Κεφάλαιο XXII
[ Τέλη Ιουλίου, 751 Σ.Ε. ]
Ο Χάγκεν έδειχνε ικανοποιημένος μετά την ακρόαση της διήγησης, "Ώστε συνέβη κάτω από τα άστρα της Duscae, έπειτα από την έρευνα στην στρατιωτική βάση." Μονάχα για λίγο, χαμήλωσε το βλέμμα προς την φωτογραφική κάμερα που ήταν ακουμπισμένη στα γόνατα του. "Όταν επέστρεψες στην Insomnia, συναντήθηκες με την Βανέσσα για να μιλήσετε;"
Ο βασιλικός μαχητής κοίταξε την σύζυγο του, θέλοντας να της δώσει έναυσμα να απαντήσει εκείνη στην απορία του Χάγκεν.
"Συναντηθήκαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε ο Λούτσε, μπροστά από τον τοίχο με το γκράφιτι." Είπε η αδελφή του.
"Α, μήπως αναφέρεσαι στον χρωματιστό τοίχο που είδαμε από το άλμπουμ του κινητού τηλεφώνου σου;"
"Σωστά, αυτός είναι."
"Αρέσει πολύ στην Βανέσσα εκείνο το σύνθετο γκράφιτι. Όταν άρχισε να επισκέπτεται το διαμέρισμα όπου έμενα πριν παντρευτούμε, έκανε πάντοτε κάποιο θετικό σχόλιο γι' αυτό το σχέδιο." Ο Λούτσε την κοίταξε με αγάπη και χάιδεψε μια τούφα μαλλιών που είχε μπερδευτεί στο πρόσωπο της κοπέλας λόγω του θαλασσινού ανέμου.
Ενόσω βρίσκονταν στην περιοχή του Φάρου της Lucinia, αποφάσισαν να εξερευνήσουν την απομονωμένη ακτή που βρισκόταν σε χαμηλότερο επίπεδο. Καθώς κατέβαιναν τα στενά, πέτρινα σκαλοπάτια, ο άνδρας από την βορειοδυτική Cleigne είχε το νου του στον περιβάλλοντα χώρο, σκεπτόμενος την ύπαρξη της αυτοκρατορικής βάσης η οποία είχε εγκατασταθεί σε όχι και τόσο μακρινή απόσταση.
Η ηρεμία εκείνης της ακρογιαλιάς ήταν εκπληκτική· το ψιθύρισμα μικρών, αλλά συχνών κυμάτων της θάλασσας, συνέθετε μια χαλαρωτική μελωδία. Όταν ο ήλιος άρχισε να γέρνει προς την δυτική πλευρά του ορίζοντα, οι τρεις ταξιδιώτες ανέβηκαν τα σκαλιά. Ο καθένας από αυτούς, στάθηκε σε διαφορετικά σημεία της υπερυψωμένης τοποθεσίας, προκειμένου να θαυμάσουν τον Φάρο. Το ρυθμικό φως του είχε ήδη ανάψει, λαμποκοπώντας με έναν τρόπο ο οποίος δημιούργησε ανάμικτα συναισθήματα στα μέλη της συντροφιάς—νοσταλγία, ελπίδα, θάρρος αλλά και μια φευγαλέα θλίψη για κάτι απροσδιόριστο που αφορούσε είτε το παρελθόν ή το μέλλον του Άστρου στο οποίο ζούσαν.
Κατά την επιστροφή τους στο κέντρο της πόλης, συνάντησαν μια ομάδα στρατιωτών Magitek εν κινήσει. Η πρώτη ενστικτώδης αντίδραση του Λούτσε, ήταν να στρίψει απότομα το τιμόνι, κατευθύνοντας το ιδιωτικό όχημα προς την άκρη του δρόμου. Την ίδια στιγμή, η Βανέσσα έσφιγξε την λαβή ενός από τα ξιφίδια που χρησιμοποιούσε, θέτοντας τον εαυτό της σε ετοιμότητα για μάχη.
Η αυτόματη αντίδραση τους διήρκησε παρά μόνο για ελάχιστα λεπτά· έπειτα θύμησαν στον εαυτό τους ότι τα εδάφη της Lucinia ανήκαν επισήμως στην Αυτοκρατορία και οι Magitek δεν θα επιτίθονταν αν δεν το επιχειρούσαν πρώτοι οι Glaives.
Ο νεαρότερος Μάρσιν ήταν ο μόνος μεταξύ των τριών που δεν αισθάνθηκε να απειλείται. Ήταν συνηθισμένος στην ιδέα και την εικόνα των ρομποτικών φρουρών να περιπολούν τους δρόμους.
"Δεν πρόκειται να σας πειράξουν, ούτε γνωρίζουν πως κατοικείτε μόνιμα στην πόλη του στέμματος..." Μίλησε χαμηλόφωνα ο έφηβος από το πίσω κάθισμα, θέλοντας να καθησυχάσει τους συγγενείς του. Όταν οι ταξιδιώτες επανήλθαν κανονικά στον ασφαλτωμένο δρόμο, εκείνος συμπλήρωσε, "Ακόμη και το γεγονός ότι το αμάξι σας διαθέτει πινακίδες από την Insomnia, δεν θα προκαλούσε κάποιου είδους πρόβλημα. Οι μοναδικές πόλεις της Eos στις οποίες κατασκευάζονται χερσαία οχήματα διαφόρων τύπων, είναι η Insomnia και η Gralea. Οπότε, θα ήταν ανήκουστο να ενοχοποιηθεί κάποιος για την προέλευση του αυτοκινήτου του."
Το ζευγάρι γνώριζε βεβαίως αυτή την πληροφορία—γι' αυτό δεν είχαν διστάσει να ταξιδέψουν μακριά από την πρωτεύουσα του Lucis. Ωστόσο, έπειτα από χρόνια συμπλοκών με τους ρομποτικούς στρατιώτες, η αντίδραση τους ήταν απολύτως κατανοητή και αναμενόμενη.
Η προσοχή της Βανέσσα παρέμεινε τεταμένη μέχρι την άφιξη τους στο κέντρο. Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι ο Λούτσε ήταν τραυματισμένος και ο αδελφός της, ευάλωτος στην μάχη, δεν σκόπευε να επαναπαυτεί. Είχε κοντά της δύο αγαπημένα πρόσωπα τα οποία ήταν έτοιμη να προστατεύσει απέναντι σε οποιοδήποτε κίνδυνο.
Το αυτοκίνητο ελάττωσε ταχύτητα καθώς διέσχιζε πολυσύχναστες οδούς. Εκείνη την ώρα, αρκετά οχήματα μετακινούνταν στην ζεστή άσφαλτο, όπως ακριβώς και το τετράθυρο κόμπακτ των τριών ταξιδιωτών.
"Λούτσε, μπορείς να κάνεις μια στάση σε κάποιον από τους κεντρικούς φούρνους; Θέλω να αγοράσω ένα ψωμί για εμάς." Πρότεινε ο Χάγκεν. "Τα Chocobo δεν άφησαν ούτε ψίχουλο από αυτό που τους έδωσα."
"Εντάξει. Θυμάμαι έναν φούρνο εδώ κοντά ο οποίος μου άρεσε. Ελπίζω να είναι ακόμη ανοιχτός." Συμφώνησε ο άνδρας που οδηγούσε. Εντοπίζοντας ένα ασφαλές σημείο στην άκρη του δρόμου, πάρκαρε εκεί προσωρινά. Το κατάστημα βρισκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο και ήταν φωτισμένο. Η παρουσία κάποιων πελατών που έλεγχαν τις βιτρίνες με τα φρεσκοψημένα προϊόντα, ήταν εμφανής.
"Ωραία η επιλογή που έκανες." Σχολίασε απαλά η Βανέσσα, κοιτώντας τον σύζυγο της. "Σε αυτό το κατάστημα, δεν είναι ασυνήθιστο να ξεφουρνίζουν υπέροχο ψωμί ή άλλες λιχουδιές ακόμη και αργά το απόγευμα. Αυτή είναι μια πρακτική των ιδιοκτητών που έχει διατηρηθεί για πολλές δεκαετίες."
"Ενδιαφέρον. Έχουμε έναν τέτοιο φούρνο και στην Galahd. Ελπίζω πως λειτουργεί ακόμα."
Στο μεταξύ, ο Χάγκεν είχε λύσει την ζώνη ασφαλείας και βγήκε προσεκτικά από το όχημα, έχοντας μαζί του τα απαραίτητα χρήματα. Ο Λούτσε έσβησε την μηχανή και μέσα στην ησυχία του αυτοκινήτου, η Βανέσσα αισθάνθηκε πιο συνειδητά την ύπαρξη ενός ανησυχητικού προαισθήματος. Αναστέναξε από μέσα της, σταυρώνοντας τα δάχτυλα της μεταξύ τους. Η εικόνα της περιπολίας των Magitek, παρέμενε πεισματικά μέσα στο μυαλό της...
Ο έφηβος από την Tenebrae βρισκόταν εντός του μαγαζιού, περιμένοντας να παραλάβει τον άρτο που είχε επιλέξει. Οι δικοί του άνθρωποι τον παρακολουθούσαν μέσα από το τζάμι. Κάποια στιγμή, η νεαρή γυναίκα έστρεψε το βλέμμα της σε άλλο σημείο, κοιτώντας αφηρημένη το κλειστό ντουλάπι που βρισκόταν μπροστά από την θέση του συνοδηγού.
Ένιωσε τον Λούτσε να αναδεύεται ξαφνικά στην θέση του, σαν να είχε προσέξει κάτι ασυνήθιστο και ήθελε να το παρατηρήσει καλύτερα. Η Βανέσσα δεν έκανε κάποια κίνηση, παρά μόνο όταν άκουσε εκείνα τα λόγια από τον σύντροφο της, "Αυτός δεν είναι ο Κάλιγγο Ούλντορ;"
Μετά από το άκουσμα εκείνου του ονόματος, η απορία και η συναισθηματική ένταση καθρεπτίστηκαν μονομιάς στο πρόσωπο της κοπέλας. Εστίασε αμέσως την προσοχή προς την κατεύθυνση όπου βρισκόταν ο Χάγκεν, θέλοντας να ελέγξει -πριν από οτιδήποτε άλλο- αν ο αδελφός της κινδύνευε.
Προς μεγάλη της έκπληξη, ο αυτοκρατορικός ταξίαρχος στον οποίο αναφέρθηκε ο Λούτσε, είχε σταθεί ακριβώς απέναντι από τον Χάγκεν· και οι δύο βρίσκονταν έξω από το κατάστημα απ' όπου ο έφηβος είχε αγοράσει ένα φρέσκο καρβέλι.
"Πρέπει να πάω εκεί αμέσως...!" Αναφώνησε η μεγαλύτερη εκ των δύο αδελφών, λύνοντας αστραπιαία την ζώνη ασφαλείας που φορούσε.
"Βανέσσα, περίμενε! Δεν γίνεται να αντιδράσουμε σπασμωδικά. Μείνε στο αμάξι, θα το αναλάβω εγώ." Είπε ο Λούτσε σε σοβαρό τόνο, κοιτάζοντας την κατευθείαν στα μάτια. "Ας είμαστε ψύχραιμοι· ο Ούλντορ δεν έχει κανέναν λόγο να πειράξει έναν νόμιμο πολίτη του Niflheim." Έλυσε την δική του προστατευτική ζώνη και αφού άνοιξε την πόρτα, διέσχισε τον δρόμο, φτάνοντας κοντά στον κουνιάδο του.
"...Κατάλαβα. Οι σπουδές στο σχολείο φυσικά και πρέπει να θεωρούνται η πρώτη σου προτεραιότητα. Φαντάζομαι ότι ήρθες εδώ για να δεις κάποιους συγγενείς, έτσι δεν είναι;" Αυτά ήταν τα λόγια του Κάλιγγο, τα οποία ο υποδιοικητής των Kingsglaive κατάφερε να ακούσει, πλησιάζοντας πιο κοντά.
Ενστικτωδώς, ο Χάγκεν στράφηκε προς τον Λούτσε και ο ταξίαρχος έκανε το ίδιο. Ο άνδρας από την Galahd διατήρησε την αυτοκυριαρχία του, αποφεύγοντας στην αρχή να κοιτάξει τον Κάλιγγο.
"Όλα εντάξει, Χάγκεν; Πήρες το ψωμί;" Τον ρώτησε. Έπειτα χαιρέτισε τυπικά τον αξιωματικό.
"Συγγενής των Μάρσιν;" Ρώτησε ξερά ο μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας.
"Όχι, απλώς κηδεμόνας για όσο θα βρίσκεται ο έφηβος στην πόλη. Μου ανατέθηκε αυτός ο ρόλος." Αποκρίθηκε λακωνικά ο Λούτσε.
"Μάλιστα. Μόλις πριν από λίγο έλεγα στον μικρό ότι θα ήταν καλύτερα να επιστρέψει στην Piztala όπου κατοικεί μόνιμα. Η κατάσταση στην πόλη της Lucinia είναι κάπως κρίσιμη και ίσως χειροτερέψει."
"Τι συμβαίνει ακριβώς;" Ρώτησε με απόλυτη ψυχραιμία ο βασιλικός μαχητής. Ήταν σίγουρος ότι ο Κάλιγγο Ούλντορ δεν τον είχε αναγνωρίσει, ούτε φαινόταν ιδιαίτερα καχύποπτος.
"Υπό κανονικές συνθήκες, η Lucinia παραμένει ασφαλής χάρη στην προστασία του Niflheim. Όμως χθες το απόγευμα, υπήρξε ένα απρόοπτο ατύχημα με την μεταφορά φυλακισμένων θηρευτών. Αυτοί θα χρησιμοποιούνταν σε εργαστηριακά πειράματα που διενεργούνται στην πρωτεύουσα. Κάποιοι το έσκασαν και οι στρατιώτες Magitek ανέλαβαν την εξόντωση των πιο επιθετικών από αυτούς. Αναμένουμε ολική επιτυχία σε αυτό το εγχείρημα, αλλά ίσως κάποιοι πολίτες βρεθούν σε κίνδυνο." Ο Ούλντορ έκανε μια παύση, κοιτώντας τον Χάγκεν προτού συνεχίσει, "Μάλλον θα χρειαστεί να επιστρέψεις νωρίτερα στην Tenebrae. Το πολιτικό αεροσκάφος Magitek που ήταν προγραμματισμένο να φύγει μεθαύριο στις 18:00, θα αναχωρήσει τελικά την επόμενη μέρα το πρωί στις 7:50, για λόγους ασφαλείας των πολιτών."
"Εξαιτίας της απόδρασης κάποιων θηρευτών;" Ρώτησε με δυσπιστία ο Λούτσε.
"Όχι. Μάθαμε πριν λίγο ότι μια ομάδα φυλάκων του στέμματος που ακολουθούν διαταγές του βασιλιά, κατασκοπεύουν την περιοχή και ίσως προκαλέσουν μπελάδες. Δεν θέλουμε οι αθώοι ταξιδιώτες της Αυτοκρατορίας να έχουν τυχόν μπλεξίματα με αυτά τα αποβράσματα." Εξήγησε ο ταξίαρχος, "Ειδικά οι ανήλικοι πολίτες του Niflheim, πρέπει να προστατεύονται. Φρόντισε λοιπόν για την ασφάλεια του νεαρού." Πρόσθεσε, απευθυνόμενος στον υποτιθέμενο κηδεμόνα. Έπειτα, ο βλοσυρός ταξίαρχος συνέχισε την πορεία του, μπαίνοντας σε στρατιωτικό όχημα που ήταν σταθμευμένο σε μακρινή απόσταση.
"Θα έπρεπε να είχα πάει εγώ στην θέση σου." Είπε κατηγορηματικά η Βανέσσα στον συμπολεμιστή της, αφότου εκείνος επέστρεψε μαζί με τον Χάγκεν, "Ένας τραυματισμένος Glaive, είναι συνετό να δέχεται την προστασία συμμάχου που δεν υποφέρει σωματικά από μια προηγούμενη μάχη. Αυτό δεν μας είχαν διδάξει οι εκπαιδευτές μας;" Επεσήμανε καθώς βρίσκονταν καθ' οδόν.
"Ναι. Δεν ήθελα όμως να σε αφήσω να κινδυνεύσεις, ούτε να παρασυρθείς, ενδεχομένως, από μιας έντονη ανησυχία." Απάντησε ο σύντροφος της, έχοντας τα μάτια στον δρόμο. "Τείνουμε να είμαστε προστατευτικοί ο ένας με τον άλλο. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες κάποιος από τους δύο -είτε εσύ, είτε εγώ- είναι προτιμότερο να αναλαμβάνει τα ηνία μιας δράσης."
Παρακινημένη από ένα αίσθημα δυσαρέσκειας, η μαχήτρια δεν αποπειράθηκε να συνεχίσει εκείνη την συζήτηση. Ο άνδρας από την Galahd ένιωσε το προσωρινό χάσμα μεταξύ τους και ήλπισε ότι αυτό θα επιλυόταν σε διαφορετικό χρόνο, πιθανώς όταν θα έμεναν μόνοι τους.
Η Βανέσσα γύρισε να κοιτάξει τον αδελφό της μέσα από το κενό που υπήρχε μεταξύ των δύο μπροστινών θέσεων, "Στ' αλήθεια θα χρειαστεί να φύγεις αύριο το πρωί;"
"Θα έφευγα σύμφωνα με την προγραμματισμένη πτήση -δύο μέρες προτού γυρίσετε στην Insomnia- αλλά εφόσον δεν θα υπάρξει άλλο αεροπλάνο πριν την δική σας αναχώρηση, προτιμώ να ταξιδέψω νωρίτερα. Δίχως εσάς, ή τους γονείς, θα ήταν επώδυνο για εμένα να παραμείνω στην Lucinia, έστω και για ένα βράδυ, έχοντας ως κύρια συντροφιά τις αναμνήσεις." Είπε ο Χάγκεν, αποκαλύπτοντας τις προσωπικές του σκέψεις χωρίς δισταγμό.
"Το καταλαβαίνω αυτό που λες. Μακάρι να είχαμε περισσότερο χρόνο." Η φωνή της πρωτότοκης κόρης, ακούστηκε μουδιασμένη, αλλά ταυτόχρονα αντικατόπτριζε την αποδοχή της σχετικά με τους διαφορετικούς δρόμους που θα επέλεγαν.
"Μου φαίνεται πως όσες μέρες κι αν είχαμε στην διάθεση μας, θα θέλαμε να μιλήσουμε παραπάνω..." Υπήρχε κάτι στην χροιά του μικρότερου αδελφού, η οποία θύμισε στην κοπέλα την ημέρα που η ίδια ανακοίνωνε τα σχέδια της να καταταχθεί στην ομάδα Kingsglaive. Άραγε, η οικογένεια που κατοικούσε πλέον στο πρώην σπίτι των Μάρσιν, είχε επιλέξει να κρατήσει εκείνο το μεγάλο τραπέζι με το σκούρο βαθούλωμα στην επιφάνεια του;
Οι τρεις ταξιδιώτες έφτασαν αισίως στην κατοικία όπου φιλοξενούνταν. Η γειτονιά ήταν ήσυχη. Δεν άκουσαν κάποιον περίοικο ή περαστικό να διαμαρτύρεται για την εμφάνιση θηρευτών κοντά στα σπίτια τους. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει πως είτε οι Magitek είχαν εκπληρώσει τον σκοπό τους, είτε οι θηρευτές είχαν απλωθεί σε διαφορετικά -και ίσως πιο απομονωμένα- σημεία της ευρύτερης περιοχής, όπως η seh'le dehna.
"Λούτσε, πώς ήσουν τόσο βέβαιος ότι ο ταξίαρχος δεν θα σ' αναγνώριζε; Την ίδια ερώτηση θα έκανα και στην Βανέσσα, σε περίπτωση που ερχόταν εκείνη για να ελέγξει τι συνέβαινε." Ο Χάγκεν δεν αγνοούσε την διαφωνία που είχε νωρίτερα το ζευγάρι· θεωρούσε ότι ήταν άδικο να υπάρχει ένταση ανάμεσα στους δύο αγαπημένους λόγω μιας τυχαίας, απρόβλεπτης συνάντησης.
"Δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος, γι' αυτό και ήθελα να απαλλάξω την αδελφή σου από έναν τέτοιο ρίσκο." Αποκρίθηκε ο μεγαλύτερος άνδρας, ενώ συζητούσαν στο κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού. "Πράγματι αναρωτήθηκα αν ο Κάλιγγο θα με αναγνώριζε, μολονότι δεν φορώ κανένα διακριτικό των Kingsglaive ή τον θυρεό της Insomnia. Βασίστηκα στο γεγονός ότι η στολή των Glaives επιτρέπει την χρήση κουκούλας, προκειμένου να κρύβουμε ή να προφυλάσσουμε τα πρόσωπα μας κατά την διάρκεια της μάχης."
Και οι τρεις παρευρισκόμενοι γνώριζαν ότι ο Κάλιγγο Ούλντορ ήταν εξουσιοδοτημένος να διοικεί στρατιές Magitek καθώς και να πιλοτάρει θωρακισμένα, μαχητικά ρομπότ. Έδειχνε ακλόνητη αφοσίωση στους σκοπούς της Αυτοκρατορίας και συγκαταλεγόταν μεταξύ των σημαντικότερων αντιπάλων της Insomnia αλλά και των Glaives.
Απευθυνόμενη στον αδελφό της, η Βανέσσα εξέφρασε μια σκοτεινή υποψία η οποία δεν την είχε εγκαταλείψει, "Μου φάνηκε πως ο Κάλιγγο σε γνωρίζει καλά." Ένιωσε παράξενα καθώς πρόφερε εκείνες τις λέξεις, αλλά αυτό ήταν ένα θέμα που έπρεπε να ξεκαθαριστεί. Ο Λούτσε επιδοκίμασε την υποψία της συζύγου του σιωπηλά, μ' ένα βλέμμα.
"Όταν μεταναστεύσαμε στην Tenebrae, ο ταξίαρχος βοήθησε τον πατέρα μας να αποκατασταθεί γρηγορότερα στον επαγγελματικό τομέα, χάρη σε κάποιες γνωριμίες. Ωστόσο, η μητέρα κι εγώ, έχουμε συναντήσει αυτόν τον άνδρα ελάχιστες φορές· παραξενεύτηκα που με αναγνώρισε τόσο εύκολα."
Η κοπέλα επεξεργάστηκε τις πληροφορίες που μόλις είχε ακούσει, μην θέλοντας να αποκαλύψει το αληθινό βάρος των ανησυχιών της. Δεν είχε καμία πρόθεση να πανικοβάλλει το νεαρότερο μέλος της οικογένειας· έκρινε όμως ότι θα ήταν πρέπον να τον συμβουλέψει, "Ο Κάλιγγο Ούλντορ είναι ένας ανήθικος αξιωματικός. Θα προχωρούσε σε αδίστακτα εγκλήματα προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του. Όσοι εργαζόμαστε για την ανεξαρτησία του Lucis, ξέρουμε καλά αυτή την πτυχή της προσωπικότητας του. Σε παρακαλώ να πεις στον πατέρα να μην τον εμπιστεύεται τυφλά."
Ο Χάγκεν κούνησε το κεφάλι του σκεφτικός, χωρίς να απορρίπτει την έγνοια της μαχήτριας. Έπειτα, ο κουνιάδος του -ο οποίος καθόταν απέναντι του- απυήθηνε σ' εκείνον μια ερώτηση, "Μήπως θυμάσαι αν ο κύριος Μάρσιν ανέφερε ότι η Βανέσσα κατοικεί μόνιμα στην πόλη του στέμματος; Ή αν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στον ρόλο που επιτελεί εκεί η κόρη του;"
"Τίποτα από τα δύο δεν συνέβη. Όλοι στην οικογένεια συμφωνήσαμε να λέμε ότι η Βανέσσα επέλεξε να μείνει σε κάποια κατεχόμενη επαρχία του Lucis και αποφεύγουμε τις λεπτομέρειες."
Τα λόγια του έφηβου καταλάγιασαν, ως κάποιο βαθμό, την ανησυχία των δύο Glaives.
"Εκτιμώ την στάση που κρατάτε. Εξάλλου γνωρίζω ότι η απόφαση της φυγής μου, σας στενοχώρησε..." Είπε χαμηλόφωνα η γυναίκα από την Lucinia, κοιτώντας τον Χάγκεν με τον οποίο κάθονταν μαζί στον μεγάλο καναπέ.
"Ακόμη κι έτσι, ποτέ δεν θα σου κάναμε κακό. Ούτε εγώ, ούτε οι γονείς. Έχεις καταφέρει πολλά και είμαι ευγνώμων που με στήριξες σε μια πολύ δύσκολη περιπέτεια. Τέτοιου είδους πράγματα δεν ξεχνιούνται."
Μετά από λίγη ώρα, ο νεαρότερος επισκέπτης ξεκίνησε την ετοιμασία των αποσκευών του για το αυριανό ταξίδι. Τα δύο αδέλφια μελαγχόλησαν, κι ας προσπάθησαν να μην το δείξουν. Όταν η Βανέσσα ανέβηκε για λίγο στην κρεβατοκάμαρα, παρατήρησε ότι τα πέταλα του serine'h dillis είχαν σχεδόν μαραθεί. Κατέβασε το βάζο στην κουζίνα, ξέροντας ότι το φρέσκο νερό δεν θα αρκούσε για να συνεφέρει το τριαντάφυλλο. Κοιτάζοντας το, γεννήθηκε μια ιδέα στο μυαλό της.
"Χάγκεν, πιστεύεις ότι η Piztala διαθέτει το κατάλληλο κλίμα για καλλιέργεια ρόδων της Lucinia;"
Εκείνη την στιγμή, ο επισκέπτης ήταν σκυμμένος πάνω από τον μεγάλο σάκο του, τακτοποιώντας ορισμένα ρούχα. Σταμάτησε ό,τι έκανε και κοίταξε την αδελφή του η οποία στεκόταν πίσω από την νησίδα.
"Σε ολόκληρη την Tenebrae και ειδικότερα στις περιοχές γύρω από την έπαυλη Fenestala, αναπτύσσονται πολλά είδη φυτών και λουλουδιών. Στον κήπο του σπιτιού μας, φροντίζουμε διάφορα ενδημικά είδη. Όμως δεν γνωρίζω πως θα αντιδρούσε το συγκεκριμένο άνθος εάν μεγάλωνε στην αυλή που έχουμε τώρα..." Ανέφερε ο έφηβος.
"Τα τριαντάφυλλα που φυτρώνουν στην πόλη που γεννηθήκαμε, αγαπούν την θαλάσσια αύρα... Εφόσον η τωρινή σου πατρίδα βλέπει προς το Πέλαγος Sather, πιστεύω ότι θα μπορούσαν να ζήσουν κι εκεί, αναδεικνύοντας την ομορφιά τους." Συλλογίστηκε η Βανέσσα, αγγίζοντας με τις άκρες των δαχτύλων τα ταλαιπωρημένα πέταλα του δικού της serine'h dillis. "Έχω αυτό το ρόδο, το οποίο πρόσφερε σ' εμένα ο Λούτσε κατά την διάρκεια της πρώτης από κοινού περιήγησης μας στην πόλη. Έχει μαραθεί αρκετά. Όμως οι σπόροι του θα παραμείνουν φρέσκοι για πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Τι θα έλεγες αν έπαιρνες μερικούς στην Tenebrae; Το ίδιο θα κάνω κι εγώ, μήπως μπορέσω να καλλιεργήσω το ενδημικό ρόδο στην Insomnia. Αν τα καταφέρουμε, θα μας θυμίζει τις μέρες του Καλοκαιριού που συναντηθήκαμε έπειτα από τόσο καιρό."
"Καλή ιδέα!" Συμφώνησε ο Χάγκεν, "Η μητέρα θα χαρεί. Έλεγε ότι της έλειπαν τα τριαντάφυλλα από την Lucinia και ότι της θυμίζουν πάντοτε εσένα. Σίγουρα θα εκτιμήσει ένα τέτοιο δώρο."
Η Βανέσσα συγκινήθηκε με την απάντηση και έγνεψε χαμογελώντας. Διαχώρισε τους σπόρους με την χρήση ενός μαχαιριού και τους έπλυνε προσεκτικά. Τοποθέτησε μερικούς σε ένα πλαστικό σακουλάκι και τους υπόλοιπους, τούς φύλαξε για την ίδια. Έπειτα βγήκε στον κήπο, κρατώντας στα χέρια της τα απομεινάρια του serine'h dillis με σκοπό να τα αφήσει στο χώμα, δίπλα στο δένδρο όπου εκείνη και ο Λούτσε είχαν προσέξει δύο μέρες νωρίτερα μια ενδημική κουκουβάγια.
Ο βασιλικός μαχητής βρισκόταν ήδη έξω, απολαμβάνοντας την δροσιά και τα χρώματα του δειλινού που απλώνονταν στον ουρανό. "Δεν ήρθε η κουκουβάγια απόψε." Σχολίασε, όταν η Βανέσσα στάθηκε δίπλα του. Ενστικτωδώς, κοίταξαν και οι δύο το ψηλότερο δένδρο που κοσμούσε τον αίθριο χώρο της οικίας.
"Είναι κάπως νωρίς για εκείνη... Ίσως έρθει αργότερα." Απάντησε η αγαπημένη του. Έπειτα αναφέρθηκε στην απόφαση της να συλλέξει τους σπόρους του ρόδου, δίνοντας μερικούς στον Χάγκεν.
"Καλά έκανες, Βανέσσα. Εκείνο το άνθος πράγματι θα μαραινόταν κάποια στιγμή. Όμως η ύπαρξη του, είναι πιθανό να συνεχιστεί μέσω αυτών των σπόρων. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε αν ένα θαλασσινό τριαντάφυλλο μπορεί να μεγαλώσει στην προσφυγική συνοικία της πόλης του στέμματος."
Το φως του ήλιου υποχωρούσε πίσω από τις στέγες περιποιημένων κατοικιών και οι λάμπες του δρόμου θα άναβαν σε λίγο. Ο άνεμος ήταν απαλός καθώς εισχωρούσε μέσα από τα φύλλα, προκαλώντας κάθε τόσο, ένα παρατεταμένο θρόισμα.
"Ώστε ήθελες να δεις τα αστέρια της Duscae, μαζί μου, εκείνο το βράδυ που ήσουν μακριά." Η φωνή της κοπέλας ήταν βελούδινη και ψιθυριστή καθώς πρόφερε αυτά τα λόγια. Τα δάχτυλα του ενός χεριού της, τυλίχτηκαν γύρω από την παλάμη του Λούτσε. Η λαβή της δεν αρκούσε για να καλύψει ολόκληρη την διάμετρο, λόγω της διαφοράς στο μέγεθος των χεριών τους.
Πέρα από το ελαφρύ άγγιγμα, εκείνος αισθάνθηκε και την ματιά της Βανέσσα επάνω του. Στο βλέμμα της, είδε την ντροπαλή λάμψη των πρώτων ημερών της σχέσης που επέλεξαν να δημιουργήσουν. Η καρδιά του σκίρτησε από την απλότητα και την ομορφιά εκείνης της στιγμής.
"Όπως σου είχα πει πιο παλιά, η διάταξη των αστεριών που λάμπουν πάνω από τις γενέτειρες μας, πράγματι διαφέρει." Είπε η Βανέσσα, συμπληρώνοντας, "Μετά την δύση του ήλιου, τα κυρίαρχα άστρα που εμφανίζονται πρώτα από τα υπόλοιπα στον ουρανό, μοιάζουν να ξεκινούν το ταξίδι τους από διαφορετικά σημεία του ορίζοντα. Εντούτοις, αργά την νύχτα και καθώς πλησιάζει το ξημέρωμα, η τροχιά τους πάνω από την Galahd και την Lucinia, τείνει να έχει περισσότερες ομοιότητες, παρά διαφορές."
"Τότε, θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι τροχιές ταυτίζονται... Και ό,τι φαίνεται πως διαφέρει ανάμεσα στα άστρα που βλέπουμε, στην πραγματικότητα κουβαλά την ίδια ουσία, το ίδιο φως." Συλλογίστηκε ο Λούτσε, κρατώντας κι εκείνος το χέρι της Βανέσσα.
"Ναι...είτε είμαστε κοντά στην θάλασσα, είτε πάνω στην κορυφή ενός βουνού, το αστρικό φως δεν αλλάζει. Είναι αυτό που φώτιζε και τους δύο από εμάς, πριν ακόμη συναντηθούμε, αλλά και μετά, όταν βρήκαμε ο ένας τον άλλο στην πόλη του στέμματος."
Ένα ζευγάρι αθόρυβες, επιβλητικές φτερούγες έφεραν την ενδημική, τρανή κουκουβάγια ανάμεσα στις φυλλωσιές του δένδρου που η ίδια ήξερε. Κανείς από τους δύο ανθρώπους που βρίσκονταν στον κήπο, δεν είχε αντιληφθεί την άφιξη της. Το πρόσωπο της Βανέσσα ήταν κρυμμένο στον ώμο του Λούτσε, ενώ τα μάτια εκείνου ήταν στραμμένα στην γυναίκα που λάτρευε, κρατώντας την στην αγκαλιά του, όπως ακριβώς είχε ονειρευτεί εκείνη την νύχτα στην Duscae.
Δεν ήταν σίγουρος αν εκείνη εξακολουθούσε να έχει ενστάσεις αναφορικά με την πρωτοβουλία του να περιφρουρήσει ο ίδιος τον Χάγκεν, έστω και τραυματισμένος. Πάντως, θα ήταν πολύ δύσκολο να πείσει κάποιος τον Λούτσε ότι δεν είχε λάβει την σωστή απόφαση. Ήθελε να προφυλάξει τους ανθρώπους του, την οικογένεια του. Θα μπορούσε βεβαίως να εκφράσει ανοιχτά την απορία που είχε ενώ απολάμβαναν την αγκαλιά τους και την θέα των αστεριών· μα η θέληση του άνδρα να μην διαταραχθεί η γαλήνη και η τρυφερότητα που ένιωθε τόσο εκείνος όσο και η Βανέσσα, αποδείχτηκε τελικά ισχυρότερη.
:·: Εθνοτική γλώσσα της Galahd :·: (πρωτότυπη μυθοπλασία της συγγραφέα)
seh'le dehna : μυστική παραλία
serine'h dillis : άνθος του ξημερώματος (γνωστό και ως ρόδο της Lucinia)
