»

Η θεραπεύτρια της οικογένειας έρχεται κοντά παρατηρώντας με.

«Εμ, δεν έβαλες την κρέμα που σου είπα,» εμφανίζεται ξαφνικά και η κυρία Δάφνη.

Σόρυ που δεν ήθελα να μυρίζω λιβάνι, εντάξει;

«Μπορώ να το κάνω να μην φαίνεται τόσο κόκκινο και να πονάει λιγότερο, αλλά θα κάνει κάποιες ημέρες να περάσει εντελώς,» αποφαίνεται η Βικτουάρ.

«Μια χαρά είναι αυτό.»

«Και θα πρέπει να μην εκτεθείς ξανά στον ήλιο για καμιά εβδομάδα,» με συμβουλεύει καθώς μου εφαρμόζει το αντίστοιχο ξόρκι.

«Μα αύριο λέγαμε να πάμε για μπάνιο. Τελευταία μέρα.»

«Να κάτσεις στην σκιά,» παίρνει το αυστηρό, επαγγελματικό της ύφος και λουφάζω στην θέση μου.

Αφού τελειώνει την ευχαριστώ ανακουφισμένη. Το δέρμα μου με τραβάει εμφανώς λιγότερο και σταμάτησα να μοιάζω με κώλο μπαμπουίνου. Φυσικά δεν κατάφερα να μαυρίσω και το χρυσό παρανυφικό δεν αναδεικνύεται όσο θα ήθελα αλλά δεν έχω παράπονο. Έτσι όπως τα έκανα, θα τα φάω τώρα.

Όλα μου τα βάσανα ξεχνιούνται με το που βλέπω την Ρόουζ να ξεπροβάλει ντυμένη νυφούλα. Είναι ένα ποίημα. Το νυφικό της είναι σε αρχαιοελληνικό στυλ και με τα μαλλιά της πιασμένα σε χαλαρό κότσο και το απαλό μακιγιάζ της μοιάζει με την θεά Άρτεμη. Μένουμε όλες να την κοιτάμε σαν χάνοι για ορισμένα δευτερόλεπτα και μετά πέφτουμε πάνω της να την φιλήσουμε σαν κατσίκια.

«Σιγά-σιγά, θα την κατσιάσετε, σιγά!» φωνάζει η θεία Ερμιόνη.

«Ροζάκι μου, είσαι οπτασία,» της λέω όταν κατορθώνω να βρεθώ για λίγο κοντά της.

Δεν τολμώ να την αγγίξω ή να την φιλήσω μην την χαλάσω. Τόσο πολύτιμη είναι.

«Λιλούκο μου, και στα δικά σου!» μου εύχεται γλυκά.

Χε!

«Λοιπόν, λοιπόν, ας αρχίσουμε να κατηφορίζουμε στην παραλία όπου θα μας περιμένουν οι βάρκες,» βαράει παλαμάκια η θεία Ερμιόνη για να μας επαναφέρει στην τάξη.

Μας τακτοποιεί σε σειρά όπως τα έχει όλα προγραμματισμένα. Εγώ είμαι τελευταία μαζί με τις άλλες παρανύφους. Στην βάρκα θα μπούμε με την Ρόουζ, τον Χιούγκο και τον θείο Ρον. Ο οποίος όταν έρχεται μοιάζει κεραυνοβολημένος. Δεν μιλάει καθόλου και κάθε φορά που σηκώνει τα μάτια και κοιτάζει την Ρόουζ κλαίει.

«Πάει ξεμωράθηκε,» οικτίρει η μάνα μου. «Να σου πω,» στρέφεται σε εμένα. «Πήγαινε βρες τον Τζέιμς γιατί δεν τον βρίσκουμε πουθενά και είναι η ώρα του να φύγει. Το καλό που του θέλω να μην αργήσει!»

Αναγκάζομαι να το κάνω και αυτό και να τον τραβήξω σηκωτό, μιας και χθες γύρισε ξημερώματα το πουλάκι μου και κοιμόταν ακόμα του καλού καιρού. Τι άλλες θυσίες θα κάνω πια για αυτήν την οικογένεια! Χαλάλι όμως. Έτσι όπως πλησιάζουμε με την βάρκα το νησί και τους βλέπω όλους τους συγκεντρωμένους με τα καλά τους και τις φάτσες τους χαρούμενες με πιάνουν τα ζουμιά. Σκέφτομαι πως μπορεί να μην ξαναδώ κανέναν από αυτούς και προσπαθώ να τους κλειδώσω έτσι, ευτυχισμένους, στην μνήμη μου για πάντα. Με τα καλά τους και τα στραβά τους είναι η οικογένεια μου και δεν θα τους άλλαζα για τίποτα. Εκτός από τον ξανθό διεστραμμένο που είναι πια πιο οικογένεια μου από όλους. Και που μου λείπει κάθε λεπτό και περισσότερο.

Ο γάμος είναι υπέροχος. Η τελετή γίνεται στην δύση του ήλιου υπό τις αγγελικές φωνές χορωδίας που ψάλει γαμήλιους ύμνους. Η Ρόουζ είναι θεσπέσια μα οφείλω να παραδεχτώ ότι και ο Σκόρπιους με τον άσπρο και χρυσό του χιτώνα είναι επίσης όμορφος. Είναι πολύ ταιριαστό ζευγάρι – ίσως το πιο ταιριαστό ζευγάρι που γνωρίζω. Αβίαστα ταιριαστό, σαν ποτάμι που κυλάει μέχρι τον ωκεανό. Ως άντρας και γυναίκα πια φιλιούνται για παρθενική φορά την ώρα που τα πρώτα αστέρια εμφανίζονται στον ουρανό.

Η εκδήλωση είναι ακόμα καλύτερη. Το φαγητό υπέροχο, η μουσική φανταστική, όλοι χορεύουν, διασκεδάζουν, τρώνε τον άμπακο, κουτσομπολεύουν. Η ατμόσφαιρα είναι ιδανική. Και εγώ αισθάνομαι πιο μόνη από ποτέ. Χαρούμενη, αλλά μόνη. Περίεργο συναίσθημα. Ειδικά όταν ο Χιούγκο αναλαμβάνει να αφιερώσει ένα τραγούδι στο νέο ζευγάρι. Είναι ένα απαλό μπλουζ και καλεί όλα τα ζευγάρια να χορέψουν προς τιμήν των νεόνυμφων. Βλέπω την μητέρα μου να χορεύει με τον πατέρα μου, τον θείο Ρον με την θεία Ερμιόνη, τον γονείς και τους παππούδες του Σκόρπιους, τους θείους μου, τα ξαδέρφια μου. Βλέπω την Έμιλι να χορεύει με τον Φραντσέσκο. Βλέπω ακόμα τον αδερφό μου να προτείνει απότομα το χέρι του στην Λέιλα και να την οδηγεί σφιγμένος στον μελωδικό ρυθμό της μουσικής.

Ο άνεμος ανατριχιάζει την επιδερμίδα μου σαν ερωτικό χάδι. Μειδιώ, λίγο θλιμμένα, λίγο ευχάριστα. Απομακρύνομαι από την ειδυλλιακή εικόνα και κατηφορίζω ένα απότομο μονοπάτι που βγάζει σε μία απόμερη παραλία. Βγάζω τα παπούτσια μου και περπατάω στην άμμο μέχρι την ακροθαλασσιά. Τα πέλματα μου βυθίζονται στην μαλακή και ζεστή επιφάνεια μέχρι που συναντάνε τα δικά του. Δεν μιλάμε. Κοιταζόμαστε στα μάτια παρότι επικρατεί σκοτάδι. Τα αστέρια και η αντανάκλαση του φεγγαριού στην θάλασσα μόνη πηγή φωτός. Ο ήχος της μουσικής φτάνει ως εδώ υπόκωφος, σαν ψιθύρισμα.

«Θα χορέψεις μαζί μου;»

Κλείνομαι στην αγκαλιά του και τον αφήνω να μας λικνίσει αδιόρατα στην καλοκαιρινή αύρα.


Είναι καμία εδώ;

Μου έχετε λείψει ασύληπτα.