Κεφάλαιο XIX

Το επόμενο πρωί, ο Λούτσε ξύπνησε νωρίτερα από την σύντροφο του, λόγω της ενόχλησης στο αριστερό του μπράτσο. Κατάλαβε ότι η καταπραϋντική δράση του παυσίπονου είχε λήξει και θα έπρεπε να επαναλάβει την απαραίτητη δόση.

Προτού σηκωθεί, τα δάχτυλα του έπαιξαν ανάλαφρα με μια καστανόξανθη μπούκλα μαλλιών που κάλυπτε τον ώμο της Βανέσσα. Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο ενώ κοιμόταν. Κατά την διάρκεια της νύχτας, την είχε νιώσει να ελέγχει τον επίδεσμο που κάλυπτε το σοβαρότερο τραύμα του από την μάχη. Γνώριζε επομένως ότι ο ύπνος της κοπέλας είχε διακοπεί κάποιες φορές λόγω της έγνοιας της για εκείνον. Ως εκ τούτου, δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να την ξυπνήσει.

Αφήνοντας την άκρη της απαλής τούφας να ξεγλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλα του, στράφηκε ανάσκελα, αποφεύγοντας τυχόν κινήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να διαταράξουν την Βανέσσα ή να προκαλέσουν οξύτερο, σωματικό πόνο στον ίδιο.

Πήρε μια βαθειά ανάσα και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Έχοντας φωτίσει την κρεβατοκάμαρα για πολλές ώρες, η λάμψη που ανέδιδε το διακοσμητικό κερί αποδυναμώθηκε με την άφιξη του καλοκαιρινού ξημερώματος. Ο Λούτσε το έσβησε και αφού προχώρησε προς το παράθυρο, μισάνοιξε την κουρτίνα. Η λευκή σκιά της σελήνης ήταν ελαφρώς ορατή στον αχνό, γαλάζιο ουρανό.

Κατέβηκε στο κεντρικό δωμάτιο και συγκεκριμένα στην κουζίνα, παίρνοντας το παυσίπονο που χρειαζόταν μαζί μ' ένα ποτήρι νερό. Όπως το περίμενε, ο Χάγκεν κοιμόταν ήσυχα, κρυμμένος κάτω από τα σκεπάσματα. Ο Λούτσε ήλπισε ότι δεν θα διέκοπτε τον ύπνο του νεότερου επισκέπτη όταν θα ξεκινούσε να ετοιμάζει τον καφέ, αλλά και το τσάι για την Βανέσσα· ωστόσο, παρά το γεγονός ότι δεν έκανε ιδιαίτερο θόρυβο, ο Χάγκεν αντιλήφθηκε την παρουσία του.

Σήκωσε το κεφάλι του νυσταγμένα, κοιτώντας τον ξυπνητό άνδρα από την απέναντι πλευρά του δωματίου.

"Καλημέρα, η Βανέσσα κι εγώ συνηθίζουμε να ξεκινάμε την μέρα μας πολύ νωρίς. Αν θέλεις να κοιμηθείς κι άλλο, δεν υπάρχει πρόβλημα."

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο έφηβος έγνεψε με μισόκλειστα μάτια και κουκουλώθηκε ξανά. Ο Λούτσε ακούμπησε τα ζεστά ροφήματα επάνω σ' έναν δίσκο και ανέβηκε την εσωτερική σκάλα. Άφησε το τσάι της κοπέλας επάνω στο μικρό τραπέζι που ήταν τοποθετημένο πλάι στην πολυθρόνα και κάλυψε την κούπα μ' ένα πιατάκι, ώστε να μην χαθεί η θέρμη του ελαφριού ροφήματος μέχρι εκείνη να ξυπνήσει. Ο ίδιος παρέμεινε κοντά στο παράθυρο, κοιτώντας το παραθαλάσσιο τοπίο. Προσπαθούσε να θυμηθεί ένα όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Μολονότι οι κυρίαρχες εικόνες είχαν ξεφύγει από το πλέγμα της μνήμης, θυμόταν αμυδρά την ανησυχία που είχε προκαλέσει αυτό το όνειρο σ' εκείνον...

Λίγο αργότερα, η Βανέσσα άνοιξε τα μάτια της και οι δύο αγαπημένοι καλημέρισαν ο ένας τον άλλο. Η γυναίκα με τα λυτά μαλλιά και την ξεκούραστη έκφραση στο πρόσωπο, κοίταξε χαμογελαστή την κούπα που έφερε κοντά της ο Λούτσε.

"Υποψιάζομαι ότι ο αδελφός μου δεν έχει ξυπνήσει ακόμα."

"Ναι, φάνηκε πως χρειαζόταν περισσότερο ύπνο."

Βγήκαν στην βεράντα για να απολαύσουν τον ωραίο καιρό και την θέα. Μετά την προχθεσινή βροχή και τους ανέμους που ακολούθησαν, το σμαραγδί χρώμα των κατάφυτων λόφων φαινόταν ακόμη πιο έντονο και ζωντανό.

Περίπου μισή ώρα μετά, ο Χάγκεν χτύπησε με διακριτικότητα την πόρτα του ψηλότερου δωματίου παρ' όλο που δεν ήταν κλειδωμένη. Γνωστοποίησε στο ζευγάρι πως αν εκείνοι το ήθελαν, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ελεύθερα τους χώρους του ισογείου.

Η Βανέσσα πρότεινε στον αδελφό της να καθίσει στην βεράντα μαζί τους, ρωτώντας τον εάν ήθελε να πιεί κάποιο από τα ροφήματα που ήταν διαθέσιμα στο σπίτι. Ο Χάγκεν επέλεξε ένα ποτήρι κρύο νερό και μερικά από τα φρούτα που θα έπαιρναν όλοι για πρόγευμα.

Δοκιμάζοντας μια μεγάλη γουλιά από τον καφέ, ο Λούτσε θέλησε να μάθει αν ο πυρετός ταλαιπωρούσε ακόμη την σύντροφο του. Εκείνη τον διαβεβαίωσε ότι είχε συνέλθει και ένιωθε πλέον περίφημα.

"Αυτό σημαίνει ότι μπορείς να επισκεφτείς την θάλασσα. Οι άνεμοι κόπασαν και ξέρω ότι σου έλλειψε η επαφή μαζί της." Πρότεινε ο άνδρας από την Galahd. "Δεν χρειάζεται να σε ανησυχεί αν εγώ δεν θα μπορέσω να κολυμπήσω σήμερα." Συμπλήρωσε, εννοώντας το τραύμα του, το οποίο έπρεπε να επουλωθεί.

"Είσαι σίγουρος; Δεν θέλω να σε αφήσω μόνο."

"Είμαι εντάξει. Έχω την διάθεση να εξερευνήσω περισσότερα σημεία της πόλης, ή να ξαναδώ κάποιους δρόμους στους οποίους περιηγηθήκαμε μαζί και μου άρεσαν. Ωστόσο, δεν ξέρω τι θα ήθελε να κάνει ο Χάγκεν για σήμερα το πρωί..." Είπε και στράφηκε στο νεαρότερο μέλος της οικογένειας.

"Θα είμαι μαζί με την αδελφή μου." Αποκρίθηκε εκείνος κάπως ντροπαλά.

"Σε αυτή την περίπτωση, θα έχουμε και οι δύο την ευκαιρία να απολαύσουμε παραπάνω την θάλασσα των παιδικών μας χρόνων." Σχολίασε απαλά η Βανέσσα, κρατώντας το φλυτζάνι μέσα στα χέρια της.

Ο Χάγκεν συμφώνησε με αυτόν τον ισχυρισμό και έπειτα ρώτησε την συγγενή του, "Όσο ήσουν εδώ, έτυχε να περάσεις από την οδό όπου βρίσκεται το πατρικό σπίτι; Εκεί που μέναμε δηλαδή, προτού φύγουμε όλοι από την Lucinia..."

"Όχι, σκεφτόμουν να μην το κάνω επειδή η οικία δεν ανήκει πλέον στους Μάρσιν. Προτιμώ να κρατήσω τις αναμνήσεις μου αναλλοίωτες." Εξήγησε η νεαρή γυναίκα. "Μήπως εσύ θα ήθελες να το δεις απέξω;"

"Νομίζω πως ναι."

"Δεν έχω αντίρρηση να επισκεφτούμε την παλιά γειτονιά μας, αλλά θα περιμένω μερικά μέτρα πριν το σημείο όπου βρίσκεται η οικεία."

"Εντάξει, δεν με πειράζει να περπατήσω μόνος ως εκεί."

"Πιστεύω ότι είναι καλύτερο να έχεις την αδελφή σου ή και τους δύο από εμάς κοντά σου, όταν βρίσκεσαι έξω." Παρενέβη ο Λούτσε, απευθυνόμενος στον κουνιάδο του. "Αν η πόλη έχει κάποιο πρόβλημα ασφάλειας με τυχόν θηρευτές που κυκλοφορούν εντός των κατοικημένων περιοχών, ακόμη και μια απλή βόλτα θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη."

Ο έφηβος από την Tenebrae κατανόησε την επιφύλαξη του μεγαλύτερου άνδρα και δέχτηκε να ακολουθήσει την συμβουλή του.


Η θέα των κρυστάλλινων νερών υποδέχτηκε τα δύο αδέλφια, όπως και τον κάθε επισκέπτη της αμμουδερής ακτής. Η Βανέσσα ανυπομονούσε να απολαύσει εκ νέου την αγκαλιά της θάλασσας. Αφού άπλωσε την δική της πετσέτα στο έδαφος, τοποθετώντας επάνω τον σάκο με τα υπάρχοντα της, βούτηξε με χάρη στα ήρεμα νερά χωρίς καμιά καθυστέρηση. Ο Χάγκεν παρέμεινε για λίγο ακόμη εκεί όπου είχαν αφήσει τα πράγματα τους, καθώς οι αναμνήσεις του χθεσινού δειλινού, περικύκλωσαν το νου του. Με σκεφτικό βλέμμα, κοίταξε προς την κατεύθυνση του κέντρου της πόλης κι έπειτα στο σημείο όπου κολυμπούσε η Βανέσσα.

Ήταν άγνωστο αν η κοπέλα διαισθάνθηκε την προσωρινή αλλαγή στην διάθεση του. Ωστόσο, έπειτα από λίγο, σταμάτησε την κίνηση της μέσα στο νερό και έγνεψε στον Χάγκεν να έρθει, λέγοντας του πόσο υπέροχη ήταν η θάλασσα εκείνη την μέρα. Αυτή η παρέμβαση επέτρεψε στον έφηβο να εστιάσει στο παρόν και να αποστασιοποιηθεί από το βάρος κάποιων τύψεων. Βούτηξε λοιπόν και ύστερα από μερικές απλωτές, έφτασε εκεί όπου βρισκόταν η αδελφή του.

Είχαν συναποφασίσει να μην απομακρυνθούν υπερβολικά από την ακτή, κολυμπώντας μέχρι το σημείο απ' όπου η κεντρική παραλία εξακολουθούσε να βρίσκεται στο οπτικό τους πεδίο.

"Ξέρω ότι θα μου λείψει αυτή η θάλασσα όταν επιστρέψω στην Insomnia." Είπε η μεγαλύτερη από τα δύο αδέλφια ενώ επέπλεαν στα βαθειά, κάνοντας ένα μικρό διάλειμμα.

"Μπορείς να ξανάρθεις στην επόμενη μεγάλη άδεια που θα έχεις. Όπως και φέτος."

Η Βανέσσα ήταν έτοιμη να του απαντήσει πως δεν ήταν τόσο απλό, αλλά σταμάτησε τον εαυτό της. Ήδη από το ξεκίνημα του ταξιδιού, είχε την αλλόκοτη αίσθηση ότι αυτή θα μπορούσε να είναι η τελευταία φορά που θα έβλεπε την γενέτειρα της—έτσι όπως την θυμόταν από την παιδική ηλικία τουλάχιστον. Όταν η βασιλική μαχήτρια θα έφευγε για δεύτερη φορά από εδώ, κάτι θα άλλαζε. Δεν μπορούσε να κατονομάσει το είδος της αλλαγής, αλλά έτσι ένιωθε. Ίσως πάλι, ο νους της ήταν επηρεασμένος από το γεγονός ότι το σπίτι όπου εκείνη γεννήθηκε, είχε πωληθεί, και ότι ο Χάγκεν αντιμετώπισε μια βαριά ασθένεια η οποία θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει. Οτιδήποτε σημαντικό σχετικά με την ζωή της στην Lucinia, αποδείχτηκε πως δεν ήταν δεδομένο, ακόμη και μετά το πέρας της εισβολής του Niflheim.

"...Οι ευθύνες μου ως Glaive, έχουν μεγάλη βαρύτητα για την Insomnia. Το ίδιο ισχύει και για τον Λούτσε ή οποιονδήποτε άλλο έμπειρο μαχητή. Ο βασιλιάς χρειάζεται την παρουσία μας, κοντά του." Εξήγησε λακωνικά η Βανέσσα. "Είναι δύσκολο να προβλέψω πόσος καιρός θα χρειαστεί να περάσει μέχρι το επόμενο ταξίδι μου στην γενέτειρα μας." Η ματιά της πλανήθηκε στον ορίζοντα και την απεραντοσύνη της θάλασσας, "Προς το παρόν όμως, βρίσκομαι εδώ."

"Σωστά, αυτό έχει σημασία. Εξάλλου, κανείς δεν γίνεται να προδιαγράψει το μέλλον..." Μίλησε ο Χάγκεν, βιώνοντας ανάμικτα συναισθήματα καθώς πρόφερε τις λέξεις αυτές. "Μπορεί μονάχα να προσδοκά το καλύτερο και να μάχεται γι' αυτό."

Κολύμπησαν για ώρες, έως ότου αισθάνθηκαν ευχαριστημένοι και εξαντλημένοι από την επαφή με το αγαπημένο υγρό στοιχείο. Κατευθύνθηκαν πάλι προς την ακτή και αφού βγήκαν από το νερό, έγειραν αποκαμωμένοι στις πετσέτες που είχαν απλώσει νωρίτερα.

Μέσα από τις φυλλωσιές των δένδρων που βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση, ο καλοκαιρινός ήλιος χάιδεψε το βρεγμένο δέρμα τους. Οι ομιλίες των διάφορων επισκεπτών που απολάμβαναν την θέα και την δροσιά της θάλασσας, έστρεψαν την προσοχή των δύο αδελφών στο περιβάλλον τριγύρω και λιγότερο σε προσωπικές σκέψεις.

"Αναρωτιέμαι ποιά σημεία της πόλης θα έχουν προσελκύσει περισσότερο το ενδιαφέρον του Λούτσε..." Μονολόγησε η Βανέσσα καθώς άνοιγε τον σάκο της, αναζητώντας το θερμομονωτικό μπουκάλι που ήταν τακτοποιημένο σε μια εσωτερική θήκη. Ήπιε μερικές γουλιές νερού οι οποίες την αναζωογόνησαν αμέσως.

Το κινητό τηλέφωνο δεν ήταν μεταξύ των αντικειμένων που είχαν προστεθεί στο εσωτερικό του σάκου· θα ήταν παρακινδυνευμένο αν εκείνη το χρησιμοποιούσε σε δημόσιο χώρο και ιδίως ανάμεσα σε τόσους πολλούς ανθρώπους. Ήταν γνωστό ότι τα κινητά χρησιμοποιούνταν κυρίως από τους πολίτες του στέμματος και η Βανέσσα δεν ήθελε να κινήσει τυχόν υποψίες.

"Ίσως έρθει αργότερα στην ακτή, ξέροντας ότι είμαστε κάπου εδώ." Παρατήρησε ο Χάγκεν. "Ποιές τοποθεσίες έχετε δει μαζί ως τώρα;"

Η αδελφή του ανέφερε τους δρόμους και τα αξιοθέατα στα οποία είχαν περιηγηθεί, νιώθοντας μια γλυκιά χαρά μέσα της. Το συγκεκριμένο συναίσθημα απάλυνε την ενδόμυχη, ανησυχητική εντύπωση της σχετικά με το ταξίδι στην Lucinia.


Ο μαχητής από την Galahd επισκέφθηκε την παραλία, αναζητώντας τα αδέλφια στο σημείο όπου ο ίδιος και η Βανέσσα είχαν ακουμπήσει τα υπάρχοντα τους όταν είχαν πρωτοέρθει εδώ για μια δροσερή βουτιά. Η μαντεψιά που έκανε, ήταν σωστή. Οι δύο Μάρσιν πράγματι είχαν επιλέξει εκείνη την τοποθεσία που ήταν πιο σκιερή, χάρη στην ύπαρξη κάποιων δέντρων.

Η σύζυγος του, έκανε χώρο για εκείνον επάνω στην χρωματιστή πετσέτα της.

"Κολυμπήσατε αρκετά και οι δύο;"

Η Βανέσσα έγνεψε πρώτη, "Ναι, ήταν ωραία. Εσύ ήσουν στην πόλη;"

"Ακριβώς. Καθώς οδηγούσα το αυτοκίνητο, εξερεύνησα τις παρακείμενες οδούς σε όσα μέρη είδαμε μαζί. Περιηγήθηκα και σε πιο μακρινά μονοπάτια, όπως αυτά που συνδέουν το κέντρο της Lucinia με τους βόρειους λόφους. Η θέα ήταν υπέροχη και ο αέρας αναζωογονητικός."

"Χαίρομαι που πήγες εκεί. Η συνοικία όπου έζησα με την οικογένεια μου, δεν απέχει μακριά από τους βόρειους λόφους. Υπάρχει ένα άλσος σ' εκείνη την περιοχή—είναι το σημείο όπου η μητέρα μου ήθελε να με αποχαιρετίσει την ημέρα που θα έφευγα. Ακόμη κι αν έχει περάσει τόσος καιρός από τότε, θυμάμαι πολύ καθαρά εκείνες τις στιγμές." Κράτησε το χέρι του Λούτσε και αφού υπήρξε μια παύση στα λόγια της, η ίδια ολοκλήρωσε όσα ήθελε να εκφράσει, "Θα ήθελα να σου δείξω εκείνο το άλσος, όμως τα έντονα συναισθήματα που αισθάνθηκα τότε, όπως και το γεγονός ότι μου λείπει η μητέρα, δεν το καθιστούν εύκολο για εμένα να πάω. Δεν έχω την πολυτέλεια να αισθανθώ τόσο ευάλωτη. Ελπίζω να καταλαβαίνεις."

"Η απόφαση είναι δική σου. Είμαι ευγνώμων για οτιδήποτε έχουμε μοιραστεί σε αυτό το ταξίδι και δεν θα ζητούσα να κάνεις κάτι που είναι δυσάρεστο για εσένα. Κάποιες μνήμες πονούν περισσότερο, ανεξάρτητα από το πέρασμα του χρόνου."

Η Βανέσσα τον ευχαρίστησε για την κατανόηση του.

Έχοντας το ένα γόνατο του διπλωμένο κοντά στο στήθος, ο έφηβος από την Tenebrae παρακολούθησε τον διάλογο του ζευγαριού και αναρωτήθηκε με ποιό τρόπο θα μπορούσε να συνεισφέρει στην δημιουργία εμπειριών που μοιράζονταν και οι τρεις. Ενώ το βλέμμα του ήταν επικεντρωμένο στον ορίζοντα, μια ιδέα προέκυψε στο νου του.

"Η πρόσβαση στον Φάρο της Lucinia, εξακολουθεί να είναι απαγορευμένη;" Ρώτησε την αδελφή του. Η απάντηση τον απογοήτευσε, αλλά δεν τον πτόησε, "Ώστε το ακρωτήρι παραμένει αποκλεισμένο. Η κυκλοφορία στην κοντινότερη πλαγιά δεν έχει απαγορευτεί όμως, έτσι δεν είναι; Θα μπορούσαμε να πάμε εκεί το απόγευμα, αν συμφωνείτε. Ο φάρος είναι ορατός και η θέα από την πλαγιά, φανταστική."

"Η περιοχή του φάρου βρίσκεται μακριά από το αστικό κέντρο και ίσως συναντήσουμε θηρευτές. Αν μετακινηθούμε προς εκείνη την πλευρά της πόλης, θα έχω τα ξιφίδια μαζί μου." Δήλωσε ο Λούτσε.

"Το ίδιο θα κάνω κι εγώ." Συμφώνησε η σύντροφος του. "Έτσι θα είμαστε όλοι πιο ασφαλείς."

Ο ψίθυρος των μικροσκοπικών κυμάτων, έμοιαζε να προσκαλεί τον άνδρα από την ορεινή Cleigne να βουτήξει στα καταγάλανα νερά. Ο Λούτσε γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν για την ώρα, αλλά υπέκυψε στην επιθυμία να πλησιάσει τουλάχιστον. Έλυσε τα κορδόνια των αθλητικών υποδημάτων που κάλυπταν τα πόδια του και σήκωσε τα ρεβέρ του τζιν παντελονιού του.

"Βλέπω ότι η θάλασσα βάζει σε μεγάλο πειρασμό, εσένα, το δυνατό Coeurl του χιονιού." Σχολίασε με κέφι η Βανέσσα, κοιτώντας τον μ' ένα χαμόγελο.

"Καθόλου παράξενο, τα ενδημικά Coeurl της Galahd συμπαθούν το νερό~!" Την πληροφόρησε, κλείνοντας το μάτι. Περπάτησε προς την κατεύθυνση που ήθελε, απολαμβάνοντας την ζεστή αίσθηση της αμμουδιάς κάτω από τα γυμνά πέλματα του, όπως και το αφρισμένο άγγιγμα των κυμάτων. Πολλοί άνθρωποι κολυμπούσαν ή έπαιζαν σε διάφορα σημεία της θάλασσας, ενώ άλλοι έδειχναν προτίμηση στην ιδέα ενός περιπάτου, κουβεντιάζοντας με φιλικά τους πρόσωπα.

Ήταν μια ειρηνική, ευχάριστη μέρα. Τέτοιες στιγμές, ο Λούτσε ευχόταν να πάγωνε τον χρόνο με κάποια πτυχή της μαγείας του. Όμως, το στοιχείο του πάγου δεν διέθετε στον πυρήνα του την επίδραση της χρονικής βραδύτητας, μια σπάνια τεχνική η οποία φημολογούνταν ότι είχε τιθασευτεί από ορισμένα μέλη της βασιλικής οικογένειας κατά τους αρχαίους καιρούς.

Όταν αισθάνθηκε ότι το μαγιό της είχε στεγνώσει, η Βανέσσα ντύθηκε με το δετό, λευκό φόρεμα που είχε φέρει. Ήταν καμωμένο από νήματα βαμβακιού και έφτανε μέχρι τα γόνατα. Επίσης ήταν δροσερό καθώς άφηνε την πλάτη ακάλυπτη, κολακεύοντας με αυτό τον τρόπο ολόκληρη την σιλουέτα της· το συγκεκριμένο ρούχο ήταν σίγουρα ένα από τα αγαπημένα που διέθετε εκείνη, για την εποχή του Καλοκαιριού. Ο Χάγκεν φόρεσε την κοντομάνικη μπλούζα του, η οποία ήταν επίσης σε λευκό χρώμα—μια συνήθης επιλογή σε ό,τι αφορούσε την χρωματική παλέτα ντυσίματος ενός κάτοικου της Tenebrae ή της Gralea.

Μερικά λεία βότσαλα που παρασύρονταν με την κίνηση των κυμάτων και μπερδεύονταν στα πόδια του Λούτσε, προσέλκυσαν την προσοχή του. Τα χρώματα, το σχήμα και η υφή εκείνων των πετρών ξεχώριζαν αρκετά. Έσκυψε και τις μάζεψε στην χούφτα του για να τις δείξει στην Βανέσσα. Μικρές πέτρες όπως αυτές, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ενθύμιο του ταξιδιού τους.

"Είναι πράγματι ιδιαίτερες. Μπορώ να τις φανταστώ ως αντικείμενα διακόσμησης." Είπε εκείνη, παίρνοντας τες, ώστε να τις αποθηκεύσει μέσα στην τσάντα.

Έμειναν για μερικά λεπτά ακόμη στην παραλία, έστω κι αν η θέρμη του ήλιου ενθάρρυνε την συντροφιά των τριών να αναζητήσει δροσιά στο σπίτι όπου φιλοξενούνταν. Δεν ήταν εύκολο όμως να αποχωριστούν την θάλασσα και την ωραία αμμουδερή ακτή.

"Ενώ ερχόμουν, πρόσεξα μια ψαραγορά κοντά στο λιμάνι, η οποία φάνηκε να διαθέτει φρέσκα προϊόντα. Κρίνοντας από την πεντακάθαρη θάλασσα, υποθέτω πως ό,τι αλιεύεται από εδώ, είναι αξιόπιστο;" Ρώτησε ο Λούτσε.

"Ναι, τα περισσότερα κεντρικά ιχθυοπωλεία έχουν καλά προϊόντα. Έχω ορισμένα υπόψη μου, από τα οποία συνηθίζαμε να αγοράζουμε ψάρι και θαλασσινά. Μήπως είχες κάποια ιδέα για μεσημεριανό γεύμα;"

Μια δημοφιλής συνταγή στην ανατολική Cleigne -η οποία θεωρούνταν αγαπητή και στην πόλη του στέμματος- ήταν γνωστή ως 'τα κελυφωτά μύδια της βασιλικής οδού' [1]. Τα απαραίτητα υλικά ήταν το ρύζι Saxham, αρωματικά βότανα, φρέσκια σάλτσα τομάτας και φυσικά τα ενδημικά μύδια της Cleigne. Ο Λούτσε πρότεινε αυτή την συνταγή στα αδέλφια και ρώτησε τον κουνιάδο του αν του άρεσε. Γνώριζε ήδη ότι το συγκεκριμένο πιάτο ήταν ένα από τα αγαπημένα της συντρόφου του, καθώς συνήθιζαν να το ετοιμάζουν όποτε αγόραζαν φρέσκα ή κατεψυγμένα θαλασσινά από την αγορά της Insomnia.

"Βεβαίως, το απολαμβάναμε συχνά όσο μέναμε σε αυτή την πόλη." Απάντησε ο Χάγκεν, συμφωνώντας με την ιδέα του Λούτσε.

"Όσο το κλίμα είναι ζεστό, όπως συμβαίνει τώρα τον Ιούλιο, τα μύδια με το μαύρο κέλυφος από την Cleigne, είναι ακόμη πιο νόστιμα. Όταν επιστρέψουμε από την διαδρομή μας στην παλιά συνοικία, ας αγοράσουμε μερικά." Πρόσθεσε η Βανέσσα.

Η ιδέα του φαγητού που θα γεύονταν, αποτέλεσε το κίνητρο για να αποχωρήσουν από την ακτή, αποφεύγοντας έτσι την υπερβολική έκθεση στον ήλιο.


Ο Λούτσε ανέλαβε το τιμόνι του αυτοκινήτου και ζήτησε από την Βανέσσα να τον καθοδηγήσει καθώς θα κατευθύνονταν στην γειτονιά όπου έμενε κάποτε η οικογένεια Μάρσιν.

"Είσαι έτοιμη;" Την ρώτησε με ειλικρινή έγνοια στην φωνή του. Καταλάβαινε ότι η αγαπημένη του ήταν συναισθηματικά φορτισμένη, ωστόσο ήταν φανερό πως η ίδια δεν ήθελε να χαλάσει το χατίρι του αδελφού της.

Η μηχανή του οχήματος είχε τεθεί σε λειτουργία· όμως εκείνος που είχε θέσει την ερώτηση, δεν θα ξεκινούσε την πορεία του αν δεν άκουγε πρώτα μια απάντηση...

"Ναι, ας πηγαίνουμε." Υπήρχε μια χροιά δισταγμού στην απόκριση της κοπέλας, αλλά το αίσθημα του θάρρους υπερτερούσε. Η Βανέσσα υποδείκνυε την διαδρομή που θα τους έφερνε πιο γρήγορα στους πρόποδες των βόρειων λόφων και φυσικά στο παλιό σπίτι.

Η γενικότερη κίνηση ήταν περιορισμένη και το ιδιωτικό όχημα κινήθηκε με άνεση στους δρόμους. Μόλις βρέθηκαν λίγα τετράγωνα μακριά από τον τελικό προορισμό, ο άνδρας από την Galahd στάθμευσε σε βολική τοποθεσία και τράβηξε το χειρόφρενο. "Είναι εντάξει αν μας περιμένεις εδώ;" Ρώτησε, απευθυνόμενος στην σύντροφο του. "Απ' ό,τι μου είπατε εσύ και ο Χάγκεν, η παλιά οικία δεν είναι ορατή από αυτό το σημείο, ανεξαρτήτως αν η απόσταση που μας χωρίζει από αυτή, είναι μικρότερη από ένα χιλιόμετρο."

Έχοντας τα χέρια της γύρω από το σακίδιο που ήταν ακουμπισμένο επάνω στα γόνατα της, η Βανέσσα στράφηκε προς εκείνον, "...Άλλαξα γνώμη. Θα έρθω. Οι αναμνήσεις μου δεν θα επηρεαστούν αν απλώς δω το σπίτι όπως φαίνεται απέξω." Συμπέρανε ελαφρώς μουδιασμένα.

"Αν νιώσεις άβολα, μπορείς φυσικά να επιστρέψεις στο αυτοκίνητο." Της υπενθύμισε ο Λούτσε και ο έφηβος από την Tenebrae εξέφρασε την συμφωνία του σε αυτό που μόλις είχε πει ο μεγαλύτερος άνδρας.

Βγήκαν από το αυτοκίνητο και οι πόρτες κλειδώθηκαν με το μικρό τηλεχειριστήριο. Η γειτονιά ήταν ήσυχη και τα άνθη γιασεμιών σκορπούσαν μια γλυκιά ευωδία στον αέρα.

Καλύπτοντας την υπόλοιπη απόσταση ως πεζοί, η κοπέλα υπέδειξε ένα από τα περιποιημένα σπίτια του λόφου, το οποίο διέθετε δύο ευρύχωρα πατώματα και μια μικρή σοφίτα, "Να, εδώ μέναμε με την οικογένεια μου." Ήταν μια παραδοσιακή, πετρόκτιστη κατοικία με όμορφα παραθυρόφυλλα και ανθεκτική σκεπή.

"Σε ό,τι αφορά την πρόσοψη, φαίνεται πως εκείνοι που ήρθαν, δεν άλλαξαν πολλά πράγματα πέρα από τον χρωματισμό των τοίχων και τα νέα δέντρα που φύτεψαν στην αυλή."

"Έχεις δίκιο, Χάγκεν." Αποκρίθηκε η αδελφή του.

Για μερικά λεπτά, η Βανέσσα αισθάνθηκε σαν να γύρισε στο παρελθόν, πριν τις απαρχές της εισβολής ή την αναχώρηση της για την πόλη του στέμματος. Τι συνέβη στην ελευθερία της Lucinia; Γιατί έπρεπε τα μέλη της οικογένειας που έζησαν πριν απ' όλους σε αυτό το σπίτι, να κατοικούν σε διαφορετικές ηπείρους;

Το αίσθημα της νοσταλγίας ήταν πανίσχυρο και αναπόφευκτα έφερε δάκρυα στα μάτια της. Ωστόσο, αν κάποιος της έδινε την ευκαιρία να γυρίσει πίσω τους δείκτες ενός νοητού ρολογιού, χωρίς όμως να στερήσει από εκείνη την γνώση για όσα είχαν συμβεί ως τώρα, η Βανέσσα δεν θα άλλαζε την απόφαση να καταταχθεί στην ομάδα Kingsglaive. Διαφορετικά, δεν θα γνώριζε τον Λούτσε Λάζαρους, τον συνοδοιπόρο που είχε επιλέξει στην ζωή της.

Ό,τι κι αν είχε περάσει σε καθαρά προσωπικό επίπεδο, άξιζε τον κόπο επειδή αυτή η αλληλουχία γεγονότων επέτρεψε στην ίδια να βιώσει μια ξεχωριστή και αληθινή αγάπη.

Δεν ήταν σίγουρη αν ο Λούτσε είχε προσέξει τα δάκρυα που είχαν κυλήσει στο πρόσωπο της, μα έπειτα από λίγα λεπτά, η Βανέσσα ένιωσε το χέρι του άνδρα να τυλίγεται γύρω από τους ώμους της. Το άγγιγμα του κατάφερε να απαλύνει την κοφτερή οδύνη της απώλειας, φέρνοντας την νεαρή γυναίκα σε επαφή με το παρόν.

"Μου θυμίζει την αρχιτεκτονική των δικών μας σπιτιών. Αρέσει και σ' εμάς η περίτεχνη χρήση της πέτρας. Νοιαζόμαστε επίσης για τον προσεκτικό σχεδιασμό των παραθυρόφυλλων και της κεντρικής εισόδου, όπως βλέπω ότι έχει συμβεί με αυτή την οικία. Τέτοιες λεπτομέρειες δεν αφήνονται στην τύχη." Επεσήμανε ο μαχητής από την Galahd.

Μια καταπραϋντική αίσθηση συνόδευσε εκείνα τα λόγια, ενθαρρύνοντας την κοπέλα να εστιάσει στην παρατήρηση που άκουσε, "Είναι ίσως μια ένδειξη των κοινών μας επιρροών από το αρχαίο Solheim. Το κέντρο της ακμής αυτού του πολιτισμού, ήταν πρωτίστως ολόκληρη η επαρχία Cleigne." [2]

Για αρκετά λεπτά, τα βλέμματα των δύο αδελφών ατένισαν μια εικόνα που έφερε στην επιφάνεια πλήθος αναμνήσεων τόσο κοντά στην καρδιά τους, αλλά ταυτόχρονα τόσο μακριά από το παρόν της νέας ζωής του καθενός.

Σαν να είχαν συγχρονιστεί εκ των προτέρων, η Βανέσσα και ο Χάγκεν πήραν μια βαθειά, ήρεμη ανάσα και απελευθέρωσαν αργά την εκπνοή τους. Ό,τι γνώρισαν και βίωσαν όσο ήταν και οι δύο μικρά παιδιά, είχε αλλάξει μορφή υπό την επίδραση ενός αδάμαστου πεπρωμένου.

Οι Μάρσιν αντάλλαξαν ματιές χωρίς λόγια, σαν να ήθελαν να εκφράσουν ο ένας στον άλλο πως ήταν έτοιμοι να φύγουν και να προχωρήσουν.


Σημειώσεις 19ου Κεφαλαίου: [1] Η συνταγή (και η ονομασία της) είναι εμπνευσμένη από δύο γεύματα που μπορούν να ετοιμάσουν οι χαρακτήρες του game: το Royal Road Paella και Darkshells Marinières.

[2] Η περιγραφή είναι βασισμένη σε πληροφορίες της dlc επέκτασης του Episode Ardyn. Ωστόσο, πέρα από την Cleigne στην οποία αναφέρεται η Βανέσσα, η Duscae υπήρξε εξίσου σημαντική κατά την οικοδόμηση του αρχαίου πολιτισμού σύμφωνα με το επίσημο σενάριο.